Μονίλια πυρηνοκάρπων, αίτιο συμπτώματα θεραπεία
Φαιά σήψη σε ώριμα ροδάκινα. Διακρίνονται οι τεφρές εξανθήσεις που καλύπτουν τη σάπια περιοχή. Το πιο διδακτικό όμως είναι η μετάδοση με απλή επαφή: ο υγιής καρπός μολύνεται από τον διπλανό του, επειδή στην επιφάνεια επαφής ο φλοιός έχει μικρορωγμές, λεπτότερη εφυμενίδα και μόνιμη υγρασία. Γι’ αυτό το αραίωμα είναι και μέτρο φυτοπροστασίας, όχι μόνο ποιότητας.
Σάββας Παστόπουλος, Γεωπόνος MSc, Παστόπουλος Γεωπονική Ε.Ε., Γιαννιτσά Πέλλας
Η μονίλια, ή φαιά σήψη, είναι η σοβαρότερη ασθένεια καρπού των πυρηνοκάρπων και ένας από τους σημαντικότερους περιοριστικούς παράγοντες της δενδροκομίας παγκοσμίως. Το άρθρο αυτό είναι ο πλήρης οδηγός: όλα τα είδη του γένους και ποια υπάρχουν πραγματικά στην Ελλάδα, η ιστορία της ασθένειας από το 1796 ως την εισβολή του Monilinia fructicola στην Ευρώπη, οι θερμοκρασίες και οι ώρες διαβροχής όπως τις μέτρησαν οι έρευνες και όχι όπως κυκλοφορούν, οι λανθάνουσες μολύνσεις, τα μετασυλλεκτικά, και η ανθεκτικότητα στα μυκητοκτόνα με τα ελληνικά δεδομένα. Περιλαμβάνεται πίνακας που ξεχωρίζει τη μονίλια από τα δώδεκα αίτια με τα οποία συγχέεται.
- Γιατί η μονίλια είναι διαφορετική από κάθε άλλη σήψη
- Ιστορικό: από τον Persoon ως την εισβολή του M. fructicola
- Τα είδη του γένους, και ποια έχουμε στην Ελλάδα
- Πώς ξεχωρίζουν τα είδη στο εργαστήριο
- Το καθεστώς καραντίνας: τι ισχύει πραγματικά
- Ο κύκλος της ασθένειας μέσα στη χρονιά
- Το τελειόμορφο στάδιο: αποθήκια και ασκοσπόρια
- Τα συμπτώματα, όργανο προς όργανο
- Πιθανές ασθένειες που μπερδεύονται με τη μονίλια
- Θερμοκρασίες και ώρες διαβροχής: τι μετρήθηκε πραγματικά
- Οι λανθάνουσες μολύνσεις
- Ευπάθεια ανά καλλιέργεια, ανά στάδιο και ανά ποικιλία
- Οι πληγές, και γιατί παίζουν σημαντικό ρόλο
- Μοντέλα πρόγνωσης
- Καλλιεργητικά μέτρα που μετράνε
- Τι υπάρχει εγκεκριμένο στην Ελλάδα
- Η ανθεκτικότητα στα μυκητοκτόνα, με τα ελληνικά δεδομένα
- Στρατηγική ψεκασμών ανά καλλιέργεια
- Συγκομιδή και μετασυλλεκτική διαχείριση
- Βιολογική καλλιέργεια
- Τα γιγαρτόκαρπα και το M. fructigena
- Πού συνεχίζεται το θέμα ανά καλλιέργεια
- Τα σημεία που μένουν
- Πηγές
1. Γιατί η μονίλια είναι διαφορετική από κάθε άλλη σήψη
Η φαιά σήψη οφείλεται σε μύκητες του γένους Monilinia και προσβάλλει το σύνολο των εμπορικών πυρηνοκάρπων, ροδακινιά, νεκταρινιά, βερικοκιά, κερασιά, βυσσινιά, δαμασκηνιά, αμυγδαλιά, καθώς και τα γιγαρτόκαρπα, μηλιά, αχλαδιά, κυδωνιά, μουσμουλιά [2][3]. Η Ελλάδα κατέχει την πέμπτη θέση παγκοσμίως στην παραγωγή πυρηνοκάρπων, μετά την Κίνα, τις ΗΠΑ, την Ιταλία και την Ισπανία, με κύριες περιοχές τη Θεσσαλία, την Πελοπόννησο και τη Δυτική και Κεντρική Μακεδονία, η τελευταία είναι η σημαντικότερη [2].
Ξεχωρίζει σε τέσσερα σημεία, και όλα δυσκολεύουν τη διαχείριση.
Πρώτον, οι προσβολές συμβαίνουν δύο φορές το έτος, με διαφορετικό πρόσωπο. Την άνοιξη καίει τα άνθη και τους νεαρούς βλαστούς. Το καλοκαίρι σαπίζει τους καρπούς. Δεν είναι δύο ασθένειες αλλά η ίδια, και η πρώτη τροφοδοτεί τη δεύτερη. Ο αριθμός των κονιδίων που σχηματίζονται σε μια διαχειμάζουσα μούμια είναι πάνω από δέκα φορές μεγαλύτερος από τον αντίστοιχο σε νεομολυσμένο άνθος [3].
Δεύτερον, μολύνει χωρίς να φαίνεται. Ο μύκητας μπαίνει στον νεαρό καρπό και μένει αδρανής, σε λανθάνουσα μόλυνση, για εβδομάδες ή μήνες. Ξυπνά όταν ο καρπός αρχίσει να ωριμάζει. Το σύμπτωμα του Ιουλίου μπορεί να προέρχεται από μόλυνση του Μαΐου.
Τρίτον, συνεχίζει μετά τη συγκομιδή, και εκεί κοστίζει περισσότερο. Οι απώλειες από τις μετασυλλεκτικές σήψεις είναι συνήθως πολύ σοβαρότερες από εκείνες που οφείλονται στις προσυλλεκτικές [2]. Στην Καλιφόρνια οι απώλειες στη συντήρηση ξεπερνούν συχνά το 30% και έχουν φτάσει το 80 έως 90%· στην Ισπανία έχει καταγραφεί 59% σε ορισμένες χρονιές [3].
Τέταρτον, τα συμπτώματά της δεν είναι παθογνωμονικά. Ξηράνσεις ανθέων δίνει και ο ανοιξιάτικος παγετός, και ο Botrytis, και το Cladosporium. Έλκη στα κλαδιά δίνουν και το Leucostoma, και το Fusicoccum, και τα βακτήρια, και το χαλάζι. Η έκκριση κόμμεος είναι γενική αντίδραση των πυρηνοκάρπων σε οτιδήποτε τα ενοχλεί [2]. Η ενότητα 9 δίνει τις πιθανές ασθένειες που μπερδεύονται με τη μονίλια ακριβώς γι’ αυτό.
Και οι δύο εκδοχές είναι προβληματικές. Τα 1,7 εκατομμύρια είναι απίθανα λίγα για παγκόσμιο μέγεθος, όταν η παγκόσμια παραγωγή ροδακίνου και νεκταρινιού ξεπερνά τα 25 εκατομμύρια τόνους, και τα 1,7 δισεκατομμύρια δεν τεκμηριώνονται από πουθενά. Γι’ αυτό στο άρθρο δεν χρησιμοποιείται χρηματικό μέγεθος. Το μέγεθος του προβλήματος φαίνεται καθαρότερα από τις μετρημένες απώλειες: στην Καλιφόρνια οι απώλειες στη συντήρηση ξεπερνούν συχνά το 30% και έχουν φτάσει το 80 ως 90%, και στην Ισπανία έχει καταγραφεί 59% σε ορισμένες χρονιές [3].
2. Ιστορικό: από τον Persoon ως την εισβολή του M. fructicola
Η φαιά σήψη μελετάται στην Ευρώπη πάνω από 150 χρόνια, στη Βόρεια Αμερική περίπου 100, και πιο πρόσφατα στην Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία, την Κίνα και την Ιαπωνία. Η πρώτη αυθεντική περιγραφή του μύκητα που προκαλεί φαιά σήψη σε καρπό δημοσιεύτηκε το 1796 από τον Persoon [1].
Στη διάρκεια του 19ου αιώνα οι δημοσιεύσεις πλήθυναν, και ως το τέλος του αιώνα είχε εδραιωθεί ότι στην Ευρώπη υπάρχουν δύο είδη, το M. fructigena και το M. laxa [1]. Στη Βόρεια Αμερική ο μύκητας θεωρήθηκε αρχικά ένα από τα δύο ευρωπαϊκά είδη, και μόνο αργότερα αποδείχθηκε διαφορετικός και πήρε το όνομα fructicola [1].
Η σειρά των γεγονότων που μας αφορά
| Χρονιά | Τι συνέβη |
|---|---|
| 1796 | Πρώτη αυθεντική περιγραφή του μύκητα της φαιάς σήψης από τον Persoon [1] |
| Τέλη 19ου αι. | Εδραιώνεται ότι στην Ευρώπη υπάρχουν δύο είδη, M. fructigena και M. laxa [1] |
| 1939 | Έρευνα σε πυρηνόκαρπα Καλιφόρνιας: από 250 απομονώσεις Monilinia, 79% ήταν M. laxa και 21% M. fructicola [1] |
| Δεκαετία 1950 | Εισάγονται τα captan και dichloran· η φαιά σήψη ελέγχεται αποτελεσματικά για πρώτη φορά [1] |
| 1972 | Έγκριση του benomyl στην Καλιφόρνια. Τα βενζιμιδαζολικά αλλάζουν ριζικά τον έλεγχο της ασθένειας [3] |
| 1976 ως 1981 | Ανθεκτικά στο benomyl στελέχη M. fructicola εμφανίζονται μόλις πέντε ως έξι χρόνια μετά την έγκριση: Μίσιγκαν, Αυστραλία, Νέα Υόρκη, Νότια Καρολίνα, Καλιφόρνια [1] |
| Δεκαετία 1980 | Το M. fructicola έχει ήδη εκτοπίσει εν μέρει το M. laxa σε δαμασκηνιές και βερικοκιές της Καλιφόρνιας [1] |
| 1984 | Ο EPPO κατατάσσει το M. fructicola στον κατάλογο A1, δηλαδή ως οργανισμό απόντα από την περιοχή [6] |
| 2001 | Πρώτη ανίχνευση στην Ευρώπη, σε οπωρώνες ροδακινιάς στη Γαλλία [1][3] |
| 2004 | Ο EPPO μεταφέρει το M. fructicola από τον κατάλογο A1 στον A2, δηλαδή σε οργανισμό που υπάρχει ήδη τοπικά [6] |
| 2005 ως 2012 | Διαδοχικές πρώτες ανιχνεύσεις: Ισπανία 2005, Ουγγαρία 2007, Ιταλία 2008, Γερμανία 2009, Σλοβενία 2009, Ελβετία 2009, Πολωνία 2010, Ρουμανία 2010, Σερβία 2012 [3] |
| Σήμερα | Το M. fructicola έχει σχεδόν αντικαταστήσει το ιθαγενές M. fructigena στα πυρηνόκαρπα και συνυπάρχει με το M. laxa [4] |
Υπόθεση, όχι μέτρηση: ότι η αντικατάσταση του M. fructigena οφείλεται σε καλύτερη προσαρμογή σε θερμές και ξηρές συνθήκες και σε αφθονότερη σποριοποίηση. Η εξήγηση αυτή επαναλαμβάνεται στη βιβλιογραφία, αλλά δεν εντοπίστηκε εργασία που να τη μετρά απευθείας συγκρίνοντας τα δύο είδη. Καταγράφεται εδώ ως εύλογη ερμηνεία και τίποτε περισσότερο.
3. Τα είδη του γένους, και ποια έχουμε στην Ελλάδα
Το γένος Monilinia ανήκει στους ασκομύκητες, τάξη Helotiales, οικογένεια Sclerotiniaceae, και περιλαμβάνει περίπου 25 αποδεκτά είδη [41]. Από αυτά, τέσσερα μόνο αφορούν τη δενδροκομία μας. Η ατελής μορφή τους είναι αντίστοιχοι αδηλομύκητες του γένους Monilia, γι’ αυτό συναντιούνται και τα δύο ονόματα, και γι’ αυτό «μονίλια» στην καθημερινή γλώσσα σημαίνει και τα δύο [2].
Το όνομα προέρχεται από το λατινικό monile, που σημαίνει περιδέραιο: τα κονίδια σχηματίζονται σε αλυσίδες πάνω σε υφικούς κλάδους, διατεταγμένα όπως οι χάντρες σε ένα κολιέ [1].
| Είδος | Τελειόμορφο / ατελές | Πού κυριαρχεί | Στην Ελλάδα |
|---|---|---|---|
| Monilinia laxa | Monilia laxa | Ανθόπτωση και ξήρανση βλαστών στα πυρηνόκαρπα, σε όλες τις δενδροκομικές περιοχές του κόσμου | Ναι, κυρίαρχο. 59% των απομονώσεων φαιάς σήψης [38][39]· 70 ως 78% των σάπιων ροδακίνων στην Ημαθία και την Πέλλα [18] |
| Monilinia fructicola | Monilia fructicola | Καρπός πυρηνοκάρπων. Αμερική, Αυστραλία, Ιαπωνία· από το 2001 και στην Ευρώπη | Ναι. 41% των απομονώσεων [38][39], καταγεγραμμένο σε πυρηνόκαρπα [2] |
| Monilinia fructigena | Monilia fructigena | Σήψη καρπού στα γιγαρτόκαρπα, Ευρώπη και Ασία. Στα πυρηνόκαρπα κυρίως στη δαμασκηνιά | Ναι, αλλά στα γιγαρτόκαρπα. Απουσίαζε εντελώς από τις 1.433 απομονώσεις πυρηνοκάρπων [2][38][39] |
| Monilinia polystroma | Monilia polystroma | Πολύ κοντά μορφολογικά στο M. fructigena. Βρέθηκε πρώτα στην Ιαπωνία, μετά σε Ουγγαρία και Τσεχία | Δεν έχει καταγραφεί |
Η διάκριση μετράει στη διαχείριση. Τα δύο είδη δεν συμπεριφέρονται ίδια:
- M. laxa είναι το ισχυρότερο στην ανθόπτωση και στην ξήρανση των βλαστών, και είναι συχνότερο στην αμυγδαλιά και τη βερικοκιά [3].
- M. fructicola είναι σαφώς πιο καταστροφικό στον καρπό, και συχνότερο σε ροδάκινο, νεκταρίνι και δαμάσκηνο [3]. Το μυκήλιό του μπορεί να μείνει κρυμμένο σε μόλις καρποδεμένους καρπούς ως την έναρξη της ωρίμανσης [3].
- M. fructigena, σε αντίθεση με τα άλλα δύο, προκαλεί σοβαρές απώλειες μόνο όταν οι καρποί έχουν πληγές. Γι’ αυτό το σημαντικότερο μέτρο εναντίον του είναι ο έλεγχος των εντόμων που τρυπούν τον καρπό [3].
4. Πώς ξεχωρίζουν τα είδη στο εργαστήριο
Τα συμπτώματα δεν ξεχωρίζουν τα είδη. Κανένα μεμονωμένο μορφολογικό γνώρισμα δεν είναι αξιόπιστο από μόνο του· η διάκριση γίνεται με τον συνδυασμό πολλών [3]. Ακόμη και έτσι, άτυπες απομονώσεις του M. fructicola ταυτοποιούνται λανθασμένα ως M. laxa και το αντίστροφο [1].
Ο παρακάτω πίνακας ακολουθεί το διαγνωστικό πρωτόκολλο PM 7/18 του EPPO [5], με συμπληρώσεις από τη βιβλιογραφία.
| Γνώρισμα | M. fructicola | M. laxa | M. fructigena | M. polystroma |
|---|---|---|---|---|
| Χρώμα αποικίας | Τεφρό ως καστανοκίτρινο | Τεφρό ως καστανοκίτρινο | Κίτρινο ως κρεμ | Κίτρινο ως κρεμ |
| Ανάπτυξη σε 24 ώρες | 9 ως 20 mm | 2 ως 11 mm | 0 ως 12 mm | 4 ως 9 mm |
| Σποριοποίηση | Άφθονη | Αραιή | Αραιή | Αραιή |
| Ομόκεντροι δακτύλιοι | Ναι | Όχι | Ενίοτε | Ενίοτε |
| Ροδακοειδής αποικία με μαύρα τόξα | Όχι, σπάνια | Ναι, χαρακτηριστικό | Όχι | Όχι |
| Διαστάσεις κονιδίων | 12 ως 16 × 8 ως 11 µm | Παρόμοια με M. fructicola | 17 ως 21 × 10 ως 13 µm | 13 ως 17 × 9 ως 11 µm |
| Βλαστικός σωλήνας | 750 ως 900 µm, διακλάδωση μακριά από το σπόριο | 150 ως 350 µm, κοντός και συνεστραμμένος | Μακρύς, συχνά δύο ανά κονίδιο | Όπως το M. fructigena |
Τα στοιχεία της ανάπτυξης αφορούν καλλιέργεια σε PDA στους 22 °C υπό κύκλο φωτός και σκότους με σχεδόν υπεριώδη ακτινοβολία 320 ως 380 nm [1][5]. Οι διαστάσεις των κονιδίων είναι εξαιρετικά μεταβλητές και επηρεάζονται από τις περιβαλλοντικές συνθήκες και τον ξενιστή [1].
Τα τρία γνωρίσματα που πραγματικά δουλεύουν
- Ο βλαστικός σωλήνας, σε άγαρ νερού. Μετριέται με δύο διαφορετικούς τρόπους, και οι δύο χρήσιμοι.
- Απόσταση ως την πρώτη διακλάδωση. Στο M. laxa είναι μικρότερη από 60 µm. Στα M. fructigena και M. fructicola ξεπερνά τα 220 µm πριν διακλαδιστεί [3].
- Συνολικό μήκος, στις 18 ώρες και στους 25 °C. Το M. fructicola σχηματίζει έναν μακρύ, αδιακλάδωτο σωλήνα 750 ως 900 µm, το M. laxa έναν μόνο αλλά κοντό, 150 ως 350 µm, και συνεστραμμένο, ενώ το M. fructigena σχηματίζει συχνά δύο σωλήνες ανά κονίδιο [5].
- Οι αναστομώσεις. Στο M. fructicola οι βλαστικοί σωλήνες αναστομώνονται άφθονα· στο M. laxa σπάνια [1].
- Η ταχύτητα ανάπτυξης. Το M. fructicola τρέχει περίπου διπλάσια από τα άλλα δύο [1].
5. Το καθεστώς καραντίνας: τι ισχύει πραγματικά
Το σημείο αυτό γράφεται λάθος πολύ συχνά, γι’ αυτό διατυπώνεται εδώ με ακρίβεια. Υπάρχουν δύο διαφορετικά καθεστώτα και δεν ταυτίζονται.
| Πλαίσιο | Καθεστώς του M. fructicola | Τι σημαίνει |
|---|---|---|
| EPPO | Κατάλογος A2, με σύσταση ρύθμισης από το 2004. Ήταν στον A1 από το 1984 [6] | Σύσταση προς τα κράτη μέλη, όχι νομοθεσία. Ο A2 σημαίνει «υπάρχει ήδη τοπικά στην περιοχή» |
| Ευρωπαϊκή Ένωση | Δεν περιλαμβάνεται στους ενωσιακούς επιβλαβείς οργανισμούς καραντίνας ούτε στους ΡΜΚΕΟ του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2072 [7] | Δεν υπάρχει ενωσιακή υποχρέωση καραντίνας για τον οργανισμό αυτόν καθαυτόν |
6. Ο κύκλος της ασθένειας μέσα στη χρονιά
Χειμώνας, εκεί ξεκινάει το πρόβλημα
Τα παθογόνα διαχειμάζουν σε μουμιοποιημένους καρπούς, πάνω στο δέντρο ή στο έδαφος, σε νεκρά άνθη και σε έλκη βλαστών, με τη μορφή μυκηλίου, κονιδίων και ψευδοσκληρωτίων [2]. Αυτά δεν είναι υπολείμματα. Είναι το εργοστάσιο της επόμενης άνοιξης.
Σε ισπανικούς οπωρώνες ροδακινιάς, οι μούμιες πάνω στο δέντρο ήταν η κύρια πηγή πρωτογενούς μολύσματος, και πάνω από το 90% των απομονώσεων από αυτές ήταν M. laxa. Ο αριθμός των μουμιοποιημένων καρπών συσχετίστηκε με τη μετασυλλεκτική σήψη, με τα αερομεταφερόμενα κονίδια και με τις λανθάνουσες μολύνσεις [15].
Κερασιά, μετά τη συγκομιδή. Πέντε μουμιοποιημένοι καρποί κρέμονται ακόμη στον ίδιο βραχύκλαδο, δίπλα σε ποδίσκους που άδειασαν κανονικά. Δεν είναι υπόλειμμα της περασμένης χρονιάς: είναι το αρχικό μόλυσμα της επόμενης, τοποθετημένο εκατοστά από τους οφθαλμούς που θα ανθίσουν. Ο δεξιότερος έχει ήδη την γκριζωπή, στεγνή όψη της σποριοποίησης. Το χειμερινό κλάδεμα είναι η φθηνότερη επέμβαση της χρονιάς εναντίον τους, και η μόνη που δεν χρειάζεται σκεύασμα.
Άνθηση, η πρώτη κρίσιμη στιγμή
Τα σπόρια φτάνουν στα άνθη με τον αέρα, τη βροχή και ενίοτε με τα έντομα. Η μόλυνση γίνεται συνήθως μέσω του στίγματος και του στύλου του ύπερου, αλλά μπορεί να ξεκινήσει από οποιοδήποτε μέρος του άνθους, στήμονες, πέταλα, σέπαλα [1][3]. Οι κρίσιμες φάσεις είναι από τον σχηματισμό του οφθαλμού ως την πτώση των πετάλων, με μέγιστη ευπάθεια στην πλήρη άνθηση [3].
Από το άνθος η μόλυνση προχωρά στον ποδίσκο, από εκεί στον ανθοφόρο βλαστό, και δημιουργεί έλκος οβάλ, ελλειπτικό και ελαφρά βυθισμένο. Η ξήρανση των κορυφών των βλαστών εμφανίζεται επτά ως δώδεκα ημέρες μετά την ανθόπτωση [3].
Από την καρπόδεση ως τη σκλήρυνση πυρήνα, ασυμπτωματική φάση
Ο νεαρός καρπός γίνεται προοδευτικά ανθεκτικός, και στη σκλήρυνση του πυρήνα η ευπάθεια πέφτει στο ελάχιστο [12][17]. Εδώ όμως γίνονται οι λανθάνουσες μολύνσεις που θα εκδηλωθούν αργότερα. Είναι η πιο επικίνδυνη περίοδος ακριβώς επειδή δεν φαίνεται τίποτα.
Την ίδια περίοδο, οι αραιωμένοι καρποί στο έδαφος γίνονται εργοστάσιο δευτερογενούς μολύσματος. Φρέσκος αραιωμένος καρπός με περιεχόμενη υγρασία 67,2% σποριοποιεί επί επτά ως εννέα ημέρες, και την πρώτη ημέρα σποριοποιεί το 100% των καρπών· όσο η υγρασία του καρπού πέφτει, η σποριοποίηση μειώνεται και συντομεύει [16]. Το ποσοστό αφορά την υγρασία μέσα στον καρπό, όχι τη σχετική υγρασία του αέρα.
Ωρίμανση, τα αίτια της έξαρσης
Καθώς ο καρπός μαλακώνει και αυξάνονται τα σάκχαρα, οι λανθάνουσες μολύνσεις ενεργοποιούνται και οι νέες μολύνσεις γίνονται εύκολα. Σε ευνοϊκές συνθήκες, οι τεφροκαστανές καρποφορίες εμφανίζονται περίπου 36 ώρες μετά τη μόλυνση [2], και η ορατή σήψη σε ώριμο ροδάκινο μέσα σε 48 ως 72 ώρες [1]. Σε ένα μόνο καρπό σχηματίζονται περίπου τέσσερα εκατομμύρια σπόρια [2].
Η ταχύτητα της σήψης διαφέρει ανά είδος καρπού: τέσσερις ως πέντε ημέρες για κεράσι και βύσσινο, οκτώ ως δέκα ημέρες για βερίκοκο, δαμάσκηνο και ροδάκινο [3].
Μετά τη συγκομιδή
Η ασθένεια συνεχίζει στο ψυγείο και στη μεταφορά, τροφοδοτούμενη από τις λανθάνουσες μολύνσεις που ήρθαν από το χωράφι [35]. Ο μύκητας μένει σε λανθάνουσα κατάσταση έως ότου ο καρπός ωριμάσει, και ωριμάζει στο ράφι [2].
7. Το τελειόμορφο στάδιο: αποθήκια και ασκοσπόρια
Το κύριο διαγνωστικό γνώρισμα των Discomycetes είναι το αποθήκιο: κυπελλοειδής ή δισκοειδής καρποφορία σε λεπτό μίσχο, που φύεται από ψευδοσκληρώτια μέσα σε μουμιοποιημένους καρπούς μερικώς ή ολικώς θαμμένους στο έδαφος. Η εσωτερική του επιφάνεια είναι στρωμένη με χιλιάδες ασκούς, καθένας με οκτώ μονοκύτταρα ασκοσπόρια, ανάμεσα σε στείρες υφές. Η εκτίναξη των ασκοσπορίων δημιουργεί ορατό λευκό νέφος πάνω από το αποθήκιο [1].
Το ερώτημα που ενδιαφέρει τον παραγωγό είναι απλό: μετράει αυτό στο δικό μου χωράφι; Η απάντηση, για την Ευρώπη, είναι μάλλον όχι.
| Εύρημα | Πού | Σημασία |
|---|---|---|
| Τα αποθήκια σχηματίζονται μόνο από πλήρως στρωματοποιημένες μούμιες, ποτέ από πρόσφατα μολυσμένο ή σαρκώδη καρπό | Καλιφόρνια [14] | Η φετινή σήψη δεν δίνει φετινά αποθήκια |
| Απαιτούνται πάνω από οκτώ εβδομάδες στους 2 °C με σχετική υγρασία άνω του 97%, σε επαφή με έδαφος. Κάτω από 90% σχετική υγρασία δεν σχηματίστηκαν ποτέ | Καλιφόρνια [14] | Χρειάζεται παρατεταμένο κρύο και υγρό έδαφος |
| Το θάψιμο δεν έχει σημασία: μούμιες στην επιφάνεια και μούμιες θαμμένες 2 ως 3 εκατοστά έδωσαν το ίδιο | Καλιφόρνια [14] | Το ρηχό θάψιμο δεν λύνει το πρόβλημα |
| Αποθήκια βρέθηκαν μόνο σε τεμάχια με αδιατάρακτη χλωρίδα· κανένα σε τεμάχια με ζιζανιοκτόνο ή φρεζάρισμα | Καλιφόρνια [14] | Η διαχείριση του εδάφους μετράει |
| Κανένα αποθήκιο δεν αναπτύχθηκε σε τρεις καλλιεργητικές περιόδους | Ισπανία, ροδακινιά [15] | Στην Ευρώπη τα ασκοσπόρια δεν φαίνεται να μετράνε |
| Σε καλά διαχειριζόμενους οπωρώνες τα αποθήκια είναι ασυνήθιστα· τα κονίδια θεωρείται ότι ξεκινούν τις περισσότερες μολύνσεις άνθους | Νότια Καρολίνα [13] | Τα έλκη κλαδίσκων είναι η κύρια θέση διαχείμασης |
Στην Ελλάδα δεν βρέθηκε καμία καταγραφή σχηματισμού αποθηκίων στη βιβλιογραφία που εξετάστηκε, ούτε σε ελληνικές εργασίες ούτε σε ενημερωτικό υλικό. Η διατύπωση αυτή είναι ακριβής, δηλαδή δεν βρέθηκε καταγραφή, όχι ότι κάποιος απέδειξε την απουσία τους. Για ολόκληρη την Ευρώπη πάντως η τέλεια μορφή θεωρείται σπάνια. Το EPPO τη χαρακτηρίζει σπάνια παρατηρούμενη στα M. fructigena και M. laxa [6], ενώ για το M. laxa αναφέρεται ρητά ότι δεν είναι γνωστό να σχηματίζει αποθήκια [43].
Η απουσία αποθηκίων δεν σημαίνει ότι αποκλείεται η εγγενής αναπαραγωγή. Στο M. fructicola η συγκριτική γονιδιωματική βρίσκει αποτυπώματα που συμβαίνουν μόνο μετά από εγγενή κύκλο, οπότε η εγγενής αναπαραγωγή θεωρείται συχνή στο είδος [4]. Αυτό είναι γονιδιωματική ένδειξη και όχι παρατήρηση στον αγρό. Για τον παραγωγό το συμπέρασμα δεν αλλάζει, δηλαδή το μόλυσμα που έχει σημασία βρίσκεται πάνω στο δέντρο.
8. Τα συμπτώματα, όργανο προς όργανο
Οι μύκητες του γένους Monilinia προσβάλλουν όλα τα υπέργεια μέρη του φυτού: ξήρανση ανθέων και καρπιδίων, κηλίδες και νεκρώσεις στα φύλλα, έλκη και ξήρανση στους βλαστούς, σήψεις καρπών [2]. Η ρίζα δεν προσβάλλεται.
Βερικοκιά. Οι νεκρωμένες ταξιανθίες παρέμειναν πάνω στον βλαστό και τα φύλλα τους ξεράθηκαν μαζί τους χωρίς να πέσουν. Αυτό το «δεν πέφτουν» είναι το γνώρισμα που ξεχωρίζει τη μονίλια από τον παγετό: ο παγετός ρίχνει τα νεκρά άνθη, η μονίλια τα κρατά, επειδή το μυκήλιο έχει ήδη περάσει στον ποδίσκο και στο ξύλο. Δίπλα, οι φετινές εκπτύξεις είναι απολύτως υγιείς, η προσβολή είναι σημειακή, ανά ταξιανθία.
| Όργανο | Τι φαίνεται | Τι σημαίνει |
|---|---|---|
| Άνθος | Όλα τα μέρη του άνθους καφετιάζουν, συρρικνώνονται και παραμένουν νεκρά πάνω στο δέντρο. Σε υγρό καιρό, τεφρές εξανθήσεις στη βάση | Ανθόπτωση. Το προσβεβλημένο άνθος γίνεται πηγή μολύσματος για τους καρπούς που ωριμάζουν λίγα εκατοστά πιο πέρα |
| Βλαστός | Μικρά, ελλειπτικά, ελαφρά βυθισμένα έλκη κοντά στη βάση των προσβεβλημένων ταξιανθιών, με έκκριση κόμμεος. Ξήρανση της κορυφής μαζί με τα φύλλα | Η μόλυνση πέρασε στο ξύλο και θα διαχειμάσει εκεί. Ενεργά έλκη σποριοποιούν και τροφοδοτούν τη σήψη του καρπού αργότερα [1] |
| Κλάδος | Επέκταση του έλκους στον φλοιό. Ο ιστός κάτω από τον φλοιό νεκρώνεται, βυθίζεται και σχηματίζεται ανοιχτή πληγή, με κομμίωση | Το δέντρο συνήθως περιορίζει το έλκος σχηματίζοντας γύρω του επουλωτικό ιστό, και η πληγή κλείνει. Όταν δεν προλαβαίνει, ο βραχίονας χάνεται [1] |
| Νεαρός καρπός | Συνήθως τίποτα. Σπανιότερα, μαλακές υδατώδεις σκούρες περιοχές | Λανθάνουσα μόλυνση σε εξέλιξη [1] |
| Ώριμος καρπός | Καστανή κυκλική κηλίδα από το σημείο προσβολής, που επεκτείνεται με ομόκεντρους δακτυλίους τεφρών εξανθήσεων. Σε ευνοϊκές συνθήκες, οι καρποφορίες φαίνονται σε 36 ώρες [2] | Ενεργή σήψη. Ο καρπός είναι πηγή για τους γείτονές του |
| Τέλος εποχής | Ο καρπός αφυδατώνεται, ζαρώνει, σκληραίνει και μένει κρεμασμένος. Το μυκήλιο διαποτίζει τη σάρκα και τη μετατρέπει σε στρώμα | Μούμια. Το μόλυσμα της επόμενης χρονιάς, δεκαπλάσιο σε ένταση από κάθε άλλη πηγή [3] |
| Στο ψυγείο | Σήψεις σε καρπούς που ήταν φαινομενικά υγιείς στη συγκομιδή | Λανθάνουσες μολύνσεις που ξύπνησαν με την ωρίμανση [2] |
Η ίδια προσβολή σε κλίμακα βραχίονα. Ο αριστερός βραχίονας έχει χάσει ολόκληρη τη σειρά των ταξιανθιών του, που ξεράθηκαν και έμειναν πάνω στο ξύλο· ο δεξιός, λίγα εκατοστά πιο πέρα, κρατά κανονικό φορτίο πράσινων βερίκοκων. Η διαφορά δεν είναι η ποικιλία ούτε ο ψεκασμός: είναι το μικροκλίμα της στιγμής της άνθησης. Ο βραχίονας που έμεινε βρεγμένος περισσότερες ώρες μολύνθηκε, ο διπλανός όχι. Κάθε νεκρή ταξιανθία θα κρατήσει το μυκήλιο μέσα στον βλαστό ως την επόμενη άνοιξη.
Η ειδική περίπτωση του νεαρού καρπιδίου
Η μόλυνση του άνθους δεν σταματά πάντα στο άνθος. Όταν η ταξιανθία μολυνθεί μετά την καρπόδεση, το μυκήλιο περνά στο καρπίδιο που μόλις σχηματίστηκε, και αυτό καφετιάζει και μουμιοποιείται ενώ οι διπλανοί καρποί συνεχίζουν κανονικά.
Κερασιά, το πιο διδακτικό στιγμιότυπο της ασθένειας. Πάνω στον ίδιο βραχύκλαδο συνυπάρχουν υγιή πράσινα κεράσια, μια δέσμη νεκρωμένων ανθέων που έμειναν κολλημένα με τους στήμονες ακόμη ορατούς, και ένα καστανό μουμιοποιημένο καρπίδιο. Αυτό το ένα καρπίδιο είναι το πρόβλημα: θα μείνει εκεί ως τη συγκομιδή και θα σποριοποιεί σε κάθε υγρή περίοδο, σε απόσταση λίγων χιλιοστών από κεράσια που ωριμάζουν. Η αφαίρεσή του με το χέρι στο πράσινο αραίωμα κοστίζει δευτερόλεπτα.
9. Πιθανές ασθένειες που μπερδεύονται με τη μονίλια
Ο κατάλογος των αιτίων δεν είναι θεωρητικός: προέρχεται από τα παθογόνα που απομονώθηκαν πραγματικά από σάπια ροδάκινα της Ημαθίας και της Πέλλας σε δύο διαδοχικές χρονιές [18], συμπληρωμένα με τα αβιοτικά αίτια και τα έλκη που αναφέρει το Μπενάκειο ως τις συνηθέστερες συγχύσεις [2].
Κάθε γραμμή είναι ένα ζεύγος που μπερδεύεται στην πράξη, με το ένα γνώρισμα που τα ξεχωρίζει.
| Μοιάζει με | Αλλά είναι | Το γνώρισμα που τα ξεχωρίζει |
|---|---|---|
| Μονίλια στα άνθη | Ανοιξιάτικος παγετός | Ο παγετός χτυπά ταυτόχρονα όλα τα άνθη του ίδιου υψομέτρου και μαυρίζει πρώτα τον ύπερο, ενώ τα πέταλα μένουν λευκά. Η μονίλια προχωρά ανά ταξιανθία και δίνει τεφρές εξανθήσεις. Και τα δύο κρατούν τα άνθη πάνω στο δέντρο, αλλά μόνο η μονίλια περνά στον βλαστό και δίνει έλκος |
| Μονίλια στα άνθη | Botrytis cinerea | Η εξάνθηση του Botrytis είναι πυκνό τεφρό χνούδι που σηκώνεται σαν σκόνη με το τίναγμα. Της μονίλιας είναι συμπαγή τεφρά «μαξιλαράκια» σε δακτυλίους |
| Μονίλια στα άνθη και στους βλαστούς | Βακτηριακό έλκος (Pseudomonas syringae) | Στο βακτήριο ο εσωτερικός φλοιός είναι καστανός, με όψη ζύμωσης και ξινή οσμή [36], και υπάρχει άφθονη κομμίωση από επιμήκη έλκη, χωρίς καμία εξάνθηση. Η οσμή δεν είναι πάντοτε παρούσα: χαρακτηρίζει τη φάση του «ξινού χυμού», όπου το ξύλο νεκρώνεται χωρίς να σχηματιστεί τυπικό έλκος στην επιφάνεια [36]. Το έλκος της μονίλιας ξεκινά πάντα από τη βάση νεκρωμένης ταξιανθίας |
| Ξήρανση βλαστών από μονίλια | Ξηρή βέργα (Phomopsis amygdali) | Η ξηρή βέργα ξεκινά γύρω από οφθαλμό σε ετήσιο βλαστό, όχι από ταξιανθία, και δίνει πορτοκαλοκόκκινη κηλίδα που ζωνώνει τον βλαστό. Στην Ημαθία και την Πέλλα ευθύνεται για περίπου 5% των σάπιων ροδακίνων [18] |
| Έλκος μονίλιας | Leucostoma ή Cytospora | Το Leucostoma εγκαθίσταται σε παλιό ξύλο και σε πληγές κλαδέματος, σε εξασθενημένα δέντρα, και δίνει πυκνά μαύρα στίγματα πάνω στο έλκος |
| Μονίλια στον καρπό | Rhizopus stolonifer | Το Rhizopus δίνει υδαρή σήψη όπου ο φλοιός ξεκολλάει σαν σακούλα, λευκό αραχνοειδές μυκήλιο με μαύρες κεφαλές, και γεφυρώνει γειτονικούς καρπούς. Κρίσιμο: σταματά κάτω από τους 5 °C, ενώ η μονίλια συνεχίζει στο ψυγείο |
| Μονίλια στον καρπό | Alternaria alternata | Η Alternaria δίνει σκουρόχρωμη ως μαύρη, ξηρή και δερματώδη σήψη, χωρίς τεφρές εξανθήσεις σε δακτυλίους |
| Μονίλια στον καρπό | Colletotrichum gloeosporioides | Η ανθράκωση δίνει βυθισμένη κηλίδα με πορτοκαλί ή σομόν βλεννώδη μάζα στο κέντρο, χρώμα που η μονίλια δεν δίνει ποτέ |
| Μονίλια στο ψυγείο | Penicillium ή Aspergillus | Πράσινο, γαλαζοπράσινο ή μαύρο σπορίωμα. Η μονίλια είναι πάντα τεφρή ως ωχροκίτρινη |
| M. laxa | M. fructicola | Δεν ξεχωρίζουν από τα συμπτώματα. Ενδείξεις μόνο: το M. laxa βαραίνει στα άνθη και στους βλαστούς, το M. fructicola στον καρπό και στις λανθάνουσες μολύνσεις. Η ταυτοποίηση θέλει καλλιέργεια ή PCR [3][5] |
| M. fructigena | M. laxa ή M. fructicola | Οι εξανθήσεις του M. fructigena είναι ωχροκίτρινες ως κρεμ, των άλλων δύο τεφρές. Στα πυρηνόκαρπα της Ελλάδας το M. fructigena δεν έχει βρεθεί [2][38] |
| Κηλίδες καρπού από μονίλια | Κλαδοσπορίωση (Cladosporium carpophilum) | Η κλαδοσπορίωση δίνει μικρές μαυροπράσινες βελούδινες κηλίδες, επιφανειακές, κυρίως κοντά στον ποδίσκο, και δεν σαπίζει τον καρπό |
10. Θερμοκρασίες και ώρες διαβροχής: τι μετρήθηκε πραγματικά
Εδώ βρίσκεται όλη η ουσία της διαχείρισης, και εδώ κυκλοφορούν οι περισσότεροι λανθασμένοι αριθμοί. Η μονίλια χρειάζεται δύο πράγματα ταυτόχρονα: κατάλληλη θερμοκρασία και υγρή επιφάνεια. Η δεύτερη είναι που υποτιμάται, και είναι αυτή που διαφέρει ριζικά ανάμεσα στο άνθος και στον καρπό.
Οι καρδινάλιες θερμοκρασίες
| Παράμετρος | Ελάχιστο | Άριστο | Μέγιστο | Πηγή |
|---|---|---|---|---|
| Βλάστηση κονιδίων | Βλαστάνουν ακόμη και στους 0 °C | 15 ως 30 °C· ταχύτερη στους 25 °C | Καμία βλάστηση στους 38 °C | [8][3] |
| Ανάπτυξη μυκηλίου M. laxa | 2,5 °C | 24,8 °C | 30 °C· το 31 °C της δεύτερης πηγής είναι παράμετρος μοντέλου, όχι μέτρηση | [9][10] |
| Ανάπτυξη της ασθένειας συνολικά | 4 ως 5 °C | 24 ως 25 °C | 30 °C | [2][3] |
| Μόλυνση άνθους | Κάτω από 10 °C δυσμενές | 20 ως 25 °C | Πάνω από 30 °C δυσμενές | [3] |
| Λανθάνουσα μόλυνση | δεν αναφέρεται | Δεν υπάρχει άριστο. Μέσα στο εύρος 15 ως 30 °C, όσο χαμηλότερη η θερμοκρασία τόσο περισσότερες οι λανθάνουσες μολύνσεις | δεν αναφέρεται | [16] |
Ταυτόχρονα, σε ενεργότητα νερού 0,87 κανένα από τα τρία είδη δεν βλάστησε σε καμία θερμοκρασία [8]. Υπάρχει δηλαδή σαφές όριο ξηρασίας κάτω από το οποίο ο μύκητας σταματά.
Οι ώρες διαβροχής, ο πίνακας που έχει σημασία
Ο συχνότερος λάθος χειρισμός είναι η μεταφορά ενός αριθμού από το ένα όργανο στο άλλο. Τα δεδομένα είναι διαφορετικά για το άνθος, για τον καρπό και για τη σποριοποίηση στα έλκη.
| Τι αφορά | Ο αριθμός | Συνθήκες | Πηγή |
|---|---|---|---|
| Μόλυνση άνθους | Αρκούν 3 ώρες διαβροχής | Άριστη θερμοκρασία 20 ως 25 °C, M. fructicola· η πρωτογενής εργασία μόλυνε άνθη ροδακινιάς με 3 ώρες στους 24 °C | [3][17] |
| Μόλυνση άνθους | Αρκούν 5 ώρες ακόμη και αρκετά κάτω από το άριστο των 24 °C, όταν το μόλυσμα είναι υψηλό | Άνθη βυσσινιάς· η πηγή το αναφέρει δευτερογενώς, παραπέμποντας σε εργασία του 1989 | [13] |
| Μόλυνση άνθους στο χωράφι | Η ανθόπτωση σπάνια γίνεται εκτεταμένη αν η υγρή περίοδος δεν φτάσει τις 24 ώρες, παρατήρηση πεδίου των συγγραφέων. Ο υπολογισμός τους, με βάση τις πρόσθετες απαιτήσεις υγρασίας για βλάστηση και διείσδυση, δίνει 17 ως 30 ώρες, εκτός αν προϋπάρχουν βιώσιμα κονίδια από προηγούμενη υγρή περίοδο | Εμπορικοί οπωρώνες ροδακινιάς, Νότια Καρολίνα, μέσες ημερήσιες 10 ως 12 °C στην άνθηση | [13] |
| Μόλυνση καρπού κερασιάς | Άριστη θερμοκρασία 20 ως 22,5 °C: με 15 ώρες διαβροχής, πάνω από 80% μόλυνση. Με 18 ώρες, πάνω από 80% σε όλες τις θερμοκρασίες πλην των 30 °C. Με μόλις 3 ώρες, πολύ χαμηλή | Άθικτος καρπός, M. fructicola | [6][11][16] |
| Μόλυνση καρπού ροδακινιάς | Άριστο: 12 ώρες στους 22,5 ως 25 °C. Με 12 ώρες, πάνω από 70% μόλυνση σε όλες τις θερμοκρασίες πλην 27,5 και 30 °C | Άθικτος καρπός, M. fructicola | [11][16] |
| Λανθάνουσα μόλυνση | Δεν υπάρχει όριο. Η σχέση είναι γραμμική: κάθε επιπλέον ώρα διαβροχής προσθέτει περίπου 1,1 ποσοστιαία μονάδα λανθανουσών μολύνσεων, στο εύρος 4 ως 16 ωρών | Δαμάσκηνο | [16] |
| Σποριοποίηση σε έλκη κλαδίσκων | Απαιτούνται τουλάχιστον 12 ώρες διαβροχής. Στις 3, 6 και 9 ώρες καμία σποριοποίηση, ούτε στην ευνοϊκότερη θερμοκρασία | Έλκη ροδακινιάς, 5 ως 23 °C | [13] |
Πόσο γρήγορα σποριοποιούν τα έλκη, ο πίνακας του χειμώνα
Τα έλκη των κλαδίσκων είναι η κύρια θέση διαχείμασης στους καλά διαχειριζόμενους οπωρώνες, όπου οι μούμιες αφαιρούνται με το κλάδεμα [13]. Πόσο εύκολα ξυπνούν φαίνεται παρακάτω, ως ποσοστό των ελκών που σποριοποίησαν.
| Θερμοκρασία | 12 ώρες | 24 ώρες | 36 ώρες | 48 ώρες | 72 ώρες |
|---|---|---|---|---|---|
| 5 °C | 0,8% | 2,5% | 6,8% | 6,8% | 10,0% |
| 11 °C | 3,3% | 10,8% | 21,7% | 24,2% | 26,7% |
| 15 °C | 15,8% | 25,8% | 32,5% | 37,5% | 40,8% |
| 23 °C | 19,0% | 31,7% | 37,5% | 44,2% | 46,7% |
Ποσοστό ελκών ροδακινιάς με ορατή σποριοποίηση του M. fructicola, ανά θερμοκρασία και διάρκεια διαβροχής, δεδομένα του 1991 [13]. Από τα 480 έλκη που εξετάστηκαν εκείνη τη χρονιά, το 31% σποριοποίησε μέσα σε 72 ώρες, και τα περισσότερα προέρχονταν από νεκρωμένα άνθη και ποδίσκους. Η επόμενη χρονιά ήταν πολύ ηπιότερη: το 1992 ο αντίστοιχος μέσος όρος ήταν 6,3%, σε έλκη από δέντρα που είχαν ψεκαστεί την προηγούμενη περίοδο. Οι αριθμοί του πίνακα είναι επομένως το άνω όριο, όχι ο μέσος όρος.
Ο χρόνος επώασης
Πόσο αργεί να φανεί το σύμπτωμα μετά τη μόλυνση, σε άνθη κερασιάς από M. laxa, σε ημέρες:
| Θερμοκρασία | Νέκρωση πετάλων | Νέκρωση κάλυκα | Νέκρωση ολόκληρου του ποδίσκου |
|---|---|---|---|
| 5 °C | 10,7 ημέρες | 14,7 ημέρες | 20,3 ημέρες |
| 10 °C | 5,6 ημέρες | 7,3 ημέρες | 12,4 ημέρες |
| 15 °C | 2,8 ημέρες | 4,7 ημέρες | 6,6 ημέρες |
| 20 °C | 1,6 ημέρες | 3,0 ημέρες | 5,5 ημέρες |
Χρόνος από τη μόλυνση ως κάθε στάδιο νέκρωσης, σε άνθη κερασιάς [10]. Οι μολύνσεις μπορούν ενίοτε και να ματαιωθούν, αν τα μολυσμένα πέταλα ή ο κάλυκας πέσουν πριν προλάβει να νοσήσει ο ποδίσκος [10]. Για εκτίμηση στο χωράφι συνιστάται το στάδιο όπου έχει νεκρωθεί λιγότερο από το ένα τρίτο του ποδίσκου, γιατί δεν μπερδεύεται με ζημιά παγετού [10].
Στον καρπό η επώαση είναι πολύ ταχύτερη: 48 ως 72 ώρες ως την ορατή σήψη σε ώριμο ροδάκινο, σε υγρές συνθήκες και 20 ως 25 °C [1]. Η επόμενη γενιά κονιδίων σχηματίζεται περίπου επτά ημέρες μετά την αρχική μόλυνση [3]. Ο αριθμός των 36 ωρών ως τις πρώτες καρποφορίες αναφέρεται στην ελληνική βιβλιογραφία [2] αλλά δεν κατέστη δυνατό να επαληθευτεί σε προσβάσιμη πρωτογενή εργασία.
Πηγές: 1 2 3 6 8 9 10 11 13 16
11. Οι λανθάνουσες μολύνσεις
Αυτή η ενότητα εξηγεί γιατί κάποιες χρονιές «τα κάναμε όλα σωστά» και όμως το φορτίο σάπισε.
Λανθάνουσα μόλυνση σημαίνει ότι ο μύκητας έχει ήδη μπει στον καρπό αλλά σταματά και περιμένει. Δεν προκαλεί σύμπτωμα όσο ο καρπός είναι σκληρός και όξινος. Ενεργοποιείται με την ωρίμανση. Τεκμηριώθηκε για πρώτη φορά στο ροδάκινο το 1971 και έκτοτε έχει περιγραφεί και σε βερίκοκο, δαμάσκηνο και κεράσι [1].
Η ελληνική τεκμηρίωση
Η σχέση της σχετικής παθογονικότητας των στελεχών και των λανθανουσών μολύνσεων με την εξέλιξη της ασθένειας έχει μελετηθεί ειδικά σε ελληνικούς οπωρώνες ροδακινιάς [19]. Σε έρευνες στην Ημαθία, οι λανθάνουσες μολύνσεις ανιχνεύθηκαν μόνο στα νεκταρίνια σε ορισμένες περιόδους δειγματοληψίας και όχι στις ποικιλίες ροδακινιάς, και ο ψεκασμός με thiophanate methyl (δεν έχει πλέον έγκριση στην Ελλάδα) στο στάδιο της σκλήρυνσης του πυρήνα μείωσε σημαντικά τόσο το ποσοστό των λανθανουσών μολύνσεων όσο και τις προσυλλεκτικές σήψεις [20]. Το εύρημα κρατάει ως χρονισμός, η σκλήρυνση του πυρήνα είναι η στιγμή που μετράει· η δραστική ουσία όχι.
12. Ευπάθεια ανά καλλιέργεια, ανά στάδιο και ανά ποικιλία
Η κατάταξη των καλλιεργειών στην ανθόπτωση
Ανάμεσα στα πυρηνόκαρπα, η ευπάθεια του άνθους στο M. laxa κατατάσσεται ως εξής [3]:
βερικοκιά > κερασιά > ροδακινιά > βυσσινιά > δαμασκηνιάΗ βερικοκιά είναι η πιο ευπαθής από όλες στην ανθόπτωση, και μόνο εκεί. Η κατάταξη αφορά το άνθος· αντίστοιχη κατάταξη για τη σήψη του καρπού δεν υπάρχει στη βιβλιογραφία που ελέγχθηκε. Πρακτικά σημαίνει ότι στη βερικοκιά η άνθηση είναι η αποφασιστική στιγμή της χρονιάς, ενώ στην κερασιά οι ζημιές είναι σημαντικότερες στους καρπούς παρά στους βλαστούς και στα άνθη [3].
Γιατί ο πράσινος καρπός αντιστέκεται
Ο μηχανισμός δεν έχει διευκρινιστεί πλήρως. Τρεις υποθέσεις εξηγούν τη σχέση [1]: η μεγαλύτερη μηχανική αντοχή, η διαφορετική βιοχημική απόκριση άγουρου και ώριμου καρπού, και η παρουσία ανασταλτικών ουσιών στον ιστό των καρπών σε αυτό το στάδιο. Στη ροδακινιά, η λανθάνουσα περίοδος μακραίνει όσο αυξάνεται το πάχος της εφυμενίδας και των κυτταρικών τοιχωμάτων· στο νεκταρίνι συμβαίνει το αντίθετο, οι λανθάνουσες μολύνσεις του M. fructicola αυξάνονταν όσο λέπταινε η εφυμενίδα [1]. Η χλωρογενικό οξύ και το νεοχλωρογενικό οξύ, τα κύρια φαινολικά της σάρκας και του φλοιού, συνδέονται με τις διαφορές ευπάθειας άγουρων και ώριμων καρπών [1].
Ποικιλίες
Δεν υπάρχει καμία εμπορική ποικιλία ροδακινιάς ανθεκτική στη φαιά σήψη [1]. Η ποικιλία Bolinha αναφέρεται ως ανθεκτική, αλλά έχει φτωχή ποιότητα καρπού: μικρό μέγεθος, υψηλή ευαισθησία σε μωλωπισμούς και έντονη καρπόπτωση πριν τη συγκομιδή [1].
Ό,τι υπάρχει είναι διαβαθμίσεις ανοχής, και συνδέονται με μετρήσιμα γνωρίσματα:
- Στην κερασιά, οι ποικιλίες με λεπτότερη επιδερμίδα διεισδύονται πολύ ευκολότερα από εκείνες με παχύτερη [3]. Ως ιδιαίτερα ανθεκτικές στην ανθόπτωση αναφέρονται οι Bigarreau Burlat, János cseresznye και Valerij Cskalov [3].
- Στη ροδακινιά, η ευπάθεια του καρπού αυξάνεται όσο προχωρά η ωρίμανση και εξαρτάται από τη συνεκτικότητα και το χρώμα της σάρκας, τη συνεκτικότητα και το πάχος της επιδερμίδας και το χνούδι [3].
- Στη δαμασκηνιά, οι Besztercei, Silvia και Tuleu gras αναφέρονται ως ελαφρά ευπαθείς, ενώ οι Čačanska najbolja και President ως μετρίως ευπαθείς [3].
- Σε ελληνικές συνθήκες, από 24 ποικιλίες που αξιολογήθηκαν στην Ημαθία, το νεκταρίνι Tasty Free βαθμολογήθηκε ως το πιο ευπαθές [20].
13. Οι πληγές, και γιατί παίζουν σημαντικό ρόλο
Σε έρευνες μόλυνσης, η προσβολή πληγωμένων καρπών έφτασε το 100% και στα τέσσερα είδη καρπών που δοκιμάστηκαν, ροδάκινο, νεκταρίνι, βερίκοκο και δαμάσκηνο, τόσο σε ανώριμο όσο και σε ώριμο στάδιο, και με τα δύο είδη Monilinia της έρευνας [17]. Η πληγή ακυρώνει την αντίσταση του καρπού, ακόμη και την αντίσταση της σκλήρυνσης του πυρήνα.
Ο μύκητας μπαίνει με τρεις τρόπους: απευθείας διάτρηση της επιδερμίδας, μέσω των στοματίων, και μέσω πληγών [2][1]. Ο τρίτος είναι ο ευκολότερος, και για το M. fructigena σχεδόν ο μοναδικός [3].
Οι πηγές των πληγών στον οπωρώνα:
- Χαλάζι. Μετά από χαλαζόπτωση σε καρπό που ωριμάζει, η μονίλια είναι σχεδόν βέβαιη αν ακολουθήσει υγρασία.
- Έντομα. Ιδιαίτερα η καρπόκαψα και οι μύγες. Η εντομολογική διαχείριση είναι μέρος της διαχείρισης της μονίλιας, όχι χωριστό θέμα. Για το M. fructigena στα γιγαρτόκαρπα, είναι το σημαντικότερο μέτρο που υπάρχει [3].
- Σχισίματα από βροχή σε κερασιά και σε ορισμένες ποικιλίες ροδακινιάς. Μακρά ξηρασία που ακολουθείται από έντονη και παρατεταμένη βροχή σκάει τους καρπούς και ανοίγει τον δρόμο [3].
- Μικρορωγμές από επαφή καρπού με καρπό. Οι επιφάνειες επαφής έχουν μικρορωγμές, λεπτότερη εφυμενίδα και μικροπεριβάλλον που ευνοεί τη μόλυνση [1].
- Μικρορωγμές από δυσανάλογη άρδευση, ιδιαίτερα τις τελευταίες ημέρες πριν τη συγκομιδή [1].
- Πληγές συγκομιδής από νύχια, τελάρα και απότομους χειρισμούς.
14. Μοντέλα πρόγνωσης
Γιατί το ημερολόγιο δεν αρκεί
Η μονίλια είναι από τις λίγες ασθένειες όπου η πρόγνωση έχει αποδεδειγμένο οικονομικό όφελος, επειδή ο κίνδυνος συγκεντρώνεται σε λίγα, συγκεκριμένα παράθυρα υγρασίας και όχι σε ολόκληρη την εποχή.
Το καλύτερα τεκμηριωμένο σύστημα προειδοποίησης είναι ισπανικό και συνδυάζει την ευπάθεια του καρπού, το μόλυσμα του χωραφιού, τη θερμοκρασία, την υγρασία φύλλου και τη βροχόπτωση. Επικυρώθηκε σε 38 αγρούς και έξι καλλιεργητικές περιόδους, με έλεγχο της ασθένειας ισοδύναμο με τον ημερολογιακό ψεκασμό και μείωση των επεμβάσεων πάνω από 50% στο 96% των δοκιμών στις πρώιμες ποικιλίες· στις όψιμες, το ίδιο επίπεδο μείωσης επιτεύχθηκε στο 77% των δοκιμών [21].
Η ελληνική εφαρμογή
Μοντέλο πρόγνωσης της ανθόπτωσης δοκιμάστηκε σε ροδακινιές της Ημαθίας: τα δέντρα που ψεκάστηκαν σύμφωνα με τις προβλέψεις του μοντέλου εμφάνισαν στατιστικά χαμηλότερο ποσοστό ξηρανθέντων βλαστών από τα αψέκαστα [20].
15. Καλλιεργητικά μέτρα που μετράνε
Η ίδια ασθένεια σε κλίμακα οπωρώνα. Οι καστανές ξηρές ζώνες ξεχωρίζουν μέσα στο υγιές φύλλωμα και δείχνουν πόσους βραχίονες έχει ήδη χάσει το δέντρο. Κάθε τέτοιο κλαδί φέρει έλκος που θα σποριοποιήσει με την πρώτη υγρή περίοδο άνω των δώδεκα ωρών [13], αν δεν αφαιρεθεί στο κλάδεμα.
Η αφαίρεση των μουμιών και των ελκών
Είναι το φθηνότερο και το πιο παραμελημένο μέτρο. Η καταστροφή των πηγών πρωτογενούς μολύσματος είναι το σημαντικότερο μέτρο ελέγχου που υπάρχει [3]. Σε ισπανικούς οπωρώνες, οι μούμιες πάνω στο δέντρο ήταν η κύρια πηγή, και ο αριθμός τους συσχετίστηκε με τη μετασυλλεκτική σήψη [15].
Ροδακινιά, με το δέντρο ακόμη σε φύλλωμα. Ο μουμιοποιημένος καρπός κρατιέται πάνω στον κλάδο, η επιφάνειά του είναι συρρικνωμένη και στεγνή με τα αποξηραμένα υπολείμματα των τεφρών εξανθήσεων, και πίσω του διακρίνεται δεύτερος. Το νεκρό φύλλο που έχει κολλήσει επάνω του δείχνει ότι η σήψη πέρασε και στον ποδίσκο. Μια τέτοια μούμια δεν χρειάζεται να πέσει για να βλάψει, μένει εκατοστά από τους ανθοφόρους οφθαλμούς που θα ανοίξουν την άνοιξη. Αυτή είναι η εικόνα που αναζητείται στο δέντρο πριν από το χειμερινό κλάδεμα, και μετά την πτώση των φύλλων εντοπίζεται ευκολότερα.
- Αφαιρούνται όλες οι μούμιες, στο δέντρο και στο έδαφος, το φθινόπωρο ή νωρίς την άνοιξη [3].
- Αφαιρείται όλος ο καρπός που έμεινε μετά το τελευταίο χέρι συγκομιδής. Περιορίζει τη μόλυνση των ποδίσκων και των κλαδίσκων, και εμποδίζει τον σχηματισμό μουμιών ακριβώς δίπλα στους ευπαθείς ανθοφόρους οφθαλμούς της άνοιξης [1].
- Αφαιρούνται τα κλαδιά με έλκη. Το κλάδεμα γίνεται σε ημέρες με χαμηλή σχετική υγρασία.
- Το υλικό απομακρύνεται από το κτήμα. Σε μεγάλες εκτάσεις όπου η συλλογή δεν είναι πρακτική, εναλλακτική είναι το βαθύ παράχωμα των μουμιών [3], προσοχή όμως, το ρηχό θάψιμο 2 ως 3 εκατοστών δεν εμποδίζει τον σχηματισμό αποθηκίων [14].
- Οι σάπιοι καρποί αφαιρούνται και μέσα στο καλοκαίρι, μόλις εμφανιστούν τα πρώτα συμπτώματα [3].
Το κλάδεμα και η φύτευση ως εργαλεία εξαερισμού
Ό,τι στεγνώνει γρήγορα δεν μολύνεται. Το Μπενάκειο συνιστά συγκεκριμένα: αύξηση των αποστάσεων φύτευσης, διαμόρφωση σε μονόκλωνο σχήμα, χρήση υποκειμένων που προσδίδουν νανισμό και μειώνουν την έντονη βλάστηση, και κατάλληλα κλαδέματα [2]. Προστίθεται η επιλογή κεκλιμένου εδάφους και ο προσανατολισμός των γραμμών στη διεύθυνση των επικρατούντων ανέμων [3].
Η υπερβολική λίπανση οδηγεί σε υπερβολική πυκνότητα κλάδων, που περιορίζει την κυκλοφορία του αέρα και εμποδίζει το γρήγορο στέγνωμα [1].
Άρδευση και θρέψη
- Αποφυγή της τεχνητής βροχής κοντά στην ωρίμανση. Το πότισμα γίνεται στη ρίζα.
- Η άρδευση με κατάκλιση αυξάνει τον κίνδυνο μολύνσεων. Κρατά υγρό το έδαφος και τον αέρα της κόμης για ώρες, και η υγρασία είναι ο ένας από τους δύο όρους που χρειάζεται ο μύκητας. Όπου υπάρχει επιλογή, η στάγδην άρδευση είναι προτιμότερη και για τον λόγο αυτόν.
- Όχι πότισμα το απόγευμα την περίοδο ευπάθειας: η υγρασία μένει όλη τη νύχτα.
- Σταθερότητα στην άρδευση. Μακρά ξηρασία που ακολουθείται από έντονη βροχή σκάει τους καρπούς [3].
- Ορθολογική αζωτούχος λίπανση [2]. Η υπερβολή δίνει μεγάλους, μαλακούς καρπούς με λεπτό φλοιό και πυκνό φύλλωμα που κρατά υγρασία.
- Επάρκεια ασβεστίου και βορίου [2].
16. Τι υπάρχει εγκεκριμένο στην Ελλάδα
Δεν παρατίθεται εδώ κατάλογος εγκεκριμένων σκευασμάτων, και ο λόγος είναι πρακτικός: οι εγκρίσεις αλλάζουν συνεχώς. Δραστικές ουσίες ανακαλούνται, καλλιέργειες προστίθενται ή αφαιρούνται από την ίδια έγκριση, και οι χρόνοι αναμονής μεταβάλλονται. Ένας πίνακας μέσα σε άρθρο παλιώνει από την πρώτη ανανέωση, και ένας παλιός πίνακας εγκρίσεων είναι χειρότερος από κανέναν.
Ο έλεγχος γίνεται στη σελίδα Εγκρίσεις Φυτοπροστατευτικών, που αντλεί απευθείας από τη βάση του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και ενημερώνεται με κάθε νέα έκδοσή της. Η αναζήτηση γίνεται ανά καλλιέργεια, ροδακινιά, κερασιά, βερικοκιά, δαμασκηνιά, βυσσινιά, αμυγδαλιά, με στόχο «Φαιά σήψη», και δείχνει δραστική ουσία, σκεύασμα, δόση και χρόνο αναμονής.
Η ετικέτα του σκευάσματος υπερισχύει πάντοτε, και η επιλογή γίνεται από τον γεωπόνο που έχει δει το χωράφι.
Ό,τι ακολουθεί στις επόμενες ενότητες αφορά ομάδες τρόπου δράσης και στρατηγική, όχι συγκεκριμένα σκευάσματα. Η λογική της εναλλαγής ομάδων ισχύει ανεξάρτητα από το ποιο εμπορικό όνομα είναι διαθέσιμο τη δεδομένη χρονιά.
Πηγές: 23
17. Η ανθεκτικότητα στα μυκητοκτόνα, με τα ελληνικά δεδομένα
Ο FRAC κατατάσσει τα είδη Monilinia σε μέτριο κίνδυνο ανάπτυξης ανθεκτικότητας [23]. Η ιστορία όμως δείχνει κάτι λιγότερο καθησυχαστικό: τα βενζιμιδαζολικά κατέρρευσαν μέσα σε πέντε ως έξι χρόνια από την έγκρισή τους [1].
Η Ελλάδα, με τρεις ανεξάρτητες μελέτες
| Μελέτη | Είδος και δείγμα | Εύρημα |
|---|---|---|
| Ημαθία και Πέλλα, 2005 και 2006 [18] | M. laxa, 194 και 364 απομονώσεις από σάπια ροδάκινα | Ανθεκτικά στο thiophanate methyl (δεν έχει πλέον έγκριση στην Ελλάδα): 14% και 11%. Ανθεκτικά στο carbendazim: 15% και 12%. Όλα τα στελέχη ήταν ευαίσθητα σε tebuconazole και iprodione |
| Πανελλαδικά, 2012 [24] | M. laxa, στελέχη αγρού | 37% των απομονώσεων ανήκαν στον φαινότυπο υψηλής ανθεκτικότητας, με συντελεστές ανθεκτικότητας πάνω από 500 και τη μετάλλαξη E198A στη β‑τουμπουλίνη. Καμία απώλεια ικανότητας επιβίωσης |
| Ροδακινεώνες, 2021 [25] | M. fructicola, 230 απομονώσεις | Το 46,1% ανθεκτικό σε τουλάχιστον μία από τις τρεις δραστικές: tebuconazole 29,6%, boscalid 8,7%, fluopyram 7,8%. Πρώτη αναφορά ανθεκτικότητας σε SDHI και DMI στην Ελλάδα |
Η ευρωπαϊκή και διεθνής εικόνα
| Χώρα και χρονιά | Εύρημα |
|---|---|
| Ισπανία, κοιλάδα Έβρου, 2021 [26] | Από 77 M. fructicola και 51 M. laxa: ευαίσθητο το 75% και το 67% αντίστοιχα. Πάνω από 15% των M. fructicola και 6% των M. laxa με χαμηλή ανθεκτικότητα στο fluopyram, και 4% των M. fructicola με μέτρια. Πρώτη μέτρια ανθεκτικότητα σε fluopyram και pyraclostrobin. Καμία σημαντική ανθεκτικότητα σε fenpyrazamine ή fludioxonil |
| Ιταλία, Κούνεο, 2023 [27] | Από 50 απομονώσεις, εννιά M. laxa και δύο M. fructicola με συντελεστή ανθεκτικότητας πάνω από 10. Ο υψηλότερος, 48,96, για azoxystrobin. Καμία ανθεκτικότητα σε fenhexamid ή fludioxonil |
| Κροατία, 2021 [28] | 44% των 34 απομονώσεων M. fructicola ανθεκτικά ή υψηλά ανθεκτικά στο thiophanate‑methyl (δεν έχει πλέον έγκριση στην Ελλάδα): εννιά ανθεκτικά και έξι υψηλά ανθεκτικά. Μετάλλαξη β‑τουμπουλίνης σε 15 από 16 στελέχη υψηλά ανθεκτικά, ανθεκτικά ή μειωμένης ευαισθησίας |
| Σερβία, 2018 [40] | Το M. fructicola ήταν σημαντικά λιγότερο ευαίσθητο από το M. laxa σε iprodione, tebuconazole, chlorothalonil, azoxystrobin, fluopyram και boscalid. Το M. laxa έδειξε μικρή διακύμανση σε όλες τις δραστικές, ενώ το M. fructicola ευρύ φάσμα ευαισθησίας |
| ΗΠΑ, 2012 [29] | Σημαντική φαιά σήψη παρά τους προσυλλεκτικούς ψεκασμούς με βενζιμιδαζολικά και τριαζόλες σε Πενσιλβάνια, Μέριλαντ και Νότια Καρολίνα. Από 140 απομονώσεις, 22 ανθεκτικές ταυτόχρονα και στα δύο |
| Καλιφόρνια, 1992 ως 2002 [30] | Ανθεκτικότητα στο thiophanate methyl (δεν έχει πλέον έγκριση στην Ελλάδα) από 75% σε 22% όταν μειώθηκε η χρήση των βενζιμιδαζολικών. Κανένα στέλεχος ανθεκτικό σε iprodione ή tebuconazole |
Οι μηχανισμοί, και μια σημαντική διόρθωση
- Βενζιμιδαζολικά. Σημειακή μετάλλαξη στο γονίδιο της β‑τουμπουλίνης. Δύο επίπεδα: η H6Y δίνει χαμηλή ανθεκτικότητα και ψυχρο‑ευαίσθητο φαινότυπο, η E198A υψηλή ανθεκτικότητα και θερμο‑ευαίσθητο [31]. Στην Ελλάδα ανιχνεύθηκε η E198A σε όλα τα υψηλά ανθεκτικά στελέχη [24]. Στις ΗΠΑ βρέθηκαν και οι E198Q και F200Y, που δεν είχαν περιγραφεί ποτέ στο γένος [29].
- Τριαζόλες. Ο κύριος μηχανισμός δεν είναι μετάλλαξη του στόχου αλλά υπερέκφρασή του: ένα επαναλαμβανόμενο γενετικό στοιχείο 65 ζευγών βάσεων, το «Mona», εισέρχεται στον υποκινητή του γονιδίου MfCYP51 και ανεβάζει την έκφρασή του 5 ως 11 φορές· καμία αλλαγή αμινοξέος δεν βρέθηκε στην ίδια την πρωτεΐνη [32]. Στις βορειότερες πολιτείες των ΗΠΑ βρέθηκαν ανθεκτικά στελέχη χωρίς το Mona και χωρίς αυξημένη έκφραση, υπάρχει λοιπόν και δεύτερος, άγνωστος μηχανισμός [29].
- SDHI. Στην ισπανική μελέτη, καμία διαφορά δεν βρέθηκε στις υπομονάδες SDHB και SDHC των ανθεκτικών στο fluopyram στελεχών. Αντ’ αυτού, βρέθηκαν υποκαταστάσεις αμινοξέων σε πρωτεΐνες της οξειδωτικής φωσφορυλίωσης, υπομονάδες της H+‑ATPάσης τύπου V, COX10, COX15 και συστατικά του συμπλόκου της ουβικινόλης, που υποδηλώνουν προσαρμογές των αναπνευστικών οδών [26].
Πηγές: 1 18 23 24 25 26 27 28 29 30 31 32 33 40 42
18. Στρατηγική ψεκασμών ανά καλλιέργεια
Το παρακάτω είναι πλαίσιο σκέψης, όχι συνταγή. Ο αριθμός των επεμβάσεων, ο χρονισμός και τα σκευάσματα καθορίζονται από τον γεωπόνο, με βάση την καλλιέργεια, την ποικιλία, την πίεση της ασθένειας στο κτήμα και την πορεία του καιρού.
Οι έξι στιγμές, όπως τις ορίζει το Μπενάκειο
Οι προληπτικοί ψεκασμοί τοποθετούνται [2]: στην έκπτυξη των οφθαλμών όταν οι συνθήκες ευνοούν την ασθένεια· στη λευκή ή ρόδινη κορυφή· στην πλήρη άνθηση· επιπλέον, εάν η άνθηση παρατείνεται λόγω συνθηκών· μετά από δημιουργία πληγών στους καρπούς, για παράδειγμα από χαλαζόπτωση· και πριν τη συγκομιδή για προστασία από μετασυλλεκτικές σήψεις.
Τα ευπαθή στάδια ανά καλλιέργεια, όπως τα ορίζει η βιβλιογραφία
| Καλλιέργεια | Πού βρίσκεται η ευπάθεια | Τι σημαίνει στην πράξη |
|---|---|---|
| Ροδακινιά, νεκταρινιά | Μοιρασμένη ανάμεσα στην άνθηση και στην ωρίμανση [3] | Και οι δύο περίοδοι βαραίνουν. Η σκλήρυνση του πυρήνα είναι η στιγμή των λανθανουσών μολύνσεων [20] |
| Βερικοκιά | Κυρίως στην άνθηση. Είναι η πιο ευπαθής στην ανθόπτωση από όλα τα πυρηνόκαρπα [3] | Εδώ χάνεται ή κερδίζεται η χρονιά |
| Κερασιά | Κυρίως στον καρπό. Οι ζημιές είναι σοβαρότερες στους καρπούς παρά στα άνθη και στους βλαστούς [3] | Ο καρπός χρειάζεται 15 ώρες διαβροχής στους 20 ως 22,5 °C για μόλυνση άνω του 80% [11] |
| Βυσσινιά, δαμασκηνιά | Χαμηλότερη ευπάθεια του άνθους από τα υπόλοιπα πυρηνόκαρπα [3] | Η δαμασκηνιά είναι ο ευπαθέστερος ξενιστής του M. fructigena [3] |
| Αμυγδαλιά | Κυρίως στην άνθηση· το M. laxa είναι συχνότερο στην αμυγδαλιά [3] | Η άνθηση είναι πρώιμη και συμπίπτει συχνά με ψυχρό, υγρό καιρό |
Στην ευρωπαϊκή ολοκληρωμένη παραγωγή πυρηνοκάρπων, η κατευθυντήρια γραμμή είναι δύο ή τρεις μόνο χημικές επεμβάσεις με DMI ή QoI: μία στην πλήρη άνθηση και μία 7 ή 10 ημέρες πριν τη συγκομιδή. Καμία χημική επέμβαση δεν επιτρέπεται στα πυρηνόκαρπα μετά τη συγκομιδή [3].
Ο σκελετός της χρονιάς
| Στιγμή | Γιατί | Λογική επιλογής |
|---|---|---|
| Χειμώνας, μετά το κλάδεμα | Μείωση του διαχειμάζοντος μολύσματος σε έλκη και μούμιες. Για το M. laxa, οι εξοντωτικοί ψεκασμοί του όψιμου χειμώνα καταστρέφουν τα κονίδια πάνω στα έλκη [1] | Χαλκός ή πολυθειούχο ασβέστιο. Προηγείται πάντα η αφαίρεση των μουμιών |
| Έκπτυξη οφθαλμών | Τα έλκη ξυπνούν με 12 ώρες διαβροχής στους 15 °C και πάνω [13] | Μπαίνει μόνο όταν οι συνθήκες ευνοούν [2] |
| Λευκή ή ρόδινη κορυφή | Η ευπάθεια ξεκινά από τον σχηματισμό του οφθαλμού [3] | Η επιλογή γίνεται από τα εγκεκριμένα σκευάσματα, με εναλλαγή ομάδας από τον επόμενο ψεκασμό [2] |
| Πλήρης άνθηση | Η πιο ευπαθής στιγμή του άνθους [3]. Αρκούν 3 ως 5 ώρες διαβροχής | Η πιο κρίσιμη επέμβαση της χρονιάς. Καθορίζεται από την πρόγνωση υγρασίας, όχι από ημερομηνία |
| Παράταση της άνθησης | Η παρατεταμένη άνθηση από χαμηλές θερμοκρασίες και συχνές βροχές είναι ιδανική συνθήκη για υψηλή προσβολή [3] | Επιπλέον επέμβαση, με αλλαγή ομάδας [2] |
| Σκλήρυνση πυρήνα | Περίοδος λανθανουσών μολύνσεων, χωρίς ορατά συμπτώματα | Τεκμηριωμένα μειώνει και τις λανθάνουσες μολύνσεις και τις προσυλλεκτικές σήψεις [20]. Παραλείπεται συχνότερα από κάθε άλλον |
| Δύο ως τρεις εβδομάδες πριν τη συγκομιδή | Η πιο ευπαθής φάση του καρπού [6][12] | Εδώ έχουν θέση οι ισχυρές μονοεστιακές δραστικές |
| Κοντά στη συγκομιδή | Προστασία μέχρι το τελάρο και μείωση μετασυλλεκτικών σήψεων [2] | Ο χρόνος αναμονής είναι ο περιοριστικός παράγοντας. Μένουν mandestrobin, fluopyram με tebuconazole, μικροβιακά, εκχύλισμα λούπινου [22] |
| Μετά από χαλάζι | Πληγές, και μόλυνση 100% [17] | Άμεση επέμβαση, με τον χρόνο αναμονής να καθορίζει την επιλογή |
Η κάλυψη μετράει όσο και η δραστική
Η μονίλια προσβάλλει τον καρπό από όλες τις πλευρές, και μολύνει από το σημείο επαφής δύο καρπών, δηλαδή από την πλευρά που ο ψεκαστήρας δεν φτάνει ποτέ. Ένας ψεκασμός με λάθος όγκο ψεκαστικού υγρού, με φθαρμένα μπεκ ή σε άνεμο αφήνει ακάλυπτες περιοχές, και εκεί θα ξεκινήσει η σήψη. Η βαθμονόμηση του ψεκαστικού είναι υποχρεωτική, και είναι φθηνότερη από μια επιπλέον επέμβαση.
19. Συγκομιδή και μετασυλλεκτική διαχείριση
Ό,τι κερδήθηκε στο χωράφι μπορεί να χαθεί σε λίγες ώρες. Και επειδή οι απώλειες εδώ είναι συνήθως σοβαρότερες από τις προσυλλεκτικές [2], η ενότητα αυτή δεν είναι παράρτημα.
Οι κανόνες της συγκομιδής
- Καμία συγκομιδή με βρεγμένο καρπό.
- Απομάκρυνση των σάπιων καρπών από το δέντρο και το έδαφος πριν τη συγκομιδή, όχι μετά. Ένας σάπιος καρπός στο τελάρο μολύνει τους γείτονές του με απλή επαφή.
- Ελαχιστοποίηση των τραυματισμών στη συγκομιδή, στη μεταφορά, στη συσκευασία και στην αποθήκευση [2]. Κομμένα νύχια, καθαρά τελάρα, όχι υπερπλήρωση.
- Καθαρά μέσα. Τελάρα και γραμμές διαλογής μεταφέρουν σπόρια από παρτίδα σε παρτίδα.
- Η ωριμότητα στη συγκομιδή καθορίζει τη μετασυλλεκτική ζωή. Υπερβολικά προχωρημένη ωριμότητα αυξάνει την ευπάθεια στη σήψη· υπερβολικά πρώιμη μειώνει τη γεύση και την υφή [1].
Η ψύξη
Η προστασία από τη θέρμανση μετά τη συγκομιδή και η ταχεία μεταφορά στην ψύξη είναι από τα σημαντικότερα μέτρα, τόσο για να αποφευχθεί το υπερβολικό μαλάκωμα της σάρκας όσο και για να μειωθεί η μετασυλλεκτική σήψη [1]. Πόσες λανθάνουσες μολύνσεις θα εκδηλωθούν τελικά εξαρτάται κυρίως από τη θερμοκρασία και τον χρόνο που μεσολαβούν: σε δοκιμές σε νεκταρίνια, παραμονή μικρότερη από έντεκα ημέρες στους 4 °C απέτρεπε την εκδήλωση συμπτωμάτων, ενώ πάνω από αυτό το όριο η εκδήλωση έμπαινε σε εκθετική φάση [35].
Η μέγιστη διάρκεια συντήρησης δεν υπερβαίνεται, ούτε σε κοινό αέρα ούτε σε ελεγχόμενη ατμόσφαιρα, ώστε να αποφευχθούν η γήρανση και οι ψυχρές βλάβες που αυξάνουν την ευπάθεια στη φαιά σήψη [1].
Τι επιτρέπεται στην Ευρώπη
Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν επιτρέπει τη χρήση μυκητοκτόνων μετά τη συγκομιδή ή μέσα στους χώρους συντήρησης [3][1]. Στις ΗΠΑ έχουν εγκριθεί για μετασυλλεκτική εμβάπτιση τα fludioxonil, fenhexamid, tebuconazole, propiconazole και pyrimethanil [3]. Η διαφορά αυτή είναι ο λόγος για τον οποίο στην Ευρώπη η μετασυλλεκτική διαχείριση στηρίζεται στη θερμοκρασία, στην υγιεινή και στους βιολογικούς παράγοντες, και όχι στη χημεία.
Το Μπενάκειο συνοψίζει τα μέτρα των συσκευαστηρίων: εμβάπτιση σε ζεστό νερό με ή χωρίς μυκητοκτόνο, ξηρή θερμότητα, υγρή θερμότητα σε συνδυασμό με Bacillus sp., εμβάπτιση σε νερό με στέγνωμα σε αέρα, υδρόψυξη, και υποκαπνισμός με μυκητοκτόνο αποκλειστικά σε καλά στεγανοποιημένους θαλάμους [2].
20. Βιολογική καλλιέργεια
Η ειλικρινής εικόνα είναι δύσκολη. Σε βιολογικούς οπωρώνες πυρηνοκάρπων, σε υγρή χρονιά δεν είναι ασυνήθιστο να χάνεται 75% ή περισσότερο της παραγωγής από φαιά σήψη, παρά τη χρήση χαλκούχων. Σε ορισμένες περιοχές η βιολογική παραγωγή κερασιού είναι σχεδόν αδύνατη, γιατί κάθε προσπάθεια ελέγχου της φαιάς σήψης έχει αποτύχει [1].
Ό,τι υπάρχει διαθέσιμο είναι:
- Οι βιολογικοί παράγοντες με έγκριση στην Ελλάδα: Bacillus amyloliquefaciens σε τέσσερα στελέχη, Saccharomyces cerevisiae LAS02, Metschnikowia fructicola. Με χρόνο αναμονής 0 ως 3 ημέρες, είναι τα μόνα που χωρούν στο τελευταίο παράθυρο πριν τη συγκομιδή [22].
- Το Epicoccum nigrum, φυσικό συστατικό της μυκοχλωρίδας των κλαδίσκων και των ανθέων της ροδακινιάς. Δύο εφαρμογές στον αγρό, στην άνθηση και προσυλλεκτικά, μείωσαν σημαντικά τη μετασυλλεκτική φαιά σήψη σε πέντε από επτά δοκιμές [1]. Δρα παράγοντας φλαβιπίνη, ουσία που αναστέλλει την αναπνοή και εμποδίζει τη βλάστηση των κονιδίων του M. laxa [3].
- Το Aureobasidium pullulans, ενεργό στη μονίλια ακόμη και στους 0 °C στο ροδάκινο [1]. Σε συνδυασμό με εμβάπτιση σε ζεστό νερό στους 55 °C για 50 δευτερόλεπτα, οι προσβολές από M. laxa έπεσαν στο 17,5%, έναντι 25,8% με τον ανταγωνιστή μόνο, 30,0% με το ζεστό νερό μόνο και 74,2% στον μάρτυρα [1].
- Το Penicillium frequentans, με έλεγχο πάνω από 50% [1].
- Αιθέρια έλαια. Σε δοκιμές πάνω από 30 φυτικών ειδών, η αέρια φάση του ελαίου θυμαριού είχε την ισχυρότερη ανασταλτική δράση [3]. Η καρβακρόλη και η θυμόλη ελέγχουν αποτελεσματικά το M. fructicola σε κεράσι, βερίκοκο και δαμάσκηνο, αλλά προκάλεσαν φυτοτοξικά συμπτώματα και ξένες οσμές στα κεράσια και σκληρότερη υφή και φυτοτοξικότητα στα βερίκοκα [1].
- Χιτοζάνη 1%, με δράση συγκρίσιμη με εκείνη του συνθετικού fenhexamid στον περιορισμό της ανάπτυξης του μυκηλίου [1].
21. Τα γιγαρτόκαρπα και το M. fructigena
Η φαιά σήψη δεν σταματά στα πυρηνόκαρπα. Το M. fructigena είναι το οικονομικά σημαντικότερο είδος του γένους στη μηλιά και στην αχλαδιά στην Ευρώπη [3]. Στην Ελλάδα, είναι το είδος που έχει καταγραφεί στα γιγαρτόκαρπα [2].
| Γνώρισμα | Στα γιγαρτόκαρπα |
|---|---|
| Κύριο σύμπτωμα | Σήψη καρπού, πριν ή κατά τη συντήρηση. Οι προσβολές σε άνθη, κλαδίσκους και κλάδους είναι σπάνιες [3] |
| Εμφάνιση | Κυκλικές, ομόκεντρες, ανοιχτοκαστανές κηλίδες με κρεμ ως κίτρινες σποροδόχειες [3][5] |
| Η «μαύρη σήψη» | Το M. fructigena προκαλεί και μαύρη σήψη σε καρπούς που συντηρούνται στο σκοτάδι: οι σάπιες περιοχές είναι σκούρες ως μαύρες και χωρίς καμία σποριοποίηση [3] |
| Ταχύτητα | Ολόκληρος ο καρπός σαπίζει σε 7 ως 14 ημέρες, ανάλογα με τη θερμοκρασία. Χρόνος επώασης 6 ως 7 ημέρες [3] |
| Είσοδος | Απευθείας διάτρηση της εφυμενίδας, στομάτια ή τριχίδια, αλλά κυρίως πληγές από έντομα και χαλάζι [3] |
| Φως | Το φως διεγείρει τη σποριοποίηση και αναστέλλει μερικώς τη βλάστηση των κονιδίων [3] |
| Ελάχιστη θερμοκρασία | Ευνοείται από υψηλή σχετική υγρασία και θερμοκρασίες άνω των 5 °C [3] |
| Μέγεθος προβλήματος | Σε αποθήκες μήλων βρέθηκε με μερίδιο 14,4% επί των παθογόνων [3] |
Στην ελληνική βάση εγκρίσεων, για φαιά σήψη στη μηλιά υπάρχουν 54 σκευάσματα και στην αχλαδιά 57, σχεδόν όλα χαλκούχα και captan· οι μόνες μονοεστιακές επιλογές είναι pyrimethanil, fludioxonil με pyrimethanil και fluopyram με tebuconazole. Στην κυδωνιά υπάρχουν 16 και στη μουσμουλιά 8 [22]. Ο συνδυασμός fludioxonil με pyrimethanil είναι η μόνη επιλογή που καλύπτει και τα τέσσερα γιγαρτόκαρπα.
22. Πού συνεχίζεται το θέμα ανά καλλιέργεια
Η μονίλια δεν διαχειρίζεται μόνη της. Κάθε καλλιέργεια έχει το δικό της πλαίσιο, ποικιλίες, κλάδεμα, θρέψη, τους υπόλοιπους εχθρούς που ανοίγουν τις πληγές. Τα σχετικά άρθρα του ιστοτόπου:
Ροδακινιά και νεκταρινιά
- Ασθένειες και εχθροί της ροδακινιάς, με διαγνωστικό εργαλείο, όλο το πλαίσιο, με τη μονίλια δίπλα στα υπόλοιπα.
- Η ξηρή βέργα της ροδακινιάς, το παθογόνο που ευθύνεται για περίπου 5% των σάπιων ροδακίνων στην Ημαθία και την Πέλλα [18] και μπερδεύεται με τη μονίλια στους βλαστούς.
- Ετήσιες καλλιεργητικές φροντίδες ροδακινιάς και κομμίωση της ροδακινιάς.
Κερασιά
- Οι συνήθεις ασθένειες και εχθροί της κερασιάς και η καλλιέργεια της κερασιάς, φυτοπροστασία και λίπανση.
- Ασβέστιο και μετασυλλεκτική φυσιολογία στην κερασιά, το ασβέστιο μειώνει τη σήψη στη συντήρηση [1][3].
- Η μείωση του σκασίματος των καρπών της κερασιάς, κάθε σχισμή είναι πύλη εισόδου.
- Κηλιδόπτερη δροσόφιλα, το έντομο που ανοίγει τις τρύπες.
Βερικοκιά
- Ετήσιες καλλιεργητικές φροντίδες της βερικοκιάς, η καλλιέργεια με την πιο ευπαθή ανθοφορία από όλα τα πυρηνόκαρπα [3].
- Η κλαδοσπορίωση στα βερίκοκα, η κύρια σύγχυση στις κηλίδες του καρπού.
- Το βακτηριακό έλκος στα βερίκοκα, η κύρια σύγχυση στα έλκη και στην κομμίωση.
- Ποικιλίες βερικοκιάς, αξιολόγηση.
Δαμασκηνιά και αμυγδαλιά
- Η φυτοπροστασία της δαμασκηνιάς, το πυρηνόκαρπο όπου εμφανίζεται και το M. fructigena [3].
- Εχθροί και ασθένειες της αμυγδαλιάς, με διαγνωστικό εργαλείο και η καλλιέργεια της αμυγδαλιάς.
Διατομεακά
- Το βακτηριακό έλκος των πυρηνοκάρπων, η συχνότερη σύγχυση στην ανθόπτωση και στα έλκη.
- Η μετασυλλεκτική θρέψη στα πυρηνόκαρπα.
- Θειασβέστιο: εφαρμογές, δόσεις, φυτοτοξικότητα, ένα από τα πολυδύναμα του χειμώνα.
- Η μύγα της Μεσογείου και η καφέ βρωμούσα, τα έντομα που ανοίγουν τις πύλες εισόδου.
23. Τα σημεία που μένουν
Τα δεκατέσσερα σημεία
- Στην Ελλάδα έχουμε δύο είδη στα πυρηνόκαρπα, M. laxa 59% και M. fructicola 41% σε 1.433 απομονώσεις, και M. fructigena μόνο στα γιγαρτόκαρπα [2][38][39].
- Το M. fructicola κερδίζει έδαφος, και έχει μετρηθεί ταχύτερο και επιθετικότερο από το M. laxa [40]· η εξήγηση μέσω της ξηροθερμίας παραμένει υπόθεση, όχι μέτρηση.
- Οι τρεις ώρες διαβροχής αφορούν το άνθος. Ο καρπός θέλει 12 ώρες στο ροδάκινο και 18 στο κεράσι [11][16].
- Το M. laxa βλαστάνει χωρίς ελεύθερο νερό, σε σχετική υγρασία 97 ως 100% [9]. Η πυκνή κόμη είναι υγρή κόμη.
- Τα έλκη ξυπνούν με 12 ώρες διαβροχής και στις 72 ώρες σποριοποιεί το 31%, και σχεδόν το μισό στους 23 °C [13]. Μετράει και η υγρασία πριν την άνθηση.
- Οι λανθάνουσες μολύνσεις καθορίζουν τη συγκομιδή, και ευνοούνται από δροσερές, όχι ζεστές, υγρές μέρες [16].
- Η πληγή δίνει 100% μόλυνση [17]. Η αντιμετώπιση της καρπόκαψας είναι αντιμετώπιση της μονίλιας.
- Η βερικοκιά είναι η πιο ευπαθής στην ανθόπτωση, η κερασιά υποφέρει περισσότερο στον καρπό [3].
- Οι μούμιες δίνουν δεκαπλάσιο μόλυσμα από κάθε άλλη πηγή [3], και στην Ευρώπη είναι η κύρια πηγή, όχι τα ασκοσπόρια [15].
- Ο αραιωμένος καρπός μετά τη σκλήρυνση είναι εργοστάσιο σπορίων: με περιεχόμενη υγρασία 67,2% σποριοποιεί επί επτά ως εννέα ημέρες [1][16].
- Η εναλλαγή γίνεται σε επίπεδο ομάδας τρόπου δράσης, όχι εμπορικού ονόματος. Τα πολλά εμπορικά ονόματα αντιστοιχούν σε λίγες ομάδες, και δύο σκευάσματα της ίδιας ομάδας δεν είναι εναλλαγή.
- Η ελληνική ανθεκτικότητα προχωρά: 11 ως 15% στα βενζιμιδαζολικά το 2005 και το 2006, 37% το 2012, και 29,6% στο tebuconazole το 2021 [18][24][25].
- Η θερμοκρασία και ο χρόνος μετά τη συγκομιδή καθορίζουν πόσες λανθάνουσες μολύνσεις θα εκδηλωθούν, με όριο τις έντεκα ημέρες στους 4 °C σε νεκταρίνια [35]· το ζεστό νερό στους 55 °C για ένα λεπτό σταματά τη βλάστηση των κονιδίων [1].
- Η πρόγνωση δουλεύει: επικυρωμένο σύστημα μείωσε τις επεμβάσεις πάνω από 50% στο 96% των δοκιμών σε πρώιμες ποικιλίες, με ίδιο έλεγχο [21].
Η μονίλια δεν αντιμετωπίζεται με το «καλό φάρμακο». Αντιμετωπίζεται με καθαρό κτήμα τον χειμώνα, με σωστό χρονισμό στην άνθηση με βάση την υγρασία και όχι το ημερολόγιο, με προστασία της περιόδου που δεν φαίνεται τίποτα, με σοβαρή εντομολογική διαχείριση, με εναλλαγή ομάδων και πλήρεις δόσεις, και με ψυγείο που δουλεύει γρήγορα.
24. Πηγές
Οι αριθμοί μέσα στο κείμενο παραπέμπουν στον παρακάτω κατάλογο. Όπου χρησιμοποιήθηκε μόνο περίληψη και όχι πλήρες κείμενο, δηλώνεται ρητά.
- [1] Martini, C. και Mari, M. (2014). Monilinia fructicola, Monilinia laxa (Monilinia Rot, Brown Rot). Στο: Postharvest Decay, κεφάλαιο 7, σελίδες 233-265. Elsevier. Πηγή για το ιστορικό από τον Persoon (1796) και την εισβολή του M. fructicola στην Ευρώπη, την ταξινόμηση και τη μορφολογία, τον βλαστικό σωλήνα και τις αναστομώσεις, τις 48 ως 72 ώρες ως την ορατή σήψη, την ιστορία των βενζιμιδαζολικών, τα 55 °C για 60 δευτερόλεπτα και τα 60 °C για 20 δευτερόλεπτα, το curing με υγρό θερμό αέρα στους 50 °C για 2 ώρες σε 95 ως 99% σχετική υγρασία, τους βιολογικούς παράγοντες και τα αιθέρια έλαια, τη μετασυλλεκτική αλυσίδα, το αραίωμα πριν και μετά τη σκλήρυνση, το ασβέστιο στη Νέα Ζηλανδία και τις απώλειες στη βιολογική καλλιέργεια. Πλήρες κείμενο.
- [2] Τσιρογιάννης, Δ. (2021). Φαιά σήψη πυρηνοκάρπων, μια σοβαρότατη ασθένεια: έγκαιρη διάγνωση και διαχείρισή της. Γεωργία - Κτηνοτροφία 03/2021:49-51, ΑγροΤύπος. Εργαστήριο Μυκητολογίας, Μπενάκειο Φυτοπαθολογικό Ινστιτούτο. Πηγή για την πέμπτη θέση της Ελλάδας στην παγκόσμια παραγωγή πυρηνοκάρπων, τα είδη που έχουν καταγραφεί στην Ελλάδα ανά ομάδα καλλιεργειών, τα τέσσερα εκατομμύρια σπόρια ανά καρπό, τις 36 ώρες ως τις πρώτες καρποφορίες, την επόμενη γενιά κονιδίων στις επτά ημέρες, τα προβλήματα διάγνωσης και τις συγχύσεις, τις έξι στιγμές προληπτικού ψεκασμού και τα μέτρα των συσκευαστηρίων. Πλήρες κείμενο. Δύο ισχυρισμοί της πηγής δεν χρησιμοποιούνται: τα «38 είδη του γένους», που δεν στηρίζονται από την ταξινομική βιβλιογραφία, όπως εξηγεί η πηγή [41], και οι «απώλειες 1,7 δισεκατομμυρίων ευρώ ετησίως», που είναι σφάλμα αλυσιδωτής παραπομπής, όπως εξηγεί η ενότητα 1.
- [3] Hrustić, J., Mihajlović, M., Grahovac, M., Delibašić, G., Bulajić, A., Krstić, B. και Tanović, B. (2012). Genus Monilinia on Pome and Stone Fruit Species. Pesticidi i fitomedicina 27(4):283-297. Πηγή για τα προφίλ των τριών ειδών, την κατάταξη ευπάθειας στην ανθόπτωση (βερικοκιά > κερασιά > ροδακινιά > βυσσινιά > δαμασκηνιά), την ταχύτητα σήψης ανά καρπό, τη χρονολογική σειρά ανίχνευσης του M. fructicola στην Ευρώπη, την απόσταση ως την πρώτη διακλάδωση του βλαστικού σωλήνα, κάτω από 60 µm στο M. laxa και πάνω από 220 µm στα άλλα δύο, τη multiplex PCR των Côté και συνεργατών, τις ποικιλίες, τον αριθμό των επεμβάσεων ανά καλλιέργεια, το M. fructigena στα γιγαρτόκαρπα και τη μαύρη σήψη, και την απαγόρευση μετασυλλεκτικών μυκητοκτόνων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πλήρες κείμενο.
- [4] De Miccolis Angelini, R. M., Landi, L., Raguseo, C., Pollastro, S., Faretra, F. και Romanazzi, G. (2022). Tracking of diversity and evolution in the brown rot fungi Monilinia fructicola, Monilinia fructigena, and Monilinia laxa. Frontiers in Microbiology 13:854852. Πηγή για το ότι το M. fructicola έχει σε μεγάλο βαθμό αντικαταστήσει το M. fructigena στην Ευρώπη, για τη συγκριτική γονιδιωματική των τριών ειδών, και για τα αποτυπώματα στο γονιδίωμα που υποδηλώνουν συχνή εγγενή αναπαραγωγή στο M. fructicola. Πλήρες κείμενο, ανοικτής πρόσβασης. Προσοχή: η εργασία δεν περιέχει ελληνικά δεδομένα και δεν δίνει ποσοστά σύνθεσης ειδών ανά χώρα. Χρησιμοποιείται επίσης ως παράδειγμα του πώς η εκτίμηση των 1,7 εκατομμυρίων ευρώ της πηγής [1] αναπαράχθηκε ως 1,7 δισεκατομμύρια.
- [5] EPPO Standard PM 7/18 (3), Diagnostic protocol for Monilinia fructicola, εγκεκριμένο το 2020. EPPO Bulletin 50(1):5-18. Σταθερό αρχείο: pm7-018-3-en.pdf. Πηγή για τον πίνακα διάκρισης των τεσσάρων ειδών (χρώμα αποικίας, ανάπτυξη σε 24 ώρες, σποριοποίηση, ομόκεντροι δακτύλιοι σπορίων, περιθώριο αποικίας), για τις διαστάσεις των κονιδίων και το μήκος του βλαστικού σωλήνα σε άγαρ νερού στις 18 ώρες και στους 25 °C, και για τα μοριακά πρωτόκολλα ταυτοποίησης. Οι διαστάσεις κονιδίων και το μήκος του βλαστικού σωλήνα δίνονται στο κείμενο του πρωτοκόλλου, όχι μέσα στον πίνακα. Πλήρες κείμενο.
- [6] EPPO Global Database, Monilinia fructicola (MONIFC), Datasheet. Πηγή για την κατάταξη A1 από το 1984 και A2 από το 2004, για την παρουσία του είδους στην ηπειρωτική Ελλάδα, για το ότι με 15 ώρες διαβροχής μολύνεται πάνω από το 80% των κερασιών ενώ με μόλις 3 ώρες η μόλυνση παραμένει πολύ χαμηλή, και για την πιο ευπαθή φάση του καρπού δύο ως τρεις εβδομάδες πριν τη συγκομιδή.
- [7] EPPO Global Database, Categorization for European Union (EU), κατάλογος όλων των οργανισμών που ρυθμίζει ο Κανονισμός (ΕΕ) 2019/2072. Πηγή για το ότι το Monilinia fructicola δεν περιλαμβάνεται στους ενωσιακούς επιβλαβείς οργανισμούς καραντίνας ούτε στους ρυθμιζόμενους μη ενωσιακούς επιβλαβείς οργανισμούς. Έλεγχος Σεπτεμβρίου 2026.
- [8] Casals, C., Viñas, I., Torres, R., Griera, C. και Usall, J. (2010). Effect of temperature and water activity on in vitro germination of Monilinia spp. Journal of Applied Microbiology 108(1):47-54. Πηγή για τη βλάστηση των κονιδίων σε όλες τις θερμοκρασίες που δοκιμάστηκαν από 0 ως 30 °C, για την πλήρη αναστολή στους 38 °C, και για το ότι σε ενεργότητα νερού 0,87 δεν βλάστησε κανένα είδος σε καμία θερμοκρασία. Το μελετημένο εύρος ήταν 0 ως 38 °C και οι θερμοκρασίες που δοκιμάστηκαν 0, 5, 15, 25, 30 και 38 °C· οι 35 °C δεν δοκιμάστηκαν και η εργασία δεν δίνει εύρος αρίστου. Δίνει πάνω από 80% βλάστηση στους 25 °C και ενεργότητα νερού 0,99 μέσα σε δύο ώρες για τα M. fructicola και M. fructigena και σε τέσσερις για το M. laxa. Χρησιμοποιήθηκε η περίληψη.
- [9] Tamm, L. και Flückiger, W. (1993). Influence of temperature and moisture on growth, spore production, and conidial germination of Monilinia laxa. Phytopathology 83:1321-1326. Πηγή για την ανάπτυξη μυκηλίου στους 2,5 ως 30 °C με υπολογισμένο άριστο τους 24,8 °C, και για τη βλάστηση των κονιδίων χωρίς ελεύθερο νερό σε σχετική υγρασία 97 ως 100%. Χρησιμοποιήθηκε η περίληψη.
- [10] Tamm, L., Minder, C. E. και Flückiger, W. (1995). Phenological analysis of brown rot blossom blight of sweet cherry caused by Monilinia laxa. Phytopathology 85:401-408. Πηγή για τον πίνακα του χρόνου επώασης ανά θερμοκρασία και στάδιο νέκρωσης, για τη ματαίωση των μολύνσεων όταν πέφτουν τα πέταλα ή ο κάλυκας, για τη σύσταση εκτίμησης στο στάδιο του ενός τρίτου του ποδίσκου, και για τη μέγιστη θερμοκρασία ανάπτυξης των 31 °C. Πλήρες κείμενο.
- [11] Biggs, A. R. και Northover, J. (1988). Influence of temperature and wetness duration on infection of peach and sweet cherry fruits by Monilinia fructicola. Phytopathology 78:1352-1356. Πηγή για τις άριστες συνθήκες μόλυνσης του καρπού: 20 ως 22,5 °C με 15 ώρες διαβροχής για το κεράσι και πάνω από 80% μόλυνση, και 22,5 ως 25 °C με 12 ώρες για το ροδάκινο και πάνω από 70% μόλυνση σε όλες τις θερμοκρασίες πλην των 27,5 και 30 °C. Χρησιμοποιήθηκε η περίληψη. Το εύρος διαβροχής που δοκιμάστηκε στο κεράσι ήταν 6 ως 18 ώρες, αλλά το πάνω από 80% αντιστοιχεί στις 15 ώρες.
- [12] Biggs, A. R. και Northover, J. (1988). Early and late-season susceptibility of peach fruits to Monilinia fructicola. Plant Disease 72:1070-1074. Πηγή για τις τρεις φάσεις ευπάθειας του καρπού: ευπαθής δύο ως τρεις εβδομάδες τον Ιούνιο, ανθεκτικός στη σκλήρυνση του πυρήνα, ξανά ευπαθής περίπου δύο εβδομάδες πριν την πλήρη ωρίμανση. Χρησιμοποιήθηκε η περίληψη.
- [13] Watson, W. A., Zehr, E. I. και Grimes, L. W. (2002). Influence of temperature and wetting period on inoculum production by Monilinia fructicola in peach twig cankers. Plant Disease 86(6):666-668. Πηγή για τον πίνακα σποριοποίησης των ελκών ανά θερμοκρασία και ώρες διαβροχής, για την απαίτηση τουλάχιστον 12 ωρών και την απουσία σποριοποίησης στις 3, 6 και 9 ώρες, για το 31% των 480 ελκών που σποριοποίησαν, για τα έλκη ως κύρια θέση διαχείμασης, για τις 5 ώρες διαβροχής σε άνθη βυσσινιάς όταν το μόλυσμα είναι υψηλό, την οποία η εργασία αναφέρει δευτερογενώς, και για την αδυναμία ποσοτικοποίησης του μολύσματος. Πλήρες κείμενο. Για την ανθόπτωση η εργασία δίνει δύο αριθμούς, και οι δύο χρησιμοποιούνται εδώ: την παρατήρηση πεδίου των συγγραφέων στη Νότια Καρολίνα ότι σπάνια γίνεται εκτεταμένη αν η υγρή περίοδος δεν φτάσει τις 24 ώρες, και τον υπολογισμό τους για 17 ως 30 ώρες διαβροχής ή υψηλής υγρασίας στην άνθηση, εκτός αν προϋπάρχουν βιώσιμα κονίδια από προηγούμενη υγρή περίοδο. Από τα 480 έλκη του 1991, σποριοποίησαν τα 149, δηλαδή 31%, και δεν παρατηρήθηκε καμία σποριοποίηση στις 3, 6 ή 9 ώρες.
- [14] Holtz, B. A., Michailides, T. J. και Hong, C. X. (1998). Development of apothecia from stone fruit infected and stromatized by Monilinia fructicola in California. Plant Disease 82:1375-1380. Πηγή για τις απαιτήσεις σχηματισμού αποθηκίων: μόνο από πλήρως στρωματοποιημένες μούμιες, πάνω από οκτώ εβδομάδες στους 2 °C με σχετική υγρασία άνω του 97%, καμία παραγωγή κάτω από 90%, αδιάφορο το ρηχό θάψιμο, και παρουσία μόνο σε τεμάχια με αδιατάρακτη χλωρίδα. Χρησιμοποιήθηκε η περίληψη.
- [15] Villarino, M., Melgarejo, P., Usall, J., Segarra, J. και De Cal, A. (2010). Primary inoculum sources of Monilinia spp. in Spanish peach orchards and their relative importance in brown rot. Plant Disease 94(8):1048-1054. Πηγή για το ότι οι μούμιες πάνω στο δέντρο ήταν η κύρια πηγή πρωτογενούς μολύσματος, για το ότι πάνω από 90% των απομονώσεων από μούμιες ήταν M. laxa, για τις συσχετίσεις με τη μετασυλλεκτική σήψη και τις λανθάνουσες μολύνσεις, και για την πλήρη απουσία αποθηκίων σε τρεις καλλιεργητικές περιόδους. Χρησιμοποιήθηκε η περίληψη.
- [16] Luo, Y., Ma, Z. και Michailides, T. J. (2001). Analysis of factors affecting latent infection and sporulation of Monilinia fructicola on prune fruit. Plant Disease 85(9):999-1003. Πηγή για την εξίσωση των λανθανουσών μολύνσεων, για το αρνητικό πρόσημο της θερμοκρασίας στο εύρος 15 ως 30 °C, για τη σποριοποίηση του αραιωμένου καρπού επί 7 ως 9 ημέρες σε περιεχόμενη υγρασία καρπού 67,2%, και για το 100% των καρπών την πρώτη ημέρα. Πλήρες κείμενο. Τα πέντε επίπεδα υγρασίας που δοκιμάστηκαν ήταν 67,2, 53,8, 40,3, 26,9 και 13,4% και αφορούν την υγρασία μέσα στον καρπό, όχι τη σχετική υγρασία του αέρα. Οι αριθμοί των Biggs και Northover δίνονται πλέον από την πηγή [11], στη σωστή τους μορφή (15 ώρες για το κεράσι).
- [17] Kreidl, S., Edwards, J. και Villalta, O. N. (2015). Assessment of pathogenicity and infection requirements of Monilinia species causing brown rot of stone fruit in Australian orchards. Australasian Plant Pathology 44(4):419-430. Πηγή για το 100% μόλυνσης σε πληγωμένους καρπούς και στα τέσσερα είδη καρπών που δοκιμάστηκαν (ροδάκινο, νεκταρίνι, βερίκοκο, δαμάσκηνο), σε ανώριμο και σε ώριμο στάδιο, για τις 3 ώρες διαβροχής στους 24 °C που αρκούν σε άνθος ροδακινιάς για το M. fructicola, και για τη μεγαλύτερη ευπάθεια του ώριμου έναντι του νεαρού καρπού με ελάχιστο στη σκλήρυνση πυρήνα. Δοκιμάστηκαν δύο είδη Monilinia, όχι τέσσερα· το M. laxa είχε χαμηλότερα ποσοστά μόλυνσης και δεν μόλυνε δαμάσκηνο.
- [18] Thomidis, T., Michailides, T. και Exadaktylou, E. (2009). Contribution of pathogens to peach fruit rot in northern Greece and their sensitivity to iprodione, carbendazim, thiophanate-methyl and tebuconazole fungicides. Journal of Phytopathology 157:194-200. Ινστιτούτο Φυλλοβόλων Δένδρων Νάουσας. Πηγή για το ότι το M. laxa ευθυνόταν για περίπου 70% και 78% των σάπιων ροδακίνων της Ημαθίας και της Πέλλας το 2005 και το 2006, για το 5% του Phomopsis amygdali, για τον πλήρη κατάλογο των υπόλοιπων παθογόνων, για τα ποσοστά ανθεκτικότητας 14% και 11% στο thiophanate methyl και 15% και 12% στο carbendazim, για την πλήρη ευαισθησία σε tebuconazole και iprodione, και για το ότι στον αγρό τα ψεκασμένα με βενζιμιδαζολικά είχαν σημαντικά περισσότερη σήψη από τα ψεκασμένα με tebuconazole ή iprodione. Πλήρες κείμενο.
- [19] Thomidis, T. (2017). Influence of relative virulence and latent infections on the development of Monilinia to Greek peach orchards. Crop Protection 94:159-165. Πηγή για τη σχέση της σχετικής παθογονικότητας των στελεχών και των λανθανουσών μολύνσεων με την εξέλιξη της ασθένειας σε ελληνικούς οπωρώνες ροδακινιάς. Χρησιμοποιήθηκε η περίληψη.
- [20] Thomidis, T. και Michailides, T. J. (2010). Development and implementation of cost-effective strategies to manage brown rot of peach trees in Imathia, Greece. European Journal of Plant Pathology 126(4):575-582. Πηγή για την αξιολόγηση 24 ποικιλιών στην Ημαθία με το νεκταρίνι Tasty Free ως το πιο ευπαθές, για τη μείωση των λανθανουσών μολύνσεων και των προσυλλεκτικών σήψεων από ψεκασμό στη σκλήρυνση του πυρήνα, και για το ότι τα δέντρα που ψεκάστηκαν σύμφωνα με μοντέλο πρόγνωσης είχαν στατιστικά λιγότερους ξηραμένους βλαστούς από τα αψέκαστα, όχι από δέντρα ψεκασμένα κατά ημερολόγιο. Χρησιμοποιήθηκε η περίληψη.
- [21] Casals, C., Segarra, J., Torres, R., Teixidó, N., De Cal, A. και Usall, J. (2023). Validation of a warning system to control brown rot in peach and nectarine. Agronomy 13(1):254. Πηγή για την επικύρωση σε 38 αγρούς και έξι καλλιεργητικές περιόδους, για τη μείωση των επεμβάσεων πάνω από 50% στο 96% των δοκιμών σε πρώιμες ποικιλίες και στο 77% σε όψιμες, και για τη μετασυλλεκτική μόλυνση 9,3% στις όψιμες έναντι 3,1% στις πρώιμες.
- [22] Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Βάση Δεδομένων Φυτοπροστατευτικών Προϊόντων. Άντληση δεδομένων 14 Σεπτεμβρίου 2026. Πηγή για τα 156 εγκεκριμένα σκευάσματα με στόχο τη φαιά σήψη σε ροδακινιά, κερασιά, βερικοκιά, δαμασκηνιά, βυσσινιά και αμυγδαλιά, για τους 26 διακριτούς συνδυασμούς δραστικών, για την κατανομή ανά καλλιέργεια, για τους χρόνους αναμονής, και για τα 54, 57, 16 και 8 σκευάσματα σε μηλιά, αχλαδιά, κυδωνιά και μουσμουλιά αντίστοιχα.
- [23] Fungicide Resistance Action Committee (FRAC): FRAC Code List 2026, Pathogen Risk List 2019, και πρακτικά και συστάσεις της ομάδας εργασίας SDHI (2021 και 2022). Πηγή για τους κωδικούς των ομάδων τρόπου δράσης (Code List), για την κατάταξη των ειδών Monilinia σε μέτριο κίνδυνο (Pathogen Risk List 2019, πίνακας 2), για το όριο των τριών SDHI ανά έτος και των δύο συνεχόμενων εφαρμογών σε μείγμα στα πυρηνόκαρπα, και για τα αποτελέσματα της παρακολούθησης του 2020. Τρεις διευκρινίσεις: το όριο των τριών SDHI ισχύει για όλες τις ασθένειες της καλλιέργειας μαζί και όχι ειδικά για τη μονίλια, για την οποία το FRAC δεν δίνει χωριστή σύσταση· το όριο των δύο συνεχόμενων ισχύει μόνο σε μείγμα, ενώ σε μονοδραστική χρήση απαιτείται αυστηρή εναλλαγή· και η παρακολούθηση του 2020 δεν έδειξε πλήρη ευαισθησία σε όλες τις οκτώ χώρες, αλλά μειωμένη ευαισθησία σε μεμονωμένα στελέχη M. fructigena από μία τοποθεσία στην Ουγγαρία και μία στην Πολωνία.
- [24] Malandrakis, A. A., Markoglou, A. N. και Ziogas, B. N. (2012). PCR-RFLP detection of the E198A mutation conferring resistance to benzimidazoles in field isolates of Monilinia laxa from Greece. Crop Protection 39:11-17. Πηγή για το 37% των ελληνικών απομονώσεων M. laxa στον φαινότυπο υψηλής ανθεκτικότητας, για τους συντελεστές ανθεκτικότητας πάνω από 500, για τη μετάλλαξη E198A σε όλα τα υψηλά ανθεκτικά στελέχη, και για την απουσία κόστους επιβίωσης. Χρησιμοποιήθηκε η περίληψη.
- [25] Testempasis, S. G., Tsintila, V. και Karaoglanidis, G. (2021). Assessment of sensitivity to boscalid, fluopyram and tebuconazole in Monilinia fructicola isolates obtained from peach orchards in Greece. 2nd International Electronic Conference on Plant Sciences. Εργαστήριο Φυτοπαθολογίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Πηγή για τις 230 ελληνικές απομονώσεις M. fructicola, για το 46,1% που ήταν ανθεκτικό σε τουλάχιστον μία δραστική, για τα ποσοστά 29,6% στο tebuconazole, 8,7% στο boscalid και 7,8% στο fluopyram, και για το ότι αποτελεί την πρώτη αναφορά ανθεκτικότητας σε SDHI και DMI στην Ελλάδα.
- [26] Veloso, J., Villarino, M., Guerra, L., Vazquez, F., Cabrera, J. E., Torres, R., Gómez, M., Larena, I., Melgarejo, P., De Cal, A. και Guijarro, B. (2026). Fungicide resistance profile of Monilinia fructicola and Monilinia laxa isolates from commercial peach and nectarine orchards in the Ebro Valley, Spain. Plant Pathology 75:e70213. Πηγή για τη σύνθεση ειδών 53% M. laxa και 47% M. fructicola στην Ισπανία, για την ευαισθησία 75% και 67% των δύο ειδών, για την πρώτη μέτρια ανθεκτικότητα σε fluopyram και pyraclostrobin, για την απουσία ανθεκτικότητας σε fenpyrazamine και fludioxonil, για το ότι η δόση αγρού είναι εικοσαπλάσια της συγκέντρωσης όπου μετρήθηκε μειωμένη ευαισθησία, για την απουσία διαφορών στις υπομονάδες SDHB και SDHC και τις υποκαταστάσεις στις πρωτεΐνες της οξειδωτικής φωσφορυλίωσης. Πλήρες κείμενο, ανοικτής πρόσβασης. Τα σερβικά δεδομένα δεν είναι εύρημα αυτής της εργασίας, που αφορά την κοιλάδα του Έβρου, και αποδίδονται πλέον στην πηγή [40].
- [27] Dardani, G., Guarnaccia, V., Nari, L., Testempasis, S. I., Karaoglanidis, G. S. και Gullino, M. L. (2023). Identification of pathogens causing brown rot of stone fruit in Cuneo province (Italy) and assessment of sensitivity to azoxystrobin, cyprodinil, fenhexamid, fludioxonil, and tebuconazole. Phytopathologia Mediterranea 62(3):455-465. Πηγή για τις 50 ιταλικές απομονώσεις, για τις εννιά M. laxa και δύο M. fructicola με συντελεστή ανθεκτικότητας πάνω από 10, για τον υψηλότερο συντελεστή 48,96 στο azoxystrobin, και για την απουσία ευρημάτων ανθεκτικότητας σε fenhexamid και fludioxonil.
- [28] Ivić, D., Fazinić, T., Novak, A., Šajbić, L., Stepanović, M., Gotlin Čuljak, T. και Miličević, T. (2021). Resistance of Monilinia fructicola to thiophanate-methyl in Croatia. European Journal of Plant Pathology 159:211-217. Πηγή για το 44% των κροατικών στελεχών M. fructicola που ήταν ανθεκτικά ή υψηλά ανθεκτικά στο thiophanate-methyl, και για την ανίχνευση της μετάλλαξης της β‑τουμπουλίνης σε 15 από 16 στελέχη. Χρησιμοποιήθηκε η περίληψη. Χρειάζονται δύο διευκρινίσεις. Το 44% υπολογίζεται στις 34 απομονώσεις M. fructicola και όχι στις 66 συνολικές (εννιά ανθεκτικά, 26%, και έξι υψηλά ανθεκτικά, 18%), και η ομάδα των 16 στελεχών είναι «υψηλά ανθεκτικά, ανθεκτικά και μειωμένης ευαισθησίας», όχι μόνο ανθεκτικά.
- [29] Chen, F., Liu, X. και Schnabel, G. (2013). Field strains of Monilinia fructicola resistant to both MBC and DMI fungicides isolated from stone fruit orchards in the eastern United States. Plant Disease 97:1063-1068. Πηγή για τη σοβαρή φαιά σήψη παρά τους προσυλλεκτικούς ψεκασμούς σε Πενσιλβάνια, Μέριλαντ και Νότια Καρολίνα το 2012, για τις 22 από 140 απομονώσεις με διπλή ανθεκτικότητα, για τις μεταλλάξεις E198Q και F200Y που δεν είχαν περιγραφεί στο γένος, για την ανίχνευση του Mona μόνο στη Νότια Καρολίνα μέσα στο δείγμα αυτής της εργασίας, ενώ μεταγενέστερες εργασίες το βρήκαν και στη Γεωργία και στην Αλαμπάμα, για τον δεύτερο άγνωστο μηχανισμό ανθεκτικότητας στις τριαζόλες, και για το ότι οι δόσεις ετικέτας δεν μπόρεσαν να ελέγξουν τα διπλά ανθεκτικά στελέχη σε αποκομμένους καρπούς. Πλήρες κείμενο.
- [30] Yoshimura, M. A., Luo, Y., Ma, Z. και Michailides, T. J. (2004). Sensitivity of Monilinia fructicola from stone fruit to thiophanate-methyl, iprodione, and tebuconazole. Plant Disease 88(4):373-378. Πηγή για τη μείωση της ανθεκτικότητας στο thiophanate-methyl από 75% (39 από 52 απομονώσεις της περιόδου 1992 ως 1998) σε 22% (22 από 100 απομονώσεις της συλλογής του 2002) στην Καλιφόρνια, και για την απουσία στελεχών ανθεκτικών σε iprodione ή tebuconazole. Χρησιμοποιήθηκε η περίληψη.
- [31] Ma, Z., Yoshimura, M. A. και Michailides, T. J. (2003). Identification and characterization of benzimidazole resistance in Monilinia fructicola from stone fruit orchards in California. Applied and Environmental Microbiology 69(12):7145-7152. Πηγή για τις δύο μεταλλάξεις της β‑τουμπουλίνης, H6Y για χαμηλή και E198A για υψηλή ανθεκτικότητα, για τους ψυχρο‑ και θερμο‑ευαίσθητους φαινότυπους, και για το ότι τα βενζιμιδαζολικά δεν μπορούν να ελέγξουν την ανθόπτωση από υψηλά ανθεκτικά στελέχη. Πλήρες κείμενο.
- [32] Luo, C.-X. και Schnabel, G. (2008). The cytochrome P450 lanosterol 14α-demethylase gene is a demethylation inhibitor fungicide resistance determinant in Monilinia fructicola field isolates from Georgia. Applied and Environmental Microbiology 74(2):359-366. Πηγή για το γενετικό στοιχείο «Mona» των 65 ζευγών βάσεων στη θέση −117 του υποκινητή του MfCYP51, για την αύξηση της έκφρασης 5 ως 11 φορές, και για την απουσία οποιασδήποτε αλλαγής αμινοξέος στην πρωτεΐνη. Πλήρες κείμενο.
- [33] Hily, J.-M., Singer, S. D., Villani, S. M. και Cox, K. D. (2011). Characterization of the cytochrome b (cyt b) gene from Monilinia species causing brown rot of stone and pome fruit and its significance in the development of QoI resistance. Pest Management Science 67(4):385-396. Πηγή για το ιντρόνιο ομάδας Ι αμέσως μετά το κωδικόνιο 143 στα M. fructicola και M. laxa αλλά όχι στο M. fructigena, για το συμπέρασμα ότι η μετάλλαξη G143A δεν αναμένεται να εμφανιστεί στα δύο πρώτα είδη, και για τον υψηλότερο κίνδυνο του M. fructigena. Πλήρες κείμενο.
- [34] Zúñiga, E., Aparicio-Durán, L., Torres, R., Miarnau, X., Casals, C. και Torguet, L. (2026). Efficacy of fungicide products against the blossom blight disease of almond caused by Monilinia laxa in the Ebro Valley. Crop Protection 208:107697. Πηγή για το ότι από δέκα σκευάσματα που δοκιμάστηκαν στον αγρό κατά της ανθόπτωσης της αμυγδαλιάς, επτά μείωσαν σημαντικά την προσβολή, και για την ασυνεπή αποτελεσματικότητα των βιολογικών μεταξύ των εποχών, με σύσταση να θεωρούνται συμπληρωματικά και όχι κύρια εργαλεία. Χρησιμοποιήθηκε η περίληψη.
- [35] Garcia-Benitez, C., Casals, C., Usall, J., Sánchez-Ramos, I., Melgarejo, P. και De Cal, A. (2020). Impact of postharvest handling on preharvest latent infections caused by Monilinia spp. in nectarines. Journal of Fungi 6(4):266. Πηγή για την επίδραση των μετασυλλεκτικών χειρισμών στο ποσοστό των λανθανουσών μολύνσεων που τελικά εκδηλώνονται, και για το ότι παραμονή μικρότερη από έντεκα ημέρες στους 4 °C απέτρεπε την εκδήλωση συμπτωμάτων. Πλήρες κείμενο, ανοικτής πρόσβασης. Η εργασία μετρά θερμοκρασία και διάρκεια ψυχροσυντήρησης, όχι ταχύτητα ψύξης.
- [36] UC IPM Pest Management Guidelines, Cherry, Bacterial Canker. University of California Agriculture and Natural Resources. Πηγή για: το ότι στο βακτηριακό έλκος «ο εσωτερικός φλοιός είναι καστανός, με όψη ζύμωσης και ξινή οσμή», και για το ότι το γνώρισμα αυτό χαρακτηρίζει τη φάση του ξινού χυμού, όπου δεν σχηματίζεται τυπικό έλκος στην επιφάνεια. Πλήρες κείμενο.
- [37] Εκτελεστικός Κανονισμός (ΕΕ) 2020/1498 της Επιτροπής, της 15ης Οκτωβρίου 2020, σχετικά με τη μη ανανέωση της έγκρισης της δραστικής ουσίας thiophanate-methyl. Πηγή για: τη μη ανανέωση της έγκρισης, την ανάκληση των αδειών των σκευασμάτων ως τις 19 Απριλίου 2021 (άρθρο 3), και τη λήξη κάθε περιόδου χάριτος ως τις 19 Οκτωβρίου 2021 (άρθρο 4). Πλήρες κείμενο.
- [38] Papavasileiou, A., Testempasis, S., Michailides, T. J. και Karaoglanidis, G. S. (2015). Frequency of brown rot fungi on blossoms and fruit in stone fruit orchards in Greece. Plant Pathology 64(2):416-424. Εργαστήριο Φυτοπαθολογίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Πηγή, ως η δημοσίευση με κριτές της ελληνικής καταγραφής, για το ότι στα ελληνικά πυρηνόκαρπα υπάρχουν δύο είδη, M. laxa και M. fructicola, και για την απουσία του M. fructigena. Δεν διαβάστηκε το πλήρες κείμενο, γιατί ο εκδότης δεν το διαθέτει ελεύθερα· τα ακριβή ποσοστά δίνονται από την πηγή [39], που είναι η διατριβή του πρώτου συγγραφέα πάνω στα ίδια δεδομένα.
- [39] Παπαβασιλείου, Α. (2017). Φαιά σήψη πυρηνοκάρπων: μοριακός και βιολογικός χαρακτηρισμός παθογόνων αιτίων. Διδακτορική διατριβή, Τμήμα Γεωπονίας, Εργαστήριο Φυτοπαθολογίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 231 σελίδες. Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών 10442/41307. Πηγή για τις 1.433 απομονώσεις από τις κύριες περιοχές παραγωγής πυρηνοκάρπων της Ελλάδας, για τα ποσοστά M. laxa 59% και M. fructicola 41%, για την απουσία του M. fructigena, και για το ότι το M. fructicola ήταν συχνότερο στους καρπούς ενώ το M. laxa εμφανίστηκε με παρόμοια συχνότητα σε άνθη και καρπούς. Χρησιμοποιήθηκε η περίληψη. Η διατριβή δεν στέκει μόνη σε ποσοτικό ισχυρισμό και για αυτό συνοδεύεται από την πηγή [38].
- [40] Hrustić, J., Mihajlović, M., Grahovac, M., Delibašić, G. και Tanović, B. (2018). Fungicide sensitivity, growth rate, aggressiveness and frost hardiness of Monilinia fructicola and Monilinia laxa isolates. European Journal of Plant Pathology 151(2):389-400. Institute of Pesticides and Environmental Medicine, Βελιγράδι. Πηγή για το ότι τα στελέχη M. fructicola ήταν σημαντικά λιγότερο ευαίσθητα από τα M. laxa σε iprodione, tebuconazole, chlorothalonil, azoxystrobin, fluopyram και boscalid, για το ότι το M. laxa έδειξε μικρή διακύμανση ευαισθησίας ενώ το M. fructicola ευρύ φάσμα, και για τον μεγαλύτερο ρυθμό ανάπτυξης και τη μεγαλύτερη επιθετικότητα του M. fructicola. Χρησιμοποιήθηκε η περίληψη.
- [41] Marin-Felix, Y. και συνεργάτες (2017). Genera of phytopathogenic fungi: GOPHY 1. Studies in Mycology 86:99-216, και η συνοδευτική βάση δεδομένων του γένους Monilinia Honey. Πηγή για το ότι το γένος περιλαμβάνει περίπου 25 αποδεκτά είδη, από το M. amelanchieris ως το M. yunnanensis. Πλήρες κείμενο, ανοικτής πρόσβασης. Ο αριθμός «38 είδη» που κυκλοφορεί προέρχεται κατά πάσα πιθανότητα από την καταμέτρηση ονομάτων στο Index Fungorum, όπου περιλαμβάνονται συνώνυμα και μη έγκυρα ονόματα.
- [42] Miessner, S. και Stammler, G. (2010). Monilinia laxa, M. fructigena and M. fructicola: risk estimation of resistance to QoI fungicides and identification of species with cytochrome b gene sequences. Journal of Plant Diseases and Protection 117(4):162-167. Πηγή για την προτεραιότητα του ευρήματος: η απουσία του ιντρονίου στο M. fructigena και το συμπέρασμα ότι η μετάλλαξη G143A είναι σχετικά απίθανη στα M. laxa και M. fructicola δημοσιεύτηκαν πρώτα εδώ, ένα έτος πριν την πηγή [33]. Χρησιμοποιήθηκε η περίληψη.
- [43] Obi, V. I., Barriuso, J. J. και Gogorcena, Y. (2018). Peach Brown Rot: Still in Search of an Ideal Management Option. Agriculture 8(8):125. Πηγή για το ότι το M. laxa δεν είναι γνωστό να σχηματίζει αποθήκια, σε αντίθεση με το M. fructicola. Πλήρες κείμενο, ανοικτής πρόσβασης.
Ρητά αβέβαια δηλώνονται τα εξής τρία. Πρώτον, ο αριθμός των τεσσάρων εκατομμυρίων σπορίων ανά καρπό αναφέρεται από την πηγή [2] χωρίς παραπομπή στην αρχική μέτρηση, και δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί η πρωτογενής εργασία από την οποία προέρχεται· χρησιμοποιείται επειδή η πηγή είναι το Μπενάκειο, αλλά με αυτή την επιφύλαξη. Δεύτερον, ο αριθμός των «38 ειδών» της πηγής [2] δεν στηρίζεται από την ταξινομική βιβλιογραφία, και το άρθρο ακολουθεί τα περίπου 25 αποδεκτά είδη της πηγής [41]. Τρίτον, η εκτίμηση των 1,7 δισεκατομμυρίων ευρώ που κυκλοφορεί στη βιβλιογραφία δεν υπάρχει στην πηγή στην οποία αποδίδεται, για τον λόγο που εξηγεί η ενότητα 1.
Το παρόν άρθρο αποτελεί γενική τεχνική ενημέρωση και όχι εξατομικευμένη γεωπονική συμβουλή ή υπόδειξη εφαρμογής. Τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα χρησιμοποιούνται αποκλειστικά σύμφωνα με τις εγκρίσεις του Υ.Π.Α.Α.Τ. και τα αναγραφόμενα στην ετικέτα του κάθε σκευάσματος, η οποία υπερισχύει πάντοτε. Στο άρθρο δεν αναφέρονται δόσεις, ακριβώς επειδή διαφέρουν ανά σκεύασμα και ανά καλλιέργεια. Οι εγκρίσεις μεταβάλλονται και επιβεβαιώνονται πριν από κάθε εφαρμογή. Οι χρόνοι αναμονής που παρατίθενται είναι εύρη από τη βάση του Υ.Π.Α.Α.Τ. κατά την ημερομηνία άντλησης και δεν υποκαθιστούν την ετικέτα.
Κάθε διαφυλλικός ψεκασμός σε δέντρα με καρπό ενέχει κίνδυνο λεκέδων στους καρπούς και εγκαυμάτων στο φύλλωμα, ιδιαίτερα με χαλκούχα, captan και πολυθειούχο ασβέστιο. Απαιτείται προηγούμενη δοκιμή σε περιορισμένο αριθμό δέντρων, με το ίδιο σκεύασμα και την ίδια δόση, και αναμονή πέντε έως επτά ημερών πριν από τη γενική εφαρμογή. Ο ψεκασμός γίνεται απόγευμα ή νωρίς το πρωί, ποτέ σε καύσωνα και ποτέ σε φύλλωμα υπό υδατική καταπόνηση.
Ο πίνακας με τις πιθανές ασθένειες που μπερδεύονται με τη μονίλια, στην ενότητα 9, δίνει ενδείξεις και όχι διάγνωση. Δεν αποκλείονται σφάλματα ή παραλείψεις στα δεδομένα του. Τα είδη του γένους Monilinia δεν διακρίνονται από συμπτώματα σε καμία περίπτωση. Για τους οργανισμούς καραντίνας, η διάγνωση και η δήλωση γίνονται αποκλειστικά από την αρμόδια φυτοϋγειονομική αρχή.
Η τελική απόφαση για κάθε επέμβαση, καθώς και ο χρόνος αναμονής πριν τη συγκομιδή, καθορίζονται κατόπιν επιτόπιας εκτίμησης από αδειοδοτημένο γεωπόνο και η ευθύνη της εφαρμογής βαρύνει αποκλειστικά τον χρήστη. Η Παστόπουλος Γεωπονική Ε.Ε. δεν φέρει ευθύνη για ζημία που τυχόν προκύψει από τη χρήση των πληροφοριών αυτών.
Σχετικά άρθρα
Ανταγωνισμοί και συνέργειες θρεπτικών, με εργαλείο ανά στοιχείο
Το διάγραμμα του Mulder δεν στέκει με τη μορφή που κυκλοφορεί. Οι ανταγωνισμοί όμως είναι πραγματικοί και εξηγημένοι μέχρι το γονίδιο. Εργαλείο: επιλογή στοιχείου και εμφάνιση των σχέσεών του, χωριστά στο έδαφος και μέσα στο φυτό…
Ζεόλιθος στη γεωργία: τι τεκμηριώνεται και τι όχι
Ο ζεόλιθος πωλείται με δοσολογίες 10 έως 60 φορές μικρότερες από εκείνες των πειραμάτων στα οποία στηρίζεται. Τι πραγματικά τεκμηριώνεται: συγκράτηση αμμωνίου και όχι νιτρικών, +36% σε διαφυλλική εφαρμογή, ο ανταγωνισμός του καλίου, και το θέμα ασφάλειας που δεν συζητιέται…
Ο λεοναρδίτης στη γεωργία: ιδιότητες, δόσεις και τι λέει η νομοθεσία
Κοκκοποιημένος λεοναρδίτης. Το υλικό είναι οξειδωμένος λιγνίτης, ορυκτό, όχι κομπόστ, και αυτή η καταγωγή καθορίζει τόσο τα οφέλη όσο και τους περιορισμούς του. Σάββας Παστόπουλος,…