Ασθένειες και εχθροί της ροδακινιάς: αναγνώριση από τα συμπτώματα, με διαγνωστικό εργαλείο
Σάββας Παστόπουλος, Γεωπόνος MSc — Παστόπουλος Γεωπονική Ε.Ε., Νέος Μυλότοπος Πέλλας
Στη ροδακινιά, η ζημιά σπάνια έρχεται από ένα μόνο αίτιο. Μονίλια, κλαδοσπόριο, ανάρσια και καρπόκαψα δουλεύουν πάνω στον ίδιο καρπό, συχνά η μία προσβολή ανοίγει την πόρτα στην άλλη, και το ίδιο σύμπτωμα — μια σταγόνα κόμμεος, μια βυθισμένη κηλίδα, ένας μαραμένος βλαστός — παράγεται από τέσσερα διαφορετικά πράγματα. Το κείμενο που ακολουθεί καλύπτει τους εχθρούς και τις ασθένειες της καλλιέργειας με έμφαση στη διάκριση: όχι τι υπάρχει, αλλά πώς ξεχωρίζει το ένα από το άλλο στο χωράφι, με ένα διαγνωστικό εργαλείο που συγκρίνει τα συμπτώματα με τα προφίλ τριάντα τριών αιτίων.
- Τι κάνει τη ροδακινιά ιδιαίτερη περίπτωση
- Το εργαλείο αναγνώρισης
- Μύκητες των ανθέων, των φύλλων και των καρπών
- Βακτηριακές ασθένειες
- Ασθένειες του ξύλου και των βραχιόνων
- Ασθένειες της ρίζας και του λαιμού
- Ιώσεις και η παραμόρφωση των καρπών
- Τα λεπιδόπτερα: ανάρσια, καρπόκαψα, φυλλοδέτης
- Μυζητικοί εχθροί
- Ξυλοφάγοι και καρπόφαγοι
- Φυσιολογικές ανωμαλίες που περνούν για ασθένειες
- Ο πίνακας των συγχύσεων
- Το ετήσιο χρονοδιάγραμμα παρακολούθησης
- Πηγές
1. Τι κάνει τη ροδακινιά ιδιαίτερη περίπτωση
Η ροδακινιά είναι φυλλοβόλο δέντρο με πολύ μεγάλη ετήσια αύξηση, λεπτό φλοιό και καρπό που ωριμάζει μέσα στο καλοκαίρι. Κάθε ένα από τα τρία αυτά χαρακτηριστικά αλλάζει τον τρόπο που διαβάζεται μια προσβολή.
Πρώτον, το μόλυσμα διαχειμάζει πάνω στο δέντρο, όχι στο έδαφος. Ο εξώασκος διαχειμάζει ως κονίδια στην επιφάνεια των κλαδίσκων και στα λέπια των οφθαλμών [1]. Το κλαδοσπόριο διαχειμάζει σε κηλίδες πάνω στους βλαστούς, και αυτές οι κηλίδες είναι η μοναδική πηγή των κονιδίων που θα μολύνουν τους καρπούς την άνοιξη [2]. Η μονίλια διαχειμάζει σε μουμιοποιημένους καρπούς και σε έλκη κλαδίσκων [1]. Η ανάρσια διαχειμάζει ως προνύμφη πρώτου ή δεύτερου σταδίου μέσα σε μικροσκοπικά κελιά στις διχάλες και στις πληγές του κλαδέματος [6]. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι ο χειμερινός καθαρισμός της κόμης δεν είναι συμπλήρωμα της φυτοπροστασίας αλλά μέρος της: ό,τι μένει πάνω στο δέντρο τον Φεβρουάριο είναι το μόλυσμα του Μαΐου.
Δεύτερον, ο χρόνος ανάμεσα στη μόλυνση και στο σύμπτωμα είναι τεράστιος σε ορισμένες ασθένειες. Στο κλαδοσπόριο, τα συμπτώματα στον καρπό γίνονται ορατά 40 έως 70 ημέρες μετά την εναπόθεση των κονιδίων [2] — δηλαδή περίπου έξι με επτά εβδομάδες μετά την πτώση των πετάλων [15]. Όταν ο παραγωγός βλέπει τις μαύρες βελούδινες βούλες στον καρπό, ο ψεκασμός που θα τις απέτρεπε έπρεπε να είχε γίνει πριν από ενάμιση μήνα. Η αναγνώριση στη ροδακινιά δεν είναι ποτέ μόνο «τι βλέπω σήμερα» αλλά «τι καιρός έκανε τον Απρίλιο».
Τρίτον, το ίδιο ορατό σημάδι παράγεται από διαφορετικά αίτια, και η διάκριση κρίνεται σε λεπτομέρειες μιλιμέτρων. Η προνύμφη της ανάρσιας μπαίνει στον καρπό από τον ποδίσκο ή κατά μήκος της ραφής και τρέφεται ακριβώς κάτω από την επιδερμίδα. Η προνύμφη της καρπόκαψας μπαίνει συνήθως και αυτή από τον ποδίσκο, αλλά τρυπάει ως το κέντρο και τρέφεται γύρω από το κουκούτσι [5] [6]. Μία τομή με μαχαίρι διαχωρίζει τα δύο έντομα, και ο διαχωρισμός έχει σημασία γιατί οι δύο πτήσεις δεν συμπίπτουν.
Τέταρτον — και αυτό είναι το πιο υποτιμημένο — πολλά από τα σοβαρότερα προβλήματα της ροδακινιάς δεν είναι πρωτογενή παθογόνα. Το βακτηριακό έλκος είναι ασθενές παθογόνο που χρειάζεται προδιαθεσικούς παράγοντες, με κυριότερο τον νηματώδη των δακτυλίων [1]. Η κομμίωση προσβάλλει δέντρα προδιατεθειμένα από καταπόνηση [1]. Ο Capnodis προτιμά τα εξασθενημένα δέντρα [10]. Οι σαπροφυτικοί μύκητες του ξύλου είναι δείκτης, όχι δολοφόνος. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η ερώτηση «τι ψεκάζω» είναι λάθος ερώτηση· η σωστή είναι «τι καταπονεί αυτό το δέντρο».
2. Το εργαλείο αναγνώρισης
Το εργαλείο συγκρίνει τα συμπτώματα που επιλέγονται με το προφίλ τριάντα τριών παθογόνων, εχθρών και φυσιολογικών ανωμαλιών της ροδακινιάς. Δεν λειτουργεί με απλή καταμέτρηση ταιριασμάτων: κάθε σύμπτωμα έχει διαφορετικό βάρος ανάλογα με το πόσο διακριτικό είναι. Οι λευκές μυκηλιακές βεντάλιες κάτω από τον φλοιό μετράνε πολύ περισσότερο από μια γενική χλώρωση, γιατί η δεύτερη ταιριάζει σε δώδεκα αιτίες.
Ορισμένα συμπτώματα μετράνε και αρνητικά. Η προσβολή σε μεμονωμένα σκόρπια δέντρα, χωρίς σχέση με τα χαμηλά σημεία του χωραφιού, μιλάει υπέρ της βερτισιλλίωσης και της Armillaria και εναντίον της φυτόφθορας, που δουλεύει σε εστίες εκεί που λιμνάζει το νερό. Χωρίς τα αρνητικά βάρη το εργαλείο δεν διαγιγνώσκει — απλώς συμφωνεί με ό,τι επιλεγεί.
Επιλογή οργάνου, μετά επιλογή όσων συμπτωμάτων παρατηρούνται. Τα αποτελέσματα ανανεώνονται αυτόματα.
Πηγές: 1 2 3 4 5 6 7 8 10 11 13 14
3. Μύκητες των ανθέων, των φύλλων και των καρπών
Μονίλια — φαιά σήψη
Η σοβαρότερη μυκητολογική ασθένεια των πυρηνοκάρπων παγκοσμίως. Στην Ευρώπη κυριαρχεί η Monilinia fructigena, ενώ η M. laxa είναι επίσης ευρέως διαδεδομένη· η M. fructicola είναι κυρίως ασιατικής και αμερικανικής κατανομής, αλλά έχει εξαπλωθεί [1]. Ο μύκητας διαχειμάζει σε μουμιοποιημένους καρπούς — πάνω στο δέντρο ή στο έδαφος — και σε έλκη κλαδίσκων [1].
Οι αριθμοί που καθορίζουν τη διαχείριση είναι τρεις. Η μόλυνση των ανθέων συντελείται μέσα σε 6 έως 12 ώρες στους 15 έως 20 °C· μετά από 3 έως 5 ημέρες το άνθος είναι νεκρωμένο [2]. Το εύρος θερμοκρασιών που επιτρέπει μόλυνση είναι πλατύ, με βέλτιστο τους 22,5 έως 25 °C, και η ελάχιστη διάρκεια διαβροχής είναι 3 έως 5 ώρες στους 20 °C, ενώ στους 10 °C απαιτούνται 18 ώρες [2]. Σε ώριμο καρπό και υπό ιδανικές συνθήκες, η σήψη γίνεται ορατή μέσα σε 48 ώρες από τη μόλυνση [2].
Το διαγνωστικό γνώρισμα στα άνθη είναι ότι μένουν κολλημένα στον βραχύκλαδο αντί να πέσουν, με σταγόνα κόμμεος στο σημείο πρόσφυσης του ποδίσκου [2]. Αυτό ξεχωρίζει τη μονίλια από τον παγετό, που ρίχνει τα νεκρωμένα άνθη. Στον καρπό, η σήψη είναι σφιχτή και επεκτείνεται γρήγορα, με τεφρές εξανθήσεις διατεταγμένες σε ομόκεντρους δακτυλίους.
Η φαιά σήψη αναλύεται πλήρως στο χωριστό άρθρο για τη μονίλια των πυρηνοκάρπων, με τα κρίσιμα χρονικά παράθυρα ψεκασμού και τη διαχείριση της ανθεκτικότητας.
Εξώασκος — κατσάρωμα των φύλλων
Ο Taphrina deformans δίνει την πιο αναγνωρίσιμη εικόνα της καλλιέργειας: φύλλα παχιά, κυματοειδώς παραμορφωμένα, με κοκκινωπό ή κιτρινωπό χρωματισμό και τελικά μια λεπτή λευκή επίστρωση ασκών στην επιφάνεια [2]. Οι μολύνσεις συντελούνται σε 10 έως 21 °C, και ευνοούνται από ψυχρό βροχερό καιρό κατά την έκπτυξη των οφθαλμών· όταν οι θερμοκρασίες στην έκπτυξη είναι υψηλές, η μόλυνση σπάνια εγκαθίσταται [2].
Κορύνεο — «τρυπητό» των φύλλων
Ο Wilsonomyces carpophilus δίνει μικρές κυκλικές κηλίδες στα φύλλα των οποίων το κέντρο νεκρώνεται, αποκολλάται και αφήνει τρύπα — εξ ου και η ονομασία. Στους 20 έως 25 °C η μόλυνση των φύλλων απαιτεί 8 έως 12 ώρες διαβροχής, ενώ η μόλυνση των βλαστών απαιτεί τουλάχιστον 24 ώρες συνεχούς διαβροχής [2]. Η διαφορά αυτή εξηγεί γιατί σε χρονιές με σύντομες βροχές εμφανίζονται μόνο φυλλικά συμπτώματα, ενώ σε χρονιές με παρατεταμένες βροχές το πρόβλημα περνά στο ξύλο και γίνεται πολυετές.
Σε ξηροθερμικά κλίματα, η βασική επέμβαση είναι χειμερινή, μετά τη φυλλόπτωση και πριν τις βροχές, για την προστασία των βλαστών και των οφθαλμών [2].
Κλαδοσπόριο — η ασθένεια που φαίνεται όταν πια δεν γίνεται τίποτε
Το Venturia carpophila είναι σημαντικό σε περιοχές με άφθονη βροχή αλλά και σε οπωρώνες με υπερκόμιο άρδευση, που κρατά το φύλλωμα βρεγμένο [2]. Ο μύκητας διαχειμάζει σε επιφανειακές οβάλ κηλίδες στους βλαστούς, μεγέθους 3×5 έως 5×8 χιλιοστά στο τέλος της σεζόν· σε συνθήκες σχετικής υγρασίας 70 έως 100% παράγει άφθονα κονίδια μέσα σε 20 έως 30 ώρες, κυρίως από την πτώση των πετάλων ως τα μέσα της άνοιξης [2].
Οι κηλίδες στον καρπό εμφανίζονται σε καρπούς μισού ως πλήρους μεγέθους, περίπου 6 έως 8 εβδομάδες μετά την πτώση των πετάλων, έχουν διάμετρο 5 έως 10 χιλιοστά και είναι αρχικά πράσινες, μετά ελαιοπράσινες ως μαύρες, συχνά με πρασινοκίτρινη άλω [2]. Οι πρώτες, μικρότερες κηλίδες φτάνουν τα 2 έως 3 χιλιοστά και εμφανίζονται κατά κανόνα κοντά στον ποδίσκο, με υπερυψωμένη φελλώδη όψη [19].
Η ίδια ασθένεια στη βερικοκιά, με τις δικές της ιδιαιτερότητες, καλύπτεται στο άρθρο για την κλαδοσπορίωση στα βερίκοκα.
Επιπλέον, όταν η προσβολή είναι έντονη η επιδερμίδα σκάει, και η σχισμή γίνεται πύλη εισόδου για τη μονίλια [19]. Η αλληλουχία αυτή — κλαδοσπόριο τον Μάιο, φαιά σήψη τον Ιούλιο — αποδίδεται συχνά ολόκληρη στη μονίλια, και η επόμενη χρονιά αντιμετωπίζεται με λάθος πρόγραμμα.
Ωίδιο
Το Podosphaera pannosa προκαλεί ζημιά κυρίως στους πράσινους καρπούς [1]. Τα κονίδια βλαστάνουν σε εύρος 2 έως 37 °C με βέλτιστο τους 21 °C, και — αντίθετα από όλους τους άλλους μύκητες του καταλόγου — η παρατεταμένη διαβροχή σκοτώνει τα κονίδια του ωιδίου [2]. Πρακτικά, το ωίδιο είναι η ασθένεια της ξηρής ζεστής άνοιξης, ενώ όλες οι υπόλοιπες είναι ασθένειες της βροχερής.
Μια παγίδα ταυτοποίησης: η κηλίδα τύπου «rusty spot» στα ροδάκινα μπορεί να οφείλεται στο Podosphaera leucotricha, δηλαδή στο ωίδιο της μηλιάς, όταν υπάρχουν γειτονικές μηλιές [1]. Σε μεικτές φυτεύσεις, η γειτονιά είναι μέρος της διάγνωσης.
Σκωρίαση
Η Tranzschelia discolor δίνει γωνιώδεις κίτρινες κηλίδες στην πάνω επιφάνεια των φύλλων και αντίστοιχες σκουριόχρωμες εξανθήσεις στην κάτω [2]. Τα ουρεδινιοσπόρια βλαστάνουν σε εύρος 8 έως 38 °C, με βέλτιστο τα 13 έως 26 °C, και απαιτούν διαβροχή ή κορεσμένη ατμόσφαιρα. Στους 20 °C χρειάζονται 18 ώρες διαβροχής για επαρκή μόλυνση του φύλλου [2]. Η βλάστηση του σπορίου ξεκινά μέσα σε 4 ώρες, αλλά τα απρεσσόρια σχηματίζονται πάνω από τα στομάτια 18 ώρες μετά την επιμόλυνση — γι' αυτό οι σύντομες βροχές δεν αρκούν [2].
Σημαντική λεπτομέρεια για τον χρονισμό: ο μύκητας διαχειμάζει ως μυκήλιο σε κηλίδες βλαστών, και η εμφάνιση σπορογόνων κηλίδων στο ξύλο την άνοιξη έχει χρησιμοποιηθεί ως ημερομηνία έναρξης του προγράμματος ψεκασμών [2]. Η παρατήρηση του ξύλου, όχι των φύλλων, δίνει τον χρόνο.
Το κόστος της σκωρίασης δεν είναι η φετινή σοδειά αλλά η επόμενη. Η πρόωρη φυλλόπτωση αναγκάζει το δέντρο να ζήσει από αποθέματα, εξαντλεί τις εφεδρείες για τη διαφοροποίηση των οφθαλμών, και τα αποφυλλωμένα δέντρα συχνά ανθίζουν το φθινόπωρο, σπαταλώντας ανθοφόρους οφθαλμούς. Επιπλέον, οι γυμνοί βραχίονες εκτίθενται σε άμεση ηλιακή ακτινοβολία, παθαίνουν ηλιόκαυμα και στη συνέχεια αποικίζονται από μύκητες σήψης του ξύλου [13]. Η αλυσίδα αυτή είναι ο λόγος που η σκωρίαση, χωρίς να προκαλεί ορατή ζημιά στον καρπό της χρονιάς, ερημώνει οπωρώνες σε βάθος τριών ετών.
Ανθράκωση
Προκαλείται από είδη Colletotrichum — κυρίως του συμπλέγματος C. gloeosporioides και του C. acutatum — και εμφανίζεται σε περιοχές και χρονιές με υψηλή βροχόπτωση και ζέστη κατά την ωρίμανση [2]. Οι κηλίδες είναι κυκλικές, καστανές ή σομόν, σφιχτές και ελαφρώς βυθισμένες.
Το πραγματικά διαγνωστικό στοιχείο είναι η τομή: η αλλοίωση έχει σχήμα κώνου, είναι σκληρή και αποκολλάται εύκολα από το υγιές μεσοκάρπιο [2]. Στην επιφάνεια τα ακέρβουλα διατάσσονται σε ομόκεντρους δακτυλίους. Η φαιά σήψη, αντίθετα, δεν αποκολλάται και δεν δίνει κώνο.
4. Βακτηριακές ασθένειες
Βακτηριακή κηλίδωση
Το Xanthomonas arboricola pv. pruni διαχειμάζει σε έλκη, σε οφθαλμούς, σε σχισμές του φλοιού και σε ουλές φύλλων [1]. Ευνοείται από βροχές και υγρασία, αλλά ο παράγοντας που το κάνει καταστροφικό είναι ο άνεμος: η ισχυρή βροχόπτωση με άνεμο οδηγεί το βακτήριο μέσα στα φύλλα, στους καρπούς και στους βλαστούς, και η ασθένεια είναι σαφώς εντονότερη στην προσήνεμη πλευρά του δέντρου [2]. Η ανομοιόμορφη κατανομή μέσα στο ίδιο δέντρο είναι από μόνη της διαγνωστική.
Ευνοείται από θερμοκρασίες 19 έως 28 °C και υψηλή υγρασία, ενώ ζεστές και ξηρές συνθήκες αναστέλλουν την εξάπλωση [2]. Στα φύλλα οι κηλίδες είναι γωνιώδεις, οριοθετημένες από τις νευρώσεις, αρχικά υδατώδεις και μετά σκουρόχρωμες· στον καρπό δίνουν μικρές βυθισμένες κηλίδες που σκάνε και εκκρίνουν κόμμι.
Δύο πρακτικά κριτήρια διάκρισης, από τον κλασικό εικονογραφημένο οδηγό αναγνώρισης της καλλιέργειας [16]. Στα φύλλα: οι κηλίδες της βακτηριακής κηλίδωσης είναι γωνιώδεις και δεν διασχίζουν τις μεγάλες νευρώσεις, σε αντίθεση με τη χημική ζημιά, που τις διασχίζει. Στον καρπό: οι κηλίδες της βακτηριακής κηλίδωσης είναι βαθιές σχισμές, ενώ του κλαδοσπορίου είναι αυστηρά επιφανειακές. Οι δύο αυτές παρατηρήσεις λύνουν στο χωράφι δύο από τις συχνότερες συγχύσεις της καλλιέργειας.
Κρίσιμο σημείο για την Ελλάδα: η ανθεκτικότητα των ποικιλιών ροδακινιάς στο Xap είναι πολυγονιδιακή, οι αποκρίσεις φύλλου και καρπού ελέγχονται από διαφορετικά γονίδια, και τα αλληλόμορφα που δίνουν ευαισθησία είναι τα συχνότερα [2]. Δηλαδή δεν υπάρχει «ανθεκτική ποικιλία» με την απόλυτη έννοια, και μια ποικιλία με καθαρά φύλλα μπορεί να έχει ευαίσθητο καρπό.
Βακτηριακό έλκος
Προκαλείται από Pseudomonas syringae pv. syringae και pv. morsprunorum. Η κύρια πύλη εισόδου θεωρείται ότι είναι οι ουλές της φυλλόπτωσης το φθινόπωρο, και δευτερευόντως οι τομές του κλαδέματος [2]. Οι ήπιες θερμοκρασίες, 12 έως 18 °C, με υγρασία ευνοούν τη μόλυνση, και η ασθένεια είναι χειρότερη σε ήπιους υγρούς χειμώνες παρά σε σταθερά ψυχρούς [2].
Το πιο χρήσιμο γνώρισμα στο χωράφι είναι η ξινή οσμή του φλοιού στην περιοχή του έλκους την άνοιξη [1]. Καμία άλλη αιτία κομμίωσης δεν τη δίνει.
Δύο πράγματα που αλλάζουν τη διαχείριση. Πρώτον, το βακτήριο είναι ασθενές παθογόνο και απαιτεί προδιαθεσικούς παράγοντες· ο κυριότερος είναι ο νηματώδης των δακτυλίων, Mesocriconema xenoplax [1] [2]. Δεύτερον, η ανοχή του παθογόνου στον χαλκό καθιστά αμφίβολη τη χρησιμότητα της κλασικής χαλκούχου αντιμετώπισης, και η εστίαση μετατοπίζεται στον περιορισμό της καταπόνησης: αποφυγή χαμηλού pH εδάφους, αποφυγή τροφοπενιών, επιλογή κατάλληλης ημερομηνίας κλαδέματος, ανεκτικά υποκείμενα και διαχείριση των νηματωδών [2].
Το βακτηριακό έλκος των πυρηνοκάρπων καλύπτεται αναλυτικά, με τον ετήσιο κύκλο και τις πύλες εισόδου, στο αντίστοιχο άρθρο.
Σύνδρομο βραχείας ζωής της ροδακινιάς
Δεν είναι μία ασθένεια αλλά σύμπλοκο. Η κόμη ενός δέντρου καταρρέει ξαφνικά πριν, κατά ή αμέσως μετά την άνθηση, συνήθως 3 έως 6 χρόνια μετά τη φύτευση· από τους βραχίονες και τον κορμό τρέχει κόμμι, ο ιστός κάτω από τον φλοιό είναι μεταχρωματισμένος και έχει ξινή οσμή, και — το πιο χαρακτηριστικό — το δέντρο νεκρώνεται μόνο ως τη γραμμή του εδάφους, με βλαστούς να εκπτύσσονται αργότερα από το υποκείμενο [2].
Τα άμεσα αίτια του θανάτου είναι ο παγετός στα τέλη του χειμώνα, το βακτηριακό έλκος, ή ο συνδυασμός τους. Οι προδιαθεσικοί παράγοντες είναι ο νηματώδης των δακτυλίων, η λάθος επιλογή υποκειμένου, η εποχή του κλαδέματος, οι τραυματισμοί ρίζας, το pH και η δομή του εδάφους, και η αναφύτευση σε έδαφος με ιστορικό πυρηνοκάρπων [2]. Η ασθένεια είναι συχνότερη σε αμμώδη εδάφη· σε αργιλώδη, η αναφύτευση δίνει λιγότερα προβλήματα [2].
Καρκίνωση του λαιμού
Το Agrobacterium tumefaciens δίνει όγκους στον λαιμό και στις ρίζες. Η ανάπτυξη των όγκων γίνεται ταχύτερα σε θερμοκρασίες πάνω από 20 °C, με ορατούς όγκους σε 2 έως 4 εβδομάδες [2]. Η επιβίωση του βακτηρίου επηρεάζεται αρνητικά από θερμοκρασίες εδάφους πάνω από 34 °C [2]. Η ασθένεια ευνοείται από ζημιά νηματωδών [1] και από τραυματισμούς κατά τη φύτευση — γι' αυτό εμφανίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε νεαρές φυτείες και σε υλικό φυτωρίου.
5. Ασθένειες του ξύλου και των βραχιόνων
Κομμίωση
Η μυκητολογική κομμίωση οφείλεται κυρίως στη Botryosphaeria dothidea και σε συγγενικά είδη, και εμφανίζεται σε δέντρα προδιατεθειμένα από καταπόνηση [1]. Το ορατό σύμπτωμα είναι πολλαπλές θέσεις εκροής κόμμεος σε ξυλώδεις βλαστούς και βραχίονες.
Η κομμίωση της ροδακινιάς καλύπτεται αναλυτικά στο χωριστό άρθρο, με τα τρία στάδια της προσβολής και το κόστος σε παραγωγή.
Έλκος στραγγαλισμού — Diaporthe amygdali
Το παθογόνο είναι γνωστό με τρία ονόματα και αυτό από μόνο του δημιουργεί σύγχυση στη βιβλιογραφία: Diaporthe amygdali είναι το ισχύον όνομα, με ανάμορφο στάδιο που παλαιότερα αναφερόταν ως Phomopsis amygdali και ακόμη παλαιότερα ως Fusicoccum amygdali. Προκαλεί το λεγόμενο έλκος στραγγαλισμού και ξήρανση βλαστών, σε ροδακινιά, νεκταρινιά, αμυγδαλιά, βερικοκιά, καρυδιά, αχλαδιά και άμπελο [20].
Η ιδιαιτερότητά του είναι η πύλη εισόδου. Τα κονίδια μολύνουν από τις ουλές της φυλλόπτωσης το φθινόπωρο, και την άνοιξη από τους οφθαλμούς, τις ουλές των λεπίων, τα άνθη και τις ουλές των καρπών [20]. Οι μολύνσεις αυτές μπορούν να προσβάλουν έως και το 50% των βλαστών [1]. Το έλκος σχηματίζεται ακριβώς στη θέση του κόμβου, στενεύει τον βλαστό και τον κάνει να σπάει — εξ ου και η ονομασία.
Οι αριθμοί που έχουν καταγραφεί σε ροδακινιά, όπως συνοψίζονται στην πρόσφατη ανασκόπηση της βιολογίας του παθογόνου [20]:
- Τα α-κονίδια βλαστάνουν σε υγρή επιφάνεια σε εύρος 5 έως 36 °C, με βέλτιστο τους 27 έως 29 °C.
- Η μόλυνση όμως είναι συχνότερη στους 5 έως 15 °C — δηλαδή σε θερμοκρασίες πολύ χαμηλότερες από το βέλτιστο της βλάστησης.
- Ο χρόνος επώασης, από τη μόλυνση ως το πρώτο ορατό έλκος, είναι περίπου ένας μήνας.
- Η βέλτιστη ανάπτυξη του μυκηλίου βρίσκεται γύρω στους 24 έως 25 °C, με ανώτατο όριο τους 40 °C και κατώτατο μεταξύ 5 και 7 °C.
- Η έκκριση των κιρρών από τα πυκνίδια συμβαίνει σε εύρος 1 έως 38 °C, με το μεγαλύτερο ποσοστό πυκνιδίων να εκκρίνει στους 17 °C, ενώ η μέγιστη παραγωγή κονιδίων ανά πυκνίδιο είναι ελαφρώς θερμότερη, στους 24 °C.
- Το μέγεθος των ελκών και ο αριθμός των πυκνιδίων ανά έλκος ακολουθούν ημιτονοειδές πρότυπο μέσα στη χρονιά: ελάχιστες τιμές στα τέλη του χειμώνα και στις αρχές της άνοιξης, μέγιστες στα τέλη του καλοκαιριού και στις αρχές του φθινοπώρου.
Σε αμυγδαλιά, σε πειράματα υπό ελεγχόμενες συνθήκες, η μεγαλύτερη προσβολή παρατηρήθηκε μετά από 72 ώρες διαβροχής και η μικρότερη μετά από 6 ώρες, με το εύρος βλάστησης των κονιδίων και μόλυνσης να εκτείνεται από τους 5 ως τους 35 °C· η βέλτιστη θερμοκρασία παραγωγής α-κονιδίων μέσα στα πυκνίδια ήταν περίπου 22 °C [20]. Οι τιμές αυτές αφορούν αμυγδαλιά και δίνονται εδώ ως τάξη μεγέθους — η ίδια εργασία σημειώνει ρητά ότι η γνώση για τον παράγοντα αυτόν έχει προέλθει κυρίως από τη ροδακινιά.
Η διαχείριση στηρίζεται σε προληπτικές επεμβάσεις πριν την άνθηση και πριν τη φυλλόπτωση, με βάση την εκτίμηση του κινδύνου στον συγκεκριμένο οπωρώνα και τις τοπικές καιρικές συνθήκες, και σε αφαίρεση των προσβεβλημένων βλαστών με το θερινό και το χειμερινό κλάδεμα για τη μείωση των πηγών μολύσματος [20]. Οι εγκεκριμένες δραστικές ουσίες είναι λίγες, γι' αυτό το κλάδεμα δεν είναι συμπληρωματικό μέτρο αλλά βασικό.
Το έλκος στραγγαλισμού θα καλυφθεί σε χωριστό, αναλυτικό άρθρο. Εδώ περιλαμβάνεται στο μέτρο που χρειάζεται για τη διάκρισή του από τις άλλες αιτίες ξήρανσης βλαστών και κομμίωσης.
Το σημείο που ενδιαφέρει άμεσα τον παραγωγό είναι ότι το φθινόπωρο, όχι η άνοιξη, είναι η περίοδος του κινδύνου — όπως και για το βακτηριακό έλκος. Οι δύο ασθένειες μοιράζονται την ίδια πύλη εισόδου και το ίδιο παράθυρο, και ένας οπωρώνας χωρίς καμία φθινοπωρινή επέμβαση τις αφήνει και τις δύο ελεύθερες.
Ασθένεια του ασημένιου φύλλου
Ο μύκητας αναπτύσσεται σε ευρύ θερμοκρασιακό εύρος με βέλτιστο τους 25 °C, και οι πληγές που εκθέτουν ξύλο είναι πιο ευαίσθητες την πρώτη εβδομάδα μετά τον τραυματισμό [2]. Η αδυναμία προστασίας όλων των πληγών και η αδυναμία εξάλειψης εγκατεστημένων μολύνσεων από τον κορμό κάνουν την πρόληψη τη μοναδική πραγματική επιλογή: υγιές φυτωριακό υλικό, περιορισμός των μεγάλων τομών, και τεχνική κλαδέματος που ευνοεί την ταχεία επούλωση [2].
Σαπροφυτικοί μύκητες του ξύλου
Τα ξυλώδη πολυετή καρποσώματα που εμφανίζονται σε παλιές πληγές δεν είναι η αιτία της ξήρανσης αλλά ο δείκτης της: πρόκειται για μύκητες που δεν είναι έντονα παθογόνοι, αλλά προκαλούν σοβαρή σήψη σε δέντρα που ήδη υποφέρουν από άλλες αιτίες.
Η ανάλυση του τι σημαίνει η εμφάνισή τους και τι πρέπει να ελεγχθεί στη συνέχεια βρίσκεται στο άρθρο για τους σαπροφυτικούς μύκητες στη ροδακινιά.
6. Ασθένειες της ρίζας και του λαιμού
Armillaria — η ασθένεια που κρίνεται πριν από τη φύτευση
Δύο είδη έχουν σημασία. Η Armillaria mellea παράγει ριζόμορφα, μαύρα κορδόνια σαν σπάγκους που εξερευνούν ενεργά το έδαφος και φτάνουν σε νέες ρίζες. Η Desarmillaria tabescens δεν παράγει ριζόμορφα και εξαπλώνεται μόνο με επαφή ρίζας προς ρίζα — είναι όμως πρωτογενές παθογόνο και δεν χρειάζεται καταπονημένο δέντρο για να σκοτώσει [1]. Στην Ευρώπη κυριαρχούν η A. mellea και η A. ostoyae [2].
Τα τρία διαγνωστικά σημάδια είναι απόλυτα και δεν μοιάζουν με τίποτε άλλο:
- Λευκές ως κιτρινωπές μυκηλιακές βεντάλιες ανάμεσα στον φλοιό και το ξύλο, στον λαιμό και στις μεγάλες ρίζες [2] [9].
- Σκουρόχρωμα ως μαύρα ριζόμορφα στην επιφάνεια των ριζών [9].
- Μελί μανιτάρια στη βάση του κορμού, μετά από ισχυρές βροχές [1] [2].
Δύο πρακτικές παρατηρήσεις που διαφοροποιούν τη ριζώδη σήψη από το σύνδρομο βραχείας ζωής: το προσβεβλημένο δέντρο πεθαίνει αργά, με αραιή νέα βλάστηση, πολύ κοντούς βλαστούς και ανοιχτοπράσινα, κίτρινα ή κοκκινωπά φύλλα, ενώ το μεγαλύτερο μέρος του υπέργειου ξύλου παραμένει ζωντανό και νεκρές είναι οι ρίζες και ο υπόγειος κορμός· και για να βρεθούν οι νεκρές ρίζες την άνοιξη μπορεί να χρειαστεί σκάψιμο 15 ως 45 εκατοστά κάτω από την επιφάνεια [16]. Η ασθένεια είναι επίσης συχνότερη σε χαμηλά υγρά σημεία και σε πρόσφατα εκχερσωμένη γη [16].
Ο μύκητας επιβιώνει στο έδαφος για πολλά χρόνια ως μυκήλιο μέσα σε προσβεβλημένους ιστούς και ως ριζόμορφα [2] [9], και είναι πιο επιτυχής στην εισβολή σε υγιή ιστό όταν έχει πρώτα εγκατασταθεί σαπροφυτικά — γι' αυτό τα πολύ νεαρά δέντρα σε έδαφος γεμάτο ρίζες προηγούμενης καλλιέργειας είναι τα πιο εκτεθειμένα [2].
Δύο μέτρα με τεκμηριωμένο αποτέλεσμα. Πρώτον, τάφρος βάθους περίπου ενός μέτρου και είκοσι, επενδεδυμένη με πλαστικό, γύρω από την εστία, που εμποδίζει την εξάπλωση σε υγιείς ρίζες [9]. Δεύτερον, η αποκάλυψη του λαιμού: αφαίρεση του χώματος γύρω από τον λαιμό και την ανώτερη ριζική ζώνη σε βάθος 23 έως 30 εκατοστών την άνοιξη, διατήρηση της περιοχής στεγνής όλη τη βλαστική περίοδο και περιοδικός καθαρισμός της από υπολείμματα [9]. Ο μηχανισμός είναι η συνεχής ήπια θέρμανση και ξήρανση, που εμποδίζει τον μύκητα να αποικίσει τον εκτεθειμένο λαιμό [8].
Μια εξέλιξη της ίδιας ιδέας είναι η φύτευση των δέντρων περίπου 40 εκατοστά ψηλότερα από το κανονικό, μέσα σε υφασμάτινα δοχεία ανοιχτού πυθμένα, και η αποκάλυψη του λαιμού οκτώ μήνες αργότερα. Σε πενταετή πειράματα σε δύο οπωρώνες της Νότιας Καρολίνας, τα δέντρα μάρτυρες εμφάνισαν παρακμή σε ποσοστό 30 έως 70%, ενώ τα δέντρα με τη μεταχείριση αυτή μόνο 0 έως 10% [8].
Φυτόφθορα — σήψη λαιμού και ριζών
Εμπλέκονται τα είδη Phytophthora cactorum, P. cambivora, P. megasperma και P. cryptogea [1]. Τα ζωοσπόρια έλκονται από τα εκκρίματα των ριζών, εγκυστώνονται στην επιφάνειά τους και μολύνουν τις λεπτές τροφοφόρες ρίζες. Οι λαιμοί που υφίστανται παρατεταμένη διαβροχή από κατάκλυση ή από έντονη βροχή αναπτύσσουν σήψη λαιμού, και μετά από κάθε βροχή ή άρδευση παράγεται νέα γενιά σποραγγείων που ξαναρχίζει τον κύκλο [2].
Το χαρακτηριστικό που ξεχωρίζει τη φυτόφθορα από κάθε άλλη αιτία ξήρανσης είναι η διάταξη στο χωράφι: εμφανίζεται σε εστίες, εκεί που λιμνάζει το νερό, στα χαμηλά σημεία, ή κατά μήκος της γραμμής στάγδην άρδευσης. Η Armillaria και η βερτισιλλίωση χτυπούν μεμονωμένα σκόρπια δέντρα. Αυτή η μία παρατήρηση, που δεν κοστίζει τίποτε και γίνεται από την άκρη του χωραφιού, διαχωρίζει τρεις ασθένειες χωρίς εργαστήριο.
Η πλήρης ανάλυση, με τα στάδια της προσβολής και τα σημεία όπου είναι πια αργά, βρίσκεται στο άρθρο για τη φυτόφθορα και τις σήψεις λαιμού στα οπωροφόρα.
Βερτισιλλίωση
Ο Verticillium dahliae παράγει μικροσκληρώτια που επιβιώνουν στο έδαφος για πολλά χρόνια χωρίς ξενιστή, όταν η θερμοκρασία εδάφους είναι 5 έως 15 °C και η υδατοϊκανότητα 50 έως 75% [2]. Η μεγαλύτερη συγκέντρωσή τους βρίσκεται σε βάθος 15 έως 30 εκατοστών, αλλά εντοπίζονται ως και τα 105 εκατοστά [2].
Το πρώτο σύμπτωμα είναι ξαφνική μάρανση των φύλλων σε έναν ή περισσότερους βραχίονες κατά τη διάρκεια ζέστης το καλοκαίρι· τα φύλλα κιτρινίζουν, καστανίζουν και κατσαρώνουν [2]. Σε νεαρά δέντρα μπορεί να αποφυλλωθεί ολόκληρο το δέντρο, ενώ σε μεγαλύτερα προσβάλλονται μόνο μεμονωμένοι βραχίονες. Σε διαμήκη τομή το ξύλο δείχνει καστανές ως μαύρες γραμμώσεις· σε εγκάρσια τομή, μεταχρωματισμένο δακτύλιο στο εξωτερικό ξύλο [2].
Το ιστορικό του αγροτεμαχίου είναι πάλι κρίσιμο: η ασθένεια εμφανίζεται συχνά όταν η ροδακινιά φυτεύεται εκεί όπου καλλιεργούνταν για χρόνια βαμβάκι, τομάτα ή πιπεριά [2]. Δεν υπάρχουν γνωστά ανθεκτικά υποκείμενα [2].
7. Ιώσεις και η παραμόρφωση των καρπών
Είκοσι ταυτοποιημένοι ιοί και ένα ιοειδές έχουν αναφερθεί στη ροδακινιά, τη βερικοκιά και τη δαμασκηνιά [4]. Το πρώτο πράγμα που πρέπει να λεχθεί είναι αρνητικό: η διάγνωση των ιώσεων των πυρηνοκάρπων δεν μπορεί να βασιστεί στη συμπτωματολογία, γιατί αυτή επηρεάζεται από το είδος και την ποικιλία, τη φυλή του παθογόνου, την ηλικία του ξενιστή, τις περιβαλλοντικές συνθήκες και την παρουσία μικτών μολύνσεων με δεύτερο και τρίτο ιό. Η διάγνωση βασίζεται σε εργαστηριακές μεθόδους [4].
Ευλογιά — Sharka
Ο ιός Plum pox virus είναι η καταστρεπτικότερη ιολογική ασθένεια των πυρηνοκάρπων. Στην Ελλάδα είναι ευρύτατα διαδεδομένος, κυρίως στην Πελοπόννησο στη βερικοκιά και στη Μακεδονία στη ροδακινιά, και έχει πλήξει σοβαρά τόσο την καλλιέργεια όσο και τη βιομηχανία χυμοποίησης και κονσερβοποίησης [4].
Στη ροδακινιά, τα φύλλα παρουσιάζουν χλώρωση των νευρώσεων ή διάχυτες χλωρωτικές ταινίες γύρω από αυτές· χαρακτηριστικό σύμπτωμα είναι η βράχυνση των νευρώσεων στο χλωρωτικό τους τμήμα, που προκαλεί παραμόρφωση του ελάσματος [4]. Στη βερικοκιά, οι κίτρινοι δακτύλιοι με σκούρο κέντρο πάνω στο κουκούτσι αποτελούν παθογνωμονικό σύμπτωμα, καθώς εμφανίζονται ακόμη και όταν φύλλα και καρποί δείχνουν υγιείς [4].
Η κύρια οδός διάδοσης σε μεγάλες αποστάσεις είναι το μολυσμένο πολλαπλασιαστικό υλικό· οι αφίδες-φορείς ευθύνονται για τη σταδιακή εξάπλωση μέσα στο φυτώριο ή τον οπωρώνα και ανάμεσα σε γειτονικούς οπωρώνες [4]. Σημαντική δεξαμενή είναι η τσαπουρνιά (Prunus spinosa), κοινός θάμνος στην Ελλάδα, που δεν εμφανίζει συμπτώματα και λειτουργεί ως λανθάνων ξενιστής [4].
Στην πράξη έχουν αξιολογηθεί ανεκτικές ποικιλίες έναντι των ισχυρά παθογόνων ελληνικών φυλών. Ανάμεσά τους, για επιτραπέζια χρήση, οι Spring Time, Dixired, Cardinal, Red Heaven, Sun Crest, Blake, Red Cap, Honey Dew Hale και Shipper's Late Red, και για κονσερβοποίηση οι συμπύρηνες Cortez, Loadel, Andros και Fortuna [4].
Η ευλογιά είναι ρυθμιζόμενος επιβλαβής οργανισμός. Η διάγνωση, η δήλωση και η διαχείριση των κρουσμάτων γίνονται από την αρμόδια φυτοϋγειονομική υπηρεσία.
Νεκρωτική δακτυλιωτή κηλίδωση και νανισμός
Οι ιοί Prunus necrotic ringspot virus και Prune dwarf virus προσβάλλουν ροδακινιά, δαμασκηνιά, κερασιά, βυσσινιά και αμυγδαλιά [4]. Στη ροδακινιά ο PDV προκαλεί δύο ασθένειες: τον «νανισμό της ροδακινιάς» σε απλή μόλυνση και τη «ροζέτα – παρακμή της ροδακινιάς» σε μικτή μόλυνση με τον PNRSV [4]. Ένα πρακτικό στοιχείο που αλλάζει τη διαχείριση: τα ασθενή δέντρα είναι πιο ευαίσθητα στις χαμηλές θερμοκρασίες [4] — μια ίωση μπορεί έτσι να εμφανιστεί ως ζημιά παγετού.
Στον οπωρώνα η ασθένεια εξαπλώνεται με τη γύρη, και το λανθάνον μωσαϊκό της ροδακινιάς (PLMVd) εξαπλώνεται με τα ψαλίδια κλαδέματος [4]. Το τελευταίο είναι από τα ελάχιστα σημεία όπου η απολύμανση των εργαλείων μεταξύ δέντρων έχει αποδεδειγμένο νόημα.
Η παραμόρφωση των καρπών
Ξεχωριστή περίπτωση, γιατί μοιάζει με ίωση χωρίς να έχει ταυτοποιηθεί ως τέτοια στα δείγματα της περιοχής. Οι καρποί φέρουν βαθιές πτυχώσεις και αυλακώσεις, σκουρόχρωμες βυθισμένες περιοχές και τμήματα που δεν χρωματίζουν ποτέ, ενώ το φύλλωμα γύρω τους παραμένει φαινομενικά υγιές.
Το ιστορικό της υπόθεσης, οι ιολογικές αναλύσεις που έγιναν, τι απέκλεισαν και ποια είναι η τρέχουσα εικόνα από τη διεθνή βιβλιογραφία, αναλύονται στο άρθρο για την ασθένεια της παραμόρφωσης των καρπών της ροδακινιάς. Στο εργαλείο η αιτία περιλαμβάνεται επειδή στην πράξη συγχέεται με την ευλογιά και με μηχανική ζημιά, και η διάκριση έχει συνέπειες: η μία είναι ρυθμιζόμενος οργανισμός, η άλλη όχι.
Πηγές: 4
8. Τα λεπιδόπτερα: ανάρσια, καρπόκαψα, φυλλοδέτης
Τα τρία αυτά έντομα είναι το κέντρο βάρους της φυτοπροστασίας της ροδακινιάς στην Κεντρική Μακεδονία, και για μία φορά υπάρχουν τοπικά δεδομένα αντί για μεταφορά ξένων μοντέλων. Μελέτη σε οκτώ οπωρώνες ροδακινιάς στον νομό Πέλλας κατέγραψε με φερομονικές παγίδες, από τον Απρίλιο ως τον Οκτώβριο των ετών 2018 και 2020, την εποχιακή εμφάνιση των Anarsia lineatella, Grapholita molesta και Adoxophyes orana, και χρησιμοποίησε τα δεδομένα του 2021 για επαλήθευση των προβλέψεων [3].
Οι βαθμοημέρες της Πέλλας
Οι κατώτερες θερμοκρασίες ανάπτυξης που χρησιμοποιήθηκαν είναι 11,4 °C για την ανάρσια, 9,5 °C για την καρπόκαψα και 7,2 °C για τον φυλλοδέτη, και σε όλες τις περιπτώσεις το σημείο έναρξης της άθροισης — το biofix — είναι η 1η Ιανουαρίου [3].
| Έντομο | Κατώτερο όριο | Πρώτη σύλληψη | Κορύφωση 1ης πτήσης | Κορύφωση 2ης πτήσης |
|---|---|---|---|---|
| Ανάρσια (Anarsia lineatella) | 11,4 °C | 70 βαθμοημέρες | 150,6 βαθμοημέρες | 511,5 βαθμοημέρες |
| Καρπόκαψα (Grapholita molesta) | 9,5 °C | 33 βαθμοημέρες | 77,9 βαθμοημέρες | 204,8 βαθμοημέρες |
| Φυλλοδέτης (Adoxophyes orana) | 7,2 °C | 362 βαθμοημέρες | 428,7 βαθμοημέρες | 1.239,5 βαθμοημέρες |
Όλες οι τιμές από τη δημοσιευμένη μελέτη της Πέλλας [3], με άθροιση βαθμοημερών από την 1η Ιανουαρίου και με τα κατώτερα όρια της δεύτερης στήλης. Οι τιμές είναι διακριτές για κάθε είδος και δεν εναλλάσσονται.
Για την έναρξη της δεύτερης πτήσης, οι τιμές είναι 365 βαθμοημέρες για την ανάρσια, 133 για την καρπόκαψα και 1.028 για τον φυλλοδέτη [3].
Ανάρσια
Η Anarsia lineatella διαχειμάζει ως προνύμφη πρώτου ή δεύτερου σταδίου μέσα σε μικροσκοπικό κελί, το χειμαδιό, σε διχάλες, πληγές κλαδέματος και σχισμές του φλοιού [6]. Οι προνύμφες βγαίνουν νωρίς την άνοιξη, κατά την άνθηση, και ανεβαίνουν στη νέα βλάστηση.
Η ζημιά είναι δύο ειδών. Στη βλάστηση, οι προνύμφες τρυπούν το εσωτερικό των αναπτυσσόμενων βλαστών και προκαλούν ξήρανση της κορυφής — τα λεγόμενα κτυπημένα βλαστάρια. Στον καρπό, μπαίνουν συνήθως από τον ποδίσκο ή κατά μήκος της ραφής και τρέφονται ακριβώς κάτω από την επιδερμίδα [6].
Το κατώφλι επέμβασης με βάση τη βλάστηση είναι τρία κτυπημένα βλαστάρια ανά δέντρο [6]. Ως προς τον χρονισμό, οι αμερικανικές οδηγίες τοποθετούν την επέμβαση στις 300 έως 400 βαθμοημέρες από την πρώτη σύλληψη, με όρια 10 και 31 °C — 400 για πράσινο καρπό, 300 για καρπό που χρωματίζει [6]. Οι τιμές αυτές δεν είναι ίδιες με τις βαθμοημέρες της Πέλλας, γιατί διαφέρει το σημείο έναρξης και το κατώτερο όριο.
Καρπόκαψα
Η Grapholita molesta διαχειμάζει ως ώριμη διαπαύουσα προνύμφη μέσα σε πυκνό κουκούλι, σε προστατευμένες θέσεις πάνω στο δέντρο ή στα υπολείμματα γύρω από τη βάση του [5]. Στην Καλιφόρνια συμπληρώνει πέντε γενιές τον χρόνο, και σε χρονιές με ζεστή πρώιμη άνοιξη και όψιμο φθινόπωρο έχει παρατηρηθεί και έκτη [5].
Οι πρώτες γενιές δίνουν κτυπημένα βλαστάρια, όπως και η ανάρσια. Οι επόμενες στρέφονται στις κορυφές των βλαστών και στους πράσινους καρπούς: η ώριμη προνύμφη μπαίνει γενικά από το άκρο του ποδίσκου και τρυπάει ως το κέντρο, τρεφόμενη γύρω από το κουκούτσι [5].
Καρπόκαψα: στοά που φτάνει ως το κουκούτσι, με τροφική δραστηριότητα γύρω από τον πυρήνα.
Η διάκριση δεν είναι ακαδημαϊκή: οι δύο πτήσεις δεν συμπίπτουν, και σε βαθμοημέρες της Πέλλας η καρπόκαψα κορυφώνεται πολύ νωρίτερα από την ανάρσια [3].
Το κατώφλι επέμβασης είναι επίσης τρία κτυπημένα βλαστάρια ανά δέντρο κατά μέσο όρο σε έντονες προσβολές [5]. Η δειγματοληψία καρπών γίνεται εβδομαδιαία, με έμφαση στις τελευταίες τέσσερις εβδομάδες πριν τη συγκομιδή [5].
Δύο σημεία με πρακτικό αντίκρισμα. Πρώτον, η σύγχυση φύλου είναι η προτιμώμενη στρατηγική όπου εφαρμόζεται σε επαρκή έκταση [5]. Δεύτερον, το παρασιτοειδές Macrocentrus ancylivorus μπορεί να φτάσει 80 έως 90% παρασιτισμό τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο σε οπωρώνες που αποφεύγουν τα εντομοκτόνα ευρέος φάσματος [5]. Ένα ποσοστό αυτού του μεγέθους δεν είναι διακοσμητικό: είναι διαχείριση της δεύτερης και τρίτης γενιάς χωρίς κόστος, και χάνεται με έναν μόνο ακατάλληλο ψεκασμό.
Φυλλοδέτης
Ο Adoxophyes orana δένει φύλλα και κορυφές βλαστών με μεταξένια νήματα και τρέφεται μέσα στο προστατευμένο αυτό περιβάλλον. Στον καρπό η ζημιά είναι επιφανειακή: ξυσίματα της επιδερμίδας, χαρακτηριστικά εκεί όπου ένα φύλλο ακουμπά τον καρπό.
Στα δεδομένα της Πέλλας ο φυλλοδέτης ξεχωρίζει από τα άλλα δύο σε δύο σημεία: έχει το χαμηλότερο κατώτερο θερμοκρασιακό όριο (7,2 °C) αλλά τη μεγαλύτερη απαίτηση σε βαθμοημέρες — 362 έναντι 70 και 33 για την πρώτη σύλληψη, και 1.239,5 έναντι 511,5 και 204,8 για την κορύφωση της δεύτερης πτήσης [3]. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι ο φυλλοδέτης εμφανίζεται αργότερα μέσα στη σεζόν παρά το χαμηλότερο όριό του, και ότι η δεύτερη γενιά του πέφτει σε φάση που ο καρπός είναι ήδη ευαίσθητος.
9. Μυζητικοί εχθροί
Τετράνυχοι
Στη ροδακινιά ενδιαφέρουν κυρίως ο Tetranychus urticae και ο Panonychus ulmi. Διαχειμάζουν ως ενήλικα θηλυκά σε προστατευμένες θέσεις πάνω στο δέντρο ή στα φυτικά υπολείμματα και τα ζιζάνια, με χαρακτηριστικό κοκκινοπορτοκαλί χρώμα στη διάπαυση [7].
Οι αριθμοί εξηγούν γιατί ο τετράνυχος ξεφεύγει τόσο γρήγορα: στη ζέστη του καλοκαιριού μια γενιά ολοκληρώνεται σε δέκα ημέρες, και ανάλογα με τη θερμοκρασία συμπληρώνονται 8 έως 18 γενιές τον χρόνο [7].
Η ζημιά είναι στίγματα και ξεθώριασμα των φύλλων, και σε βαριές προσβολές έντονη φυλλόπτωση. Το κόστος δεν είναι μόνο το φύλλωμα: η πρόωρη αποφύλλωση εμποδίζει το μεγάλωμα του καρπού και εκθέτει καρπούς και βραχίονες σε ηλιόκαυμα [7].
Πράσινη αφίδα
Ο Myzus persicae έχει τη ροδακινιά ως πρωτεύοντα ξενιστή: διαχειμάζει ως άπτερα θηλυκά ή ως αυγά κάτω από τα λέπια των οφθαλμών. Μετά την εκκόλαψη ακολουθούν αρκετές γενιές απτέρων, και τον Ιούνιο εμφανίζονται τα πτερωτά· όλες οι αφίδες εγκαταλείπουν τις ροδακινιές μέσα στον Ιούνιο και τον Ιούλιο [17].
Τα κατώφλια επέμβασης είναι πολύ διαφορετικά ανάμεσα στα δύο είδη καρπού: μία αποικία ανά δέντρο στα νεκταρίνια, πέντε ή περισσότερες αποικίες ανά δέντρο στα ροδάκινα, με τα μεγαλύτερα δέντρα να ανέχονται περισσότερες. Η επιθεώρηση γίνεται εβδομαδιαία από την πτώση των πετάλων ως τη σκλήρυνση των κορυφών [17].
Πέρα από την άμεση ζημιά — κατσάρωμα των κορυφών, μελιτώματα, καπνιά — η πράσινη αφίδα είναι φορέας του ιού της ευλογιάς [17]. Σε περιοχή όπου κυριαρχεί η επιδημική φυλή PPV-M, που μεταδίδεται εύκολα με αφίδες [4], το κατώφλι των αφίδων δεν αφορά μόνο τη φετινή ζημιά.
Ψευδόκοκκος του Comstock
Ο Pseudococcus comstocki είναι εισβλητικό είδος ασιατικής προέλευσης, εγκατεστημένο στη βόρεια Ιταλία και τη νότια Γαλλία από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 [12]. Σε καταγραφή στη βορειοανατολική Ιταλία αναγνωρίστηκαν είκοσι ένα είδη ξενιστών, μεταξύ των οποίων η ροδακινιά, η μηλιά, η αχλαδιά, η μουριά και σειρά καλλωπιστικών [11].
Η βιολογία που καθορίζει τη διαχείριση: τρεις γενιές τον χρόνο και διαχείμαση στο στάδιο του αυγού [11]. Η εκκόλαψη της πρώτης γενιάς γίνεται μέσα στον Απρίλιο, οι νύμφες εγκαθίστανται στην κάτω επιφάνεια των φύλλων, τα ενήλικα θηλυκά εμφανίζονται τον Ιούνιο και στις αρχές Ιουλίου, και η ωοτοκία γίνεται από τα μέσα Ιουνίου ως τα μέσα Ιουλίου. Η δεύτερη γενιά εκκολάπτεται στις αρχές ως τα μέσα Ιουλίου και η τρίτη από τα τέλη Αυγούστου ως τις αρχές Οκτωβρίου [11].
Η οικονομική ζημιά δεν προκύπτει τόσο από τη μύζηση όσο από τα μελιτώματα και την καπνιά που υποβαθμίζουν την εμπορευσιμότητα. Σε προσβεβλημένους οπωρώνες της νότιας Γαλλίας, με υψηλά ποσοστά προσβολής και έντονη καπνιά, αναφέρεται απόρριψη έως και 80% των συγκομισμένων καρπών [12]. Το στοιχείο αυτό αφορά μηλοειδή και δίνεται στη δημοσίευση ως προσωπική επικοινωνία, όχι ως μετρημένο πείραμα — αναφέρεται εδώ ως τάξη μεγέθους του κινδύνου, όχι ως αναμενόμενη τιμή για τη ροδακινιά.
Για τη βιολογική αντιμετώπιση, τα δύο παρασιτοειδή που επιλέχθηκαν σε ευρωπαϊκό πρόγραμμα είναι το Allotropa burrelli και το Acerophagus malinus· αντίθετα, η Clausenia purpurea απορρίφθηκε ως μη εξειδικευμένη, καθώς παρασιτεί και άλλα είδη ψευδόκοκκων [12].
Το είδος έχει ήδη καταγραφεί σε καρπούς λωτού στη Μακεδονία, όπως περιγράφεται στο σχετικό άρθρο.
Ψώρα του Σαν Ζοζέ
Η ψώρα του Σαν Ζοζέ έχει σύνθετο βιολογικό κύκλο με επικαλυπτόμενα στάδια, και μπορεί να δώσει έως τέσσερις γενιές ερπουσών νυμφών ανά εποχή [13]. Οι διαχειμάζουσες νύμφες βρίσκονται σε κλαδίσκους, βραχίονες και κορμούς, και την άνοιξη εξελίσσονται σε πτερωτά αρσενικά και ακίνητα θηλυκά [13].
Το πιο χρήσιμο τεστ στο χωράφι είναι απλό: τρίψιμο των ασπίδων με το χέρι. Αν το έντομο είναι νεκρό, η ασπίδα ξεκολλά καθαρή· αν είναι ζωντανό, το τρίψιμο αφήνει στο χέρι κίτρινο ως κοκκινωπό ίχνος [13]. Η διάκριση αυτή κρίνει αν χρειάζεται επέμβαση ή αν η προσβολή είναι παλιά και ήδη νεκρή.
Στον καρπό, οι έρπουσες νύμφες εγκαθίστανται και δίνουν τις χαρακτηριστικές κόκκινες κηλίδες γύρω από κάθε ασπίδα. Στο ξύλο, οι βαριές προσβολές εξασθενούν και τελικά νεκρώνουν κλαδίσκους και βραχίονες [13]. Επειδή η ανάπτυξη της ψώρας συνδέεται στενά με τη θερμοκρασία, η παρακολούθηση των σταδίων καθορίζει την εποχή επέμβασης· η κλασική βάση παραμένει ο χειμερινός πολτός στον λήθαργο.
Θρίπες
Η ζημιά από θρίπες στα πυρηνόκαρπα εμφανίζεται σε δύο χρονικά σημεία. Στην άνθηση και την καρπόδεση, η δραστηριότητα των προνυμφών προκαλεί ουλές και φελλοποίηση στην επιδερμίδα, που επεκτείνονται και καστανίζουν καθώς ο καρπός μεγαλώνει. Στο στάδιο του τελικού φουσκώματος του καρπού, η ζημιά εμφανίζεται ως ασημί κηλιδώσεις στην επιδερμίδα, ιδίως στα σημεία που προστατεύονται από φύλλα ή από επαφή καρπών [13].
Η σύσταση παρακολούθησης είναι δειγματοληψία σε οφθαλμούς και άνθη και κολλητικές παγίδες, ανά δεκαπενθήμερο, με ιδιαίτερη προσοχή στα στάδια του ροζ και της πλήρους άνθησης [13]. Η διαχείριση της αυτοφυούς βλάστησης έχει άμεσο αποτέλεσμα: τα πλατύφυλλα ζιζάνια και τα ανθοφόρα φυτά συντηρούν τους πληθυσμούς, και η αντικατάστασή τους από αγρωστώδη μειώνει τη μεταφορά στα δέντρα, καθώς ορισμένα είδη θριπών δεν τρέφονται σε αγρωστώδη [13]. Η χλοοκοπή γίνεται μετά την ολοκλήρωση της πτώσης των περιβλημάτων και όχι κατά την άνθηση, γιατί αλλιώς οι θρίπες ανεβαίνουν στα δέντρα [13].
10. Ξυλοφάγοι και καρπόφαγοι
Καπνώδης ή μυλωνάς
Ο Capnodis tenebrionis είναι ο εχθρός που σκοτώνει δέντρα χωρίς να δίνει σύμπτωμα στο ύψος του ματιού. Τα ενήλικα εμφανίζονται την άνοιξη και τρέφονται σε νεαρούς βλαστούς, κλαδίσκους, οφθαλμούς και μίσχους φύλλων· ζουν πάνω από έναν χρόνο και μπορεί να διαχειμάσουν δύο φορές [10].
Τα θηλυκά ωοτοκούν το καλοκαίρι σε ξηρό έδαφος κοντά στον κορμό και προτιμούν τα εξασθενημένα δέντρα. Η ωοτοκία ξεκινά στους 23 °C και κορυφώνεται στο βέλτιστο εύρος των 30 έως 34 °C, δηλαδή τυπικά τον Ιούλιο και τον Αύγουστο· ένα θηλυκό μπορεί να παράγει πάνω από 1.000 αυγά τον χρόνο σε ευνοϊκές συνθήκες [10].
Οι νεαρές προνύμφες μπαίνουν στις ρίζες και τρέφονται στον φλοιώδη ιστό. Η ανάπτυξη διαρκεί 6 έως 18 μήνες ανάλογα με τη θερμοκρασία και το υποκείμενο. Η σοβαρότερη ζημιά προέρχεται από τις στοές στις ρίζες και στο κατώτερο τμήμα του κορμού, και λίγες μόνο προνύμφες αρκούν για να σκοτώσουν ένα μεγάλο δέντρο μέσα σε δύο χρόνια [10].
Ως προς την αντιμετώπιση, οι εντομοπαθογόνοι νηματώδεις και μύκητες έχουν δώσει σε πειράματα αγρού 75 έως 97% έλεγχο [10]. Οι ανθεκτικές επιλογές υποκειμένων είναι περιορισμένες. Τα καλλιεργητικά μέτρα — συλλογή ενηλίκων, διαχείριση της άρδευσης, φυσικά εμπόδια στη βάση του κορμού — παραμένουν ο κορμός της στρατηγικής [10].
Αναλυτικά, με τα διαγνωστικά σημάδια στο χωράφι, στο άρθρο για τον καπνώδη ή μυλωνά.
Κόσσος
Ο Cossus cossus ανήκει στα ξυλοφάγα λεπιδόπτερα της οικογένειας Cossidae, και είναι το γνωστότερο από τα είκοσι έξι είδη της οικογένειας που έχουν αναφερθεί ως εχθροί καλλιεργούμενων ξυλωδών φυτών [21]. Το εύρος ξενιστών του είναι τεράστιο και περιλαμβάνει σχεδόν όλα τα οπωροφόρα της περιοχής: ροδακινιά και λοιπά Prunus, μηλιά, αχλαδιά, κυδωνιά, κερασιά, βερικοκιά, καρυδιά, καστανιά, λωτό, μουριά, ελιά και άμπελο, μαζί με ιτιά, λεύκα, δρυ, φτελιά και σφένδαμο [21].
Η βιολογία εξηγεί γιατί η προσβολή περνά απαρατήρητη για χρόνια. Τα ενήλικα είναι νυκτόβια και κακοί πετάχτες, με περιορισμένη ικανότητα διασποράς [21]. Τα θηλυκά ωοτοκούν σε σχισμές του φλοιού, συνήθως στα κατώτερα τμήματα του κορμού, σε ομάδες 12 έως 70 αυγών [22]. Ο κύκλος διαρκεί δύο έως τέσσερα έτη ανάλογα με την περιοχή και την ποιότητα της τροφής, και το μεγαλύτερο μέρος του περνά στο προνυμφικό στάδιο [21] [22]· η προνύμφη διαχειμάζει το πρώτο έτος στο φλοίωμα και τρέφεται ενεργά μέσα στο ξύλο στη συνέχεια [22].
Η ώριμη προνύμφη φτάνει τα 7 έως 10 εκατοστά, είναι ροζ ως ροζοκάστανη με ισχυρές γνάθους, και ανοίγει στοά πλάτους περίπου 15 χιλιοστών και μήκους έως και ένα μέτρο, με σκουρόχρωμα τοιχώματα [22]. Όταν οι στοές πολλαπλασιαστούν, ο κορμός αποκτά τη χαρακτηριστική κηρηθροειδή όψη — και αυτό συμβαίνει επειδή τα θηλυκά προτιμούν να ωοτοκούν σε ήδη προσβεβλημένες περιοχές [21].
Μυλωνάς: στοές στις ρίζες και στον φλοιώδη ιστό του κατώτερου κορμού, λεπτό πριονίδι, καμία οσμή, και προνύμφη κολεόπτερου — άποδη, λευκή, με διογκωμένο πρόσθιο τμήμα.
Η διάκριση αλλάζει τη διαχείριση: ο μυλωνάς δουλεύει κάτω από το χώμα και συνδέεται με την ξηρασία γύρω από τη βάση, ο κόσσος μέσα στο ξύλο και συνδέεται με παλιές πληγές.
Η ζημιά δεν είναι μόνο η απώλεια ιστού. Οι στοές καθιστούν τους μεγάλους βραχίονες και τους κορμούς επιρρεπείς σε σπάσιμο από τον άνεμο και οδηγούν σε παρακμή και θάνατο του δέντρου, ενώ μειώνουν την αύξηση, την παραγωγή και την ποιότητα του καρπού [21]. Ως προς την αντιμετώπιση, η ανασκόπηση της οικογένειας τονίζει τη σημασία των φερομονικών παγίδων και την ανάγκη ολοκληρωμένης προσέγγισης· καμία μεμονωμένη επέμβαση δεν αρκεί [21].
Αναλυτικά, με τα συμπτώματα στο χωράφι, στο άρθρο για τον κόσσο.
Μεσογειακή μύγα
Η Ceratitis capitata προσβάλλει ώριμους και ωριμάζοντες καρπούς. Το διαγνωστικό σημάδι είναι η οπή νυγμού με σκουρόχρωμη άλω γύρω της και η παρουσία προνυμφών μέσα στη σάρκα. Επειδή η προσβολή συμπίπτει με τη συγκομιδή, οι επιλογές είναι περιορισμένες και η στρατηγική στηρίζεται στην παρακολούθηση με παγίδες, στον καθαρισμό των πεσμένων καρπών και στη διαχείριση των γειτονικών όψιμων ξενιστών. Αναλυτικά στο άρθρο για τη μύγα της Μεσογείου.
11. Φυσιολογικές ανωμαλίες που περνούν για ασθένειες
Σχισμή του πυρήνα
Σοβαρή φυσιολογική ανωμαλία των πυρηνοκάρπων και ιδιαίτερα της ροδακινιάς. Η σχισμή στα πρώιμα στάδια συμβαίνει τυπικά περίπου είκοσι ημέρες μετά την πλήρη άνθηση, όσο ο πυρήνας είναι ακόμη μαλακός, αλλά μπορεί να συμβεί και μετά τη σκλήρυνσή του — και τότε η ζημιά είναι μεγαλύτερη [14]. Ο πυρήνας σχίζεται κατά μήκος της ραφής από την πίεση που ασκεί η σάρκα, η οποία συνεχίζει να διογκώνεται ενώ είναι ακόμη προσκολλημένη στον πυρήνα· σε ακραίες περιπτώσεις ο πυρήνας θρυμματίζεται [14].
Υπάρχει και γενετική συνιστώσα, με σαφή πρακτική αξία: οι πρώιμες ποικιλίες — για παράδειγμα οι June Gold και Spring Gold — επηρεάζονται περισσότερο, επειδή το τελικό φούσκωμα και η σκλήρυνση του πυρήνα συμπίπτουν χρονικά. Στις όψιμες ποικιλίες οι δύο φάσεις απέχουν, και ο δεσμός σάρκας και πυρήνα προλαβαίνει να χαλαρώσει πριν διογκωθεί η σάρκα [14]. Πρακτική συνέπεια: το αραίωμα σε πρώιμη ποικιλία δεν γίνεται με τα ίδια κριτήρια όπως σε όψιμη.
Ένα χρήσιμο γνώρισμα αναγνώρισης: οι καρποί με σχισμένο πυρήνα είναι βαρύτεροι από τους φυσιολογικούς, λόγω βαρύτερου μεσοκαρπίου και εξωκαρπίου [14].
Ψυχρή βλάβη στη συντήρηση
Η ψυχρή βλάβη εμφανίζεται σε πυρηνόκαρπα που εκτίθενται σε θερμοκρασίες κάτω από 15 °C, με την κρίσιμη θερμοκρασία να εξαρτάται από το στάδιο ωριμότητας κατά τη συγκομιδή και την ευαισθησία της ποικιλίας [14]. Τα τυπικά συμπτώματα είναι βοθρίωση της επιδερμίδας, από κατάρρευση των κυττάρων κάτω από αυτήν, και καστάνωση της σάρκας γύρω από τα αγγεία [14].
Η «αλευρώδης» ή «βαμβακώδης» σάρκα είναι επίσης εκδήλωση ψυχρής βλάβης, και εμφανίζεται σε ροδάκινα και νεκταρίνια που έμειναν σε χαμηλή θερμοκρασία για μεγάλο διάστημα: η αλλοιωμένη λειτουργία των ενζύμων του κυτταρικού τοιχώματος δίνει υφή ξηρή και μάλλινη [14]. Οι ποικιλίες με μη τηκόμενη και σφιχτή σάρκα είναι λιγότερο ευαίσθητες από τις τηκόμενες [14].
Η ψυχρή βλάβη δεν είναι μολυσματική και δεν αντιμετωπίζεται με φυτοπροστασία. Περιλαμβάνεται στο εργαλείο επειδή σε επίπεδο τελάρου συγχέεται με σήψη, και επειδή η διάκριση αλλάζει τελείως το τι πρέπει να διορθωθεί.
Ηλιόκαυμα
Δεν είναι μόνο ζημιά καρπού. Οι βραχίονες που έμειναν γυμνοί μετά από πρόωρη αποφύλλωση — από σκωρίαση, από τετράνυχο, από βακτηριακή κηλίδωση — εκτίθενται σε άμεση ακτινοβολία, παθαίνουν ηλιόκαυμα, και οι νεκρωμένες περιοχές αποικίζονται στη συνέχεια από μύκητες σήψης του ξύλου· οι βραχίονες αυτοί εξασθενούν, γίνονται λιγότερο παραγωγικοί και σπάνε από το βάρος της σοδειάς [13]. Το λεύκασμα των κορμών με ακρυλικό χρώμα είναι τεκμηριωμένο μέτρο πρόληψης της ηλιακής ζημιάς και έμμεσα του πολυετούς έλκους [2].
12. Ο πίνακας των συγχύσεων
Κάθε γραμμή είναι ένα ζεύγος που μπερδεύεται στην πράξη, και η τρίτη στήλη είναι το ένα γνώρισμα που το λύνει χωρίς εργαστήριο.
| Μοιάζει με | Αλλά μπορεί να είναι | Το γνώρισμα που τα ξεχωρίζει |
|---|---|---|
| Ανάρσια στον καρπό | Καρπόκαψα | Τομή. Η ανάρσια τρέφεται ακριβώς κάτω από την επιδερμίδα· η καρπόκαψα φτάνει ως το κουκούτσι [5] [6]. |
| Ξήρανση κορυφής βλαστού από λεπιδόπτερο | Τροφική δραστηριότητα ενήλικου Capnodis | Στοά μέσα στον βλαστό. Στο λεπιδόπτερο υπάρχει· στον μυλωνά η ξήρανση οφείλεται σε εξωτερικό ρόκανισμα στη βάση του τρυφερού βλαστού [10]. |
| Έλκος με κόμμι σε βραχίονα | Κομμίωση από Botryosphaeria | Ξινή οσμή του φλοιού την άνοιξη: υπάρχει στο βακτηριακό έλκος, απουσιάζει στην κομμίωση [1]. |
| Ξηραμένος βλαστός που σπάει στο ίδιο σημείο | Έλκος στραγγαλισμού από Diaporthe amygdali | Η θέση. Το έλκος του Diaporthe είναι κομβικό — σχηματίζεται ακριβώς πάνω στον κόμβο, σε ουλή φύλλου ή οφθαλμού, και στενεύει τον βλαστό· η ξήρανση από λεπιδόπτερο αφήνει στοά μέσα στον βλαστό [20]. |
| Στοές και πριονίδι στη βάση του κορμού | Κόσσος αντί για μυλωνά | Η οσμή και η προνύμφη. Ο κόσσος δίνει έντονη οσμή ξιδιού, χοντρά ροκανίδια και μεγάλες ροζοκόκκινες κάμπιες· ο μυλωνάς δουλεύει στις ρίζες, χωρίς οσμή, με άποδη προνύμφη κολεόπτερου [10] [22]. |
| Ξήρανση σε εστίες στα χαμηλά σημεία | Ξήρανση σε σκόρπια μεμονωμένα δέντρα | Η διάταξη στο χωράφι. Εστίες με λιμνάζον νερό δείχνουν φυτόφθορα· σκόρπια δέντρα δείχνουν Armillaria, βερτισιλλίωση ή Capnodis [2]. |
| Μάρανση ολόκληρου βραχίονα το καλοκαίρι | Βερτισιλλίωση ή Armillaria | Τομή στον κλάδο και σκάψιμο στον λαιμό. Δακτύλιος στο ξύλο δείχνει βερτισιλλίωση· λευκές βεντάλιες κάτω από τον φλοιό δείχνουν Armillaria [2]. |
| Νεκρωμένα άνθη πάνω στον βραχύκλαδο | Ζημιά παγετού | Τα άνθη με μονίλια μένουν κολλημένα, με σταγόνα κόμμεος στον ποδίσκο· ο παγετός τα ρίχνει [2]. |
| Μαύρες βούλες στον καρπό | Βακτηριακή κηλίδωση | Το βάθος. Οι κηλίδες της βακτηριακής κηλίδωσης είναι βαθιές σχισμές, ενώ του κλαδοσπορίου είναι αυστηρά επιφανειακές [16]· επιπλέον η βακτηριακή κηλίδωση είναι εντονότερη στην προσήνεμη πλευρά [2]. |
| Σήψη ώριμου καρπού | Ανθράκωση αντί για μονίλια | Τομή. Η ανθράκωση δίνει κωνική σκληρή αλλοίωση που αποκολλάται από το υγιές μεσοκάρπιο· η μονίλια όχι [2]. |
| Τρύπες στα φύλλα | Βακτηριακή κηλίδωση αντί για κορύνεο | Το σχήμα της κηλίδας πριν πέσει: στρογγυλή στο κορύνεο, γωνιώδης και οριοθετημένη από νευρώσεις στη βακτηριακή κηλίδωση [2]. |
| Λευκή σκόνη στα φύλλα | Ωίδιο της μηλιάς από γειτονική φυτεία | Η γειτονιά. Η κηλίδα τύπου «rusty spot» στα ροδάκινα μπορεί να προέρχεται από Podosphaera leucotricha γειτονικών μηλιών [1]. |
| Παραμορφωμένοι καρποί | Ευλογιά ή η ασθένεια της παραμόρφωσης | Το κουκούτσι και τα φύλλα. Δακτύλιοι στο κουκούτσι και χλωρωτικές ταινίες στις νευρώσεις δείχνουν ευλογιά· φαινομενικά υγιές φύλλωμα με βαθιές αυλακώσεις στον καρπό δείχνει την παραμόρφωση [4]. |
| Σχισμένος καρπός | Σχισμή πυρήνα αντί για σκάσιμο από βροχή | Ο πυρήνας. Στη σχισμή πυρήνα το κουκούτσι είναι σπασμένο κατά τη ραφή και ο καρπός βαρύτερος του κανονικού [14]. |
| Καπνιά στο φύλλωμα | Ψευδόκοκκος, αφίδα ή ψώρα | Πού βρίσκεται το έντομο. Λευκό κερώδες στις σχισμές του φλοιού και στον ποδίσκο δείχνει ψευδόκοκκο· αποικίες στις κορυφές δείχνουν αφίδα· ασπίδες πάνω στον φλοιό δείχνουν ψώρα [11] [13] [17]. |
| Αλλοίωση σάρκας μετά το ψυγείο | Ψυχρή βλάβη αντί για μυκητολογική σήψη | Απουσία μυκηλίου και σπορίων, βοθρίωση επιδερμίδας και καστάνωση γύρω από τα αγγεία δείχνουν ψυχρή βλάβη [14]. |
13. Το ετήσιο χρονοδιάγραμμα παρακολούθησης
Ο πίνακας δεν είναι πρόγραμμα ψεκασμών. Δείχνει πότε γίνεται η παρατήρηση που κρίνει αν χρειάζεται επέμβαση, και σε ποιο φαινολογικό στάδιο αντιστοιχεί το κρίσιμο παράθυρο κάθε αιτίου.
| Φαινολογικό στάδιο | Τι παρακολουθείται | Γιατί τότε |
|---|---|---|
| Φυλλόπτωση, φθινόπωρο | Ουλές φυλλόπτωσης, τομές κλαδέματος | Κοινή πύλη εισόδου για το βακτηριακό έλκος και για τον Diaporthe amygdali· μολύνσεις σε 12–18 °C και 5–15 °C αντίστοιχα, με το μόλυσμα του Diaporthe στο ετήσιο μέγιστό του [1] [2] [20] |
| Λήθαργος | Μούμιες στην κόμη, έλκη κλαδίσκων, κηλίδες κλαδοσπορίου στο ξύλο, ασπίδες ψώρας, χειμαδιά ανάρσιας | Όλο το μόλυσμα και ο διαχειμάζων πληθυσμός είναι πάνω στο δέντρο και προσβάσιμα με το κλαδευτήρι [1] [2] [6] [13] |
| Πριν το φούσκωμα οφθαλμών | Το τελευταίο παράθυρο για τον εξώασκο | Μετά την έκπτυξη καμία επέμβαση δεν έχει αποτέλεσμα [2] |
| Ροζ ως πλήρης άνθηση | Θρίπες σε οφθαλμούς και άνθη· διάρκεια διαβροχής και θερμοκρασία για μονίλια | Μόλυνση ανθέων σε 6–12 ώρες στους 15–20 °C· η ζημιά των θριπών ξεκινά εδώ [2] [13] |
| Πτώση πετάλων | Παραγωγή κονιδίων κλαδοσπορίου από τις κηλίδες του ξύλου· έναρξη ελέγχου αφίδων | Το κρίσιμο μόλυσμα του καρπού παράγεται τώρα, αλλά το σύμπτωμα θα φανεί σε 40–70 ημέρες [2] [17] |
| Περίπου 20 ημέρες μετά την πλήρη άνθηση | Ένταση αραιώματος και άρδευσης σε πρώιμες ποικιλίες | Το παράθυρο της σχισμής του πυρήνα, όσο ο πυρήνας είναι μαλακός [14] |
| Αύξηση βλαστών, άνοιξη | Κτυπημένα βλαστάρια — μέτρηση ανά δέντρο· φερομονικές παγίδες | Κατώφλι τρία βλαστάρια ανά δέντρο για ανάρσια και καρπόκαψα [5] [6] |
| Εκκόλαψη ψευδόκοκκου, Απρίλιος | Κάτω επιφάνεια φύλλων για έρπουσες νύμφες | Το μόνο στάδιο που είναι εκτεθειμένο· αργότερα κρύβονται στον φλοιό και στον ποδίσκο [11] |
| Σκλήρυνση πυρήνα ως ωρίμανση | Τετράνυχοι με πεντάλεπτη αναζήτηση· σκόνη και επάρκεια άρδευσης | Γενιά σε δέκα ημέρες στη ζέστη· η αποφύλλωση εμποδίζει το μεγάλωμα του καρπού [7] |
| Τέσσερις εβδομάδες πριν τη συγκομιδή | Εβδομαδιαία δειγματοληψία καρπών με τομή | Η περίοδος με τη μεγαλύτερη προσβολή καρπού από λεπιδόπτερα [5] |
| Μέσα ως τέλη καλοκαιριού | Σκωρίαση στα φύλλα· θερμοκρασία και διάρκεια διαβροχής | 18 ώρες διαβροχής στους 20 °C αρκούν για μόλυνση· η αποφύλλωση κοστίζει στην επόμενη σοδειά [2] [13] |
| Μετά τη συγκομιδή | Ξήρανση μεμονωμένων δέντρων, σκάψιμο στον λαιμό, καρποσώματα στη βάση | Οι ασθένειες ρίζας και λαιμού γίνονται ορατές όταν σταματήσει η ζήτηση νερού του καρπού [2] [8] |
Οι ετήσιες καλλιεργητικές φροντίδες που πλαισιώνουν το παραπάνω — κλάδεμα, αραίωμα, άρδευση, λίπανση — περιγράφονται στο άρθρο για τις ετήσιες καλλιεργητικές φροντίδες της ροδακινιάς, ενώ η διαχείριση του νερού στη φάση της σκλήρυνσης του πυρήνα αναλύεται στο άρθρο για την ελλειμματική άρδευση στη ροδακινιά και τη νεκταρινιά. Η θρέψη μετά τη συγκομιδή, που καθορίζει την επόμενη χρονιά, καλύπτεται στη μετασυλλεκτική θρέψη των πυρηνοκάρπων.
Πηγές: 1 2 5 6 7 8 11 13 14 17
14. Πηγές
Οι αριθμοί μέσα στο κείμενο παραπέμπουν στον παρακάτω κατάλογο. Δηλώνεται ρητά, για κάθε πηγή, αν χρησιμοποιήθηκε πλήρες κείμενο ή μόνο περίληψη.
- [1] Luo C.-X., Schnabel G., Hu M., De Cal A. (2022). Global distribution and management of peach diseases. Phytopathology Research 4:30. Πλήρες κείμενο, ανοιχτής πρόσβασης, με κριτές. Πηγή για την κατάταξη των σημαντικότερων ασθενειών ανά χώρα, τα είδη Monilinia, τη διαχείμαση του εξώασκου στην επιφάνεια των κλαδίσκων, τη διάκριση Armillaria mellea και Desarmillaria tabescens, την ξινή οσμή στο βακτηριακό έλκος και τον ρόλο του νηματώδη των δακτυλίων, το 50% των βλαστών στον Diaporthe, και το «rusty spot» από Podosphaera leucotricha.
- [2] Adaskaveg J.E., Schnabel G., Ritchie D.F., Förster H. — Common Preharvest Diseases of Peach and Nectarine Caused by Fungi and Bacteria: Biology, Epidemiology and Management. Κεφάλαιο 12, CABI. Πλήρες κείμενο κεφαλαίου. Η κύρια ποσοτική πηγή του άρθρου: ώρες διαβροχής και θερμοκρασίες μόλυνσης για μονίλια, κορύνεο, κλαδοσπόριο, σκωρίαση, ωίδιο και εξώασκο· τα 40–70 ημερών συμπτώματα του κλαδοσπορίου· η βιολογία της βερτισιλλίωσης και της Armillaria· το σύνδρομο βραχείας ζωής και ο δεκάλογος αντιμετώπισής του· η βακτηριακή κηλίδωση και ο ρόλος του ανέμου· η καρκίνωση.
- [3] Damos P.T., Soulopoulou P., Gkouderis D., Monastiridis D., Vrettou M., Sakellariou D., Thomidis T. (2022). Degree-day risk thresholds for predicting the occurrence of Anarsia lineatella, Grapholita molesta and Adoxophyes orana in northern Greece peach orchards. Plant Protection Science 58(3):234–244. Ανοιχτής πρόσβασης, με κριτές· χρησιμοποιήθηκαν η πλήρης δημοσιευμένη περίληψη και ο κατάλογος αναφορών. Η μοναδική τοπική πηγή: οκτώ οπωρώνες ροδακινιάς στον νομό Πέλλας, έτη 2018 και 2020 με επαλήθευση το 2021. Πηγή για όλες τις βαθμοημέρες του πίνακα, τα κατώτερα θερμοκρασιακά όρια 11,4, 9,5 και 7,2 °C και το biofix της 1ης Ιανουαρίου.
- [4] Μπεμ Φ. (2007). Οι σοβαρότερες ιολογικές ασθένειες της βερικοκιάς, ροδακινιάς και δαμασκηνιάς. Γεωργία – Κτηνοτροφία τεύχος 6/2007. Πλήρες κείμενο. Ιολόγος, τέως Διευθυντής του Τμήματος Φυτοπαθολογίας του Μπενακείου Φυτοπαθολογικού Ινστιτούτου. Πηγή για την ελληνική εικόνα της ευλογιάς: την επικράτηση της φυλής PPV-M ελληνικής προέλευσης, τη διάδοση στη Μακεδονία στη ροδακινιά, την τσαπουρνιά ως λανθάνοντα ξενιστή, τον κατάλογο ανεκτικών ποικιλιών, και τη μετάδοση του PLMVd με τα ψαλίδια κλαδέματος.
- [5] UC IPM — Oriental Fruit Moth, Peach. UC Statewide Integrated Pest Management Program. Πλήρες κείμενο οδηγίας. Πηγή για τις πέντε γενιές της καρπόκαψας, τη διαχείμαση ως διαπαύουσα ώριμη προνύμφη σε κουκούλι, τη διάτρηση ως το κουκούτσι, το κατώφλι των τριών κτυπημένων βλασταριών, τη δειγματοληψία των τεσσάρων τελευταίων εβδομάδων και το 80–90% παρασιτισμού από Macrocentrus ancylivorus.
- [6] UC IPM — Peach Twig Borer, Peach. UC Statewide Integrated Pest Management Program. Πλήρες κείμενο οδηγίας. Πηγή για τη διαχείμαση της ανάρσιας ως προνύμφη πρώτου ή δεύτερου σταδίου σε χειμαδιό, την τροφική δραστηριότητα ακριβώς κάτω από την επιδερμίδα, το κατώφλι των τριών κτυπημένων βλασταριών και τις 300–400 βαθμοημέρες από την πρώτη σύλληψη με όρια 10 και 31 °C.
- [7] UC IPM — Webspinning Spider Mites, Peach. UC Statewide Integrated Pest Management Program. Πλήρες κείμενο οδηγίας. Πηγή για τη γενιά σε δέκα ημέρες, τις 8–18 γενιές ανά έτος, τη διαχείμαση των θηλυκών, τον ρόλο της σκόνης και της υδατικής καταπόνησης, και τη γενιά σε επτά ημέρες του αρπακτικού Galendromus occidentalis.
- [8] Clemson University Cooperative Extension — Armillaria Root Rot (peach). Πλήρες κείμενο σελίδας. Πηγή για την τεχνική της υπέργειας αποκάλυψης του λαιμού — φύτευση περίπου 40 εκατοστά ψηλότερα σε δοχεία ανοιχτού πυθμένα και αποκάλυψη οκτώ μήνες αργότερα — και για τα πενταετή αποτελέσματα σε δύο οπωρώνες: 30–70% παρακμή στους μάρτυρες έναντι 0–10% στη μεταχείριση.
- [9] UC IPM — Armillaria Root Rot (Oak Root Fungus), Peach. Πλήρες κείμενο οδηγίας. Πηγή για τις λευκές ως κιτρινωπές μυκηλιακές βεντάλιες, τα σκουρόχρωμα ριζόμορφα, την επιβίωση στο έδαφος, την τάφρο με πλαστική επένδυση γύρω από την εστία και την αποκάλυψη του λαιμού σε βάθος 23–30 εκατοστών την άνοιξη.
- [10] Nasouri H. (2024). Capnodis tenebrionis (Coleoptera: Buprestidae). Journal of Integrated Pest Management 15(1):20. Ανασκόπηση με κριτές· χρησιμοποιήθηκε το κύριο σώμα του κειμένου. Πηγή για την ωοτοκία σε ξηρό έδαφος κοντά στον κορμό με έναρξη στους 23 °C και βέλτιστο 30–34 °C, τα πάνω από 1.000 αυγά ανά θηλυκό, την ανάπτυξη της προνύμφης σε 6–18 μήνες, τον θάνατο μεγάλου δέντρου από λίγες προνύμφες μέσα σε δύο χρόνια, τον ρόλο της στάγδην άρδευσης και το 75–97% ελέγχου με εντομοπαθογόνους οργανισμούς.
- [11] Pellizzari G., Duso C., Rainato A., Pozzebon A., Zanini G. (2012). Phenology, ethology and distribution of Pseudococcus comstocki, an invasive pest in northeastern Italy. Bulletin of Insectology 65:209–215. Πλήρες κείμενο. Πηγή για τις τρεις γενιές ανά έτος, τη διαχείμαση στο στάδιο του αυγού, τις ημερομηνίες εκκόλαψης και ωοτοκίας κάθε γενιάς, τους είκοσι έναν ξενιστές στους οποίους περιλαμβάνεται η ροδακινιά, και τη μετακίνηση των θηλυκών προς τους βραχίονες και μέσα στην κοιλότητα του ποδίσκου των ροδάκινων.
- [12] Malausa T. και συνεργάτες (2016). Investigating Biological Control Agents for Controlling Invasive Populations of the Mealybug Pseudococcus comstocki in France. PLoS ONE 11(6):e0157965. Πλήρες κείμενο, ανοιχτής πρόσβασης, με κριτές. Πηγή για την εγκατάσταση του είδους στη νότια Γαλλία και τη βόρεια Ιταλία, για την επιλογή των παρασιτοειδών Allotropa burrelli και Acerophagus malinus και την απόρριψη της Clausenia purpurea ως μη εξειδικευμένης, και για την αναφορά απόρριψης έως 80% των καρπών σε προσβεβλημένους οπωρώνες — η οποία δίνεται στη δημοσίευση ρητά ως προσωπική επικοινωνία και αφορά μηλοειδή.
- [13] NSW Department of Primary Industries — Integrated Pest and Disease Management for Australian Summerfruit, δελτία για σκωρίαση, ψώρα του Σαν Ζοζέ και θρίπες. Πλήρη κείμενα δελτίων. Πηγή για τις συνέπειες της πρόωρης αποφύλλωσης από σκωρίαση — φθινοπωρινή ανθοφορία, ηλιόκαυμα των γυμνών βραχιόνων, αποίκιση από μύκητες σήψης ξύλου —, για τις έως τέσσερις γενιές ερπουσών νυμφών της ψώρας και το τεστ τριψίματος των ασπίδων, και για τα δύο χρονικά σημεία ζημιάς από θρίπες και τη διαχείριση της αυτοφυούς βλάστησης.
- [14] Malik A.R., Raja R.H.S., Javaid R. — Physiological Disorders in Stone Fruits, κεφάλαιο 7. Πλήρες κείμενο κεφαλαίου. Πηγή για τη σχισμή του πυρήνα περίπου είκοσι ημέρες μετά την πλήρη άνθηση, τον ρόλο του υπερβολικού αραιώματος και της άρδευσης, τη μεγαλύτερη ευαισθησία των πρώιμων ποικιλιών, το μεγαλύτερο βάρος των καρπών με σχισμένο πυρήνα, και για την ψυχρή βλάβη κάτω από 15 °C με βοθρίωση και καστάνωση γύρω από τα αγγεία.
- [15] Hartman J.R. — Peach Fruit Diseases. University of Kentucky, Plant Pathology Fact Sheet PPFS-FR-T-09. Πλήρες κείμενο. Πηγή για την εμφάνιση του κλαδοσπορίου έξι ως επτά εβδομάδες μετά την πτώση των πετάλων και για το ότι η επιδερμίδα των προσβεβλημένων καρπών δεν ξεφλουδίζει εύκολα σε καυτό νερό πριν από τη μεταποίηση.
- [16] Clemson University Cooperative Extension Service, CE 16 (ανατύπωση 1997) — Peach Diseases: An Aid to Identification and Control. Πλήρες κείμενο. Εικονογραφημένος οδηγός αναγνώρισης. Πηγή για τρία κριτήρια διάκρισης στο χωράφι: ότι οι κηλίδες της βακτηριακής κηλίδωσης στον καρπό είναι βαθιές σχισμές ενώ του κλαδοσπορίου αυστηρά επιφανειακές· ότι οι γωνιώδεις κηλίδες της βακτηριακής κηλίδωσης δεν διασχίζουν τις μεγάλες νευρώσεις, σε αντίθεση με τη χημική ζημιά· και ότι στη ριζώδη σήψη το δέντρο πεθαίνει αργά, με το υπέργειο ξύλο ζωντανό, και οι νεκρές ρίζες βρίσκονται σε βάθος 15 ως 45 εκατοστών.
- [17] Penn State Extension — Tree Fruit Insect Pest: Green Peach Aphid. Πλήρες κείμενο. Πηγή για τη διαχείμαση κάτω από τα λέπια των οφθαλμών, τη μετανάστευση των πτερωτών τον Ιούνιο και τον Ιούλιο, τα κατώφλια μίας αποικίας ανά δέντρο στα νεκταρίνια και πέντε ή περισσότερων στα ροδάκινα, και για τον ρόλο του είδους ως φορέα της ευλογιάς.
- [18] Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων — Βάση δεδομένων εγκεκριμένων φυτοπροστατευτικών προϊόντων. Η μοναδική έγκυρη πηγή για το τι επιτρέπεται σήμερα στη ροδακινιά στην Ελλάδα, σε ποια δόση και με ποιο χρόνο αναμονής. Καμία δραστική ουσία δεν προτείνεται στο παρόν άρθρο· κάθε επιλογή ελέγχεται εδώ και στην ετικέτα του σκευάσματος.
- [19] Whidden A. — Peach Scab of Florida Peaches. UF/IFAS Peach Newsletter, Spring 2012, Central Florida Edition. Πλήρες κείμενο. Πηγή για το μέγεθος των πρώτων κηλίδων του κλαδοσπορίου (2–3 χιλιοστά), την κιτρινωπή άλω, τη θέση κοντά στον ποδίσκο, την υπερυψωμένη φελλώδη όψη, και για τη σχισμή της επιδερμίδας που ανοίγει τον δρόμο στη μονίλια.
- [20] Francia C., Lázaro E., Novellón M., Ramón-Albalat A., Beluzán F., Vicent A., Berbegal M., Armengol J. (2025). Biology and epidemiology of Diaporthe amygdali: understanding how environmental factors influence fungal growth, sporulation, infection and lesion development on almond. Frontiers in Plant Science 16:1717223. Πλήρες κείμενο, ανοιχτής πρόσβασης, με κριτές. Πηγή για τη σύγχρονη ονοματολογία του παθογόνου, το εύρος ξενιστών, τις πύλες εισόδου (ουλές φυλλόπτωσης το φθινόπωρο, οφθαλμοί και άνθη την άνοιξη), και για τις τιμές που η ίδια εργασία συνοψίζει από προγενέστερες μελέτες σε ροδακινιά: βλάστηση κονιδίων 5–36 °C με βέλτιστο 27–29 °C, συχνότερη μόλυνση στους 5–15 °C, επώαση περίπου ενός μήνα, βέλτιστη ανάπτυξη μυκηλίου 24–25 °C, έκκριση κιρρών 1–38 °C με μέγιστο ποσοστό στους 17 °C και μέγιστη παραγωγή κονιδίων στους 24 °C, και ημιτονοειδές ετήσιο πρότυπο του μολύσματος με μέγιστο στα τέλη καλοκαιριού. Τα πειραματικά αποτελέσματα της ίδιας εργασίας (72 ώρες διαβροχής, 22 °C για την παραγωγή κονιδίων) αφορούν αμυγδαλιά.
- [21] Choochuen T., Foit J. (2025). Cossid moths (Lepidoptera: Cossidae) as pests of woody plants – A review. Agricultural and Forest Entomology. Πλήρες κείμενο, ανοιχτής πρόσβασης, με κριτές. Πηγή για τα είκοσι έξι είδη Cossidae που αναφέρονται ως εχθροί καλλιεργούμενων ξυλωδών φυτών, για τον κύκλο ζωής ενός ως τριών ετών με το μεγαλύτερο μέρος στο προνυμφικό στάδιο, για το εύρος ξενιστών του Cossus cossus, για την κηρηθροειδή όψη των προσβεβλημένων κορμών και την προτίμηση των θηλυκών σε ήδη προσβεβλημένες περιοχές, για τη νυκτόβια συμπεριφορά και τη χαμηλή ικανότητα διασποράς των ενηλίκων, για το σπάσιμο των βραχιόνων από τον άνεμο, και για τη σημασία των φερομονικών παγίδων.
- [22] Forest Pests — Cossus cossus (goat moth). Πλήρες κείμενο σελίδας. Πηγή για την ωοτοκία σε σχισμές του φλοιού στα κατώτερα τμήματα του κορμού σε ομάδες 12 ως 70 αυγών, για τη διετή ανάπτυξη με διαχείμαση του πρώτου έτους στο φλοίωμα, για το μέγεθος της ώριμης προνύμφης (7 ως 10 εκατοστά) και το χρώμα της, για τη στοά πλάτους 15 χιλιοστών και μήκους έως ένα μέτρο, για τα χοντρά ροκανίδια με αφοδεύματα και τα ζυμούμενα υγρά στη βάση, και για την έντονη οσμή ξιδιού.
Η χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων γίνεται αποκλειστικά βάσει των εγκρίσεων του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και των οδηγιών της ετικέτας του κάθε σκευάσματος [18]. Στο παρόν άρθρο δεν προτείνεται καμία δραστική ουσία και καμία δόση εφαρμογής. Όσα κατώφλια, θερμοκρασίες και χρονικά παράθυρα αναφέρονται είναι ενδεικτικά, προέρχονται από τη βιβλιογραφία που παρατίθεται και δεν αποτελούν σύσταση επέμβασης.
Σε κάθε περίπτωση διαφυλλικού ψεκασμού σε δέντρα με καρπό υπάρχει κίνδυνος λεκέδων στους καρπούς και εγκαυμάτων στο φύλλωμα. Απαιτείται προηγούμενη δοκιμή σε περιορισμένο αριθμό δέντρων, με το ίδιο σκεύασμα και την ίδια δόση, και αναμονή πέντε ως επτά ημερών πριν από τη γενική εφαρμογή. Ο ψεκασμός γίνεται απόγευμα ή νωρίς το πρωί, ποτέ σε καύσωνα και ποτέ σε φύλλωμα υπό υδατική καταπόνηση.
Το διαγνωστικό εργαλείο είναι βοήθημα κατάταξης πιθανοτήτων και δεν αποτελεί διάγνωση. Δεν αποκλείονται σφάλματα ή παραλείψεις στα δεδομένα του ίδιου του εργαλείου. Για τους ρυθμιζόμενους επιβλαβείς οργανισμούς, η διάγνωση και η διαχείριση ανήκουν αποκλειστικά στην αρμόδια φυτοϋγειονομική αρχή.
Κάθε επέμβαση γίνεται με ευθύνη του χρήστη και κατόπιν επιτόπιας εκτίμησης από αδειοδοτημένο γεωπόνο. Η Παστόπουλος Γεωπονική Ε.Ε. δεν φέρει ευθύνη για τη χρήση των πληροφοριών του παρόντος.
Σχετικά άρθρα
Ώρες ψύχους: τα τρία μοντέλα, με έναν υπολογιστή για το καθένα
Ώρες, μονάδες Utah ή μερίδες Dynamic — τι μετράει το καθένα, ποιο ταιριάζει σε ποιο κλίμα και ποια χρονιά, και τρεις υπολογιστές μέσα στη σελίδα, ένας για κάθε μοντέλο, που δουλεύουν χωρίς να φύγουν τα δεδομένα από τον υπολογιστή.
Θειασβέστιο: εφαρμογές, δόσεις, φυτοτοξικότητα και τοξικότητα
Η χημεία, ο τρόπος δράσης και οι οκτώ εγκεκριμένες χρήσεις στην Ελλάδα με τις επίσημες δόσεις. Πού είναι τα όρια φυτοτοξικότητας, τι δείχνουν οι εργασίες για τα ωφέλιμα, και γιατί η επαφή με οξέα είναι ο σοβαρότερος κίνδυνος.
Ανταγωνισμοί και συνέργειες θρεπτικών — με εργαλείο ανά στοιχείο
Το διάγραμμα του Mulder δεν στέκει με τη μορφή που κυκλοφορεί. Οι ανταγωνισμοί όμως είναι πραγματικοί και εξηγημένοι μέχρι το γονίδιο. Εργαλείο: επιλογή στοιχείου και εμφάνιση των σχέσεών του, χωριστά στο έδαφος και μέσα στο φυτό…