Ο καπνώδης ή μυλωνάς, Capnodis Tenebrionis
Σάββας Παστόπουλος, Γεωπόνος MSc, Παστόπουλος Γεωπονική Ε.Ε., Νέος Μυλότοπος Πέλλας
Ο μυλωνάς είναι από τα λίγα έντομα που σκοτώνουν φαινομενικά υγιή δέντρα, και το κάνει χωρίς να γίνει αντιληπτό μέχρι να είναι αργά: λίγες προνύμφες αρκούν για να νεκρώσουν ανεπτυγμένο δέντρο μέσα σε δύο χρόνια [1]. Η ζημιά γίνεται κάτω από το έδαφος, σε ρίζα και λαιμό. Ακολουθεί η βιολογία του, τα σημάδια που ψάχνονται στο χωράφι, γιατί το πότισμα παραμένει το ισχυρότερο μέτρο, και τι δείχνουν τα πειραματικά δεδομένα για τη χημική καταπολέμηση των ενηλίκων, όπου η αποτελεσματικότητα δεν κρίνεται από μία δραστική αλλά από τον συνδυασμό τρόπων δράσης και εφαρμογής.
1. Ταυτότητα του εντόμου
Το έντομο έχει πολλά κοινά ονόματα, μυλωνάς, καπνώδης, πλατυκέφαλο σκουλήκι, και το επιστημονικό του όνομα είναι Capnodis tenebrionis. Ανήκει στην τάξη των Κολεοπτέρων και στην οικογένεια Buprestidae. Κύριοι ξενιστές του είναι τα πυρηνόκαρπα, βερικοκιά, ροδακινιά, δαμασκηνιά, αμυγδαλιά, κερασιά, και τα ενήλικα τρέφονται και από άλλα Rosaceae [3]. Η κατανομή του καλύπτει τη βόρεια Αφρική, τη νότια και κεντρική Ευρώπη, την Εγγύς Ανατολή και τις περιοχές γύρω από τη Μαύρη και την Κασπία θάλασσα [3].
Το ενήλικο έχει μήκος 12 έως 30 χιλιοστά, είναι πλατύ, συμπαγές και μαύρο, με ανοιχτόχρωμες κηλίδες στο προνώτο [3].
Οι κηλίδες δεν φαίνονται πάντα ίδιες, και αυτό δεν σημαίνει ότι πρόκειται για διαφορετικό έντομο. Σε χαμηλές θερμοκρασίες ο θώρακας εμφανίζεται σχεδόν εντελώς μαύρος, ενώ πάνω από τους 24 °C γίνεται γκριζωπός με έξι σκούρες κηλίδες [3]. Ένα μαύρο σκαθάρι το πρωί και ένα γκριζωπό με κηλίδες το μεσημέρι είναι, κατά πάσα πιθανότητα, το ίδιο άτομο σε διαφορετική θερμοκρασία.
Η προνύμφη είναι το επικίνδυνο στάδιο. Είναι λευκή, χωρίς πόδια, με το πρώτο τμήμα του σώματος πλατύ και πεπλατυσμένο, από εκεί και η ονομασία «πλατυκέφαλο». Ξεκινά από λίγα χιλιοστά και, ολοκληρωμένη, φτάνει τα 90 έως 120 χιλιοστά [3]. Η κεφαλή σκουραίνει με τον χρόνο και γίνεται καστανή.
Πηγές: 3
2. Ο κύκλος της ζωής του, βήμα προς βήμα
Ο κύκλος διαρκεί έναν χρόνο ή δύο, ανάλογα με τις συνθήκες. Διαχειμάζουν τόσο ενήλικα όσο και προνύμφες διαφόρων σταδίων [1].
Το ενήλικο
Τα πρώτα ενήλικα εμφανίζονται στον οπωρώνα από τις αρχές Μαΐου. Η μεγαλύτερη πυκνότητα, και ιδίως τα νεαρά ενήλικα, παρατηρείται τον Ιούλιο. Από τον Δεκέμβριο έως τα τέλη Μαρτίου συνήθως δεν εντοπίζονται μέσα στα κτήματα [3]. Το ενήλικο του C. tenebrionis ζει τρεις έως τέσσερις μήνες κατά τα ισραηλινά δεδομένα [3], ενώ ιταλικές παρατηρήσεις δείχνουν άτομα που ζουν πάνω από έναν χρόνο και διαχειμάζουν δύο φορές [9]. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για έντομο με μακρά περίοδο δραστηριότητας, που τρέφεται και ωοτοκεί σε όλο αυτό το διάστημα.
Τα ενήλικα διασπείρονται με πτήση όταν ο καιρός είναι ζεστός, από τους 30 °C και πάνω, και συνήθως δεν πετούν κάτω από τους 24 °C [1]. Την άνοιξη, όταν εγκαταλείπουν τα καταφύγια διαχείμασης, είναι νωθρά και ανεβαίνουν στον κορμό με τα πόδια για να φτάσουν στα σημεία τροφής [1]. Αυτό εξηγεί γιατί οι εφαρμογές που στοχεύουν τον κορμό την άνοιξη πιάνουν τόπο, και γιατί το μάζεμα με το χέρι είναι τότε ευκολότερο.
Ιταλική εργασία προσδιόρισε το κατώτερο θερμικό όριο κίνησης του ενηλίκου στους 14,21 °C και έδειξε ότι ο ρυθμός μετακίνησης αυξάνεται γραμμικά με τη θερμοκρασία ως τους 25 °C [9].
Με βάση το ίδιο μοντέλο, το 50% των διαχειμαζόντων ενηλίκων έχει εμφανιστεί στις 726 βαθμοημέρες με αφετηρία την 1η Μαρτίου, ενώ το 50% των νεοεμφανιζόμενων ενηλίκων της χρονιάς στις 801 βαθμοημέρες με αφετηρία την 1η Ιουλίου [9]. Σε εύκρατο κλίμα η αιχμή των διαχειμαζόντων εντοπίστηκε στα μέσα Ιουνίου και η εμφάνιση της νέας γενιάς τον Αύγουστο· σε θερμότερες ημίξηρες περιοχές η εμφάνιση ήταν έναν μήνα νωρίτερα, στα μέσα Ιουλίου, με τις γενιές να επικαλύπτονται και τα ενήλικα να είναι παρόντα συνεχώς όλο το καλοκαίρι [9]. Η κεντρική Μακεδονία βρίσκεται πλησιέστερα στο δεύτερο πρότυπο, οπότε η αναμονή μιας καθαρής «πτήσης» για να τοποθετηθεί η επέμβαση είναι λάθος προσέγγιση: η επέμβαση τοποθετείται με τις βαθμοημέρες και με την οπτική επιθεώρηση.
Η ωοτοκία, εδώ κρίνονται τα πάντα
Το θηλυκό αποθέτει τα αυγά του το καλοκαίρι, σε μικρές ομάδες, κοντά στη βάση του κορμού, σε εξασθενημένα δέντρα. Σε ελαφρά εδάφη τα αφήνει μέσα στο χώμα· σε βαριά εδάφη σε σχισμές ή κάτω από πέτρες. Ένα μόνο θηλυκό μπορεί να αποθέσει πάνω από χίλια αυγά τον χρόνο [3].
Η ωοτοκία εξαρτάται από δύο παράγοντες που αφορούν άμεσα τη διαχείριση του οπωρώνα:
- Θερμοκρασία. Μπορεί να ξεκινήσει την άνοιξη μόλις η θερμοκρασία φτάσει τους 23 °C και να συνεχιστεί ως τον Σεπτέμβριο, αλλά ο κύριος όγκος των αυγών αποτίθεται στο βέλτιστο εύρος 30 έως 34 °C, δηλαδή τον Ιούλιο και τον Αύγουστο [1]. Τα ισραηλινά δεδομένα δίνουν όριο πάνω από τους 26 °C [3].
- Ξηρό έδαφος. Τα θηλυκά αποφεύγουν συστηματικά εδάφη με υγρασία πάνω από 10%. Αν το έδαφος γύρω από τον κορμό είναι υγρό, απομακρύνονται και ψάχνουν στεγνό σημείο ακόμη και σε απόσταση μεγαλύτερη από ένα μέτρο και είκοσι από τη βάση του δέντρου [3].
Η ίδια συμπεριφορά αποφυγής καταγράφεται και για έδαφος επιπασμένο με εντομοκτόνο σκόνη: το θηλυκό μετακινείται και ωοτοκεί σε ξηρό και ακάλυπτο σημείο, ακόμη και πάνω από 120 εκατοστά μακριά από τον κορμό [3]. Μέρος της αποτελεσματικότητας της επίπασης, επομένως, δεν είναι θανάτωση αλλά απώθηση, και αυτό σημαίνει ότι η επίπαση αποδίδει μόνο όταν η ζώνη που καλύπτεται είναι αρκετά πλατιά.
Η προνύμφη
Η νεαρή προνύμφη δεν μπαίνει στον κορμό, αλλά κατευθύνεται στις ρίζες, με ικανότητα να εντοπίζει ρίζα σε απόσταση έως 60 εκατοστά από το σημείο εκκόλαψης [3]. Μόλις τη βρει, εισχωρεί και τρέφεται από τον φλοιό, ανοίγοντας στοές που μεγαλώνουν μαζί της και αφήνοντας πίσω συμπιεσμένα υπολείμματα. Η ανάπτυξη διαρκεί από έξι έως δεκαοκτώ μήνες, ανάλογα με τη θερμοκρασία και το υποκείμενο [1].
Η νύμφη
Η νύμφωση γίνεται κατά προτίμηση στη βάση του κορμού, μέσα στο ξύλο, και διαρκεί τρεις με τέσσερις εβδομάδες [3].
3. Οι δύο διαφορετικές ζημιές
Το ίδιο έντομο προκαλεί δύο εντελώς διαφορετικές ζημιές, σε δύο διαφορετικά σημεία του δέντρου, σε δύο διαφορετικά στάδια της ζωής του.
| Στάδιο | Πού | Τι κάνει |
|---|---|---|
| Ενήλικο | Πάνω από το έδαφος, στην κόμη | Τρέφεται από τον φλοιό των νεαρών βλαστών και των οφθαλμών και ροκανίζει τους μίσχους των φύλλων [1] [3]. Το φύλλο κόβεται και πέφτει. Η ζημιά αυτή γίνεται ανεκτή από ανεπτυγμένα δέντρα, αλλά είναι σοβαρή σε φυτώρια και μικρά δέντρα [1]. Όταν η τροφική δραστηριότητα γίνει στη βάση τρυφερού βλαστού, το τμήμα πάνω από το σημείο ξηραίνεται. |
| Προνύμφη | Κάτω από το έδαφος, στη ρίζα και στον λαιμό | Ανοίγει στοές στον φλοιό της ρίζας και του λαιμού, διακόπτοντας σταδιακά τη ροή νερού και θρεπτικών. Είναι η θανατηφόρα ζημιά. Μία μόνο προνύμφη αρκεί για να σκοτώσει νεαρό δέντρο [3], ενώ λίγες σκοτώνουν ανεπτυγμένο δέντρο μέσα σε δύο χρόνια [1]. |
Εδώ βρίσκεται και ο λόγος που το πρόβλημα υποτιμάται. Η ζημιά του ενήλικου φαίνεται και ενοχλεί, αλλά δεν σκοτώνει. Η ζημιά της προνύμφης δεν φαίνεται καθόλου, και σκοτώνει.
4. Τα συμπτώματα στο χωράφι
Επειδή η κύρια ζημιά είναι υπόγεια, η αναγνώριση στηρίζεται σε έμμεσα σημάδια. Ακολουθούν με σειρά προτεραιότητας:
- Ξήρανση της κορυφής νεαρών βλαστών, ενώ τα υπόλοιπα φύλλα του κλαδιού παραμένουν πράσινα. Οφείλεται στην τροφική δραστηριότητα του ενηλίκου στη βάση του βλαστού.
- Φύλλα κομμένα στον μίσχο, που πέφτουν στο έδαφος ενώ είναι ακόμη πράσινα.
- Μεμονωμένα δέντρα που μαραίνονται μέσα σε ένα κατά τα άλλα υγιές κτήμα, ιδίως τον Ιούλιο και τον Αύγουστο.
- Κόμμι και πριονίδι στη βάση του κορμού. Με σκάψιμο γύρω από τον λαιμό, η εύρεση στοών γεμάτων με συμπιεσμένα υπολείμματα κάνει τη διάγνωση βέβαιη.
- Τα ίδια τα ενήλικα, ακίνητα πάνω στα κλαδιά τις ζεστές ώρες, με το σώμα στραμμένο προς τον ήλιο [1]. Πέφτουν στο έδαφος και ακινητοποιούνται μόλις πλησιάσει κανείς, οπότε το μάζεμα θέλει προσοχή.
Στο ίδιο σκάψιμο μπορεί να βρεθεί και η προνύμφη του Cossus cossus, που ανοίγει επίσης στοές στο ξύλο της βάσης του κορμού. Ξεχωρίζουν με το μάτι και χωρίς αμφιβολία: η προνύμφη του κόσσου είναι κάμπια λεπιδοπτέρου, ροζ ως κοκκινωπή, με σκούρο κεφάλι και πόδια, και η προσβολή της δίνει χοντρά ροκανίδια και έντονη οσμή ξιδιού. Η προνύμφη του μυλωνά είναι υπόλευκη, άποδη, με πλατύ πρώτο τμήμα, και δεν δίνει οσμή. Οι δύο εχθροί μπορούν να συνυπάρχουν στο ίδιο δέντρο, οπότε η εύρεση του ενός δεν αποκλείει τον άλλο.
Ξήρανση κορυφών δίνουν και άλλες αιτίες: βακτηριακό έλκος, ηλιακό έγκαυμα, ζημιά από παγετό, ξηρασία, καθώς και τα λεπιδόπτερα των βλαστών. Η διαφορά είναι ότι στον μυλωνά η ξήρανση είναι τοπική και απότομη, με υγιή βλάστηση αμέσως από κάτω, ακολουθεί εξωτερικό ροκάνισμα στη βάση του βλαστού και όχι στοά μέσα σε αυτόν, και συνήθως συνοδεύεται από κομμένους μίσχους φύλλων στο έδαφος. Η οριστική επιβεβαίωση γίνεται πάντα με σκάψιμο στον λαιμό.
Δεν υπάρχει σήμερα φερομονική ή χρωματική παγίδα για τον μυλωνά, η παρακολούθηση γίνεται με οπτική επιθεώρηση και συλλογή [1]. Σε δοκιμές οσφρητομέτρου η 3-μεθυλο-1-βουτανόλη προσέλκυσε και τα δύο φύλα, ενώ η cis-3-εξεν-1-όλη μόνο θηλυκά [1]. Παράλληλα δοκιμάζεται πολυφασματική τηλεπισκόπηση από μη επανδρωμένο αεροσκάφος για την πρώιμη ανίχνευση προσβεβλημένων δέντρων, με ενθαρρυντικά αρχικά αποτελέσματα αλλά και με τον περιορισμό ότι πολλά άλλα αίτια δίνουν παρόμοια φασματική μεταβολή [1].
Πηγές: 1
5. Ξηρό έδαφος και διψασμένο δέντρο, ο συνδυασμός που καλεί το έντομο
Στο αρχικό κείμενο αυτού του άρθρου είχε γραφτεί, εμπειρικά, ότι οι τακτικά αρδευόμενοι οπωρώνες προσβάλλονται λιγότερο. Η διεθνής βιβλιογραφία επιβεβαιώνει την παρατήρηση και προσθέτει και δεύτερο μηχανισμό.
Πρώτος μηχανισμός: το υγρό έδαφος εμποδίζει ωοτοκία και εκκόλαψη
Τα θηλυκά ωοτοκούν αποκλειστικά σε ξηρό έδαφος [3]. Επιπλέον, η υγρασία μειώνει το ποσοστό εκκόλαψης, και σε πλήρως κορεσμένο έδαφος δεν εκκολάπτεται κανένα αυγό [1]. Ένα ποτισμένο χωράφι δεν είναι απλώς λιγότερο ελκυστικό αλλά ακατάλληλο ως χώρος αναπαραγωγής.
Δεύτερος μηχανισμός: το ζωηρό δέντρο είναι λιγότερο ελκυστικό
Τα θηλυκά προτιμούν τα εξασθενημένα δέντρα για ωοτοκία [1], οπότε η επαρκής άρδευση και θρέψη δρουν και ως μέτρο αποτροπής. Το δέντρο που υποφέρει από υδατική καταπόνηση είναι ταυτόχρονα προτιμότερος στόχος και λιγότερο ικανό να αντιδράσει στην προσβολή.
Η καλή παροχή νερού και η μετατροπή σε καταιονισμό έχουν συνδεθεί με μειωμένη ένταση του προβλήματος. Αντίθετα, η μετατροπή σε στάγδην άρδευση και η μείωση του ποτίσματος μετά τη συγκομιδή συνοδεύτηκαν από αύξηση των προσβολών, επειδή η στάγδην αφήνει ξηρές ζώνες γύρω από τον κορμό, ακριβώς εκεί που ωοτοκεί το θηλυκό [1]. Η αντιμετώπιση δεν είναι η εγκατάλειψη της σταγόνας αλλά η αύξηση των σταλακτών ανά δέντρο και η προσαρμογή του προγράμματος, ώστε η ζώνη του λαιμού να μη στεγνώνει το καλοκαίρι [1].
Οι μηχανισμοί αυτοί εξηγούν και την ένταση των τελευταίων ετών, ιδίως σε ημιπεδινές περιοχές της κεντρικής Μακεδονίας. Θερμά και ξηρά καλοκαίρια, ελλιπής άρδευση σε ξερικά ή ημιξερικά κτήματα, και δέντρα που μπαίνουν στο καλοκαίρι ήδη καταπονημένα συνθέτουν ακριβώς το περιβάλλον που το έντομο χρειάζεται. Το ίδιο περιγράφεται και διεθνώς: στην Ισπανία οι επαναλαμβανόμενες ξηρασίες και οι εγκαταλελειμμένοι οπωρώνες λειτουργούν ως πηγή πληθυσμού για τα γειτονικά κτήματα, ενώ στην Ιταλία και τη νότια Γαλλία καταγράφεται μετατόπιση του εντόμου προς τον βορρά [1].
Δεν είναι ο μυλωνάς που κάνει τα δέντρα αδύναμα. Είναι τα αδύναμα δέντρα που καλούν τον μυλωνά. Κάθε στρατηγική που αγνοεί την κατάσταση του δέντρου και επικεντρώνεται μόνο στο εντομοκτόνο είναι καταδικασμένη να αποτύχει.
6. Η αντιμετώπιση
6.1 Καλλιεργητικά μέτρα, η βάση
- Επαρκής και τακτική άρδευση, ιδίως το καλοκαίρι και ιδίως γύρω από τη βάση του κορμού. Είναι το μέτρο με τη μεγαλύτερη απόδοση, γιατί χτυπά ταυτόχρονα την ωοτοκία, την εκκόλαψη και την ελκυστικότητα του δέντρου [3] [1].
- Σωστή θρέψη. Οι τροφοπενίες εξασθενούν το δέντρο και το καθιστούν προτιμητέο στόχο ωοτοκίας [1].
- Άμεση απομάκρυνση και καταστροφή των νεκρών ή βαριά προσβεβλημένων δέντρων, καθώς και των υπολειμμάτων κλαδέματος. Οι προνύμφες επιβιώνουν μέσα σε τέτοια δέντρα και δίνουν τα ενήλικα της επόμενης χρονιάς [1].
- Ιδιαίτερη προσοχή στις νέες φυτεύσεις και στα φυτώρια. Τα νεαρά δέντρα είναι πιο ευάλωτα, αφού μία προνύμφη αρκεί [3], και εκεί ζημιώνει και η τροφική δραστηριότητα του ενηλίκου [1].
- Συλλογική δράση. Ο εγκαταλελειμμένος γειτονικός οπωρώνας ακυρώνει τη δουλειά ενός μεμονωμένου παραγωγού, γιατί τροφοδοτεί με ενήλικα όλη τη γειτονιά [1].
6.2 Μηχανικά μέτρα
- Συλλογή των ενηλίκων με το χέρι και θανάτωσή τους. Γίνεται την άνοιξη, όταν τα έντομα δεν πετούν και βρίσκονται στις ηλιαζόμενες πλευρές των δέντρων [1]. Καλή τεχνική είναι το άπλωμα πανιού κάτω από το δέντρο και το τίναγμα των κλαδιών. Είναι μέτρο εντάσεως εργασίας και δεν ταιριάζει σε μεγάλες εκτάσεις ή σε υψηλούς πληθυσμούς [1].
- Κάλυψη του εδάφους με πλαστικό. Φύλλα πολυαιθυλενίου σε λωρίδα περίπου ενός μέτρου εκατέρωθεν της γραμμής των δέντρων εμπόδισαν τις νεοεκκολαπτόμενες προνύμφες να φτάσουν στη ρίζα [3].
6.3 Βιολογική αντιμετώπιση
Τα φυσικά αρπακτικά και παράσιτα είναι ελάχιστα και δεν επαρκούν [1]. Σε δεκαετή μελέτη στη νότια Ιταλία δεν καταγράφηκε κανένα αρπακτικό, ενώ στη Σικελία το παρασιτοειδές Spathius erythrocephalus βρέθηκε να παρασιτεί έως και το 35% των προνυμφών τελευταίου σταδίου, μόνο όμως εκείνων που είχαν ξεπεράσει τα 5,5 εκατοστά, δηλαδή αφού η ζημιά έχει ήδη γίνει [1]. Η βιολογική αντιμετώπιση στηρίζεται επομένως σε σκευάσματα:
- Εντομοπαθογόνοι νηματώδεις. Είναι το πιο ώριμο εργαλείο, με αποτελέσματα αγρού. Στη Βαλένθια, στέλεχος Steinernema carpocapsae σε συνδυασμό με σκεύασμα χιτοζάνης 1,25%, σε δόση ενός έως ενάμισι εκατομμυρίου μολυσματικών προνυμφών ανά δέντρο, έδωσε 75 έως 90% έλεγχο σε βερικοκιές, ανεξάρτητα από τον τρόπο εφαρμογής [4] [1]. Σε κερασιά, στέλεχος S. feltiae απομονωμένο από προσβεβλημένη προνύμφη έδωσε 88,3 έως 97% με εβδομαδιαία εφαρμογή ενός εκατομμυρίου ανά δέντρο για τέσσερις ή οκτώ εβδομάδες [1]. Σημαντικό πλεονέκτημα: οι νηματώδεις εντοπίζουν προνύμφες μέσα στις προσβεβλημένες ρίζες, οπότε λειτουργούν και θεραπευτικά, προσβεβλημένες βερικοκιές ανέκαμψαν τα επόμενα χρόνια [1].
- Εντομοπαθογόνοι μύκητες. Το Metarhizium brunneum σε εφαρμογή εδάφους προστάτευσε πλήρως από τις νεοεκκολαπτόμενες προνύμφες [5]. Η εφαρμογή γίνεται προληπτικά, περίπου έναν μήνα πριν από την έναρξη της ωοτοκίας, ώστε ο μύκητας να εγκατασταθεί στο έδαφος [1]. Δοκιμάζονται και εναντίον των αυγών [6].
- Bacillus thuringiensis. Παρότι αρκετά στελέχη είναι δραστικά εναντίον των προνυμφών στο εργαστήριο, δύο εμπορικά σκευάσματα βρέθηκαν εντελώς αναποτελεσματικά εναντίον των ενηλίκων, μηδενική θνησιμότητα [1]. Δεν είναι εργαλείο για αυτόν τον εχθρό.
Οι νηματώδεις είναι υδρόβιοι οργανισμοί. Η εφαρμογή συνιστάται όταν η εδαφική υγρασία είναι υψηλή, την άνοιξη και το φθινόπωρο· το καλοκαίρι το έδαφος πρέπει να διατηρηθεί υγρό με άρδευση κατά και μετά την εφαρμογή [4]. Το S. carpocapsae και ορισμένα στελέχη S. feltiae ανέχονται καλύτερα την ξηρασία, ενώ το S. feltiae δουλεύει και σε χαμηλότερες θερμοκρασίες, από 8 °C, οπότε μπορεί να στοχεύσει διαχειμάζουσες προνύμφες [1].
6.4 Χημική αντιμετώπιση, ο συνδυασμός είναι που δίνει έλεγχο των ενηλίκων
Η χημική καταπολέμηση της προνύμφης μέσα στη ρίζα είναι πρακτικά ανέφικτη: το στάδιο που κάνει τη ζημιά είναι προστατευμένο μέσα στις στοές [1]. Ο ρεαλιστικός στόχος είναι το ενήλικο, πριν και ενώ ωοτοκεί. Και εδώ τα πειραματικά δεδομένα δείχνουν κάτι που δεν φαίνεται από την ετικέτα ενός σκευάσματος: έλεγχος των ενηλίκων επιτυγχάνεται από συνδυασμούς, όχι από μία μεμονωμένη εφαρμογή. Ο συνδυασμός είναι διπλός.
Συνδυασμός τρόπων δράσης. Στις συγκριτικές δοκιμές, οι δραστικές χωρίζονται σε δύο ομάδες. Οι πυρεθρίνες και ορισμένοι οργανοφωσφορικοί, δελταμεθρίνη, κυπερμεθρίνη, χλωροπυριφός, μαλαθείο, έχουν υψηλή τοξικότητα εξ επαφής αλλά είναι αναποτελεσματικοί από κατάποση. Αντίθετα, μεθειοκάρβη, καρβοσουλφάν και αζινφός-μεθύλιο είναι τοξικοί και εξ επαφής και από κατάποση, και μόνο αυτοί πέρασαν το όριο του 85% θνησιμότητας ενηλίκων που χρησιμοποιείται ως όριο αποτελεσματικότητας [2] [1]. Η εξήγηση είναι βιολογική: το ενήλικο δεν σαρώνεται απλώς από το ψεκαστικό υγρό, τρώει τον φλοιό, οπότε δραστική που δρα και από το στομάχι το πιάνει και όταν έχει αποφύγει την άμεση επαφή.
Συνδυασμός τρόπων εφαρμογής. Στη μελέτη που αξιολόγησε εννέα δραστικές και τρεις τρόπους εφαρμογής σε οπωρώνες πυρηνοκάρπων, το καλύτερο αποτέλεσμα εναντίον των ενηλίκων το έδωσε ο διαφυλλικός ψεκασμός, ενώ η επίπαση του κορμού και του εδάφους με μεθειοκάρβη 5%, καρβοσουλφάν 2% ή αζινφός-μεθύλιο 8% έδωσε πλήρη προστασία των ριζών νεαρών βερικοκιών από προσβολή προνυμφών· δελταμεθρίνη 2% και χλωροπυριφός 5% μείωσαν επίσης σημαντικά την προσβολή [2]. Σε άλλη εργασία, εφαρμογή εδάφους με χλωροπυριφό 7,5% έδωσε 83,3% θνησιμότητα προνυμφών με καλή υπολειμματική διάρκεια [1]. Το πρόγραμμα που προκύπτει δεν είναι ένας ψεκασμός αλλά μια αλληλουχία: μία ή δύο διαφυλλικές εφαρμογές την άνοιξη, Απρίλιο και Μάιο, όταν τα ενήλικα βγαίνουν από τη διαχείμαση και τρέφονται έντονα· επίπαση πριν από την έναρξη της ωοτοκίας· και μία τελευταία εφαρμογή στα τέλη του καλοκαιριού για τα νεαρά ενήλικα της χρονιάς [1].
Οι αριθμοί παραπάνω προέρχονται από εργασίες που έγιναν με δραστικές οι οποίες στο μεγαλύτερο μέρος τους έχουν έκτοτε αποσυρθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση: αζινφός-μεθύλιο, μεθειοκάρβη, καρβοσουλφάν, μαλαθείο, ιμιδακλοπρίδη, καθώς και η χλωροπυριφός που απαγορεύτηκε το 2020 [1]. Δεν αναφέρονται ως συστάσεις. Αναφέρονται επειδή δείχνουν ποιο είναι το ζητούμενο από ένα σχήμα που δουλεύει: δράση και από κατάποση, και κάλυψη τόσο του φυλλώματος όσο και της ζώνης του κορμού.
Σήμερα, για διαφυλλική εφαρμογή εναντίον του μυλωνά, στην Ισπανία είναι εγκεκριμένη η ακεταμιπρίδη και στην Ιταλία τα σπινοσάδη και σπινετοράμη, τα οποία επιτρέπονται και στη βιολογική παραγωγή [1]. Για εφαρμογή εδάφους δεν υπάρχει σήμερα εγκεκριμένο σκεύασμα ούτε στην Ιταλία ούτε στην Ισπανία [1]. Οι εγκρίσεις διαφέρουν ανά κράτος μέλος και ανά καλλιέργεια: ό,τι ισχύει στην Ελλάδα αναζητείται στο fyto.plantprotect.gr [8], και εφαρμογή γίνεται μόνο για εγκεκριμένο συνδυασμό καλλιέργειας και εχθρού.
Η περίοδος δραστηριότητας των ενηλίκων συμπίπτει με τη συγκομιδή. Επαναλαμβανόμενες διαφυλλικές εφαρμογές σε όλη αυτή την περίοδο δεν συνιστώνται, γιατί οδηγούν σε μη αποδεκτά υπολείμματα στους καρπούς, κάτι που έχει ήδη κοστίσει απορρίψεις φορτίων [1]. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο το βάρος πέφτει στις ανοιξιάτικες εφαρμογές και στην επίπαση, που γίνεται ανεξάρτητα από τον χρόνο συγκομιδής [1].
Επειδή τα ενήλικα την άνοιξη δεν πετούν και ανεβαίνουν με τα πόδια στον κορμό, έχει προταθεί ως μέθοδος εφαρμογής η περίδεση του κορμού με ταινίες εμποτισμένες με κονίδια εντομοπαθογόνου μύκητα. Σε δοκιμές επαφής, το Beauveria bassiana έδωσε 100% θνησιμότητα ενηλίκων και το Metarhizium anisopliae 86,7%, με τη θνησιμότητα να μη συσχετίζεται με τον χρόνο έκθεσης [1]. Πρόκειται για εργαστηριακά και ημιαγρού δεδομένα, όχι για διαθέσιμη πρακτική· αναφέρονται γιατί δείχνουν πού κατευθύνεται η έρευνα για ένα εργαλείο συμβατό και με τη βιολογική παραγωγή.
6.5 Υποκείμενα
Η ευπάθεια διαφέρει: τα υποκείμενα βερικοκιάς και κερασιάς ζημιώνονται σοβαρά, της ροδακινιάς, της δαμασκηνιάς και τα υβρίδια ροδακινιάς × αμυγδαλιάς μέτρια, ενώ της αμυγδαλιάς περιστασιακά [1]. Η παλαιότερη εξήγηση, ότι η ανθεκτικότητα των πικραμύγδαλων οφείλεται στην υψηλή περιεκτικότητα σε κυανογόνα γλυκοσίδια, αμφισβητήθηκε: η ανοχή βρέθηκε να μη συσχετίζεται με την περιεκτικότητα σε πρυνασίνη, και σε μία εργασία η συσχέτιση ήταν μάλιστα αντίστροφη [7]. Δύο υποκείμενα, τα Rootpac-40 Nanopac και PAC 00-05, έδωσαν πολλά υποσχόμενα προκαταρκτικά αποτελέσματα, με ρητή επιφύλαξη των ίδιων των ερευνητών ότι απαιτείται περισσότερη δουλειά [1].
Και μία προϋπόθεση που πρέπει να ειπωθεί καθαρά: υπό συνθήκες υδατικής καταπόνησης όλα τα υποκείμενα γίνονται ευάλωτα σε κάποιον βαθμό [3]. Η ανθεκτικότητα του υποκειμένου δεν υποκαθιστά το πότισμα.
7. Ημερολόγιο παρακολούθησης
| Περίοδος | Τι γίνεται |
|---|---|
| Απρίλιος | Έλεγχος των δέντρων που μπήκαν αδύναμα στην άνοιξη. Προγραμματισμός άρδευσης ώστε να μη βρεθεί το κτήμα με ξηρό έδαφος τον Ιούλιο. Έλεγχος του αριθμού των σταλακτών στη ζώνη του λαιμού [1]. Έναρξη συσσώρευσης βαθμοημερών με αφετηρία την 1η Μαρτίου [9]. |
| Μάιος | Εμφάνιση των πρώτων ενηλίκων [3]. Ξεκινά η οπτική παρακολούθηση και το μάζεμα με το χέρι, όσο τα έντομα δεν πετούν. Γύρω στις 726 βαθμοημέρες έχει εμφανιστεί το μισό των διαχειμαζόντων [9]. Παράθυρο για διαφυλλική εφαρμογή, εφόσον υπάρχει έγκριση. |
| Ιούνιος ως Αύγουστος | Περίοδος αιχμής, με κορύφωση τον Ιούλιο [3] και τον κύριο όγκο της ωοτοκίας στους 30 ως 34 °C [1]. Διατήρηση υγρού εδάφους στη βάση του κορμού, εντατικό μάζεμα ενηλίκων, εφαρμογή νηματωδών με διατήρηση της υγρασίας κατά και μετά. |
| Σεπτέμβριος ως Οκτώβριος | Καταγραφή των δέντρων που έδειξαν συμπτώματα. Σκάψιμο στον λαιμό για επιβεβαίωση. Το πότισμα δεν διακόπτεται απότομα μετά τη συγκομιδή [1]. |
| Χειμώνας | Ξερίζωμα και κάψιμο των νεκρών δέντρων και απομάκρυνση των υπολειμμάτων κλαδέματος, πριν βγουν τα ενήλικα την άνοιξη [1]. Είναι η πιο παραμελημένη και από τις πιο αποδοτικές εργασίες. |
Η ουσία
- Ο μυλωνάς είναι έντομο της ξηρασίας. Ωοτοκεί μόνο σε ξηρό χώμα, τα αυγά του δεν εκκολάπτονται σε κορεσμένο έδαφος, και τα θηλυκά προτιμούν τα εξασθενημένα δέντρα.
- Το πότισμα δεν είναι απλώς καλή πρακτική εναντίον του αλλά η κύρια μέθοδος αντιμετώπισης, και η στάγδην άρδευση χρειάζεται προσαρμογή ώστε να μην αφήνει ξηρή τη ζώνη του λαιμού.
- Ο έλεγχος των ενηλίκων επιτυγχάνεται με συνδυασμό: δραστικές που δρουν και από κατάποση, και κάλυψη τόσο του φυλλώματος την άνοιξη όσο και της ζώνης του κορμού πριν την ωοτοκία.
- Οι νηματώδεις είναι το μόνο βιολογικό εργαλείο με αποτελέσματα αγρού, και το μόνο που δρα και θεραπευτικά σε ήδη προσβεβλημένα δέντρα.
- Το ξερίζωμα των νεκρών δέντρων τον χειμώνα κόβει την επόμενη γενιά. Δεν κοστίζει τίποτε πέρα από χρόνο.
8. Πηγές
Οι αριθμοί μέσα στο κείμενο παραπέμπουν στον παρακάτω κατάλογο.
- [1] Nasouri, H. (2024). Capnodis tenebrionis (Coleoptera: Buprestidae), an important pest of stone fruits in the Mediterranean basin: current management strategies and prospects for integrated pest management. Journal of Integrated Pest Management 15(1):20. Η πληρέστερη σύγχρονη ανασκόπηση, διαθέσιμη σε ελεύθερη πρόσβαση και μελετημένη στο πλήρες κείμενο. Πηγή για τον διαχωρισμό των δραστικών σε τοξικές εξ επαφής και τοξικές από κατάποση και για το όριο του 85% θνησιμότητας ενηλίκων (Πίνακας 1), για το σχήμα μίας ή δύο ανοιξιάτικων εφαρμογών Απριλίου ως Μαΐου συν μίας στα τέλη του καλοκαιριού, για την επίπαση πριν την ωοτοκία, για τα 83,3% θνησιμότητας προνυμφών με χλωροπυριφό 7,5% εδάφους, για την απόσυρση των περισσότερων δραστικών από την ΕΕ και την απαγόρευση της χλωροπυριφού το 2020, για την ακεταμιπρίδη στην Ισπανία και τα σπινοσάδη-σπινετοράμη στην Ιταλία, για τα 75-90% και 88,3-97% ελέγχου με νηματώδεις στον αγρό, για το 100% και 86,7% θνησιμότητας ενηλίκων από Beauveria bassiana και Metarhizium anisopliae, για τη μηδενική δράση του Bacillus thuringiensis στα ενήλικα, για τα όρια 23 °C και 30-34 °C της ωοτοκίας, για τη μη πτήση κάτω από 24 °C και την άνοδο στον κορμό με τα πόδια, για τη σύγκριση καταιονισμού και στάγδην άρδευσης, και για την ευπάθεια των υποκειμένων και την αμφισβήτηση του ρόλου της πρυνασίνης.
- [2] Ben-Yehuda, S., Assael, F. και Mendel, Z. (2000). Improved chemical control of Capnodis tenebrionis and C. carbonaria in stone-fruit plantations in Israel. Phytoparasitica 28(1):27-41. Η εργασία που αξιολόγησε εννέα δραστικές και τρεις τρόπους εφαρμογής σε οπωρώνες πυρηνοκάρπων. Πηγή για το ότι ο διαφυλλικός ψεκασμός με αζινφός-μεθύλιο έδωσε το καλύτερο αποτέλεσμα, για την πλήρη προστασία των ριζών με επίπαση μεθειοκάρβης 5%, καρβοσουλφάν 2% και αζινφός-μεθυλίου 8%, και για τη μικρότερη ευαισθησία του C. tenebrionis σε σχέση με το C. carbonaria. Χρησιμοποιήθηκε η περίληψη του εκδότη· τα αναλυτικά ποσοστά αντλήθηκαν από την ανασκόπηση [1], που παραθέτει τα δεδομένα της.
- [3] Mendel, Z. Capnodis tenebrionis L. και C. carbonaria Klug, Plant Pests of the Middle East, Εβραϊκό Πανεπιστήμιο Ιεροσολύμων, Τμήμα Εντομολογίας. Πηγή για τη μορφολογία (ενήλικο 12-30 mm, προνύμφη 90-120 mm, μαύρος θώρακας κάτω από 24 °C και γκριζωπός με έξι κηλίδες πάνω από αυτούς), για τη φαινολογία των ενηλίκων (πρώτα άτομα αρχές Μαΐου, αιχμή τον Ιούλιο, απουσία Δεκεμβρίου ως Μαρτίου, ζωή 3-4 μηνών), για την ωοτοκία πάνω από 26 °C και μόνο σε ξηρό έδαφος, για το όριο του 10% υγρασίας και την απομάκρυνση πάνω από 120 cm, για την αποφυγή εδάφους επιπασμένου με εντομοκτόνο, για τον εντοπισμό ρίζας σε 60 cm, για το ότι μία προνύμφη αρκεί για νεαρό δέντρο, για την κάλυψη με πολυαιθυλένιο σε λωρίδα ενός μέτρου, και για το ότι υπό υδατική καταπόνηση όλα τα υποκείμενα γίνονται ευάλωτα.
- [4] Martínez de Altube, M.M., Strauch, O., De Castro, G.F. και Peña, A.M. (2008). Control of the flat-headed root borer Capnodis tenebrionis (Linné) (Coleoptera: Buprestidae) with the entomopathogenic nematode Steinernema carpocapsae (Weiser) (Nematoda: Steinernematidae) in a chitosan formulation in apricot orchards. BioControl 53:531-539. Πηγή για τον συνδυασμό του νηματώδη με σκεύασμα χιτοζάνης σε βερικοκεώνες της Βαλένθια και για την ανάγκη διατήρησης της εδαφικής υγρασίας κατά και μετά την εφαρμογή. Χρησιμοποιήθηκε η περίληψη του εκδότη· τα ποσοστά ελέγχου αντλήθηκαν από την ανασκόπηση [1].
- [5] Ment, D. και συνεργάτες (2020). Preventative Approach to Microbial Control of Capnodis tenebrionis by Soil Application of Metarhizium brunneum and Beauveria bassiana. Insects 11(5):319. Πηγή για την προληπτική εφαρμογή εντομοπαθογόνων μυκήτων στο έδαφος και για την πλήρη προστασία από τις νεοεκκολαπτόμενες προνύμφες.
- [6] Effectiveness of local entomopathogenic fungal isolates against eggs of Capnodis tenebrionis. Egyptian Journal of Biological Pest Control (2025). Πηγή για το ότι δοκιμάζονται εντομοπαθογόνοι μύκητες και εναντίον του σταδίου του αυγού. Χρησιμοποιήθηκε η περίληψη.
- [7] Mendel, Z., Assael, F. και Ben-Yehuda, S. (2003). Host selection and root colonization of cyanogenic stonefruit species by Capnodis spp. (Coleoptera: Buprestidae). Annals of the Entomological Society of America 96(2):127-134. Πηγή για την αμφισβήτηση της συσχέτισης ανθεκτικότητας και περιεκτικότητας σε πρυνασίνη, και συγκεκριμένα για την αντίστροφη συσχέτιση που βρέθηκε. Αναφέρεται όπως παρατίθεται στην ανασκόπηση [1].
- [8] Βάση εγκεκριμένων φυτοπροστατευτικών προϊόντων, Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Πηγή για το ισχύον καθεστώς έγκρισης στην Ελλάδα, ανά καλλιέργεια και ανά εχθρό.
- [9] Bonsignore, C.P. (2012). Effects of Environmental Temperature on Capnodis tenebrionis Adult Phenology. Psyche 2012:586491. Πηγή για το κατώτερο θερμικό όριο κίνησης των 14,21 °C, για τη γραμμική αύξηση του ρυθμού μετακίνησης ως τους 25 °C, για τις 726 βαθμοημέρες με αφετηρία την 1η Μαρτίου που αντιστοιχούν στο 50% των διαχειμαζόντων ενηλίκων και τις 801 βαθμοημέρες με αφετηρία την 1η Ιουλίου για το 50% των νεοεμφανιζόμενων, για τη διαφορά ενός μήνα ανάμεσα σε εύκρατες και θερμές ημίξηρες περιοχές και την επικάλυψη των γενεών, καθώς και για τα ενήλικα που ζουν πάνω από έναν χρόνο και διαχειμάζουν δύο φορές. Μελετήθηκε το πλήρες κείμενο.
Φωτογραφίες: αρχείο Παστόπουλος Γεωπονική Ε.Ε., από οπωρώνες ροδακινιάς και κερασιάς της περιοχής.
Το κείμενο είναι ενημερωτικό και δεν αποτελεί σύσταση εφαρμογής. Οι δραστικές ουσίες και τα ποσοστά που αναφέρονται προέρχονται από τη διεθνή βιβλιογραφία και στην πλειονότητά τους αφορούν σκευάσματα που δεν είναι πλέον εγκεκριμένα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεν αποτελούν οδηγία χρήσης.
Η χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων γίνεται αποκλειστικά βάσει των ισχυουσών εγκρίσεων του Υ.Π.Α.Α.Τ. και της ετικέτας του σκευάσματος, για την εγκεκριμένη καλλιέργεια, δόση και χρόνο αναμονής. Το ίδιο ισχύει και για τα σκευάσματα ωφέλιμων οργανισμών.
Σε κάθε διαφυλλικό ψεκασμό υπάρχει κίνδυνος λεκέδων στους καρπούς και εγκαυμάτων στο φύλλωμα: απαιτείται προηγούμενη δοκιμή σε περιορισμένο αριθμό δέντρων, με το ίδιο σκεύασμα και την ίδια δόση, και αναμονή 5 έως 7 ημερών πριν από τη γενική εφαρμογή· ο ψεκασμός γίνεται απόγευμα ή νωρίς το πρωί, ποτέ σε καύσωνα και ποτέ σε φύλλωμα υπό υδατική καταπόνηση. Κάθε επέμβαση γίνεται με ευθύνη του χρήστη, κατόπιν επιτόπιας εκτίμησης από αδειοδοτημένο γεωπόνο. Η Παστόπουλος Γεωπονική Ε.Ε. δεν φέρει ευθύνη για τη χρήση των πληροφοριών.
Σχετικά άρθρα
Ανταγωνισμοί και συνέργειες θρεπτικών, με εργαλείο ανά στοιχείο
Το διάγραμμα του Mulder δεν στέκει με τη μορφή που κυκλοφορεί. Οι ανταγωνισμοί όμως είναι πραγματικοί και εξηγημένοι μέχρι το γονίδιο. Εργαλείο: επιλογή στοιχείου και εμφάνιση των σχέσεών του, χωριστά στο έδαφος και μέσα στο φυτό…
Ζεόλιθος στη γεωργία: τι τεκμηριώνεται και τι όχι
Ο ζεόλιθος πωλείται με δοσολογίες 10 έως 60 φορές μικρότερες από εκείνες των πειραμάτων στα οποία στηρίζεται. Τι πραγματικά τεκμηριώνεται: συγκράτηση αμμωνίου και όχι νιτρικών, +36% σε διαφυλλική εφαρμογή, ο ανταγωνισμός του καλίου, και το θέμα ασφάλειας που δεν συζητιέται…
Ο λεοναρδίτης στη γεωργία: ιδιότητες, δόσεις και τι λέει η νομοθεσία
Κοκκοποιημένος λεοναρδίτης. Το υλικό είναι οξειδωμένος λιγνίτης, ορυκτό, όχι κομπόστ, και αυτή η καταγωγή καθορίζει τόσο τα οφέλη όσο και τους περιορισμούς του. Σάββας Παστόπουλος,…