Καιρός English
Αρχική › Άρθρο

Ασθένειες και εχθροί της ελιάς: αναγνώριση από τα συμπτώματα, με διαγνωστικό εργαλείο

Ελιά
Κλαδί ελιάς με πράσινους καρπούς και υγιές φύλλωμα
Υγιές φύλλωμα και καρποί χωρίς νύγματα. Σχεδόν κάθε σοβαρό πρόβλημα της ελιάς αφήνει το πρώτο του ίχνος σε ένα από τα δύο, και συνήθως πολύ πριν φανεί στην παραγωγή.

Σάββας Παστόπουλος, Γεωπόνος MSc — Παστόπουλος Γεωπονική Ε.Ε., Νέος Μυλότοπος Πέλλας

Στην ελιά τα περισσότερα λάθη δεν γίνονται στον ψεκασμό αλλά στην αναγνώριση. Το κυκλοκόνιο και η κερκοσπορίωση φυλλορροούν και τα δύο, αλλά η μία κρύβει τα συμπτώματά της στην κάτω επιφάνεια του φύλλου. Η βούλα δεν μολύνει ποτέ χωρίς νύγμα δάκου. Η μαργαρόνια τρώει θεαματικά και κοστίζει ελάχιστα, ενώ η βαμβακάδα δεν φαίνεται σχεδόν καθόλου και μπορεί να πάρει τη μισή ανθοφορία. Το άρθρο αυτό είναι ένας οδηγός αναγνώρισης από τα συμπτώματα, με εργαλείο που συγκρίνει ό,τι φαίνεται στο χωράφι με το προφίλ κάθε παθογόνου και εχθρού, και με αναλυτική περιγραφή για καθένα.

Το εργαλείο δεν υποκαθιστά την επιτόπια διάγνωση Η αναγνώριση από συμπτώματα είναι πιθανοτική, όχι βέβαιη. Πολλά παθογόνα δίνουν όμοιες εικόνες, τα συμπτώματα αλλάζουν με την ποικιλία και την εποχή, και δύο προβλήματα μπορούν να συνυπάρχουν στο ίδιο δέντρο. Η οριστική ταυτοποίηση της βερτισιλλίωσης, της ανθράκωσης και κάθε αδρομύκωσης γίνεται με εργαστηριακή απομόνωση ή μοριακή ανάλυση — για την Xylella fastidiosa είναι νομική υποχρέωση και ευθύνη της αρμόδιας αρχής.
14 έτηεπιβίωση των μικροσκληρωτίων της βερτισιλλίωσης στο έδαφος
20–30άνθη που καταστρέφει μία μόνο προνύμφη πυρηνοτρήτη
>92%σχετική υγρασία που απαιτεί η ανθράκωση για να μολύνει
20%μέγιστη απώλεια παραγωγής όταν η μαργαρόνια έχει προσβάλει το 90% των κλαδιών

1. Πώς διαβάζεται ένα σύμπτωμα στην ελιά

Η ελιά είναι αειθαλής, και αυτό αλλάζει τα πάντα στη διάγνωση. Ένα φυλλοβόλο δέντρο καθαρίζει κάθε χειμώνα το μόλυσμά του με τη φυλλόπτωση. Η ελιά όχι: το κυκλοκόνιο διαχειμάζει ως μυκήλιο μέσα στα φύλλα που παραμένουν πάνω στο δέντρο, και τα πεσμένα στο έδαφος φύλλα δεν αποτελούν πηγή μόλυνσης ιδιαίτερης σημασίας [1]. Τετραετής μελέτη σε ελαιώνα της νότιας Ισπανίας το επιβεβαίωσε ποσοτικά: τα προσβεβλημένα φύλλα μέσα στην κόμη ήταν εκείνα που είχαν σημασία για την επιβίωση του μύκητα και την παραγωγή κονιδίων, με τη μεγαλύτερη πυκνότητα κονιδίων ανά κηλίδα από τον Νοέμβριο ως τον Φεβρουάριο και μηδενική το καλοκαίρι [11]. Το ίδιο ισχύει για την ανθράκωση, όπου η κύρια πηγή μολύσματος είναι οι μουμιοποιημένοι καρποί που έμειναν στην κόμη [3]. Το πείραμα που το δείχνει καθαρότερα: μούμιες που έμειναν στην κόμη δεν μείωσαν την παραγωγή κονιδίων μετά από έξι μήνες, ενώ όσες τοποθετήθηκαν πάνω ή μέσα στο έδαφος την είδαν να πέφτει έως και δέκα χιλιάδες φορές [12]. Ό,τι δεν απομακρύνεται με το κλάδεμα, μένει.

Η δεύτερη ιδιαιτερότητα είναι ότι η ελιά αντιδρά αργά. Ανάμεσα στη μόλυνση και στο ορατό σύμπτωμα μεσολαβούν εβδομάδες έως και μήνες: ο χρόνος επώασης του κυκλοκονίου ποικίλλει από μερικές εβδομάδες ως πολλούς μήνες [1]. Όταν εμφανιστεί η κηλίδα, η καιρική συνθήκη που την προκάλεσε έχει περάσει προ πολλού. Γι' αυτό η αναγνώριση στην ελιά δεν είναι ποτέ μόνο «τι βλέπω τώρα» αλλά «τι έγινε πριν από δύο μήνες».

Η τρίτη είναι η αποφύλλωση. Η ανθοφόρος επαγωγή στην ελιά γίνεται συνήθως στο τέλος του καλοκαιριού και στις αρχές του φθινοπώρου. Πενταετής μελέτη αγρού έδειξε ότι η πρώιμη πτώση των προσβεβλημένων φύλλων μειώνει τον ρυθμό διαφοροποίησης των μασχαλιαίων οφθαλμών σε ανθοφόρους βλαστούς, και μάλιστα όσο νωρίτερα πέφτουν τα φύλλα τόσο μεγαλύτερη είναι η ζημιά [2]. Δηλαδή η φυλλορροή του φθινοπώρου δεν κοστίζει στη φετινή σοδειά αλλά στην επόμενη — και αυτό είναι το σημείο όπου η φυτοπροστασία συναντά την παρενιαυτοφορία, θέμα που αναλύεται στο άρθρο για τη θρέψη της ελιάς.

Πηγές: 1 2 3 11 12

2. Το εργαλείο αναγνώρισης

Το εργαλείο συγκρίνει τα συμπτώματα που επιλέγονται με το προφίλ δεκατριών παθογόνων και εχθρών της ελιάς. Δεν λειτουργεί με απλή καταμέτρηση: κάθε σύμπτωμα έχει διαφορετικό βάρος ανάλογα με το πόσο διακριτικό είναι. Ο τεφρομέλανος μεταχρωματισμός του ξύλου μετράει πολύ περισσότερο από μια γενική χλώρωση, γιατί η δεύτερη ταιριάζει σε δέκα αιτίες. Ορισμένα συμπτώματα μετράνε και αρνητικά: φύλλα που ξεραίνονται και μένουν κολλημένα στο κλαδί μιλούν υπέρ της αδρομύκωσης και εναντίον του κυκλοκονίου, που ρίχνει τα φύλλα.

Αναγνώριση από τα συμπτώματα

Επιλογή οργάνου, μετά επιλογή όσων συμπτωμάτων παρατηρούνται. Τα αποτελέσματα ανανεώνονται αυτόματα.

1. Πού εντοπίζεται το πρόβλημα
2. Τι ακριβώς φαίνεται
    Πώς διαβάζεται το ποσοστό Το ποσοστό δείχνει πόση από την επιλεγμένη ένδειξη εξηγεί η κάθε αιτία, σταθμισμένη ως προς το πόσο διακριτικό είναι κάθε σύμπτωμα. Δεν είναι πιθανότητα. Το 100% σημαίνει ότι η αιτία εξηγεί όλα όσα επιλέχθηκαν, όχι ότι η διάγνωση είναι βέβαιη — αν επιλεγεί ένα μόνο σύμπτωμα, το 100% δεν λέει σχεδόν τίποτε. Δύο αποτελέσματα με κοντινά ποσοστά σημαίνουν ότι τα συμπτώματα δεν ξεχωρίζουν ακόμη: χρειάζεται το διακριτικό γνώρισμα που αναφέρεται σε κάθε καρτέλα.

    3. Κυκλοκόνιο — η ασθένεια που κοστίζει με αποφύλλωση

    Το κυκλοκόνιο προκαλείται από τον μύκητα Venturia oleaginea, όνομα που καθιερώθηκε το 2015 και αντικατέστησε τα παλαιότερα Spilocaea oleagina και Cycloconium oleaginum [3] [1]. Είναι γνωστή από το 1845 και συναντάται σχεδόν παντού όπου καλλιεργείται η ελιά. Σε πεδινές περιοχές με υψηλή υγρασία η παραγωγή μπορεί να μειωθεί δραστικά ή και να μηδενιστεί [1].

    Συμπτώματα

    Στην πάνω επιφάνεια των φύλλων εμφανίζονται αρχικά κηλίδες τεφροκάστανες με ασαφή όρια, δυσδιάκριτες. Στη συνέχεια μεγαλώνουν, γίνονται κυκλικές, εντείνεται ο χρωματισμός τους και κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού περιβάλλονται από κίτρινο δακτύλιο — το γνωστό «μάτι παγωνιού» [1]. Το τυπικό μέγεθος της κηλίδας είναι 0,5 έως 1,2 χιλιοστά στη διάμετρο πριν διευρυνθεί [3].

    Υπάρχει και άτυπη μορφή, όπου η προσβολή εμφανίζεται ως λευκή κυκλική κηλίδα. Συμβαίνει όταν το μυκήλιο αναπτύσσεται έντονα στα πρώτα στρώματα της εφυμενίδας και δεν παράγει κονιδιοφόρους και κονίδια [1]. Είναι η μορφή που ξεγελάει, γιατί δεν μοιάζει καθόλου με τη σχολική εικόνα της ασθένειας.

    Στους ποδίσκους των ανθέων και στους μίσχους των φύλλων οι κηλίδες είναι επίσης τεφροκάστανες αλλά επιμήκεις και όχι στρογγυλές, και το αποτέλεσμα είναι ανθόρροια και καρπόπτωση [1]. Αυτό το σύμπτωμα περνά συχνά απαρατήρητο και αποδίδεται σε κακή καρπόδεση ή σε θρεπτικό αίτιο.

    Επιδημιολογία

    Ο μύκητας διαχειμάζει ως μυκήλιο στα προσβεβλημένα φύλλα που παραμένουν πάνω στο δέντρο. Οι μολύνσεις γίνονται με κονίδια που είναι μυξοσπόρια: για την ελευθέρωσή τους απαιτείται βροχή ή σταγόνες νερού από διάβροχη του φυλλώματος λόγω δρόσου ή ομίχλης [1]. Το μυκήλιο αναπτύσσεται ανάμεσα στην εφυμενίδα και στην επιδερμίδα, και εκεί οφείλεται η αδυναμία των διασυστηματικών να το φτάσουν εύκολα.

    Η άριστη θερμοκρασία για τη βλάστηση των κονιδίων είναι 9 έως 25 °C [1], με βέλτιστη γύρω στους 20 °C και τις μολύνσεις να ευνοούνται σε δροσερό και υγρό καιρό των 12 έως 15 °C· οι υψηλές θερμοκρασίες αναστέλλουν την ασθένεια [3]. Εκτεταμένες προσβολές σημειώνονται την άνοιξη και το φθινόπωρο.

    Οι τιμές αυτές επιβεβαιώθηκαν με ελληνικά στελέχη του παθογόνου, από τη Χαλκιδική: το εύρος βλάστησης των κονιδίων ήταν 5 έως 25 °C με άριστη τους 20 °C, και απαιτήθηκαν τουλάχιστον 12 ώρες συνεχούς διαβροχής του φυλλώματος στην άριστη θερμοκρασία για να ξεκινήσει η βλάστηση· στις 6 ώρες δεν βλάστησε κανένα κονίδιο [10]. Το εύρος αυτό σημαίνει ότι στη Βόρεια Ελλάδα οι μολύνσεις είναι δυνατές κυρίως από τον Σεπτέμβριο ως τον Ιούνιο [10]. Το πρακτικό συμπέρασμα δεν είναι η θερμοκρασία αλλά η διαβροχή: μια βροχή που δεν κρατάει το φύλλωμα υγρό δώδεκα ώρες δεν δίνει μόλυνση.

    Το εύρημα που αλλάζει τον προγραμματισμό

    Οι ανοιξιάτικες μολύνσεις είναι μικρότερες από τις φθινοπωρινές, αλλά ο ρόλος τους είναι καθοριστικός: αυτές αποτελούν την πηγή του μολύσματος για τις μολύνσεις του φθινοπώρου, και η ένταση των φθινοπωρινών προσβολών εξαρτάται άμεσα από την ένταση των ανοιξιάτικων [1].

    Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι η αγνόηση μιας ήπιας ανοιξιάτικης προσβολής — επειδή «δεν φαίνεται τίποτα» — είναι εκείνη που κατασκευάζει τη βαριά φθινοπωρινή. Ο ανοιξιάτικος ψεκασμός δεν προστατεύει τα φύλλα της άνοιξης· μειώνει το μόλυσμα του φθινοπώρου.

    Αντιμετώπιση

    Τα καλλιεργητικά μέτρα είναι λίγα αλλά όχι αμελητέα: κλάδεμα που επιτρέπει τον αερισμό της κόμης και μειώνει τη διάρκεια διαβροχής του φυλλώματος [1]. Η καταπολέμηση είναι κυρίως χημική και προληπτική, με εφαρμογές λίγο πριν από τις περιόδους όπου αναμένεται έξαρση, δηλαδή στην αρχή της άνοιξης και στην αρχή του φθινοπώρου [1].

    Δύο ευρήματα από συγκριτικές δοκιμές αξίζουν προσοχή. Πρώτον, ο αποτελεσματικός έλεγχος του κυκλοκονίου αυξάνει την παραγωγή, και η αύξηση είναι ιδιαίτερα εμφανής σε βαριές προσβολές [2]. Δεύτερον, όταν η προσβολή είναι ήδη υψηλή, ο χαλκός έχει ο ίδιος αποφυλλωτική δράση και μπορεί να επιτείνει το πρόβλημα που καλείται να λύσει· σε αυτή την περίπτωση προτιμώνται εναλλακτικές δραστικές [2]. Σε δοκιμές θερμοκηπίου το kresoxim-methyl έδειξε τόσο προστατευτική όσο και θεραπευτική δράση, ενώ το tebuconazole δεν μείωσε τις μολύνσεις [2].

    Το καθεστώς εγκρίσεων δεν προκύπτει από τη βιβλιογραφία Οι δραστικές ουσίες που αναφέρονται σε ξένες εργασίες δεν είναι κατ' ανάγκη εγκεκριμένες στην Ελλάδα, ούτε στην ελιά. Ο έλεγχος γίνεται πάντα στη βάση εγκεκριμένων φυτοπροστατευτικών προϊόντων του Υ.Π.Α.Α.Τ. [7], για την καλλιέργεια, τη δόση και τον χρόνο αναμονής.

    Πηγές: 1 2 3 7 10 11

    4. Κερκοσπορίωση — αυτή που περνιέται για κυκλοκόνιο

    Η κερκοσπορίωση οφείλεται στον Pseudocercospora cladosporioides, γνωστό και ως Mycocentrospora cladosporioides [3] [2]. Όπως και το κυκλοκόνιο, ευθύνεται για σοβαρή αποφύλλωση, και οι δύο ασθένειες συχνά συνυπάρχουν στο ίδιο δέντρο. Η διάκριση όμως είναι απλή, αρκεί να γυριστεί το φύλλο.

    Το διακριτικό γνώρισμα

    Στην κάτω επιφάνεια του φύλλου εμφανίζεται χαρακτηριστικό τεφρόχρωμο, μολυβδόχρωμο «τσόχωμα» — μάζα κονιδίων που δίνει υφή βελούδου. Στην πάνω επιφάνεια αντιστοιχεί κιτρίνισμα που εξελίσσεται σε νέκρωση, ιδίως στην κορυφή και στα πλάγια του ελάσματος [3]. Δηλαδή το κυκλοκόνιο δίνει την κύρια εικόνα του πάνω, η κερκοσπορίωση κάτω. Το τσόχωμα μπορεί να εξαφανιστεί μετά από βροχές που παρασύρουν τα κονίδια [3], οπότε ο έλεγχος γίνεται σε στεγνό καιρό.

    Δεύτερη διαφορά: η κερκοσπορίωση προσβάλλει κυρίως τα ώριμα φύλλα των χαμηλών κλάδων, από το φθινόπωρο ως την άνοιξη και σε φύλλα άνω του ενός έτους [2] [3]. Το κυκλοκόνιο, αντίθετα, είναι πιο επιθετικό στα νεαρά φύλλα: σε ελεγχόμενες συνθήκες στην ποικιλία Picual βρέθηκε αρνητική συσχέτιση ανάμεσα στην ηλικία του φύλλου και στη σοβαρότητα της ασθένειας — όσο νεότερο το φύλλο, τόσο μεγαλύτερη η ευαισθησία [2].

    Προσβολές στον καρπό και ποιότητα λαδιού

    Στους καρπούς τα συμπτώματα είναι σπανιότερα και εμφανίζονται ως περίπου κυκλικές κηλίδες 3 έως 7 χιλιοστών. Στις πράσινες ελιές είναι ωχροκάστανες, ενώ κατά την αλλαγή χρώματος γίνονται τεφρές, ενίοτε με ωχρή ή κιτρινωπή άλω [3].

    Το εύρημα που έχει σημασία για τον ελαιοτριβέα: σε προσβεβλημένους καρπούς η ογκομετρούμενη οξύτητα του λαδιού δεν επηρεάστηκε, αλλά ο αριθμός υπεροξειδίων ήταν διπλάσιος σε σχέση με το λάδι από υγιείς καρπούς [2]. Η οξύτητα, δηλαδή, δεν προδίδει το πρόβλημα· η οξειδωτική κατάσταση το προδίδει.

    Για την επιδημιολογία και τον έλεγχο της κερκοσπορίωσης είναι γνωστά λιγότερα από ό,τι για το κυκλοκόνιο. Ειδικές δοκιμές έδειξαν ότι απαιτούνται τέσσερις εφαρμογές χαλκού για ουσιαστική μείωση της ασθένειας [2]. Η μετάδοση γίνεται σε μικρή απόσταση, από φύλλο σε φύλλο, με κονίδια ή τμήματα μυκηλίου, και ευνοείται από άνεμο και βροχή σε θερμοκρασίες 10 έως 20 °C με υψηλή υγρασία [3].

    Πηγές: 2 3

    5. Ανθράκωση, γλοιοσπόριο, παστέλα: μία ασθένεια, τρία ονόματα

    Πρώτα η ορολογία, γιατί εδώ γίνεται η μεγαλύτερη σύγχυση «Ανθράκωση», «γλοιοσπόριο» και «παστέλα» είναι η ίδια ασθένεια. Το «γλοιοσπόριο» προέρχεται από το παλαιό όνομα του παθογόνου, Gloeosporium olivarum [1]. Η σύγχρονη ταξινόμηση αποδίδει την ασθένεια σε δύο σύμπλοκα ειδών, Colletotrichum acutatum και Colletotrichum gloeosporioides [2] [3]. Στην Ιταλία λέγεται «λέπρα της ελιάς» [1]. Όποιος ψάχνει τρία διαφορετικά προβλήματα ψάχνει μάταια.

    Στην Ελλάδα η ασθένεια μελετήθηκε από το 1920 και συναντάται κυρίως στην Κέρκυρα, στην Πρέβεζα και στη Χαλκιδική, όπου επιφέρει σημαντικές ζημιές, τόσο σε επιτραπέζιες όσο και σε ελαιοποιήσιμες ποικιλίες [1]. Διεθνώς θεωρείται η πλέον ζημιογόνος ασθένεια του καρπού της ελιάς [3]. Σε έξαρση στην Απουλία σάπισε περίπου το 70% των καρπών και ακολούθησε εκτεταμένη αποφύλλωση [2].

    Συμπτώματα

    Στον καρπό η προσβολή αρχίζει με κηλίδα καστανέρυθρου χρώματος σε ένα σημείο της επιφάνειας, η οποία εξαπλώνεται ταχύτατα. Οι προσβεβλημένοι ιστοί βυθίζονται και αποκτούν έντονη ρυτίδωση, συχνά σε ομόκεντρους κύκλους, και μέσα σε λίγες μέρες καλύπτονται από τις καρποφορίες του μύκητα ως μαύρα στίγματα. Σε υψηλή υγρασία από τις καρποφορίες εξέρχονται πολυάριθμα σπόρια ως γλοιώδης μάζα ρόδινου ή πορτοκαλί χρώματος [1] [3]. Αυτή η ρόδινη γλοιώδης μάζα είναι το πιο αξιόπιστο διακριτικό γνώρισμα της ασθένειας.

    Οι προσβεβλημένοι καρποί πέφτουν εύκολα ακόμη και στα πρώτα στάδια. Όσοι δεν πέφτουν μουμιοποιούνται πάνω στο δέντρο [1] — και εκεί ακριβώς βρίσκεται η κύρια πηγή μολύσματος για την επόμενη χρονιά [3]. Μία μούμια μπορεί να παραγάγει πάνω από 21.600 κονίδια σε άριστες συνθήκες, με τη μέγιστη παραγωγή στους 20 έως 25 °C και 96 ώρες διαβροχής [12]. Επαναλαμβανόμενα πλυσίματα μείωναν την παραγωγή, που γινόταν πολύ χαμηλή μετά το πέμπτο [12] — δηλαδή οι φθινοπωρινές βροχές αδειάζουν σταδιακά τη μούμια, αλλά μόνο αφού πρώτα έχουν διασπείρει το μόλυσμα.

    Στα φύλλα οι κηλίδες είναι καστανές, αρχίζουν από την κορυφή και μπορεί να καλύψουν έως και το μισό έλασμα, με τις καρποφορίες διατεταγμένες σε συγκεντρικούς κύκλους [1]. Οι προσβολές στα φύλλα από μόνες τους δεν έχουν οικονομική σημασία, αλλά υπάρχει ένας έμμεσος μηχανισμός που έχει: οι μολυσμένοι καρποί εκλύουν τοξίνη που προκαλεί χλωρωτικές κηλίδες οι οποίες επεκτείνονται σχεδόν σε ολόκληρο το φύλλο, με τελικό αποτέλεσμα ξήρανση, πτώση και σημαντική αποφύλλωση, καθώς και ξήρανση κλάδων έως και 5 εκατοστών σε διάμετρο [3]. Δηλαδή η ζημιά δεν σταματά στον καρπό.

    Επιδημιολογία και το κλειδί του δάκου

    Ο μύκητας μολύνει κυρίως ώριμους καρπούς. Οι πράσινοι εμφανίζουν αντοχή, πιθανότατα λόγω ανασταλτικών ουσιών του χυμού [1]. Η μόλυνση γίνεται είτε με απευθείας διάτρηση των προστατευτικών στρωμάτων είτε από πληγές, και απαιτεί σταγόνα νερού ή σχετική υγρασία 92 έως 100%, με θερμοκρασίες 10 έως 25 °C [1]· άλλες εργασίες δίνουν εύρος 10 έως 30 °C με υγρασία άνω του 93% [3]. Ο χρόνος επώασης είναι 6 έως 15 ημέρες και μικραίνει όταν η μόλυνση γίνει μέσω πληγής [1]. Η σύγχρονη ανασκόπηση της ασθένειας επιβεβαιώνει ότι πρόκειται για σύμπλοκο πολλών ειδών Colletotrichum που διαφέρουν σε μολυσματικότητα, προτίμηση ξενιστή και γεωγραφική κατανομή, και ότι η ασθένεια υποβαθμίζει ταυτόχρονα την παραγωγή και την ποιότητα του λαδιού [13].

    Εδώ συνδέεται με τον δάκο. Το νύγμα του δάκου επιταχύνει την ωρίμανση των καρπών και διευκολύνει την ταχεία είσοδο και ανάπτυξη του παθογόνου [1]. Ένας ελαιώνας με ανεξέλεγκτο δάκο είναι ελαιώνας προετοιμασμένος για ανθράκωση.

    Τι κοστίζει στο λάδι

    Οι επιτραπέζιες ποικιλίες χάνουν εντελώς την εμπορική τους αξία. Οι ελαιοποιήσιμες δίνουν λιγότερο λάδι και υποβαθμισμένης ποιότητας: θολό, κοκκινωπό και με μεγάλη οξύτητα [1]. Είναι η αντίθετη περίπτωση από την κερκοσπορίωση, όπου η οξύτητα δεν κινείται.

    Η καταπολέμηση στηρίζεται σε χαλκούχα, κυρίως προληπτικά πριν από τις φθινοπωρινές βροχές [1], και στην απομάκρυνση των μουμιοποιημένων καρπών από την κόμη, που αφαιρεί το μόλυσμα της επόμενης χρονιάς.

    Πηγές: 1 2 3 12 13

    6. Βούλα — η ασθένεια που δεν υπάρχει χωρίς τον δάκο

    Η βούλα προκαλείται από τον μύκητα Camarosporium dalmaticum, που στη σύγχρονη ταξινόμηση αποδίδεται στο Botryosphaeria dothidea [1] [3]. Είναι κοινή στην Ελλάδα και σε όλη τη Μεσόγειο και εμφανίζεται με δύο μορφές, την ξεροβούλα και τη σαποβούλα, πάντα σε καρπούς [1].

    • Ξεροβούλα. Εντοπισμένη μόλυνση σε άωρους καρπούς το καλοκαίρι. Εμφανίζεται βυθισμένη καστανή κηλίδα, φελλοποιημένη, πάνω στην οποία διακρίνονται τα πυκνίδια του μύκητα και μια σχισμή από νύγμα δάκου [1].
    • Σαποβούλα. Το φθινόπωρο και στην αρχή του χειμώνα, σε ώριμους καρπούς, η μόλυνση γενικεύεται: σήψη, συρρίκνωση και αφυδάτωση του καρπού, με το νύγμα του δάκου πάλι παρόν [1].

    Μια προσβολή μπορεί να ξεκινήσει ως ξεροβούλα και να εξελιχθεί σε σαποβούλα το φθινόπωρο με την ωρίμανση [1]. Και οι δύο μορφές οδηγούν σε καρπόπτωση, ενίοτε μαζική, με απώλειες που φτάνουν και ξεπερνούν το μισό της σοδειάς [3].

    Το αντι-διαισθητικό σημείο

    Ο μύκητας είναι παράσιτο πληγών και απαραίτητη προϋπόθεση για τη μόλυνση είναι το νύγμα του δάκου. Όμως ο δάκος δεν είναι εκείνος που μεταφέρει το μόλυσμα: αυτό το κάνει το δίπτερο Prolasioptera berlesiana, παράσιτο του ίδιου του δάκου. Αν και ο δάκος μπορεί να μεταφέρει μόλυσμα με τα πόδια και τον ωοθέτη του, τα δικά του νύγματα ουδέποτε εξελίσσονται σε ξεροβούλα ή σαποβούλα [1].

    Πρόσφατη εργασία σε ισπανικούς ελαιώνες έδειξε τον μηχανισμό με αριθμούς. Το θηλυκό του διπτέρου φέρει μυκάγγια — ειδικές κοιλότητες στην κοιλιά — μέσα στις οποίες μεταφέρει τα σπόρια, στοιχείο που δείχνει αμοιβαία συμβίωση και όχι απλή τυχαία μεταφορά. Σαράντα οκτώ ώρες μετά από τεχνητή προσομοίωση νυγμάτων δάκου, το 48% των καρπών περιείχε το δίπτερο, ενώ σε τεχνητές πληγές χωρίς σχήμα νύγματος δεν εμφανίστηκε κανένα. Και σε θάλαμο υγρασίας, ο μύκητας εμφανίστηκε μόνο στους καρπούς που περιείχαν το δίπτερο [15].

    Μία διόρθωση στη διαδεδομένη εικόνα: το δίπτερο δεν χρειάζεται αυγό δάκου για να αναπτυχθεί — προτιμά όμως ειδικά το σχήμα του νύγματος του δάκου [15].

    Η πρακτική συνέπεια είναι καθαρή: η βούλα δεν αντιμετωπίζεται με μυκητοκτόνο αλλά με σωστή δακοκτονία, και μάλιστα με προληπτικούς δολωματικούς ψεκασμούς πριν από την ωοτοκία. Μετά την ωοτοκία, οι θεραπευτικοί ψεκασμοί δεν λύνουν το πρόβλημα [1]. Δεν υπάρχει προσβολή από βούλα κάθε χρόνο· υπάρχουν «χρονιές βούλας», και συμπίπτουν με τις χρονιές του δάκου.

    Το παθογόνο αναπτύσσεται σε 20 έως 30 °C με άριστη τους 30 °C, και όσο χαμηλότερες οι θερμοκρασίες τόσο δυσχεραίνεται η ανάπτυξή του [1]. Οι ζημιές εντείνονται από τα τέλη Αυγούστου [3]. Η νεκρωτική κηλίδα καθιστά τον καρπό ακατάλληλο για επιτραπέζια επεξεργασία, και όταν προσβεβλημένοι καρποί μπουν στο ελαιοτριβείο υποβαθμίζεται η ποιότητα του λαδιού [3].

    Πηγές: 1 3 15

    7. Βερτισιλλίωση — η σοβαρότερη ασθένεια εδάφους

    Η βερτισιλλίωση είναι αδρομύκωση οφειλόμενη στον Verticillium dahliae και θεωρείται η σοβαρότερη μυκητολογική ασθένεια εδάφους της ελιάς [1], αλλά και η σημαντικότερη ασθένεια της καλλιέργειας συνολικά [2]. Στην Ελλάδα διαπιστώθηκε και μελετήθηκε πρώτη φορά στη Στυλίδα Φθιώτιδας το 1952 και έκτοτε έχει παρατηρηθεί σε όλη τη χώρα [1].

    Οι δύο μορφές — και γιατί μοιάζουν με άλλα πράγματα

    Σύνδρομο απότομου μαρασμού ή αποπληξίας. Εμφανίζεται συνήθως σε φυτώρια και νεαρά δέντρα. Τα φύλλα ορισμένων κλάδων καρουλιάζουν κατά μήκος προς την κάτω επιφάνεια σχηματίζοντας «σωλήνα», χάνουν το βαθύ πράσινο, γίνονται άτονα και θαμπά και μετά καστανά, και ξηραίνονται γρήγορα χωρίς να πέφτουν, παραμένοντας για μεγάλο διάστημα στους κλάδους [1]. Την άνοιξη τα άνθη και οι νεαροί καρποί ξεραίνονται και μένουν και αυτοί επάνω. Η αποπληξία αναπτύσσεται από αργά τον χειμώνα ως νωρίς την άνοιξη και εκδηλώνεται συχνότερα σε δέντρα που προσβλήθηκαν την προηγούμενη χρονιά [1].

    Σύνδρομο βραδείας αποξήρανσης. Εκδηλώνεται ημιπληγικά και βαθμιαία, από αργά την άνοιξη ως νωρίς το καλοκαίρι. Τα φύλλα γίνονται χλωρωτικά ή κίτρινα, ξηραίνονται και πέφτουν, με αποτέλεσμα αποφύλλωση και ξήρανση των κλάδων [1]. Πάνω στους ξηρούς κλάδους εμφανίζονται συχνά νεαροί ασθενικοί βλαστοί με μικρά χλωρωτικά φύλλα, που και αυτοί οδηγούνται σύντομα σε ξήρανση.

    Το χαρακτηριστικό εσωτερικό σύμπτωμα και για τις δύο μορφές είναι ο τεφρομέλανος μεταχρωματισμός του κεντρικού κυλίνδρου του προσβεβλημένου κλάδου: σε κατά μήκος τομή εμφανίζεται ως ράβδωση, σε εγκάρσια ως διακριτά στίγματα [1]. Αντίστοιχο καστάνωμα του ξύλου παρατηρείται και στον κεντρικό κύλινδρο του ριζικού συστήματος [3]. Είναι το μοναδικό σύμπτωμα που ξεχωρίζει με βεβαιότητα τη βερτισιλλίωση από μια ξήρανση λόγω σηψιρριζίας ή έλλειψης νερού, και απαιτεί τομή με κλαδευτήρι.

    Γιατί το έδαφος δεν καθαρίζει

    Ο μύκητας διατηρείται στο έδαφος με μικροσκληρώτια που επιβιώνουν έως και 14 χρόνια [1] — άλλες πηγές δίνουν έως 20 χρόνια [3]. Η εκτενέστερη ανασκόπηση της ασθένειας στην ελιά, πενήντα σελίδων, καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα για τη διαχείριση: καμία μεμονωμένη μέθοδος δεν επαρκεί και απαιτείται ολοκληρωμένη στρατηγική, με βάρος στα προληπτικά μέτρα πριν από τη φύτευση [14]. Το μόλυσμα αυξάνεται με τη συγκαλλιέργεια ευαίσθητων φυτών όπως πατάτα και τομάτα, καθώς και σε αυτοφυείς ξενιστές [1]. Ο μύκητας ευνοείται σε 21 έως 27 °C και σταματά την ανάπτυξή του πάνω από τους 30 °C [1], γι' αυτό τα εντονότερα συμπτώματα παρατηρούνται κατά την άνθηση και όχι στο κατακαλόκαιρο.

    Ως προς τις ελληνικές ποικιλίες, ευαίσθητες θεωρούνται η Τσουνάτη, η Καλαμών και η Αμφίσσης, ενώ η Κορωνέικη είναι πρακτικά ανθεκτική — με τη διευκρίνιση ότι δεν είναι σπάνιες οι σημαντικές προσβολές και σε αυτήν, όταν οι συνθήκες ευνοούν τη μόλυνση και την ανάπτυξη μολύσματος [1]. Οι επιτραπέζιες ποικιλίες και τα νεαρά δενδρύλλια είναι γενικά πιο ευαίσθητα.

    Τα μυκητοκτόνα δεν λύνουν τη βερτισιλλίωση Τα μυκητοκτόνα είναι αναποτελεσματικά για τον έλεγχο της ασθένειας [2]. Ό,τι δουλεύει είναι προληπτικό και εδαφικό: πιστοποιημένο πολλαπλασιαστικό υλικό, αποφυγή εδαφών με προηγούμενες ευαίσθητες καλλιέργειες, αποφυγή συγκαλλιέργειας και ζιζανίων-ξενιστών, ισορροπημένη λίπανση και άρδευση, απολύμανση των εργαλείων πριν και μετά τη χρήση, και αφαίρεση και καύση των ξηρών κλάδων στο χειμερινό κλάδεμα [3].

    Ένα στοιχείο που έχει σημασία για τη διάγνωση: υπάρχουν αποφυλλωτικοί και μη αποφυλλωτικοί παθότυποι του μύκητα, οι οποίοι διακρίνονται με μοριακή μέθοδο [2]. Δύο ελαιώνες με το ίδιο παθογόνο μπορούν να δείχνουν πολύ διαφορετική εικόνα.

    Πηγές: 1 2 3 14

    8. Φυματίωση και οι σηψιρριζίες

    Φυματίωση της ελιάς

    Προκαλείται από το βακτήριο Pseudomonas savastanoi και είναι η συνηθέστερη βακτηριακή ασθένεια της ελιάς. Χαρακτηρίζεται από όγκους που αναπτύσσονται συνήθως σε βλαστούς και κλάδους· κατ' εξαίρεση μπορούν να προσβληθούν φύλλα και καρποί [2]. Η εικόνα είναι σχεδόν παθογνωμονική και δύσκολα συγχέεται με άλλο πρόβλημα.

    Το κρίσιμο για την πρόληψη είναι ότι το παθογόνο έχει ανιχνευθεί σε ασυμπτωματικούς ιστούς βλαστών από φυσικά μολυσμένα δέντρα [2]. Ένα μόσχευμα χωρίς όγκους δεν είναι απόδειξη υγιούς υλικού. Η χρήση πιστοποιημένου πολλαπλασιαστικού υλικού είναι το ουσιαστικό μέτρο, και η μετάδοση ευνοείται από πληγές — παγετούς, χαλάζι, μηχανική συγκομιδή και το ίδιο το κλάδεμα με μολυσμένα εργαλεία.

    Σηψιρριζίες και Phytophthora

    Η σήψη ριζών είναι αναδυόμενο πρόβλημα σε σημαντικές ελαιοκομικές περιοχές. Τα συμπτώματα στην κόμη δεν είναι ειδικά: χλώρωση φύλλων, νανισμός και ξήρανση κλάδων [2] — ακριβώς η εικόνα που αποδίδεται λανθασμένα σε τροφοπενία ή σε βερτισιλλίωση.

    Το διακριτικό στοιχείο δεν βρίσκεται στην κόμη αλλά στο έδαφος και στη διάταξη: οι μολύνσεις από Phytophthora ευνοούνται από υγρές συνθήκες, ασυνήθιστη βροχόπτωση ή κακή στράγγιση, και υπό αυτές τις συνθήκες εξαπλώνονται ταχύτατα [2]. Εμφανίζονται σε εστίες, στα χαμηλά σημεία του αγρού, στις γραμμές πάνω από τη σταλακτηφόρο, εκεί όπου λιμνάζει. Η βερτισιλλίωση, αντίθετα, παρατηρείται σποραδικά και σε μεμονωμένα δέντρα, σπάνια υπό γενικευμένη μορφή [1].

    Στην ελιά έχουν βρεθεί συνδεδεμένα με σήψη ριζών και λαιμού αρκετά είδη: το σύμπλοκο P. megasperma και ο P. palmivora στην Ισπανία, ο P. palmivora στη νότια Ιταλία, οι P. citricola και P. dreschleri στην Καλιφόρνια [2]. Τα προληπτικά μέτρα είναι εδαφικά: αποφυγή λίμνασης και υπερβολικής άρδευσης, αποφυγή μεταφοράς χώματος από μολυσμένες σε καθαρές περιοχές, αποφυγή φύτευσης σε θέσεις με ιστορικό της ασθένειας, και υγιές πολλαπλασιαστικό υλικό [3].

    Πηγές: 1 2 3

    9. Xylella fastidiosa — τι σημαίνει καραντίνα

    Το βακτήριο Xylella fastidiosa έφτασε στην Ευρώπη το 2013 και η πρώτη εστία του «συνδρόμου ταχείας παρακμής της ελιάς» καταγράφηκε στην Απουλία της Ιταλίας την ίδια χρονιά [4]. Το όνομά του περιγράφει και τη βιολογία του: αναπτύσσεται πολύ αργά σε θρεπτικά υποστρώματα (fastidiosa) και ζει στο ξύλωμα του ξενιστή (Xylella).

    Η ασθένεια μπορεί να είναι ασυμπτωματική στα πρώτα στάδια, αλλά συνήθως προκαλεί καψίματα των φύλλων, εκτεταμένη ξήρανση κλάδων και τελικά τον θάνατο ολόκληρου του δέντρου [4]. Τα καψίματα ξεκινούν από τις άκρες και τα άκρα του ελάσματος και μοιάζουν με ζημιά από ξηρασία ή αλατότητα — και ακριβώς εκεί χάνεται χρόνος.

    Οι φορείς στη Μεσόγειο ανήκουν στην οικογένεια Aphrophoridae: Philaenus spumarius, Philaenus italosignus και Neophilaenus campestris, με τον P. spumarius ως κύριο φορέα στην Ευρώπη [4]. Πρόκειται για έντομα που τρέφονται από τον χυμό του ξυλώματος, είναι πανταχού παρόντα και εξαιρετικά πολυφάγα, με τις νύμφες να αναπτύσσονται σε ποώδη βλάστηση — κατά προτίμηση σε φυτά με ροζέτα φύλλων στη βάση [4]. Τα αυγά διαχειμάζουν στο έδαφος. Αυτό εξηγεί γιατί η διαχείριση της υποβλάστησης του ελαιώνα δεν είναι λεπτομέρεια.

    Υποχρέωση αναγγελίας — δεν είναι επιλογή του παραγωγού Η Xylella fastidiosa είναι οργανισμός καραντίνας. Κάθε υποψία ξήρανσης με εικόνα καψίματος φύλλων και προοδευτικής ξήρανσης κλάδων δηλώνεται στην αρμόδια Διεύθυνση Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής. Η διάγνωση γίνεται μόνο εργαστηριακά από την επίσημη αρχή. Τα μέτρα σε περίπτωση εστίας περιλαμβάνουν εκρίζωση των φυτών σε ακτίνα 100 μέτρων από το προσβεβλημένο φυτό και εντατικές επεμβάσεις σε όλη τη ζώνη εκρίζωσης [4]. Καμία ενέργεια δεν γίνεται με πρωτοβουλία του καλλιεργητή.

    Το μέγεθος του διακυβεύματος εξηγεί την αυστηρότητα: έχει εκτιμηθεί ότι πλήρης εξάπλωση του βακτηρίου θα κόστιζε στην ΕΕ πάνω από 5,5 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως σε απώλειες παραγωγής, με πρόσθετες απώλειες εξαγωγών περίπου 0,7 δισεκατομμυρίων ευρώ ετησίως. Αν εξαπλωνόταν σε όλη την ΕΕ, θα επηρέαζε πάνω από το 70% της αξίας παραγωγής των ελαιόδεντρων ηλικίας άνω των 30 ετών και το 35% των νεότερων [4].

    Η Xylella δεν αφορά μόνο την ελιά Το βακτήριο έχει τεράστιο εύρος ξενιστών και απειλεί συνολικά την ελληνική δενδροκομία, όχι μόνο τον ελαιώνα. Τα υποείδη, ο κατάλογος των ξενιστών, οι ζώνες οριοθέτησης, το τι ακριβώς προβλέπει η νομοθεσία και τι σημαίνει στην πράξη για έναν παραγωγό αναλύονται στο ξεχωριστό άρθρο.

    Xylella fastidiosa: ένα βακτήριο που απειλεί συνολικά την ελληνική δενδροκομία — ολόκληρο το άρθρο

    Πηγές: 4

    10. Οι εχθροί: δάκος, πυρηνοτρήτης, βαμβακάδα, ρυγχίτης, πολλίνια, μαργαρόνια, λεκάνιο

    Δάκος (Bactrocera oleae)

    Ο δάκος είναι ο σημαντικότερος εχθρός της ελιάς παγκοσμίως [4] και καλύπτεται αναλυτικά σε ξεχωριστό άρθρο: κύκλος ζωής, ο συμβιώτης Candidatus Erwinia dacicola, ο ρόλος της θερμοκρασίας, τα όρια επέμβασης, οι δολωματικοί ψεκασμοί, η μαζική παγίδευση και η κατάσταση της ανθεκτικότητας στους ελληνικούς πληθυσμούς.

    Ο Δάκος της Ελιάς — ολόκληρο το άρθρο

    Για τους σκοπούς της αναγνώρισης αρκούν δύο σημεία. Το νύγμα ωοτοκίας είναι μικρή τριγωνική εσοχή στην επιφάνεια του καρπού, ορατή με τη λούπα. Η στοά της προνύμφης στη σάρκα και η τρύπα εξόδου, στρογγυλή και καθαρή, εμφανίζονται αργότερα. Και τα δύο έχουν διαγνωστική αξία πέρα από τον ίδιο τον δάκο, γιατί ανοίγουν τον δρόμο στη βούλα και στην ανθράκωση.

    Πυρηνοτρήτης (Prays oleae)

    Ο πυρηνοτρήτης είναι ο δεύτερος οικονομικά σημαντικότερος εχθρός της ελιάς μετά τον δάκο [4]. Το χαρακτηριστικό του είναι ότι έχει τρεις γενεές με τελείως διαφορετικό στόχο η καθεμία, και γι' αυτό μπερδεύεται τόσο εύκολα: ο ίδιος εχθρός δίνει τρεις άσχετες μεταξύ τους εικόνες μέσα στην ίδια χρονιά.

    • Φυλλόβια γενεά — η μακρύτερη, από το φθινόπωρο ως την άνοιξη. Οι προνύμφες διαχειμάζουν μέσα σε στοές στο έλασμα των φύλλων [4]. Το σύμπτωμα είναι διαφανείς ακανόνιστες περιοχές στο φύλλο, όπου έχει φαγωθεί το μεσόφυλλο.
    • Ανθόβια γενεά — η συντομότερη, γύρω στον Απρίλιο. Οι προνύμφες τρέφονται στα ανθικά μπουμπούκια. Έχει εκτιμηθεί ότι μία προνύμφη αυτής της γενεάς μπορεί να καταστρέψει 20 έως 30 άνθη [4].
    • Καρπόβια γενεά — η πιο ζημιογόνος. Οι προνύμφες εισέρχονται στον καρπό το καλοκαίρι και τρέφονται από τον σπόρο, προκαλώντας πρώιμη καρπόπτωση [4]. Η πτώση συμβαίνει τυπικά όταν οι προνύμφες εγκαταλείπουν τον καρπό.

    Το μέγεθος της ζημιάς φαίνεται από μακροχρόνια δεδομένα: 28ετής μελέτη στην Ανδαλουσία έδειξε ότι ο πυρηνοτρήτης μπορεί να μειώσει την παραγωγή κατά 50 έως 60%, με βαριές προσβολές να εμφανίζονται περίπου κάθε τρία χρόνια και να προκαλούν 40% πρώιμη καρπόπτωση [4]. Η περιοδικότητα αυτή είναι το χρήσιμο συμπέρασμα: ο πυρηνοτρήτης δεν είναι ετήσιο πρόβλημα, και η ετήσια επέμβαση χωρίς παρακολούθηση είναι σπατάλη.

    Βαμβακάδα ή ψύλλα (Euphyllura olivina, E. phillyreae)

    Στην ελληνική βιβλιογραφία και στα δελτία των Γεωργικών Προειδοποιήσεων ο εχθρός αναφέρεται και ως Euphyllura phillyreae [8], ενώ η διεθνής βιβλιογραφία χρησιμοποιεί κυρίως το Euphyllura olivina [5]. Πρόκειται για συγγενικά είδη με πρακτικά ταυτόσημη συμπτωματολογία και διαχείριση.

    Η βαμβακάδα αναγνωρίζεται από το ίδιο της το σύμπτωμα: λευκές βαμβακώδεις μάζες στις νέες βλαστήσεις, στους οφθαλμούς και μέσα στις ανθοταξίες. Πρόκειται για κηρώδη έκκριση των νυμφών, οι οποίες είναι πλατιές, πράσινες έως ανοιχτόχρωμες, με πέντε νυμφικά στάδια από 0,4 ως 1,5 χιλιοστά. Τα ενήλικα είναι ανοιχτοκαστανά, μήκους 2,5 χιλιοστών, και πηδούν δυνατά [5].

    Έχει τρεις γενεές τον χρόνο. Τα ενήλικα διαχειμάζουν σε προστατευμένα σημεία του κορμού. Η δεύτερη γενεά αναπτύσσεται πάνω στους οφθαλμούς και στα άνθη τον Μάιο και τον Ιούνιο και είναι εκείνη που κάνει τη ζημιά· η τρίτη, τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο, συνήθως περνά απαρατήρητη [5]. Θερμοκρασιακά, η ανάπτυξη ευνοείται στους 20 έως 25 °C, πάνω από 27 °C τα έντομα είναι λιγότερο δραστήρια και πάνω από 32 °C η θνησιμότητα αυξάνεται [5].

    Η ζημιά είναι διπλή: άμεση τροφική στους οφθαλμούς, στα άνθη, στους τρυφερούς βλαστούς και στους μικρούς καρπούς, και έμμεση μέσω των μελιτωδών εκκρίσεων που τροφοδοτούν την καπνιά. Κατά την άνθηση και την καρπόδεση, η κηρώδης έκκριση προκαλεί ανθόρροια και πτώση μικρών καρπών. Σε βαριές προσβολές οι απώλειες παραγωγής φτάνουν το 30 έως 60% [5].

    Όρια παρακολούθησης ανά ανθοταξία Η παρακολούθηση είναι πιο χρήσιμη από τον Μάρτιο ως τον Μάιο, με μέτρηση νυμφών ανά ανθοταξία [5]:
    • Λιγότερες από 6 ανά ανθοταξία: δεν προκύπτει απώλεια.
    • Πάνω από 6 έως 8, σε χρονιά με μικρή καρπόδεση: πιθανή κάποια απώλεια.
    • Λιγότερες από 10, σε χρονιά με μεγάλη καρπόδεση: ελάχιστη έως καμία απώλεια.
    • Πάνω από 10 ανά ανθοταξία: πιθανή απώλεια.
    Το ίδιο όριο δίνει διαφορετική απόφαση ανάλογα με το φορτίο της χρονιάς. Ένα δέντρο με πλούσια ανθοφορία αντέχει πληθυσμό που σε χρονιά μικρής καρπόδεσης θα κόστιζε.

    Τα ελληνικά τεχνικά δελτία καταλήγουν στην ίδια λογική με διαφορετική μέτρηση: ελαιώνες με κανονική ανθοφορία δεν έχουν ανάγκη καταπολέμησης, ενώ όπου η ανθοφορία είναι μειωμένη και η προσβολή ξεπερνά το 30% των ανθέων χρειάζεται αντιμετώπιση. Με κατάλληλο σκεύασμα και προσθήκη παραφινικού λαδιού γίνεται συνδυασμένη καταπολέμηση με τον πυρηνοτρήτη [8].

    Δύο πράγματα καθορίζουν την επιτυχία μιας επέμβασης. Πρώτον, ο χρόνος: η επέμβαση πρέπει να γίνει πριν οι νύμφες σχηματίσουν το κηρώδες τους κάλυμμα, που τις προστατεύει από τα σκευάσματα [5]. Δεύτερον, ο στόχος: παρότι η δεύτερη γενεά κάνει τη ζημιά, η μείωση της πρώτης γενεάς είναι εκείνη που κρατά μικρή τη δεύτερη [5]. Σε θερμές περιοχές, το κλάδεμα των εσωτερικών κλάδων για καλύτερο αερισμό μειώνει τους πληθυσμούς [5].

    Μαργαρόνια (Palpita unionalis)

    Η μαργαρόνια, γνωστή και ως πυραλίδα της ελιάς, ήταν παραδοσιακά δευτερεύων εχθρός και σήμερα θεωρείται πρωτεύων στα φυτώρια και στις νεαρές αρδευόμενες φυτείες. Οι μικρές προνύμφες τρέφονται από την κάτω επιφάνεια των φύλλων και, καθώς μεγαλώνουν, καταναλώνουν ολόκληρα φύλλα και οφθαλμούς· σε υψηλούς πληθυσμούς προσβάλλουν και καρπούς με τον σπόρο τους [6]. Χαρακτηριστικό σημάδι είναι τα μεταξένια νήματα με τα οποία η προνύμφη συνδέει φύλλα πριν νυμφωθεί.

    Το ενήλικο είναι λευκό έως υπόλευκο, με ημιδιαφανείς πτέρυγες και άνοιγμα πτερύγων γύρω στα 30 χιλιοστά, και είναι νυκτόβιο. Η προνύμφη φτάνει τα 18 ως 20 χιλιοστά. Το θηλυκό εναποθέτει κατά μέσο όρο 385 αυγά μεμονωμένα σε φύλλα και βλαστούς. Ο μύκητας διαχειμάζει ως προνύμφη. Σε σταθερές συνθήκες 27 °C ο κύκλος ολοκληρώνεται σε 38 ημέρες, που αντιστοιχεί σε έως εννέα γενεές ετησίως· στην Ιταλία καταγράφονται πέντε και στην Αίγυπτο δέκα [6].

    Το εύρημα που αποτρέπει άσκοπους ψεκασμούς

    Η μαργαρόνια είναι θεαματική στο μάτι και ήπια στο ταμείο. Σε μελέτη στη Σικελία, όταν είχε προσβληθεί το 90% των κλαδιών, η απώλεια παραγωγής δεν ξεπέρασε το 20% [6].

    Σε παραγωγικό ελαιώνα, δηλαδή, μια εντυπωσιακή εικόνα φαγωμένης νέας βλάστησης δικαιολογεί σπάνια επέμβαση. Το αντίθετο ισχύει σε φυτώριο και σε νεαρή φυτεία υπό διαμόρφωση, όπου η καταστροφή των βλαστών χαλάει το σχήμα και καθυστερεί την είσοδο στην παραγωγή. Το καλύτερο μέτρο εκεί είναι μηχανικό: αφαίρεση των προσβεβλημένων βλαστών [6]. Ο Bacillus thuringiensis προκαλεί θνησιμότητα στις προνύμφες [6]. Τα ελληνικά δελτία δίνουν προτεραιότητα στην προστασία των νεαρών δέντρων σε νέες φυτείες και φυτώρια, και των δέντρων που έχουν υποστεί αυστηρά ανανεωτικά κλαδέματα [8].

    Ακραία βλάστηση ελιάς με ξηρά συστραμμένα φύλλα και μεταξένια νήματα από μαργαρόνια
    Μαργαρόνια στην κορυφή του βλαστού: ξηρά, συστραμμένα φύλλα δεμένα με μεταξένια νήματα. Η προνύμφη δουλεύει πάντα στην ακραία βλάστηση — γι' αυτό η ζημιά είναι σοβαρή σε δέντρο υπό διαμόρφωση και αμελητέα σε παραγωγικό δέντρο. Φωτογραφία από ελαιώνα στην Πέλλα.
    Δεύτερη εικόνα προσβολής μαργαρόνιας σε νεαρή βλάστηση ελιάς
    Η ίδια προσβολή σε άλλο βλαστό. Το διαγνωστικό δεν είναι τα ξηρά φύλλα, που μπορεί να προέρχονται από δεκάδες αιτίες, αλλά ο συνδυασμός τους με το μετάξι και με τη θέση στην κορυφή.
    Το ελληνικό όριο για τον πυρηνοτρήτη — και γιατί εξαρτάται από την ανθοφορία Σύμφωνα με τα τεχνικά δελτία των Γεωργικών Προειδοποιήσεων, σε ελαιώνες μέτριας ή μειωμένης καρποφορίας, μικρότερης του 50% της κανονικής, οι προνύμφες της ανθόβιας γενεάς μπορούν να προκαλέσουν περαιτέρω μείωση καταστρέφοντας κλειστά ή ανοιχτά άνθη. Ελαιώνες με πλούσια ή ικανοποιητική ανθοφορία συνήθως δεν ζημιώνονται από αυτή τη γενεά [8].

    Ο χρόνος επέμβασης, όπου χρειάζεται, είναι στο ξεκίνημα της άνθισης — από το κρόκιασμα έως 25% ανοιχτών ανθέων, βλαστικά στάδια Ε και F. Προτείνονται μικροβιακά σκευάσματα Bacillus thuringiensis, επειδή δεν βλάπτουν τα ωφέλιμα έντομα που δραστηριοποιούνται αυτή την εποχή, δηλαδή τους επικονιαστές, τα παρασιτοειδή και τα αρπακτικά. Στη βιολογική γεωργία απαιτείται επανάληψη μετά από επτά ημέρες, και επίσης επανάληψη αν μεσολαβήσει βροχή μέσα σε επτά έως δέκα ημέρες από τον ψεκασμό [8].

    Στη βιολογική γεωργία η επέμβαση γίνεται σε αυτή τη γενεά ανεξάρτητα από το μέγεθος της ανθοφορίας, γιατί στόχος είναι ο περιορισμός της επόμενης, της καρπόβιας, που ελέγχεται δύσκολα από τα επιτρεπόμενα σκευάσματα [8].

    Λευκά κηρώδη εκκρίματα βαμβακάδας σε βλαστούς ελιάς
    Βαμβακάδα: λευκά κηρώδη εκκρίματα πάνω σε βλαστούς και νέα βλάστηση. Το λευκό δεν είναι το έντομο αλλά το κάλυμμά του, και είναι ακριβώς αυτό που το προστατεύει από τον ψεκασμό. Φωτογραφία από ελαιώνα στην Πέλλα.

    Ρυγχίτης (Rhynchites cribripennis)

    Ο ρυγχίτης είναι κολεόπτερο που αφήνει δύο ξεχωριστά ίχνη. Στα φύλλα της νέας βλάστησης τα ενήλικα κάνουν ημικυκλικά φαγώματα στα περιθώρια, καθαρές και ομαλές εγκοπές σαν κομμένες με ψαλίδι — εικόνα που συχνά αποδίδεται σε κάμπια. Στους καρπούς ανοίγουν τροφικές οπές στη σάρκα, και εκεί βρίσκεται η οικονομική ζημιά.

    Ημικυκλικά φαγώματα στα περιθώρια φύλλων ελιάς από ρυγχίτη
    Ημικυκλικά φαγώματα στα περιθώρια των φύλλων νεαρής βλάστησης. Το σχήμα είναι το γνώρισμα: ομαλές εγκοπές από τη μασητική συσκευή του ενηλίκου, όχι σκισίματα και όχι στοές μέσα στο έλασμα. Φωτογραφία από ελαιώνα στην Πέλλα.

    Πόσο κοστίζει μία τρύπα

    Σε πείραμα με κλωβούς σε ελληνικό ελαιώνα, η καρπόπτωση ήταν 54% με τέσσερα ενήλικα ανά κλωβό, 38% με δύο και 16% στον μάρτυρα χωρίς ενήλικα [9]. Η ζημιά ήταν εντονότερη στους καρπούς μέσα στον πρώτο μήνα μετά τον σχηματισμό τους, και μία μόνο τροφική οπή αρκούσε για να πέσει ένας μικρός καρπός [9].

    Στον αγρό, το ποσοστό των προσβεβλημένων καρπών ήταν 19% στις 29 Μαΐου και παρέμεινε σε παρόμοια επίπεδα ως τα μέσα Ιουλίου, όπου κορυφώθηκε στο 26% [9]. Το συμπέρασμα για τον προγραμματισμό είναι ότι το παράθυρο είναι νωρίς: αν η παρακολούθηση ξεκινήσει τον Ιούλιο, η ζημιά έχει ήδη γίνει.

    Ο ρυγχίτης μπερδεύεται εύκολα με τη μαργαρόνια, γιατί και οι δύο τρώνε τη νέα βλάστηση. Τα ξεχωρίζει το σχήμα: ο ρυγχίτης αφήνει ομαλές ημικυκλικές εγκοπές στο περιθώριο, χωρίς μεταξένια νήματα· η μαργαρόνια αφήνει ακανόνιστα φαγώματα, στοές στο έλασμα και πάντα μετάξι στην κορυφή του βλαστού.

    Πολλίνια ή «χελωνάκι» (Pollinia pollini)

    Το «χελωνάκι» είναι κοκκοειδές γκρίζου χρώματος που δεν κάθεται τυχαία πάνω στο δέντρο. Εγκαθίσταται στη βάση των οφθαλμών, στις μασχάλες των διακλαδώσεων των βλαστών, και σε πληγές και σκασίματα του φλοιού των λεπτών κλαδιών [8]. Η εικόνα στο χωράφι είναι πυκνή αποικία μικρών καβουκιών σε σειρά κατά μήκος του κλαδιού, όχι σκόρπια άτομα — και αυτό το ξεχωρίζει από τα άλλα κοκκοειδή της ελιάς.

    Η ζημιά δεν είναι η ρουφηγμένη χυμώδης ουσία. Επειδή το έντομο κάθεται στη βάση των οφθαλμών, εμποδίζει την κανονική τους ανάπτυξη: προκαλεί ακανόνιστη και ασθενική βλάστηση, μειωμένη καρποφορία και νέκρωση των λεπτών κλαδιών [8]. Δηλαδή η ζημιά είναι στην παραγωγή της επόμενης χρονιάς, όπως και στην αποφύλλωση από κυκλοκόνιο.

    Πρόκειται για σοβαρό εχθρό που προσβάλλει κυρίως ακλάδευτα, παραμελημένα και εξασθενημένα δέντρα [8]. Η αντιμετώπιση των κοκκοειδών επιτυγχάνεται κυρίως με καλλιεργητικές πρακτικές που βελτιώνουν τη ζωτικότητα του δέντρου — κλαδοκάθαρος, ισορροπημένες αρδεύσεις και λιπάνσεις — και με αφαίρεση και καταστροφή των προσβεβλημένων κλάδων, που περιορίζει την εξάπλωση. Η χημική αντιμετώπιση συμπληρώνει τις καλλιεργητικές φροντίδες, δεν τις υποκαθιστά [8].

    Πυκνή αποικία κοκκοειδών κατά μήκος λεπτού κλαδιού ελιάς
    Πολλίνια σε πυκνή αποικία κατά μήκος λεπτού κλαδιού. Το χαρακτηριστικό δεν είναι το μέγεθος των ατόμων αλλά η διάταξή τους: σε σειρά, πάνω στον βλαστό και στη βάση των οφθαλμών, όχι σκόρπια στο φύλλωμα. Φωτογραφία από ελαιώνα στην Πέλλα.

    Για τα υπόλοιπα κοκκοειδή της ελιάς — ασπιδιωτός (Aspidiotus nerii) και παρλατόρια (Parlatoria oleae) — όπου οι προσβολές είναι σοβαρές, οι επίσημες οδηγίες συστήνουν παραφινικά λάδια, ώστε να αποφευχθεί η καταστροφή των ωφέλιμων εντόμων [8].

    Λεκάνιο και καπνιά

    Το λεκάνιο εμφανίζεται ως ημισφαιρικά καστανά «καβούκια» προσκολλημένα σε βλαστούς και νευρώσεις φύλλων. Το κόστος του σπάνια είναι άμεσο· έρχεται μέσα από τις μελιτώδεις εκκρίσεις που τρέφουν την καπνιά.

    Η καπνιά δεν είναι παράσιτο. Είναι μύκητες των γενών Capnodium, Fumago και Aureobasidium που αναπτύσσονται πάνω στις μελιτώδεις εκκρίσεις εντόμων. Το μυκήλιο εγκαθίσταται στην επιφάνεια ξύλου, φύλλων και καρπών σχηματίζοντας μαύρο υμένιο που προκαλεί πρόωρη γήρανση, εμποδίζοντας τη φωτοσύνθεση και μειώνοντας τις ανταλλαγές αερίων. Η επιμονή της μπορεί να προκαλέσει αποφύλλωση [3]. Το πρακτικό διαγνωστικό σημάδι είναι ότι η μαύρη επίστρωση ξεπλένεται ή τρίβεται και αποκαλύπτει υγιή ιστό από κάτω — σε αντίθεση με τις κηλίδες του κυκλοκονίου ή της κερκοσπορίωσης, που είναι μέσα στον ιστό.

    Η αντιμετώπιση της καπνιάς περνά υποχρεωτικά από το έντομο που την τροφοδοτεί. Οι παράγοντες που ευνοούν τα κοκκοειδή, και άρα την καπνιά, είναι σαφείς: απουσία κλαδέματος ή κλαδέματα σε πολύ αραιά διαστήματα, ανεπαρκής απόσταση μεταξύ των κομών, υπερβολική αζωτούχος λίπανση, επαναλαμβανόμενες εφαρμογές ελάχιστα εκλεκτικών εντομοκτόνων που μειώνουν την ωφέλιμη πανίδα, ήπιες θερμοκρασίες τον χειμώνα και υψηλή υγρασία το καλοκαίρι [3]. Τρεις από τους έξι παράγοντες είναι αποφάσεις του καλλιεργητή.

    Πηγές: 3 4 5 6 8 9

    11. Ο πίνακας των συγχύσεων

    Ο παρακάτω πίνακας συγκεντρώνει τα ζεύγη που μπερδεύονται συχνότερα στο χωράφι, και το ένα γνώρισμα που τα ξεχωρίζει.

    Μοιάζει με Αλλά είναι Το γνώρισμα που τα ξεχωρίζει
    Κυκλοκόνιο Κερκοσπορίωση Στην κερκοσπορίωση το τεφρόχρωμο τσόχωμα είναι στην κάτω επιφάνεια και προσβάλλει φύλλα άνω του έτους στους χαμηλούς κλάδους· το κυκλοκόνιο δίνει κυκλική κηλίδα με κίτρινο δακτύλιο πάνω, και πλήττει περισσότερο τα νεαρά φύλλα.
    Βερτισιλλίωση Σηψιρριζία ή Phytophthora Τομή στον ξηρό κλάδο. Ο τεφρομέλανος μεταχρωματισμός του κεντρικού κυλίνδρου δείχνει βερτισιλλίωση. Επίσης η Phytophthora εμφανίζεται σε εστίες εκεί που λιμνάζει, η βερτισιλλίωση σε μεμονωμένα δέντρα.
    Βερτισιλλίωση Xylella fastidiosa Στη Xylella η εικόνα ξεκινά με κάψιμο στις άκρες των φύλλων και προχωρά σε γενικευμένη ξήρανση κλάδων. Η διάκριση δεν γίνεται με το μάτι: απαιτείται επίσημη εργαστηριακή ανάλυση.
    Ανθράκωση Βούλα Στην ανθράκωση η κηλίδα βγάζει ρόδινη γλοιώδη μάζα σε υγρασία και προσβάλλει ώριμους καρπούς. Στη βούλα υπάρχει πάντα νύγμα δάκου και η κηλίδα είναι φελλοποιημένη στην ξεροβούλα.
    Καπνιά Κηλίδες μυκητολογικής ασθένειας Η καπνιά ξεπλένεται ή τρίβεται και από κάτω ο ιστός είναι υγιής. Οι κηλίδες του κυκλοκονίου και της κερκοσπορίωσης είναι μέσα στον ιστό και δεν φεύγουν.
    Ζημιά δάκου Καρπόβια γενεά πυρηνοτρήτη Ο πυρηνοτρήτης τρέφεται από τον σπόρο και η καρπόπτωση είναι πρώιμη, στο τέλος της άνοιξης και στις αρχές του καλοκαιριού. Ο δάκος αφήνει νύγμα ωοτοκίας και στοά στη σάρκα, με ζημιά που κορυφώνεται αργότερα.
    Ανθόρροια από κυκλοκόνιο Βαμβακάδα Η βαμβακάδα αφήνει λευκή βαμβακώδη έκκριση μέσα στην ανθοταξία. Το κυκλοκόνιο δίνει επιμήκεις τεφροκάστανες κηλίδες σε ποδίσκους και μίσχους.
    Μαργαρόνια Ρυγχίτης Ο ρυγχίτης αφήνει ομαλές ημικυκλικές εγκοπές στο περιθώριο του φύλλου, χωρίς μετάξι. Η μαργαρόνια αφήνει ακανόνιστα φαγώματα, στοές στο έλασμα και πάντα μεταξένια νήματα στην κορυφή του βλαστού.
    Λεκάνιο Πολλίνια ή «χελωνάκι» Η πολλίνια σχηματίζει πυκνή αποικία σε σειρά κατά μήκος λεπτών κλαδιών και στη βάση των οφθαλμών, και το αποτέλεσμα είναι ασθενική βλάστηση και νέκρωση κλαδίσκων. Το λεκάνιο δίνει μεγαλύτερα, πιο αραιά καβούκια με έντονα μελιτώδη και καπνιά.
    Εξασθένηση από τροφοπενία Πολλίνια σε παραμελημένο δέντρο Έλεγχος στη βάση των οφθαλμών των λεπτών κλαδιών. Η πολλίνια προσβάλλει κυρίως ακλάδευτα και εξασθενημένα δέντρα, οπότε η εικόνα μοιάζει με γενική παρακμή.

    Τα τέσσερα σημεία που κρατούν

    • Το φύλλο γυρίζει. Η κάτω επιφάνεια ξεχωρίζει την κερκοσπορίωση από το κυκλοκόνιο και δεν κοστίζει τίποτε.
    • Ο ξηρός κλάδος κόβεται. Ο μεταχρωματισμός του ξύλου είναι το μόνο μακροσκοπικό σημείο της βερτισιλλίωσης.
    • Η βούλα και σε μεγάλο βαθμό η ανθράκωση είναι συνέπειες του δάκου. Ο έλεγχος του εντόμου προηγείται του μυκητοκτόνου.
    • Η φθινοπωρινή αποφύλλωση δεν κοστίζει στη φετινή σοδειά αλλά στην ανθοφορία της επόμενης χρονιάς.

    12. Πηγές

    Οι αριθμοί μέσα στο κείμενο παραπέμπουν στον παρακάτω κατάλογο.

    • [1] Μιχελάκης, Ε. (2006). Οι κυριότερες μυκητολογικές ασθένειες της ελιάς. Πτυχιακή εργασία, Τμήμα Φυτικής Παραγωγής, Σχολή Τεχνολογίας Γεωπονίας, Τ.Ε.Ι. Κρήτης, Ηράκλειο. Πηγή για τα ελληνικά δεδομένα: συμπτωματολογία και βιολογικός κύκλος κυκλοκονίου (κηλίδες, άτυπη λευκή μορφή, θερμοκρασίες 9–25 °C, διαχείμαση στα φύλλα του δέντρου, σχέση ανοιξιάτικων και φθινοπωρινών μολύνσεων)· βούλα (ξεροβούλα, σαποβούλα, ρόλος του Prolasioptera berlesiana, 20–30 °C)· γλοιοσπόριο (υγρασία 92–100%, επώαση 6–15 ημέρες, ποιότητα λαδιού, εξάπλωση σε Κέρκυρα, Πρέβεζα και Χαλκιδική)· βερτισιλλίωση (πρώτη διαπίστωση στη Στυλίδα 1952, μικροσκληρώτια έως 14 έτη, 21–27 °C, ευαισθησία ελληνικών ποικιλιών).
    • [2] Martelli, G.P., Salerno, M., Savino, V. και Prota, U. (2002). An Appraisal of Diseases and Pathogens of Olive. Acta Horticulturae 586:701–708. Πηγή για την επίδραση της πρώιμης φυλλόπτωσης στη διαφοροποίηση των οφθαλμών (πενταετής μελέτη 1994–1998), για την αποφυλλωτική δράση του χαλκού σε βαριές προσβολές, για τα ευρήματα με kresoxim-methyl και tebuconazole, για τις τέσσερις εφαρμογές χαλκού στην κερκοσπορίωση και τα διπλάσια υπεροξείδια στο λάδι, για την έξαρση ανθράκωσης με 70% σήψη καρπών στην Απουλία, για τους δύο παθότυπους του Verticillium dahliae και την αναποτελεσματικότητα των μυκητοκτόνων, και για την ανίχνευση του Pseudomonas savastanoi σε ασυμπτωματικούς ιστούς.
    • [3] El Kahkahi, R., Moustaine, M. και Zouhair, R. (2022). Symptomology of Major Fungal Diseases on Olive and Its Management. Austin Journal of Environmental Toxicology 8(1):1043. Πηγή για το ισχύον όνομα Venturia oleaginea και το μέγεθος των κηλίδων 0,5–1,2 mm, για τις συνθήκες μόλυνσης 12–15 °C με άριστη βλάστηση στους 20 °C, για την κερκοσπορίωση (τσόχωμα στην κάτω επιφάνεια, κηλίδες καρπού 3–7 mm, 10–20 °C), για την ανθράκωση (τοξίνη, ξήρανση κλάδων έως 5 cm, υγρασία άνω του 93%, μουμιοποιημένοι καρποί ως κύρια πηγή μολύσματος), για την Botryosphaeria dothidea ως ισχύον όνομα της βούλας και τις απώλειες άνω του μισού της σοδειάς, για την επιβίωση του V. dahliae έως 20 έτη και τα καλλιεργητικά μέτρα, και για την καπνιά (γένη Capnodium, Fumago, Aureobasidium και οι έξι παράγοντες που την ευνοούν).
    • [4] Lantero, E., Matallanas, B. και Callejas, C. (2023). Current Status of the Main Olive Pests: Useful Integrated Pest Management Strategies and Genetic Tools. Applied Sciences 13(22):12078. Πηγή για τις τρεις γενεές του Prays oleae και τη ζημιά κάθε μίας, για τα 20–30 άνθη ανά προνύμφη της ανθόβιας γενεάς, για την 28ετή μελέτη στην Ανδαλουσία (μείωση παραγωγής 50–60%, βαριές προσβολές κάθε τρία χρόνια, 40% πρώιμη καρπόπτωση), και για τη Xylella fastidiosa (εστία Απουλίας 2013, φορείς Aphrophoridae με κύριο τον Philaenus spumarius, εκρίζωση σε ακτίνα 100 m, κόστος άνω των 5,5 δισ. ευρώ ετησίως και 70% της αξίας παραγωγής των δέντρων άνω των 30 ετών).
    • [5] Zalom, F.G., Vossen, P.M., Van Steenwyk, R.A. και Johnson, M.W. (2014). Olive Psyllid — Euphyllura olivina. UC IPM Pest Management Guidelines: Olive. UC ANR Publication 3452. Πηγή για τη μορφολογία και τα πέντε νυμφικά στάδια της βαμβακάδας, για τις τρεις γενεές και τη διαχείμαση των ενηλίκων στον κορμό, για τα θερμοκρασιακά όρια, για τις απώλειες 30–60% σε βαριές προσβολές, για τα όρια παρακολούθησης ανά ανθοταξία, και για τη σύσταση επέμβασης πριν από τον σχηματισμό του κηρώδους καλύμματος.
    • [6] Khaghaninia, S. και Pourabad, R.F. (2009). Investigation on biology of olive leaf worm Palpita unionalis Hb. (Lepidoptera: Pyralidae) in constant laboratory conditions. Munis Entomology & Zoology 4(2):320–326. Πηγή για τη βιολογία της μαργαρόνιας: διάρκεια κύκλου 38 ημερών στους 27 °C και έως εννέα γενεές, πέντε γενεές στην Ιταλία και δέκα στην Αίγυπτο, μέση ωοπαραγωγή 385 αυγών, διαχείμαση ως προνύμφη, μέγεθος προνύμφης και ενηλίκου, ζημιά κυρίως σε φυτώρια και νεαρές φυτείες, το εύρημα του Fodale ότι με 90% προσβεβλημένων κλαδιών η απώλεια δεν ξεπερνά το 20%, και η δράση του Bacillus thuringiensis.
    • [7] Βάση εγκεκριμένων φυτοπροστατευτικών προϊόντων, από το Μητρώο του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Πηγή για το ισχύον καθεστώς εγκρίσεων στην Ελλάδα ανά καλλιέργεια, δραστική ουσία, δόση και χρόνο αναμονής.
    • [8] Περιφερειακό Κέντρο Προστασίας Φυτών, Ποιοτικού και Φυτοϋγειονομικού Ελέγχου Ηρακλείου (2017). Εχθροί της ελιάς — Τεχνικό Δελτίο Γεωργικών Προειδοποιήσεων, 9 Μαΐου 2017. Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Πηγή για τα ελληνικά όρια και τους χρόνους επέμβασης: το κατώφλι του 50% της κανονικής καρποφορίας για την ανθόβια γενεά του πυρηνοτρήτη και ο χρόνος επέμβασης στα βλαστικά στάδια Ε και F με Bacillus thuringiensis, το όριο του 30% προσβεβλημένων ανθέων για τη βαμβακάδα σε χρονιά μειωμένης ανθοφορίας, η συμπτωματολογία και η διαχείριση της πολλίνιας, η σύσταση παραφινικών λαδιών για ασπιδιωτό και παρλατόρια, και η προτεραιότητα προστασίας των νεαρών φυτειών και φυτωρίων από τη μαργαρόνια.
    • [9] Περδίκης, Δ. και συνεργάτες (2009). Damage evaluation of Rhynchites cribripennis (Col., Attelabidae) in olive fruits. Journal of Applied Entomology. Πηγή για τη ζημιά του ρυγχίτη: καρπόπτωση 54% με τέσσερα ενήλικα ανά κλωβό, 38% με δύο και 16% στον μάρτυρα· η ζημιά εντονότερη τον πρώτο μήνα μετά την καρπόδεση· μία τροφική οπή αρκεί για την πτώση μικρού καρπού· και τα ποσοστά προσβολής στον αγρό, 19% στις 29 Μαΐου με κορύφωση 26% στα μέσα Ιουλίου.
    • [10] Θωμίδης, Θ., Μίχος, Κ., Χατζηπαπαδόπουλος, Φ. και Ταμπάκη, Α. (2021). Evaluation of Two Predictive Models for Forecasting Olive Leaf Spot in Northern Greece. Plants 10(6):1200. Ελληνική εργασία με στελέχη από τη Χαλκιδική. Πηγή για το εύρος βλάστησης των κονιδίων του Venturia oleaginea στους 5 έως 25 °C με άριστη τους 20 °C, για την απαίτηση τουλάχιστον 12 ωρών συνεχούς διαβροχής του φυλλώματος στην άριστη θερμοκρασία και για τη μηδενική βλάστηση στις 6 ώρες, και για το συμπέρασμα ότι στη Βόρεια Ελλάδα οι μολύνσεις είναι δυνατές κυρίως από τον Σεπτέμβριο ως τον Ιούνιο.
    • [11] Viruega, J.R., Moral, J., Roca, L.F., Navarro, N. και Trapero, A. (2013). Spilocaea oleagina in Olive Groves of Southern Spain: Survival, Inoculum Production, and Dispersal. Plant Disease 97(12):1549–1556. Τετραετής μελέτη αγρού. Πηγή για την τεκμηρίωση ότι τα προσβεβλημένα φύλλα μέσα στην κόμη είναι εκείνα που έχουν σημασία για την επιβίωση του παθογόνου και την παραγωγή κονιδίων, και για την εποχική διακύμανση της πυκνότητας των κονιδίων, με μέγιστο από Νοέμβριο ως Φεβρουάριο και μηδενισμό το καλοκαίρι.
    • [12] Moral, J. και Trapero, A. (2012). Mummified Fruit as a Source of Inoculum and Disease Dynamics of Olive Anthracnose Caused by Colletotrichum spp. Phytopathology 102(10):982–989. Πηγή για την παραγωγή άνω των 21.600 κονιδίων ανά μουμιοποιημένο καρπό σε άριστες συνθήκες, για τη μέγιστη παραγωγή στους 20 έως 25 °C με 96 ώρες διαβροχής, για τη μείωση της παραγωγής με επαναλαμβανόμενα πλυσίματα, και για το κρίσιμο εύρημα ότι οι μούμιες στην κόμη διατηρούν την παραγωγή τους μετά από έξι μήνες ενώ όσες βρίσκονται στο έδαφος τη μειώνουν έως και δέκα χιλιάδες φορές.
    • [13] Talhinhas, P., Loureiro, A. και Oliveira, H. (2018). Olive anthracnose: a yield- and oil quality-degrading disease caused by several species of Colletotrichum that differ in virulence, host preference and geographical distribution. Molecular Plant Pathology 19(8):1797–1807. Ανασκόπηση. Πηγή για την ταυτότητα της ανθράκωσης ως σύμπλοκο πολλών ειδών Colletotrichum με διαφορετική μολυσματικότητα, προτίμηση ξενιστή και γεωγραφική κατανομή, και για την ταυτόχρονη υποβάθμιση παραγωγής και ποιότητας λαδιού.
    • [14] López-Escudero, F.J. και Mercado-Blanco, J. (2011). Verticillium wilt of olive: a case study to implement an integrated strategy to control a soil-borne pathogen. Plant and Soil 344:1–50. Η εκτενέστερη ανασκόπηση της βερτισιλλίωσης της ελιάς. Πηγή για το συμπέρασμα ότι καμία μεμονωμένη μέθοδος δεν επαρκεί και ότι απαιτείται ολοκληρωμένη στρατηγική με βάρος στα προληπτικά μέτρα πριν από τη φύτευση.
    • [15] López-Escudero, F.J. και συνεργάτες (2024). Olive Escudete (Dalmatian Disease) Caused by Botryosphaeria dothidea as a Result of Fly–Midge–Fungus Interaction. Horticulturae 10(4):321. Πηγή για τον μηχανισμό της βούλας: τα μυκάγγια στην κοιλιά του θηλυκού Prolasioptera berlesiana και η ένδειξη αμοιβαίας συμβίωσης με τον μύκητα, η προσέλκυση του διπτέρου από τα νύγματα ωοτοκίας του δάκου ανεξάρτητα από την παρουσία αυγού, το 48% των καρπών με τεχνητά νύγματα που περιείχε δίπτερο έναντι κανενός στις άμορφες πληγές, και η εμφάνιση του Botryosphaeria dothidea μόνο στους καρπούς που περιείχαν το δίπτερο.
    Αποποίηση ευθύνης

    Το εργαλείο αναγνώρισης και οι περιγραφές του άρθρου είναι βοήθημα προσανατολισμού και όχι διάγνωση. Η αναγνώριση από συμπτώματα ενέχει εγγενή αβεβαιότητα: διαφορετικά αίτια δίνουν όμοιες εικόνες, τα συμπτώματα μεταβάλλονται με την ποικιλία, την ηλικία του δέντρου και την εποχή, και δύο ή περισσότερα προβλήματα μπορούν να συνυπάρχουν. Σφάλματα ή παραλείψεις στα δεδομένα του εργαλείου δεν αποκλείονται. Η οριστική ταυτοποίηση απαιτεί εργαστηριακή εξέταση και, για τους οργανισμούς καραντίνας όπως η Xylella fastidiosa, γίνεται αποκλειστικά από την αρμόδια επίσημη αρχή, στην οποία υπάρχει υποχρέωση αναγγελίας κάθε υποψίας.

    Η χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων γίνεται αποκλειστικά βάσει των εγκρίσεων του Υ.Π.Α.Α.Τ. και των οδηγιών της ετικέτας, για την εγκεκριμένη καλλιέργεια, δόση και χρόνο αναμονής. Οι δραστικές ουσίες που αναφέρονται σε ξένες εργασίες δεν είναι κατ' ανάγκη εγκεκριμένες στην Ελλάδα. Οι τιμές και τα όρια που παρατίθενται είναι ενδεικτικά και δεν αποτελούν σύσταση εφαρμογής.

    Διαφυλλικοί ψεκασμοί: κάθε διαφυλλική εφαρμογή πάνω σε δέντρα με καρπό μπορεί να προκαλέσει λεκέδες στους καρπούς και εγκαύματα στο φύλλωμα. Απαιτείται προηγούμενη δοκιμή σε περιορισμένο αριθμό δέντρων, με το ίδιο σκεύασμα και την ίδια δόση, και αναμονή πέντε έως επτά ημερών πριν από τη γενική εφαρμογή. Ο ψεκασμός γίνεται απόγευμα ή νωρίς το πρωί, ποτέ σε καύσωνα και ποτέ σε φύλλωμα υπό υδατική καταπόνηση.

    Κάθε επέμβαση γίνεται με ευθύνη του χρήστη, κατόπιν επιτόπιας εκτίμησης από αδειοδοτημένο γεωπόνο. Η Παστόπουλος Γεωπονική Ε.Ε. δεν φέρει ευθύνη για οποιαδήποτε ζημία προκύψει από τη χρήση των πληροφοριών αυτού του άρθρου.

    Σχετικά άρθρα

    Η θρέψη της ελιάς: πόσα παίρνει πραγματικά το δέντρο, και τι κάνει η λίπανση στην παρενιαυτοφορία

    Η θρέψη της ελιάς: πόσα παίρνει πραγματικά το δέντρο, και τι κάνει η λίπανση στην παρενιαυτοφορία

    Η ελιά απομακρύνει από το χωράφι πολύ λιγότερα θρεπτικά απ' όσα υποθέτει η καθιερωμένη πρακτική. Μακροχρόνια πειράματα στην Ισπανία μέτρησαν ακριβώς πόσα φεύγουν με τον καρπό και με τα…

    Ελιά
    Ο Δάκος της Ελιάς

    Ο Δάκος της Ελιάς

    Εικόνα 1. Ο ετήσιος βιολογικός κύκλος του δάκου της ελιάς στη Βόρεια Ελλάδα: ωοτοκία κάτω από την επιδερμίδα του καρπού, ανάπτυξη της προνύμφης μέσα στο μεσοκάρπιο, έξοδος από τον καρπό και…

    Ελιά
    Ο Μαύρος ακανθώδης αλευρώδης

    Ο Μαύρος ακανθώδης αλευρώδης

    Εικόνα 1. Προσβολή από Aleurocanthus spiniferus . Η εικόνα που πρέπει να συγκρατήσετε: το φύλλωμα μοιάζει πασπαλισμένο με μαύρο πιπέρι . Πρόκειται για τις ακίνητες προνύμφες, που…

    Λωτός Ελιά

    Χρησιμοποιούμε cookies

    Τα τεχνικά απαραίτητα cookies χρειάζονται για να δουλέψει η σελίδα. Για τα στατιστικά χρειαζόμαστε τη συγκατάθεσή σας. Λεπτομέρειες στους Όρους Χρήσης και την Πολιτική Απορρήτου.