Ο λήθαργος της ελιάς: τι σταματά τη βλάστηση, τι κάνει το ψύχος, και η διαφωνία για το αν υπάρχει καν λήθαργος
Σάββας Παστόπουλος, Γεωπόνος MSc, Παστόπουλος Γεωπονική Ε.Ε., Νέος Μυλότοπος Πέλλας
Η ελιά κρατάει τα φύλλα της όλο τον χειμώνα, και αυτό από μόνο του αλλάζει το περιεχόμενο της λέξης λήθαργος. Σε ένα φυλλοβόλο, ο χειμώνας είναι μια καθαρή παύση: το δέντρο κλείνει, μετράει ψύχος και ανοίγει. Στην ελιά δεν υπάρχει τέτοια παύση, και τα τελευταία χρόνια αμφισβητείται ακόμη και το αν η ελιά έχει πραγματικό λήθαργο. Το κείμενο εξετάζει τι σταματά τη βλάστηση το φθινόπωρο, τι ακριβώς κάνει το ψύχος στους οφθαλμούς που θα δώσουν άνθη, πού βρίσκεται σήμερα η επιστημονική διαφωνία, και τι σημαίνουν όλα αυτά για έναν ελληνικό ελαιώνα.
1. Τι σταματά τη βλάστηση το φθινόπωρο
Στα περισσότερα ξυλώδη είδη των εύκρατων περιοχών το σήμα που σταματά τη βλάστηση είναι η μέρα που μικραίνει, όχι η θερμοκρασία. Η μηλιά, η αχλαδιά και μερικά ακόμη γένη αποτελούν εξαίρεση και σταματούν με τη θερμοκρασία. Για την ελιά το ερώτημα απαντήθηκε με μετρήσεις το 2020, από έρευνα με τρία σκέλη στη νότια Ισπανία [1].
Στο πρώτο σκέλος, δενδρύλλια Arbequina χωρίστηκαν σε πέντε μεταχειρίσεις, ώστε να διαχωριστεί η επίδραση της θερμοκρασίας από εκείνη της διάρκειας της ημέρας. Μετρήθηκε ο ρυθμός εμφάνισης νέων ζευγών φύλλων. Η βλάστηση σταμάτησε μόνο εκεί όπου η θερμοκρασία έπεσε. Τα φυτά που έμειναν πάνω από 18 °C συνέχισαν να βγάζουν φύλλα κανονικά, ακόμη και όταν η διάρκεια της ημέρας ήταν μικρή [1]. Η φωτοπερίοδος, δηλαδή, δεν ελέγχει τίποτα στην ελιά.
Από τα ίδια δεδομένα προέκυψαν δύο απλά μοντέλα για την ημερομηνία παύσης της βλάστησης. Και τα δύο δουλεύουν με ωριαίες θερμοκρασίες και με έναν μόνο μετρητή, που ξεκινά από το μηδέν στις αρχές του φθινοπώρου και αυξάνεται όσο κρατά το ψύχος. Όταν ο μετρητής φτάσει στην τιμή που απαιτείται, η επιμήκυνση των βλαστών σταματά.
Το πρώτο μοντέλο μετράει μόνο τις ώρες κατά τις οποίες η θερμοκρασία είναι κάτω από ένα όριο, μία μονάδα ανά ώρα, και δεν αφαιρεί ποτέ τίποτα. Η προσαρμογή στα δεδομένα έδωσε όριο 14,4 °C και απαίτηση 160 ώρες, με τυπικό σφάλμα 3,1 ημερών [1]. Οι 160 ώρες αντιστοιχούν σε έξι περίπου εικοσιτετράωρα συνολικής παραμονής κάτω από το όριο. Στο χωράφι μοιράζονται σε αρκετές εβδομάδες, γιατί τις ημέρες του φθινοπώρου μόνο ένα μέρος του εικοσιτετραώρου, συνήθως οι νυχτερινές και οι πρώτες πρωινές ώρες, βρίσκεται κάτω από τους 14,4 °C.
Το δεύτερο μοντέλο προσθέτει έναν δεύτερο όρο: κάθε ώρα με θερμοκρασία πάνω από το όριο αφαιρεί 0,32 της μονάδας από όσα έχουν ήδη μαζευτεί. Η προσαρμογή έδωσε όριο 14,5 °C και τις ίδιες 160 ώρες, με τυπικό σφάλμα 2,5 ημερών [1]. Ο συντελεστής αυτός είναι η ποσοτική έκφραση της αναστρεψιμότητας: τρεις περίπου ώρες ζέστης ακυρώνουν μία ώρα ψύχους, οπότε ένα θερμό διάστημα στα μέσα του φθινοπώρου μπορεί να γυρίσει τον μετρητή πίσω και να μεταθέσει την παύση της βλάστησης. Ακριβώς αυτός ο όρος είναι που βελτίωσε την ακρίβεια σε σχέση με το πρώτο μοντέλο.
Ο έλεγχος έγινε με ανεξάρτητα δεδομένα, δηλαδή με μετρήσεις που δεν είχαν χρησιμοποιηθεί στην προσαρμογή. Για την Arbequina το δεύτερο μοντέλο προέβλεψε την ημερομηνία παύσης με τυπικό σφάλμα 3,16 ημερών και μέσο απόλυτο σφάλμα 2,67 ημερών. Όταν μπήκαν και οι υπόλοιπες τέσσερις ποικιλίες, τα αντίστοιχα σφάλματα ήταν 4,79 και 4,00 ημέρες [1]. Η ακρίβεια αυτή αφορά τη συγκεκριμένη τοποθεσία και τις συγκεκριμένες ποικιλίες της έρευνας, και κρατιέται ως ένδειξη της τάξης μεγέθους, όχι ως εγγύηση για ελληνικό ελαιώνα.
Δύο όρια του μοντέλου δηλώνονται από τους ίδιους τους συγγραφείς. Το πρώτο είναι ότι η απαίτηση των 160 ωρών δεν είναι απαίτηση σε ψύχος για την ανθοφορία, αλλά για την παύση της βλάστησης, και οι δύο διεργασίες είναι χωριστές. Το δεύτερο είναι ότι η βαθμονόμηση έγινε σε νεαρά δενδρύλλια σε γλάστρες, ηλικίας ενός ως τριών ετών, στην περιοχή της Κόρδοβας, οπότε η μεταφορά των αριθμών σε ενήλικα δέντρα άλλης ποικιλίας και άλλου κλίματος δεν είναι δεδομένη [1].
Δύο λεπτομέρειες από την ίδια εργασία έχουν πρακτική αξία. Η πρώτη είναι ότι η θερμοκρασία βάσης για την εμφάνιση φύλλων βρέθηκε 11,1 °C, αισθητά χαμηλότερη από το όριο των 14,4 °C που σταματά τη βλάστηση: το δέντρο δηλαδή σταματά πριν φτάσει στο σημείο όπου δεν μπορεί πια να μεγαλώσει. Η δεύτερη είναι ότι οι πέντε ποικιλίες που δοκιμάστηκαν, ανάμεσά τους οι τρεις μεγαλύτερες του κόσμου σε έκταση, διέφεραν ελάχιστα στην ημερομηνία παύσης [1]. Η τοποθεσία μετρούσε περισσότερο από την ποικιλία, με διαφορές μίας ως τριών εβδομάδων ανάμεσα στις δύο θέσεις της έρευνας.
Πηγές: 1
2. Τι κάνει το ψύχος στους οφθαλμούς που θα ανθίσουν
Η παύση της βλάστησης είναι το ένα μισό. Το άλλο, και το οικονομικά κρίσιμο, είναι τι συμβαίνει μέσα στους μασχαλιαίους οφθαλμούς, από τους οποίους θα βγουν οι ταξιανθίες της επόμενης άνοιξης.
Η σειρά των γεγονότων, όπως την περιγράφει η ομάδα της Κόρδοβας μετά από δεκαετίες παρατηρήσεων και μετρήσεων σε μοσχεύματα, είναι η εξής [2]. Οι μασχαλιαίοι οφθαλμοί σχηματίζονται σε μεγάλο χρονικό διάστημα μέσα στη βλαστική περίοδο και περνούν από αδιαφοροποίητοι σε δυνητικά ανθοφόροι, εκτός αν το εμποδίσει η παρουσία καρπών πάνω στο δέντρο. Σε όλο αυτό το διάστημα τους κρατούν κλειστούς τα ίδια τα φύλλα και οι καρποί, με μηχανισμό που ονομάζεται παραλήθαργος. Όταν πέσουν οι φθινοπωρινές θερμοκρασίες, ο λήθαργος γενικεύεται σε όλους τους οφθαλμούς. Από εκεί και πέρα, εκείνο που τους ελευθερώνει είναι η συσσώρευση ψύχους.
Το σημείο που ανατρέπει τη διαίσθηση είναι το επόμενο: η μορφολογική διαφοροποίηση της ταξιανθίας αρχίζει μετά τη χειμερινή ανάπαυση, όχι πριν. Στις τομές οφθαλμών που εξέτασαν, στις 9 Ιανουαρίου μόνο λίγοι οφθαλμοί είχαν καλύψει τις απαιτήσεις τους σε ψύχος και μόλις άρχιζε να φαίνεται ζώνη κυτταρικής δραστηριότητας. Στις 7 Φεβρουαρίου, όταν όλοι είχαν καλύψει τις απαιτήσεις τους, φαινόταν ήδη σχηματισμένος ο κλάδος της ταξιανθίας [2]. Μέσα στον χειμώνα, δηλαδή, ένας οφθαλμός που θα δώσει άνθη και ένας που θα δώσει βλαστό δεν ξεχωρίζουν στο μικροσκόπιο.
Ποιες θερμοκρασίες μετρούν
Για τους ανθοφόρους οφθαλμούς το ψύχος δεν μετριέται με το ίδιο όριο που σταματά τη βλάστηση. Οι μετρήσεις σε μοσχεύματα έδειξαν ότι οι 12,5 °C είναι αποδοτική θερμοκρασία συσσώρευσης, και μάλιστα επιτρέπουν και αργή έκπτυξη όταν έχει μαζευτεί αρκετό ψύχος. Αντίθετα, στους 30 °C η φυσική συσσώρευση ψύχους μηδενίζεται [2]. Ο Διεθνής Οργανισμός Ελαιολάδου δίνει το ίδιο εύρος με μεγαλύτερη ακρίβεια: το ψύχος μαζεύεται από τους 7 ως τους 15 °C, με άριστο τους 12,5 °C, πάνω από τους 16 °C δεν μαζεύεται καθόλου, και ακόμη υψηλότερες θερμοκρασίες ακυρώνουν ψύχος που έχει ήδη συσσωρευτεί [4].
Η σύγκριση των δύο ορίων αξίζει να γίνει ρητά, γιατί δεν είναι το ίδιο μέγεθος. Το όριο των 14,4 °C αφορά την παύση της επιμήκυνσης των βλαστών και μετρήθηκε σε ώρες, με απαίτηση 160 ωρών [1]. Το άριστο των 12,5 °C αφορά την απελευθέρωση των ανθοφόρων οφθαλμών από τον λήθαργο και απαιτεί πολλαπλάσιο χρόνο [2, 4]. Πρόκειται για δύο διαφορετικές διεργασίες, που τυχαίνει να συμβαίνουν στο ίδιο δέντρο την ίδια εποχή.
Η υπόθεση που διατυπώνουν οι συγγραφείς για τον ρόλο του ψύχους είναι ότι λειτουργεί ως συγχρονιστής. Οι οφθαλμοί σχηματίστηκαν σε διάστημα μηνών, σε διαφορετικές ηλικίες και θέσεις πάνω στον βλαστό. Η χειμερινή ανάπαυση που επιβάλλει το ψύχος τους εμποδίζει όλους να ξεκινήσουν νωρίς και χωριστά, και όταν η απαίτηση καλυφθεί τους αφήνει να ξεκινήσουν μαζί [2]. Αυτό εξηγεί και το αντίστροφο: όταν ο χειμώνας είναι θερμός και το ψύχος δεν επαρκεί, η έκπτυξη, η άνθηση και η ωρίμανση βγαίνουν ασύγχρονες και παρατεταμένες, με σταδία διαφορετικής ηλικίας πάνω στο ίδιο δέντρο [4].
3. Έχει η ελιά αληθινό λήθαργο
Ο όρος λήθαργος χρησιμοποιείται για τρία διαφορετικά πράγματα, και η σύγχυση δεν είναι ακαδημαϊκή. Ο ενδολήθαργος είναι εσωτερικό κλείδωμα: ο οφθαλμός δεν ξεκινά ούτε αν του δοθούν ιδανικές συνθήκες. Ο παραλήθαργος είναι καταστολή από άλλο όργανο του ίδιου φυτού, από τα φύλλα ή τους καρπούς. Ο οικολήθαργος είναι απλή αναστολή από το περιβάλλον: μόλις φύγει ο περιοριστικός παράγοντας, η βλάστηση ξαναρχίζει χωρίς καθυστέρηση.
Το 2024 δημοσιεύτηκε στο Journal of Experimental Botany μια τοποθέτηση που υποστηρίζει ότι η ελιά δεν περνά από αληθινό ενδολήθαργο [3]. Τα επιχειρήματα είναι δύο. Το πρώτο είναι ότι, όταν οφθαλμοί ή μοσχεύματα μεταφερθούν σε ευνοϊκές συνθήκες, το ποσοστό έκπτυξης είναι πολύ υψηλό, ακόμη και μέσα στον χειμώνα. Το δεύτερο είναι ότι η αφαίρεση των φύλλων σε συνδυασμό με θέρμανση δίνει εκατό τοις εκατό βλαστητική έκπτυξη. Αν δηλαδή αφαιρεθεί ο παραλήθαργος και ο οικολήθαργος, δεν μένει τίποτα να εμποδίσει τον οφθαλμό, άρα δεν υπάρχει εσωτερικό κλείδωμα [3].
Η ίδια εργασία επαναδιατυπώνει και τον ρόλο του ψύχους. Το κρύο δεν σπάει κάποιο κλείδωμα, αλλά επάγει την έκφραση του γονιδίου OeFT, που είναι το γονίδιο της ανθοφορίας. Η τεκμηρίωση που επικαλείται είναι ότι το ψύχος επάγει το OeFT, ότι θερμή μεταχείριση οφθαλμών μέσα στον χειμώνα καταργεί εντελώς την ανθοφορία, και ότι διαγονιδιακά φυτά με υπερέκφραση του OeFT άνθισαν εκτός εποχής [3]. Το συμπέρασμα είναι ότι το ψύχος δεν χρειάζεται καθαυτό για να ανθίσει η ελιά, αλλά για να ενεργοποιηθεί το γονίδιο. Αυτό συμφωνεί με μια παρατήρηση που αναφέρουν και οι δύο άλλες εργασίες: οφθαλμοί που εκπτύσσονται πριν ή νωρίς μέσα στον χειμώνα δίνουν βλαστούς, όχι ταξιανθίες.
Πρακτική σημασία των ανωτέρω
Η διαφορά δεν είναι θεωρητική. Αν η ελιά βρίσκεται σε οικολήθαργο, δηλαδή σταματημένη μόνο από το κρύο, τότε μια ζεστή περίοδος μέσα στον χειμώνα αρκεί για να ξαναρχίσει η βλάστηση. Η έρευνα το δείχνει καθαρά: φυτά που μπήκαν σε θερμοκήπιο άνω των 18 °C σε οκτώ διαφορετικές ημερομηνίες του χειμώνα ξεκίνησαν όλα, ανεξάρτητα από το πόσο ψύχος είχαν δεχτεί ως εκείνη τη στιγμή, συνήθως μέσα σε μία ως δύο εβδομάδες [1]. Δεν υπάρχει δηλαδή εσωτερική ασφάλεια που να κρατά το δέντρο κλειστό ως τον Μάρτιο.
Η πρακτική συνέπεια είναι ότι ένα θερμό διάστημα τον Ιανουάριο ή τον Φεβρουάριο δεν περνά χωρίς κόστος. Αφενός μπορεί να ξεκινήσει βλάστηση που θα βρεθεί εκτεθειμένη στον επόμενο παγετό. Αφετέρου, και σοβαρότερα, οι υψηλές θερμοκρασίες ακυρώνουν ψύχος που είχε ήδη συσσωρευτεί [2, 4], οπότε το δέντρο βρίσκεται πίσω από εκεί που ήταν.
4. Τι σημαίνουν όλα αυτά στον ελληνικό ελαιώνα
Τα παραπάνω νούμερα μετρήθηκαν σε Arbequina, σε γλάστρες, στην Κόρδοβα και στο Espiel, με δενδρύλλια ενός ως τριών ετών [1]. Το ελληνικό ερώτημα είναι διαφορετικό και απαντιέται από ελληνικές πηγές: ποιες ελληνικές ποικιλίες θέλουν πόσο ψύχος, και πού αυτό εξασφαλίζεται.
Οι ελληνικές ποικιλίες δεν είναι όλες ίδιες
Στο διδακτικό υλικό του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών οι ελληνικές ποικιλίες χωρίζονται σε δύο ομάδες ανάλογα με την απαίτηση σε ψύχος, και η ίδια διάκριση επαναλαμβάνεται και σε τεχνική αρθρογραφία του κλάδου [5, 6].
| Ομάδα | Ποικιλίες | Ανώτατη θερμοκρασία για τον σχηματισμό ανθοφόρων οφθαλμών |
|---|---|---|
| Μικρής απαίτησης | Κορωνέικη, Βαλανολιά, Πατρών, Μεγαρείτικη, Λιανολιά Κερκύρας, και η Κολοβή κατά τη δεύτερη πηγή | 16 °C |
| Μεγάλης απαίτησης | Κονσερβολιά Αμφίσσης, Χονδρολιά Χαλκιδικής | 10 ως 12 °C |
Οι τιμές δίνονται ως ανώτατο όριο κάτω από το οποίο μετράει το ψύχος, όχι ως απαίτηση σε ώρες. Η δεύτερη πηγή αναφέρει 12 °C και η πρώτη 10 °C για την ίδια ομάδα, διαφορά που δείχνει ότι οι τιμές αυτές είναι πρακτικοί κανόνες και όχι βαθμονομημένα όρια.
Η πρακτική συνέπεια είναι καθαρή και είναι χωροταξική. Η Χονδρολιά Χαλκιδικής και η Κονσερβολιά χρειάζονται παρατεταμένο χειμερινό ψύχος και αποδίδουν φτωχά σε περιοχές με ήπιο χειμώνα, όπως τα παράλια της Κρήτης [6]. Η Κορωνέικη και οι υπόλοιπες της πρώτης ομάδας καρποφορούν κανονικά σε περιοχές όπου ο μέσος όρος του χειμώνα μένει πάνω από 10 °C [6]. Η επιλογή ποικιλίας για μια νέα φυτεία είναι, από αυτή την άποψη, και απόφαση για το αν η περιοχή δίνει αρκετό ψύχος.
Ως προς τη συνολική απαίτηση, το ελληνικό διδακτικό υλικό δίνει 10 ως 13 °C για 1.500 ως 2.000 ώρες [5]. Τεχνικό άρθρο του κλάδου αναφέρει τουλάχιστον δέκα εβδομάδες κάτω από 16 °C, και παραπέμπει σε παλαιότερη έρευνα όπου δέντρα με 1.200 ώρες κάτω από 7,2 °C άνθισαν και καρποφόρησαν κανονικά, ενώ δέντρα χωρίς καμία ώρα κάτω από το όριο αυτό δεν σχημάτισαν άνθη [6].
Τι δείχνουν τα μετρημένα ελληνικά δεδομένα
Η μόνη εκτενής ελληνική σειρά που συνδυάζει φαινολογία και συσσώρευση ψύχους είναι κρητική. Καλύπτει περίπου 1.200 παρατηρήσεις ανθοφορίας Κορωνέικης από το 1984 ως το 2018, σε τέσσερις τοποθεσίες από τα 45 ως τα 624 μέτρα υψόμετρο, με το Dynamic model και μερίδες ψύχους [7].
Η συσσώρευση κυμάνθηκε από 50,6 μερίδες ψύχους στο Γάζι, στα 45 μέτρα, ως 97,3 μερίδες στην Αγία Βαρβάρα, στα 624 μέτρα, με τις Δαφνές και το Καστέλλι, στα 315 και στα 340 μέτρα, να δίνουν ενδιάμεσες τιμές [7]. Η διαφορά ανάμεσα στην παραλιακή και στην ορεινή τοποθεσία είναι σχεδόν διπλάσια συσσώρευση, μέσα στο ίδιο νησί. Οι προβολές της ίδιας εργασίας δείχνουν μείωση του ψύχους κατά 12,0 ως 28,3 τοις εκατό για την περίοδο 2021 ως 2060 και κατά 22,7 ως 70,9 τοις εκατό για την περίοδο 2061 ως 2100, ανάλογα με την τοποθεσία και το σενάριο. Στο δυσμενέστερο σενάριο και για το μακρινό μέλλον, στο Γάζι η συσσώρευση πρακτικά μηδενίζεται σε κάποια έτη, και οι συγγραφείς προειδοποιούν ρητά ότι τόσο χαμηλή συσσώρευση μπορεί να μην επαρκεί για την επαγωγή της ανθοφορίας στην Κορωνέικη [7].
Τι αλλάζει στη διαχείριση
Τέσσερα σημεία προκύπτουν απευθείας από τα παραπάνω και αφορούν τη διαχείριση.
- Η επιλογή θέσης για τη Χονδρολιά και την Κονσερβολιά είναι απόφαση ψύχους. Σε περιοχή με ήπιο χειμώνα η φυτεία θα υπολειτουργεί κάθε χρόνο, και αυτό δεν διορθώνεται με λίπανση ή με άρδευση.
- Ο θερμός χειμώνας κοστίζει δύο φορές. Ακυρώνει ψύχος που είχε μαζευτεί και ταυτόχρονα μπορεί να ξεκινήσει πρόωρη βλάστηση, επειδή δεν υπάρχει ισχυρό εσωτερικό κλείδωμα.
- Η ασύγχρονη άνθηση είναι σύμπτωμα, όχι ιδιοτροπία. Όταν πάνω στο ίδιο δέντρο συνυπάρχουν ταξιανθίες διαφορετικής ηλικίας, το πιθανότερο αίτιο είναι ανεπαρκές ψύχος, και το στοιχείο αυτό αξίζει να καταγράφεται ανά χρονιά.
- Η παρενιαυτοφορία ξεκινά το προηγούμενο καλοκαίρι. Η παρουσία καρπών εμποδίζει τη μετατροπή των μασχαλιαίων οφθαλμών σε ανθοφόρους [2], οπότε ό,τι αφορά το φορτίο της φετινής χρονιάς κρίνει και τη δυνατότητα ανθοφορίας της επόμενης.
Για τον τρόπο με τον οποίο μετριέται το ψύχος, και για τον λόγο που οι ώρες ψύχους και οι μερίδες ψύχους δεν είναι το ίδιο μέγεθος, υπάρχει χωριστό κείμενο: Ώρες ψύχους: τα τρία μοντέλα και πότε το καθένα λέει την αλήθεια. Η συσσώρευση για πέντε περιοχές της Βόρειας Ελλάδας υπολογίζεται ζωντανά στη σελίδα Ώρες και μερίδες ψύχους.
5. Πηγές
Οι αριθμοί μέσα στο κείμενο παραπέμπουν στον παρακάτω κατάλογο.
- [1] López-Bernal, Á., García-Tejera, O., Testi, L., Orgaz, F. και Villalobos, F.J. (2020). Studying and modelling winter dormancy in olive trees. Agricultural and Forest Meteorology 280:107776. Πηγή για τον ρόλο της θερμοκρασίας και όχι της φωτοπεριόδου, για τα μοντέλα παύσης της βλάστησης με όριο 14,4 και 14,5 °C και απαίτηση 160 ωρών, για τον συντελεστή αφαίρεσης 0,32, για τα σφάλματα επικύρωσης 2,67 και 4,00 ημερών, για τη θερμοκρασία βάσης 11,1 °C, για την αναστρεψιμότητα σε μία ως δύο εβδομάδες και για τη μικρή διαφορά μεταξύ ποικιλιών. Διαβάστηκε ολόκληρη.
- [2] Rallo, L., Ramos, A., Rubio-Valdés, G. και Rapoport, H.F. Integrated Overview of Olive Reproductive Bud Dormancy and Biennial Bearing. Acta Horticulturae, International Society for Horticultural Science. Πηγή για τη σειρά των γεγονότων στους μασχαλιαίους οφθαλμούς, για τον ρόλο των φύλλων και των καρπών στον παραλήθαργο, για τη διαφοροποίηση της ταξιανθίας μετά τη χειμερινή ανάπαυση, για τις τομές της 9ης Ιανουαρίου και της 7ης Φεβρουαρίου, για τους 12,5 °C ως αποδοτική θερμοκρασία και για τον μηδενισμό της συσσώρευσης στους 30 °C. Διαβάστηκε ολόκληρη.
- [3] Arias-Sibillotte, M., Considine, M.J. και Signorelli, S. (2024). Reinterpreting olive bud dormancy. Journal of Experimental Botany 75(19):6017-6021. Πηγή για τη θέση ότι η ελιά δεν περνά από αληθινό ενδολήθαργο, για τη διάκριση ενδολήθαργου, παραληθάργου και οικοληθάργου, για την εκατό τοις εκατό βλαστητική έκπτυξη μετά από αποφύλλωση και θέρμανση, και για τον ρόλο του ψύχους μέσω του γονιδίου OeFT. Τοποθέτηση, όχι νέα έρευνα. Διαβάστηκε ολόκληρη.
- [4] International Olive Council. World Olive Catalogue, Module 2, Chilling requirements. Πηγή για το εύρος συσσώρευσης 7 ως 15 °C, για το άριστο των 12,5 °C, για τη μη συσσώρευση πάνω από 16 °C και την ακύρωση σε υψηλότερες θερμοκρασίες, και για την ασύγχρονη έκπτυξη και άνθηση όταν το ψύχος δεν επαρκεί.
- [5] Ρούσσος, Π. Ετήσιος βλαστικός κύκλος ελιάς, διαφοροποίηση οφθαλμών. Διδακτικό υλικό, Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Πηγή για την απαίτηση 10 ως 13 °C επί 1.500 ως 2.000 ώρες και για τον χωρισμό των ελληνικών ποικιλιών σε μικρής και μεγάλης απαίτησης ψύχους.
- [6] Μπαρτζώκας, Ν. Ο ρόλος του ψύχους στην καρποφορία της ελιάς. ΣΕΔΗΚ. Πηγή για τα ελληνικά ανώτατα όρια 16 και 12 °C ανά ποικιλία, για τις δέκα εβδομάδες κάτω από 16 °C, για τις 1.200 ώρες κάτω από 7,2 °C και για τη χαμηλή απόδοση των ποικιλιών μεγάλης απαίτησης στα παράλια της Κρήτης. Τεχνικό άρθρο κλάδου, χωρίς κρίση από ομότιμους, και χρησιμοποιείται μόνο για το ελληνικό πλαίσιο.
- [7] Grillakis, M.G., Kapetanakis, E.G. και Goumenaki, E. (2022). Climate change implications for olive flowering in Crete, Greece: projections based on historical data. Climatic Change 175:7. Πηγή για τις περίπου 1.200 παρατηρήσεις ανθοφορίας Κορωνέικης από το 1984 ως το 2018, για τις μερίδες ψύχους 50,6 στο Γάζι και 97,3 στην Αγία Βαρβάρα, για τις προβλεπόμενες μειώσεις 12,0 ως 28,3 και 22,7 ως 70,9 τοις εκατό, και για την προειδοποίηση ότι η συσσώρευση μπορεί να μην επαρκεί για την Κορωνέικη. Διαβάστηκε η περίληψη και αποσπάσματα του πλήρους κειμένου.
Σχετικά άρθρα
Το λευκό σαλιγκάρι της Μεσογείου στα δενδρώδη
Το Theba pisana είναι ιθαγενές στη Μεσόγειο, όχι εισβλητικό, και άρα δεν υπάρχει πρόγραμμα εκρίζωσης. Αναγνώριση, κύκλος, η ζημιά στα δενδρώδη, ο μοναδικός εγκεκριμένος στόχος στην ελληνική βάση, και γιατί ο νηματώδης Phasmarhabditis σκότωσε το σαλιγκάρι μόνο στο πενταπλάσιο της δόσης της ετικέτας.
Το βόριο στην ελιά: διαφυλλική και εδαφική εφαρμογή, δόσεις και το όριο της τοξικότητας
Το στοιχείο με το στενότερο περιθώριο ασφαλείας: 35 ppm χωρίζουν την επάρκεια από την τοξικότητα. Πώς μετακινείται το βόριο μέσα στην ελιά μέσω της μαννιτόλης, τι δείχνει η φυλλοδιαγνωστική του Ιουλίου, οι δόσεις διαφυλλικά και εδαφικά σε γραμμάρια ανά στρέμμα, τα πειράματα που δεν έδειξαν όφελος, και εργαλείο που ξεχωρίζει την έλλειψη από την τοξικότητα.
Ασθένειες και εχθροί της ελιάς: αναγνώριση από τα συμπτώματα, με διαγνωστικό εργαλείο
Κυκλοκόνιο, κερκοσπορίωση, ανθράκωση, βούλα, βερτισιλλίωση, φυματίωση, Xylella, και οι εχθροί: δάκος, πυρηνοτρήτης, βαμβακάδα, πολλίνια, μαργαρόνια, λεκάνιο. Εργαλείο που συγκρίνει τα συμπτώματα του χωραφιού με το προφίλ κάθε αιτίας, με φωτογραφίες και το διακριτικό γνώρισμα που τα ξεχωρίζει.