Καιρός English Σύνδεση
Αρχική › Άρθρο

Εχθροί και ασθένειες της αγγουριάς στην Ελλάδα και στην Ευρώπη: περιγραφή συμπτωμάτων, επιδημιολογία και καθεστώς καραντίνας

Αγγουριά Θερμοκήπιο
Γωνιώδεις κηλίδες περονοσπόρου στην πάνω επιφάνεια φύλλου αγγουριάς
Περονόσπορος στην αγγουριά. Το όριο της κηλίδας είναι ευθύγραμμο επειδή σταματά πάνω στο νεύρο, και αυτό είναι το γνώρισμα που την ξεχωρίζει από τις κυκλικές κηλίδες των άλλων μυκήτων. Φωτογραφία Christian Hummert (Ixitixel), Wikimedia Commons, άδεια CC BY-SA 3.0.

Σάββας Παστόπουλος, Γεωπόνος MSc, Παστόπουλος Γεωπονική Ε.Ε., Νέος Μυλότοπος Πέλλας

Η αγγουριά είναι από τις λίγες καλλιέργειες όπου η αναγνώριση μπορεί να στηριχθεί σχεδόν αποκλειστικά στη θερμοκρασία. Η φούζα, η σκληρωτινίαση και η σήψη ρίζας από το κρητικό στέλεχος του φουζαρίου σταματούν πάνω από τους 22 έως 32 βαθμούς. Η αδρομύκωση, ο πύθιο και η φυτόφθορα ξεκινούν εκεί που εκείνα σταματούν. Το ίδιο το ωίδιο έχει δύο αίτια, ένα θερμόφιλο και ένα ψυχρόφιλο. Ακολουθεί τι δείχνει κάθε αίτιο στο φυτό, σε ποιες συνθήκες προχωρά και τι είναι τεκμηριωμένο για την Ελλάδα και την Ευρώπη, χωρίς τα νούμερα άλλων κλιμάτων να περνούν σιωπηλά.

17 °Cτο βέλτιστο της σήψης ρίζας και λαιμού, του παθογόνου που περιγράφηκε για πρώτη φορά στο Ηράκλειο [7]
1 ώραελεύθερου νερού στο φύλλο αρκεί για μόλυνση από Didymella bryoniae [12]
49,9 %των δειγμάτων κολοκυνθοειδών στην Ελλάδα με CYSDV, ο πιο διαδεδομένος ιός της καλλιέργειας [41]
15 ως 20χρόνια επιβιώνουν τα χλαμυδοσπόρια του φουζαρίου στο έδαφος [10]
Τα ξένα νούμερα δεν μεταφέρονται σιωπηλά

Σχεδόν όλη η επιδημιολογία της αγγουριάς έχει μετρηθεί έξω από την Ελλάδα: στη Γαλλία, στις Ηνωμένες Πολιτείες, στον Καναδά, στην Κίνα και στην Ινδία. Δεν βρέθηκε δημοσιευμένη ελληνική μέτρηση θερμοκρασιών, ωρών διαβροχής ή σχετικής υγρασίας για καμία από τις ασθένειες που περιγράφονται παρακάτω. Γι' αυτό κάθε αριθμός συνοδεύεται από τη χώρα και το είδος όπου μετρήθηκε. Η ελληνική συμβολή που τεκμηριώνεται είναι αλλού και είναι σημαντική: στην περιγραφή του παθογόνου, στον εμβολιασμό σε υποκείμενα, στην καταγραφή ανθεκτικότητας και στη γενετική ανθεκτικότητας.

Περιεχόμενα
  1. Τι καλύπτει το άρθρο, και τι μένει έξω με το σκεπτικό του
  2. Περονόσπορος
  3. Ωίδιο, δύο αίτια με αντίθετη θερμοκρασία
  4. Φούζα ή κλαδοσπορίωση
  5. Ανθράκνωση
  6. Σήψη του βλαστού και του καρπού από Didymella bryoniae
  7. Τεφρά σήψη, ο βοτρύτης
  8. Λευκή σήψη ή σκληρωτινίαση
  9. Οι δύο φουζαριώσεις της αγγουριάς
  10. Σήψεις ρίζας και λαιμού από πύθιο και φυτόφθορα
  11. Η κηλίδωση στόχος και η βερτισιλλίωση, δύο ασθένειες χωρίς ελληνική καταγραφή
  12. Γωνιώδης κηλίδωση, η βακτηρίωση της αγγουριάς
  13. Οι ιώσεις που μεταδίδουν οι αφίδες
  14. Οι ιώσεις που μεταδίδει ο αλευρώδης
  15. Το πράσινο στικτό μωσαϊκό, η ίωση χωρίς έντομο
  16. Οι δύο αλευρώδεις
  17. Ο κοινός τετράνυχος
  18. Οι θρίπες
  19. Οι αφίδες
  20. Οι φυλλορύκτες
  21. Τα λεπιδόπτερα
  22. Οι νηματώδεις των κόμβων
  23. Τι σημαίνει πρακτικά οργανισμός καραντίνας, για την αγγουριά
  24. Η θερμοκρασία ως κλείδα αναγνώρισης
  25. Τα σημεία που μένουν ανοιχτά
  26. Πηγές

1. Τι καλύπτει το άρθρο, και τι μένει έξω με το σκεπτικό του

Το άρθρο καλύπτει τα αίτια που είναι τεκμηριωμένα παρόντα στην Ελλάδα ή στην Ευρώπη και αφορούν την Cucumis sativus. Για κάθε ένα δίνεται η περιγραφή των συμπτωμάτων, οι συνθήκες στις οποίες προχωρά, και η κατάσταση της καταγραφής του στην Ελλάδα.

Τρία αίτια που κυριαρχούν στα ξένα εγχειρίδια μένουν έξω από τον κατάλογο των εγκατεστημένων προβλημάτων, και ο λόγος αξίζει να δηλωθεί γιατί εξηγεί πολλή σύγχυση:

  • Η βακτηριακή μάρανση, Erwinia tracheiphila. Σε αμερικανικά φυλλάδια είναι η πρώτη ασθένεια της αγγουριάς. Η γονιδιωματική επισκόπηση 88 στελεχών από όλο το εύρος του παθογόνου καταλήγει ότι και οι τρεις γενεαλογικές γραμμές περιορίζονται στην εύκρατη ανατολική Βόρεια Αμερική, και δηλώνει ρητά ότι το βακτήριο δεν παρατηρήθηκε ποτέ σε αγγουριά ή κολοκύθα στην Ισπανία ή στη Γερμανία [45]. Η EPPO δεν διατηρεί καν σύνολο δεδομένων κατανομής για αυτό, και η Ελλάδα δεν εμφανίζεται ούτε στους παλαιούς συγκεντρωτικούς καταλόγους. Οι φορείς του, τα κολεόπτερα Acalymma vittatum και Diabrotica undecimpunctata, δεν είναι εγκατεστημένοι εδώ. Για το ελληνικό θερμοκήπιο δεν έχει πρακτική σημασία.
  • Η κηλίδωση στόχος, Corynespora cassiicola. Δεν βρέθηκε δημοσιευμένη ελληνική καταγραφή σε αγγουριά, ούτε ο παγκόσμιος κατάλογος του γένους αναφέρει ευρωπαϊκό δεδομένο υπό αυτό το όνομα [26]. Περιγράφεται παρακάτω ως αίτιο προς παρακολούθηση, όχι ως εγκατεστημένο.
  • Ο θρίπας Thrips palmi. Είναι ενωσιακός οργανισμός καραντίνας, καταχωρημένος στο Παράρτημα II Μέρος A του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2072, και στη βάση της EPPO η Ελλάδα δεν αναφέρεται καθόλου στη σελίδα κατανομής, δηλαδή δεν υπάρχει κανένα καταγεγραμμένο εύρημα [48]. Σε όλη την υπόλοιπη Ευρώπη καμία καταχώριση δεν είναι παρούσα: η Κύπρος δηλώνεται απών μετά από επισκόπηση, η Ολλανδία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Πορτογαλία ως απόντες μετά από εξάλειψη. Μένει στο άρθρο μόνο γιατί το αγγούρι είναι ο καλύτερος ξενιστής του και γιατί η EFSA κρίνει ότι η θερμοκηπιακή παραγωγή αγγουριάς θα του επέτρεπε να εγκατασταθεί όλο τον χρόνο [47].

Οι χημικές συστάσεις ξένων εγχειριδίων δεν αναπαράγονται. Οι εγκρίσεις φυτοπροστατευτικών είναι εθνικές και ελέγχονται στη βάση του ΥΠΑΑΤ, στο fyto.plantprotect.gr. Ό,τι αναφέρεται για ανθεκτικότητα παρακάτω είναι καταγραφή ευρήματος, όχι σύσταση εφαρμογής.

Για τα ωφέλιμα και τους κοινούς εχθρούς

Οι αλευρώδεις, ο τετράνυχος, οι θρίπες και οι αφίδες της αγγουριάς είναι τα ίδια είδη που απασχολούν και άλλες θερμοκηπιακές καλλιέργειες. Η βιολογία, οι δόσεις απελευθέρωσης και ο συγχρονισμός των αρπακτικών και των παρασιτοειδών που τα αντιμετωπίζουν αναλύονται χωριστά, στο άρθρο Ωφέλιμα έντομα, αρπακτικά ακάρεα και εντομοπαθογόνοι νηματώδεις. Εδώ αναφέρονται μόνο τα είδη που οι πηγές συνδέουν ονομαστικά με τον κάθε εχθρό. Για τον Bemisia tabaci και τον βοτρύτη υπάρχει επιπλέον υλικό στο άρθρο για τα σταυρανθή λαχανικά.

2. Περονόσπορος

Pseudoperonospora cubensis. Ξεκινά από τα παλαιότερα, κατώτερα φύλλα. Στην πάνω επιφάνεια σχηματίζονται γωνιώδεις κηλίδες, αρχικά χλωρωτικές και υδατώδεις, μετά καστανές και νεκρωτικές. Το διαγνωστικό δεν είναι το χρώμα αλλά το σχήμα του ορίου: η κηλίδα σταματά απότομα πάνω στο νεύρο, οπότε το περίγραμμά της είναι ευθύγραμμο και πολυγωνικό. Στην κάτω επιφάνεια, ακριβώς κάτω από την κηλίδα, εμφανίζεται αραιή γκριζοϊώδης σποριοποίηση, που χρειάζεται υψηλή υγρασία για να φανεί και συχνά λείπει αν το φύλλωμα έχει στεγνώσει. Οι καρποί δεν μολύνονται άμεσα. Η ζημιά στον καρπό είναι έμμεση, από την αποφύλλωση και το ηλιόκαυμα που ακολουθεί [1].

Οι συνθήκες είναι μετρημένες και στενές. Η βλάστηση των σποριαγγείων και η μόλυνση γίνονται μεταξύ 5 και 25 βαθμών, με άριστο εύρος 15 ως 22 βαθμούς και βέλτιστο γύρω στους 19. Η ελάχιστη διαβροχή για μόλυνση είναι δύο ώρες, και διαβροχή έξι ωρών και άνω διευκολύνει νέες μολύνσεις. Η σποριοποίηση απαιτεί έξι ώρες σκότους και πάνω για να διαφοροποιηθούν τα σποριάγγεια, με σχετική υγρασία πάνω από 90 τοις εκατό. Ο λανθάνων χρόνος από τη μόλυνση έως τα ορατά συμπτώματα είναι 4 ως 12 ημέρες, και οι σποριαγγειοφόροι εμφανίζονται 5 ως 7 ημέρες μετά τη μόλυνση [1]. Η γαλλική πηγή δίνει ελαφρώς ευρύτερο εύρος μόλυνσης, 8 ως 27 βαθμούς με βέλτιστο 18 ως 23, και μόλυνση μέσα σε δύο ώρες στους 20 ως 25 βαθμούς [2].

Τρία στοιχεία επιβίωσης καθορίζουν τη διαχείριση. Τα σποριάγγεια ζουν έως 48 ώρες μετά την αποκόλληση, και η ηλιακή ακτινοβολία τα αδρανοποιεί: σωρευτική δόση 29,5 μεγατζάουλ ανά τετραγωνικό μέτρο αδρανοποιεί το 95 τοις εκατό σε ηλιόλουστες ημέρες [1]. Αντίθετα τα ωοσπόρια παραμένουν στο περιβάλλον πάνω από δέκα μήνες, με τη βιωσιμότητα να πέφτει από 68 τοις εκατό τον Νοέμβριο σε περίπου 20 τοις εκατό τον Απρίλιο και τον Μάιο, αν και η συχνότητα μόλυνσης από ωοσπόρια είναι κάτω από 0,2 τοις εκατό [1]. Πρακτικά, η καθημερινή πίεση έρχεται από ζωντανό φύλλωμα της γειτονιάς, όχι από το έδαφος.

Το κρίσιμο παράθυρο είναι η νύχτα και το ξημέρωμα, επειδή τότε συνυπάρχουν το σκοτάδι, η υγρασία πάνω από 90 τοις εκατό και η θερμοκρασία μέσα στο άριστο εύρος. Ο εξαερισμός και η θέρμανση που εμποδίζουν τη συμπύκνωση πάνω στο φύλλωμα, η αποφυγή βραδινού ποτίσματος και η στάγδην άρδευση αντί της τεχνητής βροχής δουλεύουν επειδή κρατούν τη διαβροχή κάτω από το όριο των δύο ωρών [1].

Ένα πληθυσμιακό στοιχείο αξίζει προσοχή για την Ευρώπη. Ο μέσος αριθμός παραγόντων παθογονικότητας ανά απομόνωση υπολογίστηκε 5,05 στις Ηνωμένες Πολιτείες έναντι 9,0 στην Ευρώπη, δηλαδή οι ευρωπαϊκοί πληθυσμοί είναι πιο σύνθετοι ως προς το εύρος ξενιστών και τη δυνατότητα να ξεπεράσουν γενετική ανθεκτικότητα [1]. Απώλειες έως 80 τοις εκατό αναφέρονται στην κεντρική και βόρεια Ευρώπη, δηλαδή σε υγρότερα και δροσερότερα κλίματα από το ελληνικό.

Δεν βρέθηκε ελληνική δημοσιευμένη μέτρηση επιδημιολογικών παραμέτρων. Η ελληνική ανασκόπηση για τη δυναμική των εχθρών και των ασθενειών στα θερμοκηπιακά λαχανικά αναφέρει τον περονόσπορο στην αγγουριά μόνο ποιοτικά, ως πρόβλημα δροσερών και υγρών περιβαλλόντων με παρατεταμένη διαβροχή φύλλου, χωρίς αριθμητικά όρια [46].

Πηγές: 1 2 46

3. Ωίδιο, δύο αίτια με αντίθετη θερμοκρασία

Το ωίδιο της αγγουριάς έχει δύο αίτια, τον Podosphaera xanthii και τον Golovinomyces orontii. Η εικόνα στο φυτό είναι κοινή: λευκές, αλευρώδεις, κυκλικές αποικίες, αρχικά στα σκιαζόμενα κατώτερα φύλλα και στους μίσχους, συχνά ξεκινώντας από την κάτω επιφάνεια ή και από τις δύο. Οι αποικίες συνενώνονται, το φύλλο χλωρώνει, καφετιάζει και ξηραίνεται, και μένει προσκολλημένο ή πέφτει. Οι μίσχοι και ο βλαστός καλύπτονται. Ο καρπός σπάνια προσβάλλεται άμεσα, αλλά χάνει μέγεθος και γεύση εξαιτίας της αποφύλλωσης [3].

Το ωίδιο της αγγουριάς είναι επιφυτικό, δηλαδή η αποικία φαίνεται από την αρχή πάνω στην επιφάνεια. Αυτό το ξεχωρίζει από τη Leveillula taurica, που στην Ελλάδα απασχολεί κυρίως πιπεριά, τομάτα και κρεμμύδι: εκείνη είναι ενδοφυτική, δίνει πρώτα χλωρωτικές κηλίδες στην πάνω επιφάνεια και η σποριοποίηση βγαίνει από τα στομάτια στην κάτω. Η διάκριση των δύο γενών του ωιδίου μεταξύ τους δεν γίνεται με το μάτι. Απαιτεί μικροσκόπιο, και το κριτήριο είναι τα σωμάτια φιμπροσίνης στα κονίδια του Podosphaera [3] [4].

Η πρακτική σημασία της διάκρισης είναι η θερμοκρασία. Σε ελεγχόμενες συνθήκες, σε δίσκους φύλλων αγγουριάς και σε έξι σταθερές θερμοκρασίες από 10 έως 35 βαθμούς, οι βέλτιστες θερμοκρασίες για βλάστηση, μόλυνση και σποριοποίηση βρέθηκαν γύρω στους 22 ως 26 βαθμούς για τον P. xanthii και γύρω στους 15 ως 18 για τον G. orontii, με βλάστηση σχεδόν μηδενική στους 35 βαθμούς [6]. Από τη δημοσίευση αυτή διαβάστηκε μόνο η περίληψη, επομένως τα νούμερα δίνονται ως εύρος και όχι ως ακριβείς τιμές. Η κατεύθυνση όμως είναι ασφαλής και αρκεί για το χωράφι: ο P. xanthii είναι το θερμόφιλο είδος και ο Golovinomyces το ψυχρόφιλο, και στα ελληνικά θερμοκήπια το καλοκαίρι και στις θερμές περιόδους επικρατεί το πρώτο.

Το δεύτερο στοιχείο που αξίζει να είναι γνωστό είναι η ταχύτητα με την οποία χάνεται ένα μυκητοκτόνο. Σε πείραμα σε θερμοκήπιο του Πεκίνου, η βασική ευαισθησία 59 στελεχών ήταν 0,0105 μικρογραμμάρια ανά χιλιοστόλιτρο. Μετά από εννέα εφαρμογές ενός μόνο μυκητοκτόνου της ομάδας QoI, η μέση τιμή ξεπέρασε τα 0,9, δηλαδή συντελεστές ανθεκτικότητας 164 ως 294. Η συχνότητα των ανθεκτικών ατόμων ανέβηκε από 10 τοις εκατό σε πάνω από 60 μέσα σε πέντε κύκλους ακόμη και χωρίς πίεση επιλογής, και σε περίπου 100 τοις εκατό υπό πίεση [5]. Στην Ισπανία η ανθεκτικότητα στην ίδια ομάδα χαρακτηρίζεται εκτεταμένη στην αγγουριά [3].

Η γενετική ανθεκτικότητα της ποικιλίας είναι τοπική και φθαρτή. Η ισπανική συλλογή πάνω από 1.500 απομονώσεων αντιπαραβάλλει περισσότερες από 30 πηγές ανθεκτικότητας του πεπονιού έναντι 28 υποθετικών φυλών του παθογόνου [3]. Δεν βρέθηκε ελληνική δημοσιευμένη καταγραφή ειδών ή φυλών ωιδίου σε αγγουριά.

Πηγές: 3 4 5 6

4. Φούζα ή κλαδοσπορίωση

Cladosporium cucumerinum. Στα φύλλα εμφανίζονται μικρές υδατώδεις κηλίδες, που γίνονται ωχρές και γκρίζες, με το κέντρο να σκίζεται και να πέφτει. Το φύλλο καταλήγει διάτρητο και κουρελιασμένο. Στους μίσχους και στους βλαστούς σχηματίζονται επιμήκεις υδατώδεις αλλοιώσεις που βαθαίνουν και μπορούν να οδηγήσουν σε κάμψη και θάνατο της κορυφής, και σε υψηλή υγρασία καλύπτονται με ελαιοπράσινη έως γκριζοπράσινη βελούδινη σποριοποίηση.

Το σύμπτωμα που δίνει το όνομα είναι στον καρπό: βυθισμένες, κρατηροειδείς κηλίδες, σαν φαγωμένες, συχνά με κομμιώδες εξίδρωμα, που επουλώνονται φελλώδεις. Οι νεαροί καρποί παραμορφώνονται και καμπυλώνουν. Η σποριοποίηση πάνω στην κηλίδα του καρπού είναι σκοτεινή και βελούδινη, και αυτό ξεχωρίζει τη φούζα από τα δύο αίτια με τα οποία μπερδεύεται: η Didymella δίνει υδατώδεις κηλίδες με κομμιώδες υλικό και μαύρα πυκνίδια αλλά δεν βυθίζεται κρατηροειδώς, και η ανθράκνωση βυθίζει τον καρπό αλλά δίνει ρόδινη, βλεννώδη σποριοποίηση αντί για σκοτεινή και ξηρή [20].

Καρπός αγγουριού με βυθισμένες κρατηροειδείς κηλίδες και παραμόρφωση από κλαδοσπορίωση
Φούζα στον καρπό του αγγουριού. Οι κηλίδες είναι λίγες, μικρές και σαφώς βυθισμένες, με σκοτεινό φελλώδες κέντρο, και γύρω τους η επιδερμίδα ξεθωριάζει. Εικόνα που δεν δίνει ούτε η Didymella, που δεν βυθίζεται κρατηροειδώς, ούτε ο βοτρύτης, που δίνει μαλακή σήψη με τεφρή εξάνθηση. Φωτογραφία University of Georgia Plant Pathology, University of Georgia, Bugwood.org, άδεια CC BY 3.0.

Οι συνθήκες είναι σαφώς ψυχρές. Οι καρδινάλιες θερμοκρασίες ανάπτυξης είναι 5 και 30 βαθμοί, το βέλτιστο για τη βλάστηση των σπορίων και τη μυκηλιακή διείσδυση περίπου 17 ως 20 βαθμοί, και ευνοϊκό είναι επίσης το σχήμα νύχτα 15 βαθμοί και ημέρα 25, δηλαδή το ημερονύκτιο εύρος του ελληνικού χειμερινού θερμοκηπίου. Η διείσδυση γίνεται μετά από περίοδο κορεσμένης υγρασίας έξι ωρών τη νύχτα, ή μετά από τρία επεισόδια δύο ωρών, και οι υφές διαπερνούν την εφυμενίδα σε λιγότερο από εννέα ώρες. Τα πρώτα συμπτώματα είναι ενίοτε ορατά σε λιγότερο από τρεις ημέρες, και ο επιδημικός κύκλος της φυλλικής προσβολής είναι κάτω από επτά ημέρες [20].

Το πιο χρήσιμο νούμερο είναι το αντίστροφο: η ασθένεια μειώνεται μόλις η θερμοκρασία ανέβει πάνω από 22 βαθμούς και σχεδόν δεν εκδηλώνεται στους 30 [20]. Η άνοδος της θερμοκρασίας είναι από μόνη της καλλιεργητικό μέτρο, και το ότι αρκούν τρία διακεκομμένα δίωρα κορεσμού σημαίνει ότι το διακοπτόμενο βρέξιμο δεν είναι ασφαλέστερο από το συνεχές.

Ο μύκητας επιβιώνει πάνω από τρία χρόνια σε υπολείμματα, σε εγκαταλελειμμένους καρπούς και στους σπόρους. Τα κονίδια διασπείρονται με τα ρεύματα αέρα μέσα στα καλύμματα, αλλά και με τα ρούχα και τα εργαλεία. Και ένα στοιχείο για την εφοδιαστική αλυσίδα: η κλαδοσπορίωση εξελίσσεται στους καρπούς ακόμη και κατά τη συντήρηση σε χαμηλές θερμοκρασίες, για παράδειγμα μεταξύ 2 και 8 βαθμών [20].

Στην Ελλάδα η φούζα της αγγουριάς ήταν αντικείμενο γενετικής έρευνας στην Κρήτη, με δημοσιευμένη εργασία για την ανεξαρτησία της ανθεκτικότητας στη φούζα από μορφολογικά χαρακτηριστικά. Η εργασία δεν ήταν προσβάσιμη, επομένως δεν αναφέρονται αριθμοί από αυτή. Το γονίδιο Ccu είναι καθιερωμένη πηγή ανθεκτικότητας στην αγγουριά.

Πηγές: 20

5. Ανθράκνωση

Colletotrichum orbiculare. Στα φύλλα κυκλικές έως ακανόνιστες υδατώδεις κηλίδες, που γίνονται καστανές έως μαύρες, συχνά με πιο σκοτεινό όριο, και με το κέντρο να ξηραίνεται, να σκίζεται και να πέφτει. Στους μίσχους και στους βλαστούς επιμήκεις βυθισμένες καστανές αλλοιώσεις. Στον καρπό κυκλικές, σαφώς βυθισμένες αλλοιώσεις, που σε υγρασία καλύπτονται με σαρκόχρωμη έως ροδοπορτοκαλί βλεννώδη μάζα κονιδίων μέσα σε ακερβούλια. Αυτή η ρόδινη βλεννώδης μάζα είναι το καθοριστικό γνώρισμα. Τα ακερβούλια διακρίνονται ως σκούρα στίγματα, συχνά διατεταγμένα σε ομόκεντρους δακτυλίους [21].

Τα σπόρια βλαστάνουν από 5 έως 30 βαθμούς, το άριστο εύρος μόλυνσης είναι 21 ως 24, και η μόλυνση πραγματοποιείται για παράδειγμα σε 24 ώρες στο 100 τοις εκατό υγρασία και σε θερμοκρασίες 19 ως 24 βαθμούς. Η εισβολή γίνεται περίπου 72 ώρες μετά την άφιξη των σπορίων, και τα ακερβούλια σχηματίζονται στις φυλλικές αλλοιώσεις σε περίπου πέντε ημέρες. Ο μύκητας επιβιώνει έως πέντε χρόνια στα υπολείμματα, και οι επιμολυσμένοι σπόροι συμβάλλουν στη διασπορά, ενίοτε σε μεγάλες αποστάσεις [21].

Η ανθράκνωση είναι ασθένεια υπαίθριας, βροχερής καλλιέργειας

Τα αριθμητικά δεδομένα για την ανθράκνωση προέρχονται από υγρά, βροχερά και θερμά κλίματα. Η κινεζική καταγραφή δίνει άριστες συνθήκες 25 ως 30 βαθμούς, συν 50 χιλιοστά βροχόπτωσης και σχετική υγρασία πάνω από 80 τοις εκατό. Η ινδική, στην περίοδο των μουσώνων, δίνει υψηλότερα ποσοστά μόλυνσης στους 25 ως 32 βαθμούς με υγρασία πάνω από 90 τοις εκατό το πρωί και 80 το βράδυ, σε συνδυασμό με βροχόπτωση [21]. Η απαίτηση για 24 συνεχείς ώρες στο 100 τοις εκατό υγρασία δεν συμπληρώνεται εύκολα σε ελληνικό θερμοκήπιο. Στο ελληνικό πλαίσιο η ανθράκνωση αφορά κυρίως την υπαίθρια καλλιέργεια και τις βροχερές περιόδους, και στο θερμοκήπιο εμφανίζεται όταν η συμπύκνωση αφήνει ανοιχτό παράθυρο κορεσμού για ένα ολόκληρο ημερονύκτιο. Δεν βρέθηκε ελληνική ή μεσογειακή αριθμητική καταγραφή για αγγουριά.

Πηγές: 21

6. Σήψη του βλαστού και του καρπού από Didymella bryoniae

Το παθογόνο αναφέρεται και ως Stagonosporopsis cucurbitacearum. Στα νεαρά φυτά δίνει κυκλικές μαύρες ή ωχρές κηλίδες στις κοτυληδόνες και στα στελέχη. Στα φύλλα της αγγουριάς η περιγραφή είναι ακανόνιστες σκούρες καστανές αλλοιώσεις που ξεκινούν από το περιθώριο του φύλλου και μεγαλώνουν ταχύτατα, μέχρι να καεί ολόκληρο το έλασμα.

Στο στέλεχος αναπτύσσονται έλκη στον φλοιώδη ιστό και παράγεται καστανό, κομμιώδες εξίδρωμα στην επιφάνεια. Αυτό είναι το σύμπτωμα που δίνει το όνομα της ασθένειας. Στον καρπό εμφανίζονται μικρές υδατώδεις κηλίδες, που μεγαλώνουν απροσδιόριστα, εξιδρώνουν κομμιώδες υλικό και καταλήγουν σε μαύρη σήψη. Μέσα στις κηλίδες και στα έλκη σχηματίζονται άμεσα πυκνίδια και ψευδοθήκια, ορατά με φακό ως μαύρα στίγματα, και η παρουσία τους επιβεβαιώνει τη διάγνωση [12] [14].

Άκρα καρπών αγγουριού κατεστραμμένα από Stagonosporopsis cucurbitacearum
Δύο καρποί αγγουριού σε διαμήκη τομή, με προσβολή από Stagonosporopsis cucurbitacearum, το ίδιο παθογόνο με τη Didymella bryoniae. Η σήψη ξεκινά από το άκρο του καρπού, εκεί που ήταν το άνθος, και προχωρά προς το σώμα του. Εξωτερικά ο καρπός φαίνεται ακόμη υγιής. Φωτογραφία Dr. Jan Hinrichs-Berger, Landwirtschaftliches Technologiezentrum Augustenberg, Karlsruhe, άδεια CC BY-SA 4.0.

Η διάκριση από τον βοτρύτη γίνεται σε δύο σημεία: ο βοτρύτης δίνει άφθονη τεφρή εξάνθηση σε υψηλή υγρασία και προχωρά από άνθη και πληγές, χωρίς κομμιώδες εξίδρωμα και χωρίς μαύρα πυκνίδια. Η διάκριση από τη σήψη ρίζας και λαιμού του φουζαρίου είναι επίσης καθαρή: εκείνη δίνει σομόν και ρόδινες σποριακές μάζες με λευκό βαμβακώδες μυκήλιο στον λαιμό, όχι μαύρα πυκνίδια [12].

Το όριο υγρασίας είναι το χαμηλότερο όλων των ασθενειών του άρθρου. Ελεύθερη υγρασία στα φύλλα για μία μόλις ώρα είναι αρκετή για μόλυνση. Η άριστη θερμοκρασία μόλυνσης είναι 24 ως 25 βαθμοί στην αγγουριά και στο καρπούζι, έναντι 20 βαθμών στο πεπόνι, δηλαδή η αγγουριά είναι το θερμόφιλο άκρο [12]. Η γαλλική πηγή δίνει βέλτιστο γύρω στους 23 βαθμούς για την αγγουριά, με ανάπτυξη και καρποφορία από 5 έως 35 βαθμούς, και προσθέτει ότι οι μολύνσεις είναι σπάνιες σε σχετική υγρασία κοντά στο 60 τοις εκατό και ότι η ασθένεια γίνεται ιδιαίτερα ζημιογόνος από 95 τοις εκατό και πάνω, κυρίως όμως με παρουσία ελεύθερου νερού. Η απελευθέρωση των σπορίων γίνεται συνήθως τρεις ώρες μετά τη διαβροχή των προσβεβλημένων οργάνων, και το φως ή το σκοτάδι δεν φαίνεται να την επηρεάζουν. Η σήψη του καρπού αρχίζει περίπου τρεις ημέρες μετά τη μόλυνση, και ο λανθάνων χρόνος για την εμφάνιση συμπτωμάτων κυμαίνεται από τρεις έως πάνω από δέκα ημέρες [12] [13].

Η επιβίωση είναι τριπλή και όλα τα σκέλη έχουν πρακτική συνέπεια. Ο μύκητας διατηρείται πάνω από ένα έτος μέσα και πάνω στο έδαφος σε μη αποσυντεθειμένα φυτικά υπολείμματα, με χλαμυδοσπόρια και ληθαργικό μυκήλιο ανθεκτικά στο ψύχος, και βρίσκεται περισσότερο ή λιγότερο βαθιά μέσα στους σπόρους των κολοκυνθοειδών, όπου μπορεί να διατηρηθεί για αρκετούς μήνες. Αμειψισπορά τουλάχιστον δύο ετών κρίνεται απαραίτητη. Για τους αποθηκευμένους καρπούς, η μαύρη σήψη περιορίζεται έντονα κάτω από 7 βαθμούς [12] [13].

Η ελληνική καταγραφή είναι καταγραφή ανθεκτικότητας, και αφορά ακριβώς την αγγουριά

Η αμερικανική σύνθεση για τη σήψη του βλαστού αναφέρει ονομαστικά τρεις περιοχές όπου έχουν ανιχνευθεί απομονώσεις D. bryoniae ανθεκτικές στα βενζιμιδαζολικά μυκητοκτόνα: τη θερμοκηπιακή αγγουριά στην Ελλάδα, την Ολλανδία και, πιο πρόσφατα, αγρούς κολοκυνθοειδών στις ανατολικές Ηνωμένες Πολιτείες [12]. Για το ελληνικό θερμοκήπιο αυτό δεν είναι γενική πληροφορία, είναι εύρημα από την ίδια καλλιέργεια. Η επιλογή μυκητοκτόνου γίνεται με βάση τις εγκρίσεις του ΥΠΑΑΤ και την επιτόπια εκτίμηση γεωπόνου, και η καταγραφή αυτή είναι ο λόγος για τον οποίο η εκτίμηση αυτή δεν μπορεί να βασιστεί σε παλιές συνήθειες.

Ο εμβολιασμός σε υποκείμενα μείωσε τη σοβαρότητα της ασθένειας κατά 44,6 ως 57,3 τοις εκατό σε τέσσερα πειράματα στην Κίνα, όπου μετρήθηκε και σημαντική διαφορά παθογονικότητας μεταξύ 19 στελεχών, με δείκτες ασθένειας από 4,58 έως 85,11 [14]. Τα νούμερα αυτά είναι κινέζικα και δίνονται ως μέγεθος της αναμενόμενης ωφέλειας, όχι ως τιμή για ελληνικές συνθήκες.

Πηγές: 12 13 14

7. Τεφρά σήψη, ο βοτρύτης

Botrytis cinerea. Ξεκινά σχεδόν πάντα από νεκρούς ή γηράσκοντες ιστούς και από πληγές: μαραμένα άνθη, ακρωτηριασμένοι μίσχοι μετά το κλάδεμα και την αφαίρεση φύλλων, πληγές συγκομιδής, τραυματισμοί. Από το άνθος προχωρά στον νεαρό καρπό, που μαλακώνει, νεκρώνεται στο ακραίο τμήμα και καλύπτεται με πυκνή τεφρή και καφετιά εξάνθηση. Στον βλαστό σχηματίζονται καστανά υδατώδη έλκη στα σημεία κλαδέματος, που επεκτείνονται περιφερειακά και μπορούν να περιβάλουν και να σκοτώσουν το φυτό πάνω από το σημείο. Στα φύλλα εμφανίζονται καστανές κηλίδες με ομόκεντρες ζώνες, συχνά από το περιθώριο ή από σημείο επαφής με προσβεβλημένο άνθος.

Το διαγνωστικό είναι η άφθονη τεφρή, κονιώδης εξάνθηση που σηκώνεται σε νέφος με το άγγιγμα. Σε παλαιές αλλοιώσεις σχηματίζονται μικρά μαύρα σκληρώτια. Η γαλλική πηγή σημειώνει ρητά ότι ο βοτρύτης στα κολοκυνθοειδή είναι περισσότερο φοβερός στα θερμοκήπια και ιδίως στην αγγουριά, λιγότερο στο πεπόνι και στο κολοκυθάκι, και δεν αποτελεί κανονικά πρόβλημα στην κολοκύθα [15].

Οι αριθμοί εξηγούν γιατί η τεφρά σήψη είναι ασθένεια χειρισμού και κλίματος μάλλον παρά ασθένεια εποχής. Τα κονίδια βλαστάνουν σε λίγες ώρες, πέντε ώρες στους 20 βαθμούς, σε υγρά φύλλα ή σε γηράσκοντες ιστούς, και με σχετική υγρασία περιβάλλοντος τουλάχιστον 95 τοις εκατό. Σχετική υγρασία γύρω στο 95 τοις εκατό με θερμοκρασίες 17 ως 23 βαθμούς είναι συνθήκες πολύ ευνοϊκές. Η σποριοποίηση μπορεί να αρχίσει τρεις ημέρες μετά τις αρχικές μολύνσεις, και υπό ευνοϊκές συνθήκες ένας πλήρης κύκλος διαρκεί περίπου τέσσερις ημέρες. Η βλάστηση των κονιδίων επηρεάζεται έντονα πάνω από 30 βαθμούς. Τα σκληρώτια παραμένουν στο έδαφος για αρκετά χρόνια, και το είδος είναι πολυφάγο, ικανό να αποικίσει αρκετές εκατοντάδες καλλιεργούμενα φυτά ή ζιζάνια που συντηρούν το παθογόνο [15].

Η πρακτική συνέπεια είναι ότι το κλάδεμα και η αφαίρεση φύλλων είναι τα δύο σημεία όπου αποφασίζεται η έκταση της ασθένειας. Κοπή σε ξηρές συνθήκες και σε ώρες που η πληγή θα στεγνώσει γρήγορα, καθαρή κοπή κοντά στον βλαστό, άμεση απομάκρυνση των υπολειμμάτων έξω από το θερμοκήπιο, αφαίρεση μαραμένων ανθέων, και αποφυγή απότομης πτώσης θερμοκρασίας που φέρνει το φύλλωμα στο σημείο δρόσου.

Τα ελληνικά δεδομένα ανθεκτικότητας του βοτρύτη είναι από άλλες καλλιέργειες, με μία εξαίρεση που αφορά άμεσα την εμβολιασμένη αγγουριά

Για τον B. cinerea υπάρχουν εκτενή ελληνικά αριθμητικά δεδομένα ανθεκτικότητας, αλλά όχι σε αγγουριά. Σε 1.160 μονοσπορικές απομονώσεις από φράουλα και θερμοκηπιακή τομάτα, στην Κρήτη επικρατέστερος φαινότυπος ήταν η διπλή ανθεκτικότητα σε βενζιμιδαζολικά και ανιλινοπυριμιδίνες με 48,9 τοις εκατό, στην Πρέβεζα η μονή ανθεκτικότητα στα βενζιμιδαζολικά με 57,4 τοις εκατό, και στην Κυπαρισσία επικρατούσαν οι ευαίσθητες απομονώσεις με 57,4 τοις εκατό [17]. Σε 515 απομονώσεις που εξετάστηκαν έναντι εννέα μυκητοκτόνων, η πολλαπλή ανθεκτικότητα ήταν 7,8 τοις εκατό στη φράουλα και 13,4 τοις εκατό στην τομάτα, αλλά 31,3 τοις εκατό σε φυτάρια υποκειμένων, και η πολυφαρμακευτική ανθεκτικότητα 26 τοις εκατό στη φράουλα έναντι 87 τοις εκατό στα υποκείμενα [16]. Αυτό το τελευταίο αφορά άμεσα την εμβολιασμένη αγγουριά, γιατί σημαίνει ότι το μεταφυτικό υλικό μπορεί να εισάγει στο θερμοκήπιο πληθυσμούς βοτρύτη με πολύ υψηλή συχνότητα μη στοχευμένων μηχανισμών ανθεκτικότητας. Τα ποσοστά των άλλων καλλιεργειών δεν μεταφέρονται στην αγγουριά, το εύρημα για τα υποκείμενα όμως αφορά το ίδιο υλικό που μπαίνει στο θερμοκήπιο της αγγουριάς.

Πηγές: 15 16 17

8. Λευκή σήψη ή σκληρωτινίαση

Sclerotinia sclerotiorum. Στα αρχικά στάδια εμφανίζονται υδατώδεις αλλοιώσεις. Ακολουθεί πυκνό, βαμβακώδες, λευκό μυκήλιο πάνω στα προσβεβλημένα μέρη, που είναι το πιο εύκολα αναγνωρίσιμο γνώρισμα. Ο προσβεβλημένος ιστός αποσυντίθεται σε υδατώδη σήψη και τα φυτά πλαγιάζουν. Σκληρά, μαύρα σκληρώτια σε μέγεθος σβώλου σχηματίζονται χαρακτηριστικά μέσα στο στέλεχος, και εξωτερικά στην επιφάνεια.

Αυτό είναι το αποφασιστικό γνώρισμα έναντι του βοτρύτη, που κάνει πολύ μικρότερα σκληρώτια και, κυρίως, κάνει άφθονη τεφρή σποριοποίηση. Ο Sclerotinia δεν σποριοποιεί πάνω στο φυτό. Στην αγγουριά η προσβολή τυπικά ξεκινά από το σημείο επαφής του στελέχους με το έδαφος, ή από μαραμένα άνθη και πληγές κλαδέματος [18].

Η ασθένεια είναι κλασικά ψυχρόφιλη. Αν το βέλτιστο βρίσκεται λίγο κάτω από τους 20 βαθμούς, η ανάπτυξη είναι δυνατή από 4 έως 30 βαθμούς, και η διασπορά γίνεται ιδίως σε χαμηλές θερμοκρασίες, μεταξύ 8 και 16 βαθμών. Εκατομμύρια ασκοσπόρια απελευθερώνονται από τα αποθήκια στον αέρα σε διάστημα δύο ως τριών εβδομάδων [18]. Οι 20 βαθμοί θεωρούνται βέλτιστοι για τον σχηματισμό των σκληρωτίων, που είναι πιο περιορισμένος πάνω από 25 και κάτω από 20 βαθμούς, και η βιοτροφική φάση ξεκινά περίπου 12 ως 24 ώρες μετά τη μόλυνση [19].

Δύο στοιχεία κάνουν την αμειψισπορά ανεπαρκή από μόνη της. Τα σκληρώτια διατηρούνται στο έδαφος 8 ως 10 χρόνια, και το παθογόνο έχει αναφερθεί σε πάνω από 400 διαφορετικά φυτικά είδη, καλλιεργούμενα και ζιζάνια. Όταν τα υπολείμματα της καλλιέργειας ενσωματώνονται στο έδαφος, το 70 τοις εκατό των σκληρωτίων βρίσκεται στα πρώτα 8 εκατοστά, δηλαδή ακριβώς στη ζώνη από την οποία γίνεται η μόλυνση [18]. Επομένως η επιλογή συστήματος κατεργασίας του εδάφους και ο έλεγχος των ζιζανίων ξενιστών μετρούν περισσότερο από τη διάρκεια της αμειψισποράς.

Στο θερμοκήπιο, τα μέτρα που προκύπτουν είναι η αποφυγή συμπύκνωσης και παρατεταμένης υγρασίας στη βάση του στελέχους, η αποφυγή επαφής του φυλλώματος με το έδαφος, η αφαίρεση των μαραμένων ανθέων, και η άμεση απομάκρυνση των προσβεβλημένων φυτών μαζί με το χώμα τους πριν ωριμάσουν τα σκληρώτια. Δεν βρέθηκε ελληνική ή μεσογειακή αριθμητική καταγραφή για σκληρωτινίαση σε αγγουριά.

Πηγές: 18 19

9. Οι δύο φουζαριώσεις της αγγουριάς

Η αγγουριά έχει δύο διαφορετικές ασθένειες από το ίδιο είδος μύκητα, τον Fusarium oxysporum. Διαφέρουν στα συμπτώματα, διαφέρουν στη θερμοκρασία, και στο ελληνικό θερμοκήπιο εμφανίζονται σε διαφορετική εποχή. Η μία, μάλιστα, περιγράφηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα.

Φυτό αγγουριάς με συμπτώματα φουζαρίωσης
Φουζαρίωση σε αγγουριά, δύο φυτά σε διαμήκη τομή από τον λαιμό έως τη ρίζα. Ο ιστός του λαιμού και της ρίζας είναι καστανωπός, ενώ ο βλαστός από πάνω παραμένει πράσινος, και οι ρίζες διατηρούνται σφιχτές χωρίς να αποκολλάται ο φλοιός. Η φωτογραφία δεν επιτρέπει να ονοματιστεί το forma specialis: η διάκριση της αδρομύκωσης από τη σήψη ρίζας και λαιμού γίνεται από την εποχή, τη θερμοκρασία και την εργαστηριακή ταυτοποίηση. Φωτογραφία Jerzy Opioła, Wikimedia Commons, άδεια CC BY-SA 4.0.

Αδρομύκωση, f.sp. cucumerinum

Είναι αγγειακή ασθένεια. Αρχίζει με απώλεια σπαργής των βλαστών και μονόπλευρη μάρανση φύλλων, ακολουθεί χλώρωση και προοδευτική ξήρανση από τη βάση προς την κορυφή. Στην τομή του λαιμού και του βλαστού φαίνεται καστανός μεταχρωματισμός των αγγείων, που ανεβαίνει ψηλά στο στέλεχος. Σε συνθήκες υγρασίας, μυκήλιο βγαίνει απευθείας από τα ξυλώδη αγγεία μέσα σε 24 ως 48 ώρες. Η έντασή της εξαρτάται από το επίπεδο του μολύσματος, το περιβάλλον, τη θρέψη και ιδίως το άζωτο, και την ευπάθεια του φυτού [10].

Είναι ασθένεια θερμής περιόδου. Οι φουζαριώσεις είναι γενικά σοβαρότερες σε ελαφρά, αμμώδη, ελαφρώς όξινα εδάφη όταν οι θερμοκρασίες είναι 25 ως 27 βαθμοί [10]. Σε πείραμα σε γλάστρες στην Ινδία, η προσβολή ανά θερμοκρασία εδάφους ήταν μηδενική στους 15 βαθμούς, 16,66 τοις εκατό στους 20, 100 τοις εκατό στους 25, 70,16 στους 30 και 64,57 στους 35. Στους 15 βαθμούς δεν υπήρξε εξέλιξη ούτε μετά από 21 ημέρες από τον εμβολιασμό. Ως προς την υγρασία εδάφους, η μέγιστη προσβολή ήταν στο 45 τοις εκατό με 74,99 τοις εκατό, και έπεφτε στο 22,91 τοις εκατό όταν η υγρασία έφτανε το 75 [11].

Το στοιχείο που καθορίζει τη διαχείριση είναι η επιβίωση. Τα χλαμυδοσπόρια μπορούν να επιβιώσουν σε λήθαργο στο έδαφος για 15 έως 20 χρόνια. Το ελάχιστο μόλυσμα για μάρανση υπολογίστηκε 166 μονάδες ανά γραμμάριο εδάφους, και 367 μονάδες ανά γραμμάριο αρκούν για μάρανση στο 50 τοις εκατό των φυτών, τιμές μέσα στο εύρος 100 ως 1.200 που μετρήθηκε στο 73 τοις εκατό των εξετασθέντων αγρών [10]. Τα formae speciales είναι στον αγρό ειδικά ως προς τον ξενιστή και σπάνια διασταυρομολύνουν, και μεταδίδονται με τον σπόρο, με έκταση επιμόλυνσης που ποικίλλει ευρέως.

Σήψη ρίζας και λαιμού, f.sp. radicis-cucumerinum

Η μάρανση εμφανίζεται στο στάδιο της καρποφορίας, ιδίως σε θερμό καιρό και με βαριά καρπόδεση. Ο εξωτερικός ιστός στον λαιμό γίνεται κιτρινωπός έως ωχρός πριν φανεί λευκή μυκηλιακή ανάπτυξη, και ο μύκητας ανεβαίνει στο στέλεχος πριν εμφανιστούν συμπτώματα. Αργότερα ο εσωτερικός ιστός του στελέχους διαλύεται, επιτρέποντας δευτερογενή βακτηριακή μόλυνση, και τα βαριά προσβεβλημένα στελέχη γίνονται ινώδη, με σομόν έως ροδοπορτοκαλί σποριακές μάζες και λευκή βαμβακώδη ανάπτυξη.

Οι ρίζες παραμένουν σφιχτές. Αυτό είναι το κρίσιμο γνώρισμα έναντι της σήψης από πύθιο, όπου η ρίζα είναι μαλακή και ο φλοιός αποκολλάται αφήνοντας γυμνό τον κεντρικό κύλινδρο. Η αγγουριά και το πεπόνι είναι πολύ ευπαθή, το καρπούζι ευπαθές, και η κολοκύθα με το κολοκυθάκι εμφανίζουν μόνο ήπια συμπτώματα [9].

Το παθογόνο περιγράφηκε στο Ηράκλειο

Η Fusarium oxysporum f.sp. radicis-cucumerinum περιγράφηκε ως νέο forma specialis από τον Δ. Βακαλουνάκη, στο Ηράκλειο Κρήτης, το 1996. Στην εργασία εμβολιάστηκαν 18 καλλιεργούμενα είδη από έξι βοτανικές οικογένειες, και δύο κολοκυνθοειδή, το πεπόνι και η λούφα, εμφάνισαν παρόμοια συμπτώματα. Η άριστη θερμοκρασία για την ανάπτυξη της ασθένειας βρέθηκε κοντά στους 17 βαθμούς [7]. Έξι χρόνια αργότερα, η ίδια ομάδα τη χαρακτηρίζει ζημιογόνο νέα θερμοκηπιακή ασθένεια της αγγουριάς στην Ελλάδα, αξιολογεί εννέα εμπορικά υποκείμενα Cucurbita, επιλέγει έξι ανθεκτικά και δείχνει τρία υπέρτερα υπό κρητικές συνθήκες καλλιέργειας. Η εργασία έγινε ως απάντηση στην προβλεπόμενη απόσυρση του μεθυλοβρωμιδίου στην Ελλάδα από την 1η Ιανουαρίου 2005 [8]. Αργότερα η ίδια ομάδα έκανε και την πρώτη ταυτοποίηση του forma specialis σε αγγουριά στην Κίνα [32]. Είναι από τις λίγες περιπτώσεις όπου η ελληνική βιβλιογραφία δεν μεταφέρει αλλά ορίζει.

Στον Καναδά, όπου καταγράφηκε στη Βρετανική Κολομβία το 1994 και στο Οντάριο το 2000, οι απώλειες παραγωγής ήταν 10 τοις εκατό και 25 ως 35 τοις εκατό αντίστοιχα. Οι 20 βαθμοί ευνοούν τη μόλυνση των νεαρών φυτών και η ασθένεια δεν αναπτύσσεται στους 32. Η μόλυνση συμβαίνει πιθανότερα στις πρώτες τέσσερις εβδομάδες ανάπτυξης. Και ένα στοιχείο που αλλάζει την προτεραιότητα της υγιεινής: η εναέρια διασπορά των σπορίων φτάνει το 1 έως 2 μέτρα κατά μέγιστο, δηλαδή μέσα στο θερμοκήπιο η διασπορά γίνεται κυρίως με το νερό, όχι με τον αέρα [9]. Τα ανακυκλούμενα συστήματα άρδευσης, οι σταλακτηφόροι και η έκπλυση των γραμμών στο τέλος της περιόδου είναι τα σημεία που μετρούν.

Η αντίθεση των δύο, συνοπτικά

Η σήψη ρίζας και λαιμού έχει βέλτιστο γύρω στους 17 ως 20 βαθμούς και σταματά στους 32. Η αδρομύκωση έχει βέλτιστο 25 ως 27 βαθμούς, με μέγιστη προσβολή στους 25 και μηδενική στους 15. Μέσα στην ίδια ελληνική θερμοκηπιακή περίοδο οι δύο ασθένειες είναι χρονικά συμπληρωματικές: η πρώτη είναι του χειμώνα και της άνοιξης, η δεύτερη του καλοκαιριού. Μία μάρανση που εμφανίζεται τον Ιανουάριο και μία που εμφανίζεται τον Ιούλιο δεν είναι η ίδια ασθένεια, ακόμη και αν το φυτό δείχνει το ίδιο.

Πηγές: 7 8 9 10 11

10. Σήψεις ρίζας και λαιμού από πύθιο και φυτόφθορα

Στα Pythium spp., στο φυτώριο η εικόνα είναι τήξη φυταρίων πριν και μετά την ανάδυση. Στην εγκατεστημένη καλλιέργεια, μάρανση τις θερμές ώρες με ανάκαμψη τη νύχτα, που αργότερα γίνεται μόνιμη. Στην αγγουριά ο προσβεβλημένος λαιμός γίνεται πορτοκαλοκαστανός, συχνά με μαλακή σήψη στη βάση, και οι καστανές αλλοιώσεις εκτείνονται έως 10 εκατοστά πάνω από τη βάση του στελέχους. Οι ρίζες γίνονται καστανές και υδατώδεις, μαλακές, και ο φλοιός αποκολλάται αφήνοντας γυμνό τον κεντρικό κύλινδρο. Τα λεπτά ριζίδια χάνονται [22].

Στη Phytophthora capsici, σήψη λαιμού και ρίζας, μάρανση και ταχύς θάνατος, με προσβολές ιδιαίτερα σοβαρές σε πολύ υγρά, κακώς αποστραγγιζόμενα ή υπεραρδευόμενα εδάφη. Στα κολοκυνθοειδή δίνει επίσης σήψη καρπού σε επαφή με το έδαφος, με λευκή πυκνή ανάπτυξη [23].

Και τα δύο είναι θερμόφιλα, και αυτό είναι το σημείο που τα τοποθετεί στον αντίποδα της σήψης ρίζας από φουζάριο και της φούζας. Για τον πύθιο, οι θερμές συνθήκες ανάπτυξης πάνω από 28 βαθμούς ευνοούν τον μύκητα, μαζί με χαμηλό φως, χαμηλό pH και υψηλά άλατα. Τα είδη που κατονομάζονται σε θερμοκηπιακή αγγουριά, πιπεριά και τομάτα είναι τα P. aphanidermatum, P. irregulare και P. ultimum, χωρίς το έγγραφο να δίνει θερμοκρασιακές προτιμήσεις ανά είδος. Η συνιστώμενη θερμοκρασία νερού άρδευσης είναι 18 ως 22 βαθμοί, θερμό και αεριζόμενο, και η υγρασία του κύβου πετροβάμβακα 70 ως 75 τοις εκατό μεταξύ αρδεύσεων. Για την παστερίωση του θρεπτικού διαλύματος δίνονται 95 ως 97 βαθμοί για 30 δευτερόλεπτα, ή 85 βαθμοί για 3 λεπτά [22].

Για τη φυτόφθορα, το θερμικό εύρος ανάπτυξης είναι 8 ως 37 βαθμοί και οι προσβολές είναι ιδιαίτερα σοβαρές σε βροχερές και θερμές περιόδους, με θερμοκρασίες 24 ως 32 βαθμούς. Προσβάλλει πάνω από πενήντα είδη, που επίσης εξασφαλίζουν τον πολλαπλασιασμό και τη διατήρησή της, μεταξύ αυτών και την πιπεριά, οπότε η εναλλαγή με πιπεριά ή τομάτα δεν λειτουργεί ως αμειψισπορά. Τα ωοσπόρια διατηρούνται από 2 έως 12 χρόνια [23].

Πρακτικά, στα ελληνικά υδροπονικά και στον πετροβάμβακα ο πύθιος είναι πρόβλημα του ανακυκλούμενου διαλύματος, ενώ η φυτόφθορα είναι πρόβλημα εδαφικής καλλιέργειας με κακή στράγγιση. Οι μυκητόμυγες και οι shore flies μεταφέρουν πύθιο και γι' αυτό μπαίνουν στον ίδιο κατάλογο μέτρων με την απολύμανση του διαλύματος [22]. Δεν βρέθηκε ελληνική αριθμητική καταγραφή για κανένα από τα δύο σε αγγουριά, ούτε βέλτιστες θερμοκρασίες μόλυνσης ανά είδος Pythium.

Πηγές: 22 23

11. Η κηλίδωση στόχος και η βερτισιλλίωση, δύο ασθένειες χωρίς ελληνική καταγραφή

Οι δύο αυτές ασθένειες μπαίνουν στο άρθρο για τον αντίθετο λόγο από τις προηγούμενες: όχι γιατί είναι εγκατεστημένες, αλλά γιατί εμφανίζονται σε ξένα εγχειρίδια και στις εικόνες τους, και γι' αυτό διαγιγνώσκονται στην Ελλάδα συχνότερα απ' όσο δικαιολογεί η τεκμηρίωση.

Κηλίδωση στόχος, Corynespora cassiicola

Πολλές κυκλικές, κρεμ έως ανοιχτοκαστανές κηλίδες στα φύλλα, συχνά γωνιώδεις και περιορισμένες από τα νεύρα, φτάνοντας έως 4 χιλιοστά διάμετρο στην αγγουριά. Τα φύλλα ξηραίνονται και πέφτουν πρόωρα. Ο καρπός της αγγουριάς δεν προσβάλλεται [25].

Η γωνιώδης, νευροπεριορισμένη μορφή τη φέρνει κοντά στον περονόσπορο και στη βακτηριακή γωνιώδη κηλίδωση. Οι διαφορές είναι τρεις: δεν κάνει τη γκριζοϊώδη σποριοποίηση του περονοσπόρου στην κάτω επιφάνεια, η κηλίδα της έχει ανοιχτόχρωμο, ξηρό, χάρτινο κέντρο, και συχνά εμφανίζει ομόκεντρη ζώνωση, από την οποία πήρε και το όνομα. Από τη Didymella διαφέρει επειδή δεν κάνει κομμιώδες εξίδρωμα ούτε μαύρα πυκνίδια, και δεν προσβάλλει τον καρπό.

Η παραγωγή σπορίων κορυφώθηκε στους 25 βαθμούς σε άγαρ εκχυλίσματος φύλλου αγγουριάς, σε αποκομμένα φύλλα και σε ζώντα φυτά, και υγρασία 100 τοις εκατό έδωσε τα περισσότερα σπόρια. Τα μεγαλύτερα σπόρια προκάλεσαν σοβαρότερη ασθένεια, ενώ τα μικρά δεν ήταν μολυσματικά [24]. Από τη δημοσίευση αυτή διαβάστηκε μόνο η περίληψη.

Δεν βρέθηκε δημοσιευμένη ελληνική καταγραφή του C. cassiicola σε αγγουριά. Ο παγκόσμιος κατάλογος του γένους δεν αναφέρει κανένα ευρωπαϊκό δεδομένο υπό αυτό το όνομα. Οι μόνοι ευρωπαϊκοί σύνδεσμοι είναι μέσω δύο συνωνύμων που ο κατάλογος εξισώνει με το είδος, και αμφότερα από την Αγγλία [26]. Η πλησιέστερη μεσογειακή καταγραφή είναι ιταλική, του 2007, σε θερμοκηπιακό βασιλικό στη Λιγουρία, με προσβολή πάνω από 50 τοις εκατό των φυτών. Στην αγγουριά, η ασθένεια είναι τεκμηριωμένα σοβαρή κυρίως στην ανατολική Ασία. Για την Ελλάδα είναι αίτιο προς παρακολούθηση, όχι εγκατεστημένο πρόβλημα.

Βερτισιλλίωση, Verticillium dahliae

Αγγειακή μάρανση, με χλώρωση και μάρανση συχνά μονόπλευρη ή σε τμήμα του φυτού, προοδευτικά από τα κατώτερα φύλλα. Καστανός μεταχρωματισμός των αγγείων στην τομή του λαιμού και του στελέχους, που συνήθως δεν φτάνει τόσο ψηλά όσο στη φουζαρίωση. Προοδευτική παρακμή χωρίς σήψη ιστών και χωρίς εξωτερικό μυκήλιο ή σποριοποίηση, και αυτό τη διαφοροποιεί από τη σήψη ρίζας του φουζαρίου, που δίνει λευκό βαμβακώδες μυκήλιο και σομόν σποριακές μάζες στον λαιμό [27].

Τα μικροσκληρώτια το διαιωνίζουν για πάνω από δεκαπέντε χρόνια, σχηματίζονται στους ιστούς σε θερμοκρασίες 10 ως 20 βαθμούς, και η ανάπτυξη είναι ισχυρότερη σε εδάφη με θερμοκρασίες 22 ως 27 βαθμούς [27]. Στο κολοκυθάκι και στην κολοκύθα οι αναφορές είναι πρόσφατες, από το Τρινιδάδ και Τομπάγκο το 2006 και από την Ιταλία, με προσβολή έως 30 τοις εκατό των φυτών σε ορισμένα αγροτεμάχια.

Η βερτισιλλίωση δεν τεκμηριώνεται ως σημαντική ασθένεια της αγγουριάς. Οι καταγραφές σε κολοκυνθοειδή αφορούν κολοκυθάκι και κολοκύθα, όχι την Cucumis sativus, και δεν βρέθηκε ελληνική καταγραφή σε αγγουριά. Στην Κρήτη υπάρχει συστηματική ελληνική δουλειά για το V. dahliae, με εργασίες για το φάσμα ξενιστών σε καλλιεργούμενα είδη και σε ζιζάνια και για τον χαρακτηρισμό του κρητικού πληθυσμού, καμία όμως από αυτές δεν ήταν προσβάσιμη και καμία δεν αφορά ονομαστικά την αγγουριά. Η εργασία για το φάσμα ξενιστών στην Κρήτη είναι εκείνη που θα απαντούσε άμεσα στο ερώτημα, και μέχρι να αποκτηθεί δεν γράφεται πρόταση για ελληνική βερτισιλλίωση αγγουριάς.

Πηγές: 24 25 26 27

12. Γωνιώδης κηλίδωση, η βακτηρίωση της αγγουριάς

Pseudomonas syringae pv. lachrymans. Στα φύλλα σχηματίζονται μικρές γωνιώδεις ή κυκλικές καστανές ή αχυρόχρωμες κηλίδες με κίτρινη άλω. Οι κηλίδες μεγαλώνουν και γίνονται υδατώδεις, και είναι γωνιώδεις επειδή περιορίζονται από τα νεύρα του φύλλου. Ο υδατώδης ιστός γίνεται γκρίζος και νεκρώνεται, και ο νεκρός ιστός συρρικνώνεται, σχίζεται και πέφτει, αφήνοντας μεγάλες ακανόνιστες τρύπες. Από εδώ προέρχεται η ξεφτισμένη, κουρελιασμένη όψη του φύλλου [28] [29].

Γωνιώδεις υδατώδεις κηλίδες βακτηριακής κηλίδωσης σε φύλλο αγγουριάς
Γωνιώδης κηλίδωση σε υπαίθρια αγγουριά. Οι κηλίδες είναι πολλές, μικρές και αχυρόχρωμες, και σε αρκετές το νεκρό κέντρο έχει ήδη σχιστεί και πέσει, αφήνοντας τρύπες. Το λευκωπό εξίδρωμα της κάτω επιφάνειας δεν φαίνεται σε αυτή τη λήψη, αναζητείται όμως πάντα, γιατί είναι το δεύτερο γνώρισμα της βακτηρίωσης. Φωτογραφία Howard F. Schwartz, Colorado State University, Bugwood.org, άδεια CC BY 3.0 US.

Το δεύτερο γνώρισμα είναι το εξίδρωμα. Σε υγρό καιρό εμφανίζεται βακτηριακό εξίδρωμα σε σταγόνες στην κάτω επιφάνεια του φύλλου, που σε στεγνό καιρό ξηραίνεται σε λευκωπή κρούστα. Στον καρπό οι κηλίδες είναι μικρές, κυκλικές, συνήθως επιφανειακές και μικρότερες από τις φυλλικές, αργότερα ασπρίζουν και σχίζονται, επιτρέποντας σε μύκητες και άλλα βακτήρια να σαπίσουν τον καρπό, και τα βακτήρια μπορούν να φτάσουν στον σπόρο. Σε σοβαρές περιπτώσεις οι αναπτυσσόμενες κορυφές των βλαστών μολύνονται συστημικά, γίνονται υδατώδεις και κίτρινες και σταματούν να αναπτύσσονται [28] [29].

Τα τρία κλειδιά της αναγνώρισης είναι επομένως ο αυστηρός περιορισμός της κηλίδας από τα νεύρα, το λευκό ξερό εξίδρωμα στην κάτω επιφάνεια, και η απώλεια ιστού που αφήνει τρύπες. Σε σχέση με τον περονόσπορο, που είναι επίσης γωνιώδης, οι διαφορές είναι ότι ο περονόσπορος δίνει γκριζοϊώδη σποριοποίηση και δεν αφήνει τρύπες, και ότι η βακτηρίωση δεν σποριοποιεί καθόλου [1] [28].

Δεν υπάρχει εντομολογικός φορέας. Οι οδοί μετάδοσης είναι τέσσερις. Τα βακτήρια επιβιώνουν σε μολυσμένο σπόρο κάτω από το σπερματικό περίβλημα, και οι πρωτογενείς μολύνσεις εμφανίζονται στα φυτάρια κατά τη βλάστηση. Το νερό που εκτινάσσεται, από βροχή, υπέρκεφαλη άρδευση ή τεχνητή βροχή, μεταφέρει τα βακτήρια στις κοτυληδόνες και στα φύλλα, όπου εισέρχονται μέσω στοματίων, υδατοστομίων και μικρών πληγών και εξαπλώνονται συστημικά. Τα χέρια και τα ρούχα των εργατών, τα εργαλεία και τα μηχανήματα μετακινούν το κολλώδες εξίδρωμα από φυτό σε φυτό, και αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο στο θερμοκήπιο κατά τη συγκομιδή. Τέλος, τα βακτήρια διαχειμάζουν σε μολυσμένα φυτικά υπολείμματα στον αγρό έως δύο χρόνια, χωρίς το παθογόνο να φαίνεται να είναι πραγματικά εδαφογενές [28] [29].

Οι αριθμοί είναι λίγοι και αυτό αξίζει να δηλωθεί. Χρόνος επώασης δεν βρέθηκε. Το μόνο σχετικό νούμερο είναι ότι σε δοκιμές τεχνητής μόλυνσης κοτυληδόνων αγγουριάς η αξιολόγηση γίνεται 6 ως 8 ημέρες μετά τη μόλυνση, χωρίς να δηλώνεται πότε πρωτοεμφανίζονται τα συμπτώματα [29]. Ποσοστό μετάδοσης με τον σπόρο δεν βρέθηκε σε καμία πηγή. Για τη θερμική απολύμανση του σπόρου αναφέρεται ότι 20 λεπτά στους 50 βαθμούς, με προπιονικό ασβέστιο ή όξινο οξικό χαλκό, μείωσαν τη συχνότητα στα φυτάρια αλλά δεν εξάλειψαν πλήρως το παθογόνο, και ότι το ζεστό νερό μόνο δεν είναι αποτελεσματικό [28]. Συνιστάται αμειψισπορά 2 ως 3 ετών μακριά από κολοκυνθοειδή, και σημειώνεται ότι η μόλυνση του σπόρου μπορεί να εμποδίσει τη φυτοϋγειονομική πιστοποίηση και την εξαγωγή σπόρου [30].

Επιφύλαξη για την παρουσία στην Ελλάδα

Η Ελλάδα περιλαμβάνεται ρητά στον ευρωπαϊκό κατάλογο κατανομής του αμερικανικού εγγράφου αξιολόγησης του παθογόνου, μαζί με δεκαεννέα άλλες ευρωπαϊκές χώρες, βάσει συγκεντρωτικών δεδομένων [30]. Επειδή όμως το βακτήριο δεν είναι ρυθμιζόμενος οργανισμός, η EPPO δεν διατηρεί σύνολο δεδομένων κατανομής για αυτό, άρα δεν υπάρχει επίσημη επιβεβαίωση από την EPPO ή από την ελληνική αρμόδια αρχή, και χρονολογία πρώτης καταγραφής στην Ελλάδα δεν βρέθηκε [31]. Υπάρχει δευτερεύουσα ελληνική ένδειξη, από πτυχιακή εργασία όπου απομονώσεις από ασθενή φυτάρια καρπουζιάς ταυτοποιήθηκαν ως P. syringae pv. lachrymans, πηγή όμως χαμηλού βάρους που δεν στέκει ως κύρια τεκμηρίωση.

Ως προς το ρυθμιστικό καθεστώς, το βακτήριο δεν είναι ενωσιακός οργανισμός καραντίνας ούτε ρυθμιζόμενος οργανισμός μη καραντίνας. Το σχετικό έργο της EPPO εξέτασε τον συνδυασμό με την Cucumis sativus και κατέληξε ότι, παρότι πληροί όλα τα κριτήρια, δεν προτείνεται για καταχώριση, με το σκεπτικό ότι αρκεί η απαίτηση απουσίας ορατών συμπτωμάτων στο εμπορευόμενο υλικό [31]. Δεν υπάρχει υποχρέωση δήλωσης.

Πηγές: 30 28 29 30 31

13. Οι ιώσεις που μεταδίδουν οι αφίδες

Τέσσερις ιοί της αγγουριάς μεταδίδονται από αφίδες. Οι τρεις πρώτοι με μη έμμονο τρόπο, δηλαδή ο ιός κολλά στο στιλέτο της αφίδας και χάνεται μετά από ένα ή δύο τσιμπήματα. Αυτό έχει μία συνέπεια που καθορίζει τα πάντα: η μετάδοση γίνεται μέσα σε ένα ως δύο δευτερόλεπτα τσιμπήματος, άρα κανένα εντομοκτόνο δεν προλαβαίνει την αρχική μόλυνση, όσο γρήγορα και να σκοτώσει την αφίδα [35].

Ιός του μωσαϊκού της αγγουριάς, CMV

Το πρώτο σύμπτωμα στα κολοκυνθοειδή είναι η αποχλωρίωση των νεύρων, και ακολουθεί μωσαϊκό, δηλαδή κηλίδωση κιτρινοπράσινου και πράσινου στα φύλλα. Προστίθενται επινάστεια των μίσχων, δηλαδή κάμψη προς τα κάτω, νανισμός, μείωση του μεγέθους του φύλλου και παραμόρφωση. Στους καρπούς εμφανίζεται κηλίδωση, και συχνά οι καρποί αποκτούν πικρή γεύση. Στην τουρσοποίηση γίνονται μαλακοί και υδαροί [29] [33].

Ο ιός μεταδίδεται από πάνω από 80 είδη αφίδων, με κύρια είδη τον Myzus persicae και την Aphis gossypii, και όλα τα ατομικά στάδια των αφίδων είναι αποτελεσματικοί φορείς. Μεταδίδεται και μηχανικά με τον χυμό. Έχει πάνω από 1.000 είδη ξενιστών, και διαχειμάζει σε καλλιεργούμενα φυτά και ζιζάνια που λειτουργούν ως δεξαμενές και φιλοξενούν ταυτόχρονα και τις αφίδες [33]. Δεν μεταδίδεται με τον σπόρο σε αγγούρι ή πεπόνι, με πιθανή μετάδοση σε κολοκύθα και σε ορισμένα ζιζάνια. Απώλειες 10 ως 20 τοις εκατό είναι συνήθεις, και σε περιπτώσεις η προσβολή πλησιάζει το 100 τοις εκατό και η καλλιέργεια εγκαταλείπεται [33]. Στην Ελλάδα η EPPO τον καταγράφει παρόντα και ευρέως διαδεδομένο, με αξιολόγηση βάσει πληροφοριών του 2015 [34]. Χρόνος επώασης σε ημέρες δεν βρέθηκε σε καμία πηγή.

Ιός του κίτρινου μωσαϊκού της κολοκυθιάς, ZYMV

Στα φύλλα δίνει μωσαϊκό, παραμόρφωση, φουσκάλες, έντονη μείωση του μεγέθους του φύλλου και νανισμό του φυτού. Στους καρπούς του αγγουριού, κηλιδωτή επιδερμίδα, ανομοιόμορφο χρωματισμό και οζώδεις, εξογκωμένες περιοχές που προκαλούν έντονες παραμορφώσεις. Η οζώδης παραμόρφωση του καρπού μαζί με τις φουσκάλες και την έντονη συρρίκνωση του φύλλου είναι το χαρακτηριστικό του ZYMV. Τα κίτρινα μωσαϊκά του είναι πιο βίαια από το απλό μωσαϊκό του CMV, και οι κρινιοϊοί που περιγράφονται στην επόμενη ενότητα δεν δίνουν ποτέ παραμόρφωση καρπού [35].

Η μετάδοση είναι μη έμμονη, από Aphis gossypii, Myzus persicae, Aphis craccivora και άλλα είδη. Η αφίδα παραλαμβάνει τον ιό εντός ενός ως δύο δευτερολέπτων από το τσίμπημα σε μολυσμένο φυτό και τον μεταδίδει εντός ενός ως δύο δευτερολέπτων σε υγιές [35].

Το κλάδεμα και η συγκομιδή μεταδίδουν το ZYMV

Πέρα από τις αφίδες, ο ιός μεταδίδεται εύκολα μηχανικά: με τα υποδήματα, με τα εργαλεία κοπής και με τα μηχανήματα που πληγώνουν μολυσμένα φύλλα. Ο ιός επιβιώνει επί αρκετές ώρες πάνω σε μέταλλο, πλαστικό, καουτσούκ και βαμβακερό ύφασμα [35]. Σε θερμοκήπιο αγγουριάς, όπου γίνονται συνεχή κλαδέματα, αφαιρέσεις φύλλων και καθημερινές συγκομιδές με τα ίδια χέρια και τα ίδια ψαλίδια σε όλες τις σειρές, αυτή είναι η οδός που μπορεί να γίνει κύρια. Η απολύμανση εργαλείων, η διαχείριση γαντιών και η σήμανση των ασθενών φυτών ώστε η εργασία στη ζώνη τους να γίνεται τελευταία κοστίζουν χρόνο, αλλά είναι τα μόνα μέτρα που δρουν σε αυτή την οδό.

Για τη μετάδοση με τον σπόρο η εικόνα είναι διαφωτιστική και πρέπει να δοθεί με ακρίβεια. Σε πείραμα σε Cucurbita pepo ssp. texana, το ποσοστό των μολυσμένων σπόρων ήταν 21,9 τοις εκατό, αλλά η μετάδοση από τον σπόρο στο φυτάριο ήταν μόλις 1,6 τοις εκατό στην πρώτη γενιά και 1,8 στη δεύτερη, δηλαδή υπάρχει αυστηρό στένωμα, και όλα τα κατακόρυφα μολυσμένα φυτά ήταν ασυμπτωματικά [37]. Αριθμός ειδικά για σπόρο Cucumis sativus δεν βρέθηκε. Οι απώλειες εξαρτώνται απόλυτα από τον χρόνο της μόλυνσης: μόλυνση πριν την άνθηση φτάνει έως 100 τοις εκατό, μόλυνση πριν ή κατά την καρπόδεση αφήνει τους περισσότερους καρπούς μη εμπορεύσιμους, και μόλυνση μετά την καρπόδεση δίνει μικρότερες απώλειες [35].

Στην Ελλάδα ο ZYMV καταγράφεται παρών, με αξιολόγηση βάσει πληροφοριών του 2006, και η αναφορά που καταγράφει η EPPO είναι ελληνική εργασία για τη μετάδοσή του από αποικίζουσες και μη αποικίζουσες αφίδες [36].

Ιός του μωσαϊκού της καρπουζιάς, WMV

Για το αγγούρι ειδικά, οι πηγές που διαβάστηκαν δεν περιγράφουν συμπτώματα, το αναφέρουν μόνο ως ξενιστή, και αυτό δηλώνεται αντί να συμπληρωθεί με γενικότητες. Γενικά στα κολοκυνθοειδή, ορισμένα στελέχη και ιδίως τα στελέχη EM που εμφανίστηκαν στη νοτιοανατολική Γαλλία στις αρχές της δεκαετίας του 2000 προκαλούν σοβαρό μωσαϊκό και παραμόρφωση του φυλλώματος, καθώς και αποχρωματισμό ή παραμόρφωση του καρπού. Μεταδίδεται από τουλάχιστον 38 είδη αφίδων με μη έμμονο τρόπο, και μηχανικά. Δεν είναι γνωστό ότι μεταδίδεται με τον σπόρο [38] [39].

Γιατί το αγγούρι υπό κάλυψη εκτίθεται λιγότερο

Σε γαλλική έρευνα 2004 ως 2008 με 2.660 δείγματα, το WMV ήταν ο συχνότερος ιός των κολοκυνθοειδών, παρών σε πάνω από 82 τοις εκατό των δειγμάτων συνολικά. Η συχνότητα όμως ανά καλλιέργεια ήταν περίπου 94 τοις εκατό στο κολοκυθάκι, 85 στην κολοκύθα, 78 στο πεπόνι και μόνο 14 τοις εκατό στο αγγούρι, που καλλιεργείται κυρίως υπό κάλυψη. Στην ίδια έρευνα το ZYMV βρέθηκε στο 3 τοις εκατό των δειγμάτων αγγουριού [38]. Το μέτρο αυτό είναι γαλλικό, αλλά η αιτία είναι κοινή με την Ελλάδα: οι αφιδομεταδιδόμενοι ιοί των κολοκυνθοειδών πιέζουν κυρίως την υπαίθρια καλλιέργεια, και στο θερμοκήπιο η ισορροπία μετατοπίζεται προς τους ιούς του αλευρώδη.

Η Ελλάδα περιλαμβάνεται ρητά στον ευρωπαϊκό κατάλογο κατανομής του WMV, μαζί με τη Βοσνία και Ερζεγοβίνη, τη Βουλγαρία, την Κύπρο, την Ιταλία, την Ισπανία και την Ουκρανία. Χρονολογία πρώτης καταγραφής στην Ελλάδα δεν βρέθηκε [39].

Ο τέταρτος, το CABYV

Ο ιός του κίτρινου νανισμού των κολοκυνθοειδών μεταδίδεται από αφίδες και όχι από αλευρώδη, και αυτή είναι η πληροφορία που έχει πρακτική σημασία, επειδή το σύμπτωμά του είναι γενικευμένο κιτρίνισμα και άρα συγχέεται με τους κρινιοϊούς του αλευρώδη [40]. Μία διάγνωση που βασίζεται στο κιτρίνισμα και οδηγεί σε διαχείριση αλευρώδη μπορεί να στοχεύει στο λάθος έντομο.

Πηγές: 29 33 34 35 36 37 38 39 40

14. Οι ιώσεις που μεταδίδει ο αλευρώδης

Στο θερμοκήπιο αγγουριάς η βαρύτερη ιολογική πίεση δεν έρχεται από τις αφίδες αλλά από τον αλευρώδη. Τέσσερις ιοί μεταδίδονται με αυτόν τον τρόπο, και δύο από αυτούς δίνουν εικόνα που είναι αδύνατον να διακριθεί χωρίς εργαστήριο.

Ιός του κίτρινου νανισμού των κολοκυνθοειδών, CYSDV

Είναι ο πιο διαδεδομένος ιός των κολοκυνθοειδών στην Ελλάδα. Το σύμπτωμα αρχίζει ως μεσονεύριος διάσπαρτος χλωρωτικός μαρμαρισμός στα γηραιότερα, κατώτερα φύλλα και εντείνεται όσο γερνά το φύλλο, καταλήγοντας σε έντονο κιτρίνισμα με νανισμό του φυτού. Δεν δίνει μωσαϊκό και δεν δίνει παραμόρφωση καρπού, και εκεί βρίσκεται η διάκριση από το CMV, το ZYMV και το WMV [41].

Τρεις κρινιοϊοί με την ίδια εικόνα

Η EPPO δηλώνει ρητά ότι τα συμπτώματα του CYSDV είναι αδύνατον να διακριθούν από εκείνα που προκαλεί ο Beet pseudo-yellows virus, τον οποίο μεταδίδει ο αλευρώδης των θερμοκηπίων, ή ο Cucurbit chlorotic yellows virus. Απαιτείται εργαστηριακή ταυτοποίηση [41]. Σε αυτούς προστίθεται και το αφιδομεταδιδόμενο CABYV, που δίνει επίσης γενικευμένο κιτρίνισμα [40]. Μία διάγνωση κιτρινίσματος που γίνεται με το μάτι δεν ονοματίζει ιό και δεν ονοματίζει φορέα. Στα παλαιότερα φύλλα, η τροφοπενία μαγνησίου είναι η τέταρτη πηγή σύγχυσης, και ξεχωρίζει επειδή είναι συμμετρική μέσα στο φυτό και ομοιόμορφη μέσα στο θερμοκήπιο, ενώ η ίωση εμφανίζεται εστιακά.

Ο φορέας είναι ο Bemisia tabaci, στα κρυπτικά είδη MEAM1 και MED. Η EPPO δεν χρησιμοποιεί τους όρους έμμονος ή ημιέμμονος, αλλά δίνει τα δεδομένα: ο ιός δεν κυκλοφορεί και δεν πολλαπλασιάζεται στο έντομο, ωστόσο συγκρατείται στον φορέα για τουλάχιστον εννέα ημέρες, με χρόνο ημιζωής 72,2 ώρες. Για μετάδοση άνω του 80 τοις εκατό σε πεπόνι χρειάζονται περίοδος πρόσληψης από 18 ώρες και άνω και περίοδος μόλυνσης από 24 ώρες και άνω, αλλά μετάδοση σημειώθηκε και με περιόδους δύο ωρών. Ο χρόνος επώασης είναι 14 ως 20 ημέρες, μετρημένος σε πειραματική μετάδοση σε πεπόνι. Δεν μεταδίδεται με τον σπόρο. Κύρια οδός εξάπλωσης μεταξύ χωρών είναι το διεθνές εμπόριο νεαρών φυτών κολοκυνθοειδών προς φύτευση [41].

Οι απώλειες που αναφέρονται είναι 30 ως 50 τοις εκατό στην Ισπανία και στον Λίβανο. Στην έκρηξη της Αριζόνα το 2006 η εκτιμώμενη μείωση ήταν 60 τοις εκατό της εμπορεύσιμης παραγωγής πεπονιού. Στην Κύπρο ανιχνεύθηκε στο 88 τοις εκατό των δειγμάτων αγγουριού σε έρευνα 2.993 δειγμάτων κολοκυνθοειδών [41].

Για την Ελλάδα η τεκμηρίωση είναι καθαρή. Η EPPO τον καταγράφει παρόντα και ευρέως διαδεδομένο, με αξιολόγηση βάσει πληροφοριών του 2019, σε ηπειρωτική Ελλάδα και Κρήτη. Οι πρώτες καταγραφές αφορούν αγγούρι και πεπόνι στη Ρόδο, στον Πόρο και στο Λεωνίδιο της ανατολικής Πελοποννήσου, και αργότερα την Κρήτη και την Αρκαδία. Στην ελληνική επισκόπηση που παραθέτει η EPPO, το CYSDV ήταν ο ευρύτερα διαδεδομένος ιός με 49,9 τοις εκατό, και έχει αντικαταστήσει τον Beet pseudo-yellows virus σε Ελλάδα και Κύπρο [41].

Ως προς το καθεστώς, ο CYSDV είναι στον κατάλογο A2 της EPPO από το 2004, δηλαδή συνιστάται για ρύθμιση, αλλά δεν είναι ενωσιακός οργανισμός καραντίνας και δεν υπάρχει ενωσιακή υποχρέωση δήλωσης. Αυτό είναι λογικό, καθώς είναι ήδη ευρέως εγκατεστημένος σε Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία, Σαρδηνία και Κύπρο [41].

Ιός του κιτρινίσματος των νεύρων της αγγουριάς, CVYV

Αυτός δεν έχει καταγραφεί στην Ελλάδα, και είναι ο λόγος για τον οποίο το νεαρό φυτό που μπαίνει στο θερμοκήπιο αξίζει προσοχή. Στο αγγούρι προκαλεί έντονη αποχλωρίωση των νεύρων, χλώρωση και τελικά γενική νέκρωση του φυτού, με ανοιχτό έως σκούρο πράσινο μωσαϊκό και χλωρωτικές κηλίδες στον καρπό, και νανισμό με αντίστοιχη μείωση παραγωγής. Η EPPO δηλώνει επί λέξει ότι η αποχλωρίωση ή το κιτρίνισμα των νεύρων σε αγγούρι και πεπόνι θεωρείται διακριτικό σύμπτωμα του CVYV [42].

Υπάρχει ένα σημείο που αφορά άμεσα την ελληνική θερμοκηπιακή πρακτική: τα παρθενοκαρπικά αγγούρια αναπτύσσουν σοβαρά συμπτώματα, ενώ τα μη παρθενοκαρπικά έχουν αναφερθεί ως ασυμπτωματικοί φορείς [42]. Σε μια καλλιέργεια που περιλαμβάνει και τους δύο τύπους, η απουσία συμπτωμάτων στον ένα δεν σημαίνει απουσία του ιού.

Ο φορέας είναι ο Bemisia tabaci, με ημιέμμονο τρόπο. Τα ενήλικα προσλαμβάνουν τον ιό με μύζηση για τουλάχιστον 30 λεπτά, ο ιός δεν κυκλοφορεί και δεν πολλαπλασιάζεται στο έντομο, η αποτελεσματικότητα μετάδοσης μειώνεται μετά από 4 ως 12 ώρες και ο ιός συγκρατείται για λιγότερο από 12 ώρες. Οι αφίδες Aphis gossypii και Myzus persicae δεν είναι φορείς. Δεν μεταδίδεται με τον σπόρο. Επιβιώνει σε ζιζάνια και σε αυτοφυή φυτά της προηγούμενης καλλιέργειας [42].

Παρών σε δύο γειτονικές χώρες, απών από την Ελλάδα

Η Ελλάδα δεν περιλαμβάνεται στην κατανομή του CVYV. Στην περιοχή της EPPO ο ιός καταγράφεται σε Κύπρο, Ισραήλ, Ιορδανία, ηπειρωτική Πορτογαλία, ηπειρωτική Ισπανία, Τυνησία και Τουρκία [42]. Δύο από αυτές είναι γειτονικές. Είναι στον κατάλογο A2 της EPPO από το 2003, και τα συνιστώμενα φυτοϋγειονομικά μέτρα για φυτά κολοκυνθοειδών προς φύτευση από περιοχές όπου απαντά είναι η απαλλαγή της καλλιέργειας ή του τόπου παραγωγής από τον ιό και ο αποκλεισμός του B. tabaci. Η κύρια οδός εισαγωγής είναι το διεθνές εμπόριο νεαρών φυτών. Σημειώνεται επίσης ότι ο ιός είναι λανθάνων σε ορισμένους ξενιστές και μπορεί να χρειαστεί χρόνο για να εκφράσει συμπτώματα, γι' αυτό και η οπτική επιθεώρηση μπορεί να μην εντοπίσει μολύνσεις. Στην Ιορδανία ανιχνεύθηκε στο 43 τοις εκατό των δειγματισθέντων καλλιεργειών αγγουριού υπό πλαστικό το 1992, και στην Ισπανία το 2000 καταστράφηκαν προσβεβλημένα φυτά σε 70 εκτάρια θερμοκηπίων [42].

Ιός του καρουλιάσματος των φύλλων της τομάτας του Νέου Δελχί, ToLCNDV

Είναι ο μόνος από τους οργανισμούς του άρθρου που είναι ενωσιακός επιβλαβής οργανισμός καραντίνας, και ο μόνος για τον οποίο υπάρχει υποχρέωση δήλωσης. Στην Ευρώπη κυκλοφορεί το στέλεχος ToLCNDV-ES [49].

Τα πρώτα σημάδια εμφανίζονται στα νεαρότερα, κορυφαία φύλλα: καρούλιασμα, στρέβλωση και φουσκάλες. Στα κολοκυνθοειδή δίνει αποχρωματισμό, χλωρωτικό μαρμαρισμό και ζώνωση νεύρων, και στη συνέχεια τα γηραιότερα φύλλα καρουλιάζουν προς τα πάνω και αποκτούν γενικευμένη χλώρωση. Ειδικά για το αγγούρι περιγράφεται κιτρίνισμα και προς τα πάνω καρούλιασμα του φύλλου. Η μόλυνση μειώνει την ανθοφορία και την καρπόδεση, και οι καρποί μπορεί να είναι μικροί, αποχρωματισμένοι, με φουσκάλες και άγευστοι, και να πέφτουν πρόωρα [43] [50].

Η εντόπιση στα νεαρά κορυφαία φύλλα είναι το γνώρισμα που το ξεχωρίζει από τους κρινιοϊούς, που δίνουν κιτρίνισμα στα γηραιά κατώτερα φύλλα, και από το CVYV, που δίνει κιτρίνισμα νεύρων. Η EFSA σημειώνει όμως ότι τα συμπτώματα μοιάζουν με αυτά άλλων μπεγομοϊών, άρα απαιτείται εργαστηριακή επιβεβαίωση [43].

Ο φορέας είναι ο Bemisia tabaci, στα είδη MED και MEAM1, με επίμονο κυκλοφορικό τρόπο. Ο ιός κυκλοφορεί στο έντομο αλλά δεν πολλαπλασιάζεται σε αυτό, ο φορέας παραμένει μολυσματικός για όλη τη ζωή του, και η μετάδοση είναι πολύ αποτελεσματική ακόμη και με λίγα άτομα. Οι περίοδοι πρόσληψης και μόλυνσης είναι σύντομες, κάτω από 30 λεπτά. Ο χρόνος επώασης είναι 10 ως 14 ημέρες μετά τη διατροφή του φορέα. Η μηχανική μετάδοση θεωρείται σπάνια και πειραματικά μόνο εφικτή, απίθανη υπό συνθήκες αγρού. Για τη μετάδοση με τον σπόρο, η EFSA καταλήγει ότι είναι δυνατή αλλά απίθανη στην εμπορική παραγωγή και αναφέρει ότι ο ιός δεν βρέθηκε ποτέ σε εμπορικές παρτίδες σπόρου [43].

Το μέγεθος του προβλήματος φαίνεται από την Ισπανία. Στη νοτιοανατολική Ισπανία, από το 2013, το ToLCNDV είναι ο επικρατέστερος ιός και έχει αντικαταστήσει το αφιδομεταδιδόμενο ZYMV ως κύριο ιικό παθογόνο του κολοκυθιού. Σχεδόν 100 τοις εκατό των συμπτωματικών φυτών ήταν θετικά σε κάθε αγρό που εξετάστηκε σε Μάλαγα, Αλμερία και Μούρθια, και η συχνότητα ξεπέρασε το 50 τοις εκατό των συμπτωματικών φυτών στις προσβεβλημένες καλλιέργειες κολοκυθιού και πεπονιού [49]. Στην υπαίθρια παραγωγή πεπονιού της κεντρικής Ισπανίας αναφέρονται απώλειες έως 20 τοις εκατό [50].

Στην Ελλάδα, παρών με περιορισμένη εξάπλωση και υπό εξάλειψη

Η EPPO τον καταγράφει με την ένδειξη παρών, λίγες εμφανίσεις, με έτος πρώτης καταγραφής το 2018. Το χρονολόγιο είναι συγκεκριμένο: Οκτώβριος 2018, πρώτη ανίχνευση σε μία θέση σε καλλιέργεια κολοκυνθοειδών στην Περιφερειακή Ενότητα Ηλείας. Το 2019 επιβεβαιώθηκε σε καλλιέργειες κολοκυθιού στις περιοχές Ηλείας και Μεσσηνίας, με δειγματοληψία από τα Τραγανά Ηλείας, και το καθεστώς έγινε παρών, μόνο σε ορισμένες περιοχές. Το 2021 η ελληνική αρμόδια αρχή δήλωσε παρών, υπό εξάλειψη σε ορισμένα μέρη της χώρας, και η πρώτη εύρεση στην Περιφερειακή Ενότητα Τριφυλίας και Μεσσηνίας προήλθε από τις ετήσιες επίσημες επισκοπήσεις υπαίθριας Cucurbita pepo [43] [44]. Η Τουρκία καταγράφεται επίσης ως παρούσα με περιορισμένη εξάπλωση. Ως ενωσιακός οργανισμός καραντίνας του Παραρτήματος II Μέρος B του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2072, υπάρχει υποχρέωση κοινοποίησης, υποχρέωση επίσημων επισκοπήσεων και υποχρέωση μέτρων εξάλειψης [83]. Η διάγνωση δεν γίνεται από τον παραγωγό ή τον γεωπόνο του: ύποπτη εικόνα σημαίνει δήλωση στην αρμόδια αρχή και εργαστηριακή επιβεβαίωση από εκείνη.

Ο τέταρτος, το BPYV

Ο Beet pseudo-yellows virus μεταδίδεται από τον αλευρώδη των θερμοκηπίων, Trialeurodes vaporariorum, με ημιέμμονο τρόπο, και δίνει γενικευμένο κιτρίνισμα των φύλλων που ξεκινά από τα παλαιότερα. Είναι ο ίδιος ιός που παλαιότερα ονομαζόταν Cucumber chlorotic spot virus, Cucumber infectious chlorosis virus και Cucumber yellows virus [40]. Σε Ελλάδα και Κύπρο έχει υποχωρήσει, αντικαθιστώμενος από το CYSDV [41], αλλά η παρουσία του είναι ο λόγος για τον οποίο ο αλευρώδης των θερμοκηπίων δεν είναι ιολογικά αθώος.

Πηγές: 40 41 42 43 44 49 50 83

15. Το πράσινο στικτό μωσαϊκό, η ίωση χωρίς έντομο

Το CGMMV είναι η ίωση που δεν χρειάζεται φορέα, και γι' αυτό η αναγνώρισή της είναι περισσότερο επιδημιολογική παρά συμπτωματολογική.

Στα νεαρά φύλλα εμφανίζονται ανοιχτές κιτρινοπράσινες κηλίδες και αποχλωρίωση νεύρων, που εξελίσσονται σε χλωρωτικό στικτό μαρμαρισμό, με παραμόρφωση των νεαρών φύλλων, φουσκάλες και στρέβλωση, και νανισμό. Σε όψιμα στάδια εμφανίζονται νεκρώσεις, και τα ώριμα φύλλα μπορεί να αποχρωματιστούν. Η καρπόπτωση είναι συνήθης. Ορισμένα στελέχη προκαλούν σοβαρό μαρμαρισμό και παραμόρφωση καρπού με φουσκάλες, αλλά το τυπικό στέλεχος συνήθως δεν προκαλεί συμπτώματα στον καρπό του αγγουριού. Μετά την καρπόπτωση, οι εναπομένοντες μικροί καρποί μπορούν να έχουν μείωση απόδοσης έως 25 τοις εκατό [51].

Η πιο σημαντική διάκριση δεν είναι στο φύλλο. Το CGMMV δεν μεταδίδεται από αφίδες, αλευρώδεις ή ακάρεα, άρα δεν εμφανίζεται με το πρότυπο της εντομομεταδιδόμενης διασποράς. Εμφανίζεται σε κηλίδες που εξαπλώνονται κατά μήκος των σειρών εργασίας και ακολουθούν τους χειρισμούς. Οι οδοί μετάδοσης είναι η μηχανική επαφή, από πληγές κλαδέματος ή συγκομιδής, μολυσμένα εργαλεία και επαφή φύλλων, το ανακυκλούμενο θρεπτικό διάλυμα, ο σπόρος, το έδαφος και τα υπολείμματα, το νερό, και τα μασητικά έντομα. Η τεχνητή επικονίαση ανθέων αγγουριού με μολυσμένη γύρη οδήγησε σε μόλυνση έως 51,2 τοις εκατό των καρπών, αλλά η φυσική διασπορά με γύρη δεν έχει αποδειχθεί. Σπορά σε έδαφος αναμεμιγμένο με μολυσμένα υπολείμματα έδωσε 18 τοις εκατό μετάδοση σε Lagenaria siceraria. Ο λανθάνων χρόνος φτάνει τις 14 ημέρες πριν εμφανιστούν ορατά συμπτώματα στο αγγούρι [51].

Για τη μετάδοση με τον σπόρο τα αναφερόμενα ποσοστά ποικίλλουν πάρα πολύ, από λιγότερο από 0,1 τοις εκατό έως 76,7, με τις περισσότερες μελέτες να αναφέρουν περίπου 1 τοις εκατό. Ο μολυσμένος σπόρος θεωρείται πιθανότατα η κύρια οδός διασποράς μεταξύ χωρών [51]. Ο ιός δεν είναι ενωσιακός οργανισμός καραντίνας, δεν είναι ρυθμιζόμενος οργανισμός μη καραντίνας, και δεν είναι σε κατάλογο A1 ή A2 της EPPO, επομένως δεν υπάρχει υποχρέωση δήλωσης στην Ένωση [53].

Η ελληνική καταγραφή, και το νούμερο που αφορά το χειμερινό έδαφος

Στην Ελλάδα η ασθένεια εμφανίστηκε σοβαρή μόνο σε εμβολιασμένο καρπούζι, στη βόρεια και κεντρική Ελλάδα, το 1999 και το 2000. Τα συμπτώματα ήταν χλωρωτικός μαρμαρισμός, μετά νέκρωση του ποδίσκου και τελικά αποσύνθεση του εσωτερικού του καρπού, και ο αιτιολογικός παράγοντας ταυτοποιήθηκε ως CGMMV με ηλεκτρονική μικροσκοπία, DAS-ELISA και RT-PCR. Τα ελληνικά στελέχη ήταν στενά συγγενικά με την ισραηλινή παραλλαγή, προκάλεσαν σοβαρότερα συμπτώματα και είχαν ευρύτερο φάσμα ξενιστών από άλλα περιγραφέντα στελέχη, και ο ιός βρέθηκε επίσης σε ζιζάνια, στα Amaranthus blitoides, A. retroflexus, Heliotropium europaeum, Portulaca oleracea και Solanum nigrum [52]. Από τη δημοσίευση αυτή διαβάστηκε μόνο η περίληψη. Το δεύτερο ελληνικό στοιχείο βρίσκεται μέσα στην αυστραλιανή ανάλυση κινδύνου: στην Ελλάδα ο ιός παρέμεινε μολυσματικός σε φυσικά μολυσμένο έδαφος που διατηρήθηκε στους 4 βαθμούς για τουλάχιστον δέκα μήνες [51]. Σημαίνει ότι η ψυχρή περίοδος μεταξύ δύο καλλιεργειών δεν καθαρίζει το έδαφος.

Πηγές: 51 52 53

16. Οι δύο αλευρώδεις

Στα ελληνικά θερμοκήπια απαντούν δύο είδη, ο αλευρώδης των θερμοκηπίων Trialeurodes vaporariorum και ο αλευρώδης του καπνού Bemisia tabaci. Η άμεση ζημιά τους είναι παρόμοια. Η ιολογική τους σημασία δεν είναι καθόλου, και γι' αυτό η διάκριση αξίζει τον κόπο.

Η άμεση ζημιά είναι μύζηση από την κάτω επιφάνεια των φύλλων, κιτρίνισμα και μαρμάρωση του ελάσματος σε υψηλούς πληθυσμούς, και εξασθένηση του φυτού. Τα μελιτώδη απεκκρίματα είναι άφθονα και πάνω τους αναπτύσσεται καπνιά, που εμποδίζει τη φωτοσύνθεση και λερώνει τον καρπό. Οι νύμφες του B. tabaci προκαλούν επιπλέον αργυροφυλλία σε κολοκύθι και λεύκανση βλαστού σε κολοκύθα, σύμπτωμα που δεν δίνει ο T. vaporariorum [54] [55].

Πώς ξεχωρίζουν

Στο ενήλικο, το κριτήριο είναι η στάση των πτερύγων στην ηρεμία. Ο T. vaporariorum είναι περίπου 1,6 χιλιοστά, λευκό πουδραρισμένο, και κρατά τις πτέρυγες επίπεδες πάνω από το σώμα. Ο B. tabaci είναι περίπου 1 χιλιοστό, μικρότερος και πιο κιτρινωπός, και κρατά τις πτέρυγες σε γωνία περίπου 45 μοιρών και κοντά στο σώμα [54] [55].

Το ασφαλέστερο κριτήριο όμως είναι η νύμφη του τέταρτου σταδίου, το puparium. Στον T. vaporariorum είναι λευκό, σχήματος καπέλου, με ίσια κατακόρυφα τοιχώματα και στεφάνη από κηρώδεις τρίχες, συνήθως δώδεκα μεγάλες κηρώδεις χαίτες. Στον B. tabaci έχει μήκος περίπου 0,7 χιλιοστά, είναι επίπεδο και ακανόνιστα ωοειδές, σχήματος τηγανίτας, με λοξά τοιχώματα, και φέρει κοντύτερες και λεπτότερες χαίτες. Σε λεία φύλλα δεν έχει διογκωμένες ραχιαίες χαίτες, ενώ σε τριχωτά φύλλα φέρει δύο έως οκτώ μακριές ραχιαίες χαίτες. Οι βιότυποι B και Q του B. tabaci δεν ξεχωρίζουν μορφολογικά, μόνο με μοριακή ανάλυση [54] [55].

Δύο πρακτικές λεπτομέρειες από το puparium: κόκκινα μάτια στη νύμφη σημαίνουν επικείμενη έξοδο ενηλίκου, και η οπή εξόδου του ενηλίκου είναι σχήματος Τ, ενώ του παρασιτοειδούς στρογγυλή. Το δεύτερο επιτρέπει να εκτιμηθεί τι ποσοστό της αποικίας έχει παρασιτιστεί, χωρίς εργαστήριο [54].

Η βιολογία με αριθμούς

Για τον T. vaporariorum, σε εργαστηριακές μετρήσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες, το κατώτερο θερμικό όριο ανάπτυξης είναι 8,3 βαθμοί και η συνολική απαίτηση από το αυγό στο ενήλικο περίπου 380,7 ημεροβαθμοί. Σε περουβιανή εργασία, η ανάπτυξη ολοκληρώθηκε μεταξύ 15 και 28 βαθμών αλλά όχι στους 10 ούτε στους 32, με διάρκεια από αυγό σε ενήλικο 46,7 ημέρες στους 15 βαθμούς και 21,9 ημέρες στους 28. Η μέγιστη γονιμότητα ήταν περίπου 42,3 αυγά ανά θηλυκό στους 20 βαθμούς, και οι γενεές ανά έτος 11 σε πεδινές συνθήκες του Περού και 7,4 σε ορεινές. Στους 21 βαθμούς περίπου, το σύνολο από αυγό σε ενήλικο είναι 32 ημέρες και η ζωή του ενηλίκου 5 ως 40 ημέρες [54].

Για τον B. tabaci, το στοιχείο που αφορά άμεσα την Ελλάδα είναι ιταλικό. Σε αποικία του βιότυπου B, το κατώτερο θερμικό όριο υπολογίστηκε 11,53 βαθμοί και η απαίτηση 307 ημεροβαθμοί από αυγό σε ενήλικο, με διάρκεια περίπου 70 ημέρες στους 16 βαθμούς και 22 ημέρες στους 26 και άνω. Υπαίθριοι πληθυσμοί βρέθηκαν μόνο νοτίως του 41ου παραλλήλου, σε περιοχές με λιγότερες από πέντε ημέρες παγετού ανά χειμώνα και μέση ετήσια θερμοκρασία άνω των 16 βαθμών [57]. Από τη δημοσίευση αυτή διαβάστηκε μόνο η περίληψη. Το κριτήριο αυτό είναι ιταλικό και δεν μεταφέρεται αυτούσιο, αλλά δείχνει πώς χωρίζεται η Μεσόγειος: όπου ο αλευρώδης του καπνού διαχειμάζει στην ύπαιθρο, το θερμοκήπιο δεν ξεκινά καθαρό. Η EPPO δίνει γενικά 11 ως 15 γενεές τον χρόνο και έως 300 αυγά ανά θηλυκό [55].

Τι είναι τεκμηριωμένο για την αναλογία των δύο ειδών στην Ελλάδα

Ποσοτική δημοσιευμένη καταγραφή της αναλογίας B. tabaci προς T. vaporariorum ειδικά σε ελληνικά θερμοκήπια αγγουριάς δεν βρέθηκε. Υπάρχει μόνο γεωγραφικό πρότυπο, από έρευνα 2009 ως 2012 που καταγράφει η EPPO: στη βόρεια Ελλάδα κύριο είδος είναι ο T. vaporariorum, στη νότια Ελλάδα επικρατεί ο B. tabaci με τους βιότυπους B και Q. Η πηγή είναι περίληψη συνεδρίου και δεν δίνει αριθμούς [55] [56]. Το πρότυπο αυτό έχει ιολογική συνέπεια, γιατί το CYSDV, το CVYV και το ToLCNDV μεταδίδονται μόνο από τον B. tabaci, ενώ ο T. vaporariorum μεταδίδει το BPYV και δεν μεταδίδει το ToLCNDV, με μηδέν μεταδόσεις σε είκοσι φυτά σε δύο πειράματα [54].

Παρακολούθηση και ανθεκτικότητα

Τεκμηριωμένο αριθμητικό όριο επέμβασης για αγγουριά δεν βρέθηκε για κανένα από τα δύο είδη. Υπάρχει τεκμηριωμένο σχήμα δειγματοληψίας μόνο για τομάτα στη Φλόριντα, που δεν μεταφέρεται στην αγγουριά χωρίς δικό της δεδομένο [77]. Η μέθοδος παρακολούθησης που περιγράφεται είναι εβδομαδιαία, με κίτρινες κολλητικές παγίδες σε πυκνότητα περίπου μία ανά 93 τετραγωνικά μέτρα, με επιπλέον παγίδες κοντά σε πόρτες και ανοίγματα αερισμού, αλλαγή κάθε εβδομάδα και παρακολούθηση της τάσης, μαζί με τυχαία επιθεώρηση φυτών και σημασμένα φυτά δείκτες. Καταγράφεται ποιο στάδιο επικρατεί, επειδή τα αυγά και τα puparia αντέχουν σε πολλά εντομοκτόνα [54].

Η κρητική καταγραφή ανθεκτικότητας του 2002 ως 2003

Σε πληθυσμούς B. tabaci από την Ιεράπετρα, την Επισκοπή και τις Μαλάδες, σε μελιτζάνα, υπαίθριο πεπόνι και ανθοκομικά, ο πιο ανθεκτικός πληθυσμός έδειξε συντελεστές ανθεκτικότητας 80 φορές στα πυρεθροειδή, 18 φορές στα οργανοφωσφορικά, 58 φορές στα κυκλοδιενικά και 730 φορές στα νεονικοτινοειδή. Άλλος πληθυσμός από την Ιεράπετρα έδειξε 210 φορές στα νεονικοτινοειδή. Ένας υπαίθριος πληθυσμός χωρίς προηγούμενη επέμβαση ήταν πιο ευαίσθητος από το ευαίσθητο στέλεχος αναφοράς, και οι συγγραφείς τον ερμηνεύουν ως τοπικό καταφύγιο ευαισθησίας. Οι μηχανισμοί αποδίδονται σε μεταλλάξεις θέσης δράσης και σε ενισχυμένη αποτοξίνωση [58]. Πιο πρόσφατα, σε έξι πληθυσμούς από Πελοπόννησο και Κρήτη των ετών 2023 ως 2025, από μελιτζάνα, τομάτα, αγγούρι, πεπόνι και πιπεριά, η μετάλλαξη F331W που δίνει ανθεκτικότητα σε οργανοφωσφορικά και καρβαμιδικά βρέθηκε σε συχνότητα 89,3 ως 95,56 τοις εκατό στους περισσότερους πληθυσμούς, και η A2083V σε 71,43 ως 92,74 τοις εκατό σε πέντε πληθυσμούς [59]. Η τελευταία εργασία είναι προδημοσίευση χωρίς κρίση από ομότιμους και δηλώνεται ως τέτοια. Τα νούμερα αυτά είναι καταγραφή, όχι σύσταση. Η EPPO σημειώνει επίσης ότι η ομάδα MED, δηλαδή ο βιότυπος Q, θεωρείται πιο ανθεκτική από τη MEAM1 στα νεονικοτινοειδή και στους ρυθμιστές ανάπτυξης [55].

Από τα ωφέλιμα, οι πηγές συνδέουν ονομαστικά με τον T. vaporariorum το ωοπαρασιτοειδές Encarsia formosa, και με τον B. tabaci το αρπακτικό ακάρι Amblyseius swirskii, τα παρασιτοειδή Eretmocerus spp. και Encarsia spp., αρπακτικά Miridae και τους εντομοπαθογόνους μύκητες Lecanicillium lecanii και Beauveria bassiana [55] [82]. Η EPPO σημειώνει ρητά ότι τα ωφέλιμα δεν μειώνουν τον πληθυσμό αρκετά ώστε να σταματήσουν τη μετάδοση των ιών [55], και αυτή είναι η πιο σημαντική πρόταση της ενότητας για όποιον στηρίζεται σε βιολογική καταπολέμηση σε θερμοκήπιο με ιστορικό CYSDV.

Πηγές: 54 55 56 57 58 59 77 82

17. Ο κοινός τετράνυχος

Tetranychus urticae. Η ζημιά ξεκινά ως λεπτή λευκοκίτρινη στίξη, πρώτα στην κάτω επιφάνεια του φύλλου, και εξελίσσεται σε ωχρό και μπρουτζί έλασμα, ξήρανση και πτώση φύλλων. Σε βαριές προσβολές σχηματίζεται ιστός γεμάτος εκδύματα, σκόνη και υπολείμματα. Ο ιστός είναι αποκλειστικό γνώρισμα του τετράνυχου [61].

Η διάκριση από τον θρίπα γίνεται στα απεκκρίματα και είναι εύκολη με φακό: ο θρίπας αφήνει υγρές σκούρες κουτσουλιές που δίνουν σκοτεινοπράσινο στίγμα, ενώ ο τετράνυχος αφήνει μαύρους κόκκους. Το ενήλικο είναι περίπου 1,5 χιλιοστά, με χρώμα από πρασινωπό έως ροζ ή κρεμ και μαύρα στίγματα ποικίλου μεγέθους, και φέρει τέσσερα ζεύγη ποδιών. Τα στάδια είναι ωοειδές ημιδιαφανές αυγό, εξάποδη προνύμφη, οκτάποδο ανήλικο και οκτάποδο ενήλικο. Τα διαχειμάζοντα άτομα κρύβονται σε σχισμές και κοιλότητες της κατασκευής, και αυτό εξηγεί γιατί μια καθαρή νέα καλλιέργεια μπορεί να έχει τετράνυχο από την πρώτη εβδομάδα [61].

Η βιολογία έχει μετρηθεί και σε αγγούρι ειδικά, σε εργαστήριο στη Σλοβακία, και αυτό είναι χρήσιμο γιατί ο ξενιστής αλλάζει τον ρυθμό. Ο μέσος όρος τριών ξενιστών από αυγό σε ενήλικο ήταν 16,23 ημέρες στους 15 βαθμούς, 12,06 στους 20, 9,27 στους 25, 6,93 στους 30 και 6,50 στους 35. Ειδικά σε αγγούρι η ανάπτυξη διήρκεσε 10,26 ημέρες, έναντι 9,42 σε φασόλι και 10,92 σε πιπεριά. Η γονιμότητα κορυφώθηκε στους 30 βαθμούς με 89,10 αυγά ανά θηλυκό και έπεσε στα 71,08 στους 35, και σε αγγούρι ο μέσος όρος ήταν 71,22 αυγά ανά θηλυκό [60]. Στην Καλιφόρνια μια γενεά ολοκληρώνεται σε 5 ως 7 ημέρες στο μέσο του καλοκαιριού και σε περίπου έναν μήνα σε δροσερές περιόδους [61]. Κατώτερο θερμικό όριο ανάπτυξης και απαίτηση σε ημεροβαθμούς δεν βρέθηκαν, ούτε γενεές ανά έτος σε ελληνικές συνθήκες.

Τεκμηριωμένο αριθμητικό όριο για αγγουριά δεν βρέθηκε. Το αμερικανικό σύστημα διαχείρισης κολοκυνθοειδών δηλώνει ρητά ότι δεν υπάρχει καθορισμένο όριο και συνιστά έναρξη παρακολούθησης στο βλαστικό στάδιο και επέμβαση πριν σχηματιστεί ιστός, εκτός αν υπάρχουν αρπακτικά ακάρεα ή αρπακτικοί θρίπες. Για την αξιολόγηση των αρπακτικών αναζητούνται νεκρά συρρικνωμένα ακάρεα [61].

Από τα ωφέλιμα, οι πηγές ξεχωρίζουν το εξειδικευμένο Phytoseiulus persimilis, που επιβιώνει μόνο με τετράνυχο, θέλει σχετική υγρασία άνω του 75 τοις εκατό και θερμοκρασία άνω των 20 βαθμών, δυσκολεύεται πάνω από 30, και τα αυγά του συρρικνώνονται κάτω από 60 τοις εκατό υγρασία. Το Neoseiulus californicus είναι βραδύτερο αλλά δραστήριο από 8 έως 35 βαθμούς και από 40 έως 80 τοις εκατό υγρασία, άρα καταλληλότερο όταν οι συνθήκες διακυμαίνονται. Η αρπακτική κηκιδόμυγα Feltiella acarisuga ολοκληρώνει τον κύκλο σε 10 ημέρες στους 27 βαθμούς και σε 34 ημέρες στους 15, με βέλτιστη υγρασία περίπου 80 τοις εκατό. Σημειώνεται επίσης ότι τα Neoseiulus cucumeris, Amblyseius swirskii και Orius sp. τρέφονται με τετράνυχο αλλά δεν είναι αξιόπιστα για έλεγχο [82].

Για την ανθεκτικότητα, η ελληνική δειγματοληψία 2023 ως 2025 κάλυψε Αχαΐα, Αργολίδα, Μεσσηνία, Ηράκλειο και Λασίθι, σε θερμοκήπιο και ύπαιθρο, με το αγγούρι μεταξύ των καλλιεργειών, σε σύνολο 19 πληθυσμούς. Οι περισσότεροι έδωσαν διορθωμένη θνησιμότητα 87,57 ως 100 τοις εκατό. Τρεις πληθυσμοί έδωσαν πολύ χαμηλή θνησιμότητα, με χαρακτηριστικό τους αναστολείς ανάπτυξης ακάρεων σε 0,28 ως 14,44 τοις εκατό και τα αβερμεκτινικά σε 13,10 ως 36,99. Τέσσερις πληθυσμοί δεν έφεραν καμία από τις ελεγχθείσες μεταλλάξεις, δηλαδή η ανθεκτικότητα δεν είναι γενικευμένη [59]. Και αυτή η εργασία είναι προδημοσίευση χωρίς κρίση.

Πηγές: 59 60 61 82

18. Οι θρίπες

Στην αγγουριά ο θρίπας δεν είναι ένας από τους εχθρούς της καλλιέργειας. Είναι ο εχθρός με τη μεγαλύτερη καταγεγραμμένη ζημιά στα θερμοκηπιακά λαχανικά: στην αγγουριά η ζημιά του δυτικού θρίπα των ανθέων χαρακτηρίζεται η σοβαρότερη από όλα τα θερμοκηπιακά, με τα άνθη να καταστρέφονται τόσο ώστε να μην δένει καρπός, και με έντονη παραμόρφωση των καρπών που δένουν [62].

Δυτικός θρίπας των ανθέων, Frankliniella occidentalis

Στα φύλλα δίνει αποχρωματισμό της άνω επιφάνειας, βυθίσματα, αργυροφυλλία, παραμόρφωση και στίξη με άλω, δηλαδή μικρές σκούρες ουλές περιβαλλόμενες από λευκωπό ιστό. Στα πέταλα δίνει ουλές και αποχρωματισμό, και όταν η προσβολή γίνει πριν το άνοιγμα δίνει παραμόρφωση του οφθαλμού. Στη Βρετανική Κολομβία αποδόθηκε σε αυτόν απώλεια παραγωγής 20 τοις εκατό σε θερμοκηπιακή αγγουριά το 1985. Είναι φορέας του TSWV [62].

Το ενήλικο είναι κάτω από 2 χιλιοστά, λεπτό, με στενές πτέρυγες με κροσσούς. Τα θηλυκά είναι κίτρινα έως καστανά με στρογγυλεμένη κοιλιά που καταλήγει σε αιχμή, τα αρσενικά μικρότερα και ωχροκίτρινα έως σχεδόν λευκά. Το αυγό είναι αδιαφανές, νεφροειδές, περίπου 0,2 χιλιοστά, και εναποτίθεται μέσα στο παρέγχυμα φύλλων, ανθέων ή καρπών. Η πρώτη προνύμφη είναι διαφανής, η δεύτερη χρυσοκίτρινη. Δύο ακίνητα νυμφικά στάδια περνούν στο έδαφος, σε βάθος 1,5 ως 2 εκατοστά, ή σε φυτικά υπολείμματα, και αυτό εξηγεί γιατί ένα μέτρο που δρα μόνο στο φύλλωμα αφήνει μέρος του πληθυσμού απρόσβλητο. Σε επίπεδο γένους, η διάκριση γίνεται από τις κεραίες: οκτώ άρθρα στο γένος Frankliniella έναντι επτά στο γένος Thrips [62].

Η ανάπτυξη από αυγό σε αυγό διαρκεί 44,1 ημέρες στους 15 βαθμούς, 22,4 στους 20, 18,2 στους 25 και 15 στους 30. Η ωοτοκία είναι 20 ως 40 αυγά ανά θηλυκό, με μέγιστη καταγραφή 95,5 εκκολαφθέντα αυγά στους 20 βαθμούς. Η ζωή του θηλυκού είναι περίπου 40 ημέρες στο εργαστήριο, έως 90, και τα αρσενικά ζουν τον μισό χρόνο, με αναλογία περίπου τέσσερα θηλυκά ανά αρσενικό. Σε θερμοκήπια των Ηνωμένων Πολιτειών αναφέρονται έως 12 ως 15 γενεές ανά έτος. Είναι πολυφάγος σε τουλάχιστον 244 είδη φυτών από 62 οικογένειες [62]. Γενεές σε ελληνικές συνθήκες και κατώτερο θερμικό όριο δεν βρέθηκαν.

Η ελληνική ιστορία ξεκινά στην Ιεράπετρα

Ο δυτικός θρίπας των ανθέων καταγράφηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα στις αρχές Φεβρουαρίου 1988, στην περιοχή Ιεράπετρας Κρήτης, σε θερμοκηπιακή πιπεριά [63]. Τον επόμενο χρόνο εμφανίστηκε σε πολλά θερμοκηπιακά φυτά της Κρήτης, μέσα σε δύο χρόνια είχε καλύψει το νησί, και στη συνέχεια πέρασε σε υπαίθριες καλλιέργειες και στην ηπειρωτική Ελλάδα. Η EPPO τον καταγράφει σήμερα παρόντα σε ηπειρωτική Ελλάδα και Κρήτη [62]. Τριάντα οκτώ χρόνια από την πρώτη καταγραφή, τεκμηριωμένα δεδομένα ανθεκτικότητας για ελληνικούς πληθυσμούς του είδους δεν βρέθηκαν σε πηγή που άνοιξε. Η EPPO αναφέρει ότι ο χημικός έλεγχος δυσχεραίνεται από τις κρυπτικές συνήθειες και από την ανάπτυξη ανθεκτικότητας, χωρίς λεπτομέρειες ανά ομάδα δράσης.

Για την παρακολούθηση, η αγγουριά είναι από τις λίγες περιπτώσεις όπου υπάρχει δημοσιευμένο σχήμα ειδικά για την καλλιέργεια. Πρόκειται για σχέδιο ακολουθιακής δειγματοληψίας για θερμοκηπιακή αγγουριά, με μονάδα μέτρησης τα ενήλικα ανά άνθος, επικυρωμένο σε πυκνότητες 1,25 ως 12,95 ενήλικα ανά άνθος σε εννέα σύνολα δεδομένων [64]. Οι ίδιες οι αριθμητικές τιμές του ορίου επέμβασης δεν ήταν προσβάσιμες, καθώς το πλήρες κείμενο είναι κλειστό, και γι' αυτό δεν αναφέρεται νούμερο ορίου. Η μονάδα μέτρησης όμως είναι η χρήσιμη πληροφορία: στην αγγουριά ο θρίπας μετριέται στο άνθος, όχι στο φύλλο, επειδή εκεί βρίσκεται και εκεί κάνει τη ζημιά. Το αμερικανικό σύστημα διαχείρισης κολοκυνθοειδών δεν δίνει αριθμητικό όριο και προτείνει κίτρινες ή γαλάζιες κολλητικές παγίδες από το στάδιο του σποροφύτου έως την άνθηση [65].

Από τα ωφέλιμα, το Neoseiulus cucumeris αναφέρεται ρητά για έλεγχο θρίπα σε θερμοκηπιακή αγγουριά, προτιμά τα δροσερότερα σημεία και διασπείρεται στο φύλλωμα σε βερμικουλίτη. Το Typhlodromips montdorensis προτιμά θερμότερες συνθήκες και εφαρμόζεται απευθείας στα φύλλα. Το Stratiolaelaps miles τρέφεται με νύμφες θρίπα στο υπόστρωμα, δηλαδή δρα στο στάδιο που δεν φτάνει ο ψεκασμός. Τα Orius spp. και το Amblyseius swirskii δρουν ως γενικοί αρπακτικοί. Σημειώνεται ότι οι νύμφες και τα ενήλικα θηλυκά του ίδιου του θρίπα είναι παμφάγα και τρώνε αυγά ακάρεων [82].

Θρίπας του κρεμμυδιού, Thrips tabaci

Δίνει λευκωπές κηλίδες και ξηρές κιτρινωπές περιοχές, αργυρές γραμμώσεις που αργότερα ξηραίνονται και κιτρινίζουν, και καφέ φυσαλίδες με ουλές τροφής σε βαριές προσβολές. Τα νεαρά ακραία φύλλα παραμορφώνονται, με ζαρωμένη επιφάνεια και έλασμα που γυρίζει προς τα μέσα. Είναι επίσης φορέας του TSWV. Τεκμηριωμένη περιγραφή ζημιάς ειδικά σε αγγούρι δεν βρέθηκε σε πηγή που άνοιξε, και από τα συμπτώματα δεν ξεχωρίζει αξιόπιστα από τον F. occidentalis. Η διάκριση είναι μορφολογική, από τα επτά κεραιακά άρθρα. Το ενήλικο θηλυκό είναι περίπου 1,1 ως 1,2 χιλιοστά, κίτρινο με καστανωπές κηλίδες στον θώρακα και στο μέσο της κοιλιάς, και τα αρσενικά είναι σπάνια, επειδή η αναπαραγωγή είναι κυρίως παρθενογενετική και οι πληθυσμοί στον αγρό κατά κύριο λόγο θηλυκοί [66].

Το κατώτερο θερμικό όριο ανάπτυξης είναι περίπου 11,5 βαθμοί, με απαίτηση 191 ημεροβαθμών. Αναφέρονται έξι ως δέκα γενεές τον χρόνο σε μία πηγή και πέντε ως οκτώ σε άλλη, με μια γενεά περίπου 20 ημέρες και έως 35 ημέρες στους 15 βαθμούς. Ένα αζευγάρωτο θηλυκό αποθέτει κατά μέσο όρο 37,4 αυγά, με εύρος 20 ως 200. Τα δύο τελευταία προνυμφικά στάδια αναπτύσσονται στο έδαφος χωρίς να τρέφονται, και η διαχείμαση γίνεται ως ενήλικο και προνύμφη στο έδαφος ή στα φυτικά υπολείμματα [66]. Όριο για αγγουριά δεν βρέθηκε. Ειδικά ελληνικά δεδομένα κατανομής ή αναλογίας προς τον F. occidentalis σε θερμοκήπια αγγουριάς δεν βρέθηκαν.

Πηγές: 62 63 64 65 66 82

19. Οι αφίδες

Δύο είδη έχουν σημασία, η αφίδα της βαμβακιάς Aphis gossypii και η πράσινη αφίδα Myzus persicae. Η άμεση ζημιά τους μετράει λιγότερο από τον ρόλο τους ως φορέων, που αναλύθηκε στην ενότητα 13.

Το πρώτο σύμπτωμα της A. gossypii στα κολοκυνθοειδή είναι κατωφερές κατσάρωμα και ζάρωμα του ελάσματος, με τα φύλλα να φαίνονται παχύτερα και κολλώδη. Ακολουθεί κιτρίνισμα και τελικά νέκρωση φύλλων σε υψηλούς πληθυσμούς. Τα μελιτώδη απεκκρίματα είναι άφθονα, αναπτύσσεται καπνιά, και προσελκύονται μυρμήγκια που προστατεύουν τις αποικίες και τις μετακινούν. Βαριές προσβολές σε πολύ νεαρά φυτά τα σκοτώνουν [67].

Το κατσάρωμα με κολλώδη επιφάνεια και η παρουσία αποικιών στην κάτω επιφάνεια ξεχωρίζουν την αφίδα από τον θρίπα και τον τετράνυχο. Το άπτερο θηλυκό είναι 1 ως 2 χιλιοστά και το χρώμα ποικίλλει πολύ, από λευκό και κιτρινωπό έως σκουροπράσινο ή σχεδόν μαύρο, με τη συχνότερη μορφή ανοιχτοπράσινη με σκουροπράσινο μαρμάρωμα. Τα σιφώνια είναι πάντα μαύρα, και αυτό είναι το βασικό διαγνωστικό γνώρισμα που τη ξεχωρίζει από τη M. persicae, της οποίας τα σιφώνια δεν είναι σταθερά μαύρα. Τα πρώτα άτομα που αποικίζουν είναι συνήθως πτερωτά, ακολουθούν άπτερα, και νέα πτερωτά σχηματίζονται με τον συνωστισμό ή την παρακμή του φυτού [67].

Το άπτερο θηλυκό γεννά ζωντανούς απογόνους για περίπου 15 ημέρες, με περίπου 70 ως 80 απογόνους ανά θηλυκό, και από τη γέννηση έως το αναπαραγωγικό ενήλικο μεσολαβεί περίπου μία εβδομάδα. Μέση θερμοκρασία 26 ως 27 βαθμοί χαρακτηρίζεται πολύ ευνοϊκή [67]. Στην Ελλάδα η αναπαραγωγή είναι κατά κύριο λόγο αγενής, που δυσκολεύει τη διαχείριση της ανθεκτικότητας επειδή οι ανθεκτικοί γονότυποι διατηρούνται [69]. Κατώτερο θερμικό όριο και γενεές σε ελληνικές συνθήκες δεν βρέθηκαν.

Για όρια, η τεκμηρίωση αφορά υπαίθρια κολοκυνθοειδή. Στη Φλόριντα δίνεται όριο μέσου όρου άνω των 5 ως 10 αφίδων ανά φύλλο, από δείγμα 20 ως 50 φύλλων διάσπαρτα στον αγρό, με έλεγχο της κάτω επιφάνειας [68]. Σε αγρούς της Μασαχουσέτης δίνεται εναλλακτικά όριο 20 τοις εκατό ή περισσότερα βλαστάρια με ζωντανές αφίδες [67]. Όριο ειδικά για θερμοκηπιακή αγγουριά δεν βρέθηκε.

Τα ελληνικά κολοκυνθοειδή δίνουν τα υψηλότερα επίπεδα ανθεκτικότητας

Μοριακή παρακολούθηση της A. gossypii στην Ελλάδα, από το 2021 ως το 2025, σε εσπεριδοειδή, βαμβάκι και κολοκυνθοειδή, βρήκε τα υψηλότερα επίπεδα ανθεκτικότητας στα κολοκυνθοειδή. Η μετάλλαξη S431F, που αφορά τα διμεθυλοκαρβαμιδικά, ήταν σταθεροποιημένη σε επτά πληθυσμούς με συνολική συχνότητα 75 τοις εκατό στα κολοκυνθοειδή. Η M918L, που αφορά τα πυρεθροειδή, βρέθηκε σε 49 τοις εκατό, και η A302S, που αφορά οργανοφωσφορικά και καρβαμιδικά, σε 40 τοις εκατό. Η R81T, που αφορά την ομάδα των νεονικοτινοειδών, ήταν χαμηλή, στο 9 τοις εκατό, και η A2666V δεν ανιχνεύθηκε. Οι συγγραφείς αποδίδουν την εικόνα σε έντονη επιλεκτική πίεση από τα εντομοκτόνα που χρησιμοποιούνται στις καλλιέργειες αυτές [69]. Από τη δημοσίευση διαβάστηκε μόνο η περίληψη. Τα νούμερα είναι καταγραφή και όχι σύσταση, και η επιλογή σκευάσματος γίνεται με βάση τις εγκρίσεις του ΥΠΑΑΤ και την επιτόπια εκτίμηση γεωπόνου.

Για τη M. persicae η εικόνα είναι διαφορετική και αξίζει η διάκριση. Η ελληνική μακροχρόνια παρακολούθηση ανθεκτικότητας του είδους έγινε σε καπνό και ροδακινιά, όχι σε αγγουριά, και τα ποσοστά δεν μεταφέρονται αυτούσια στη θερμοκηπιακή αγγουριά. Βρέθηκαν σε υψηλή συχνότητα οι μηχανισμοί kdr, MACE και η ανθεκτικότητα βασισμένη σε καρβοξυλεστεράσες σε όλα τα έτη που μελετήθηκαν, και περίπου οι μισοί κλώνοι που δοκιμάστηκαν με διαγνωστική δόση νεονικοτινοειδούς ήταν ανεκτικοί, με υπερέκφραση του CYP6CY3 στο 58,6 τοις εκατό υποσυνόλου 29 κλώνων, σε επίπεδα 9 ως 36 φορές. Η μετάλλαξη R81T δεν βρέθηκε σε κανένα δείγμα. Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι οι μηχανισμοί διατηρούνται ακόμη και χωρίς πίεση από ορισμένα εντομοκτόνα [70]. Από τη δημοσίευση διαβάστηκε μόνο η περίληψη. Τεκμηριωμένη περιγραφή ζημιάς της M. persicae ειδικά σε αγγούρι, που να τη διακρίνει από εκείνη της A. gossypii, δεν βρέθηκε.

Από τα ωφέλιμα, οι πηγές συνδέουν με την A. gossypii το παρασιτοειδές Aphidius colemani, την αρπακτική κηκιδόμυγα Aphidoletes aphidimyza, που μπαίνει σε διάπαυση όταν η φωτοπερίοδος πέσει κάτω από 15 ώρες, δηλαδή από Σεπτέμβριο έως Μάρτιο, τις χρυσόπες, που εγκαταλείπουν πάνω από 35 βαθμούς, και τους εντομοπαθογόνους μύκητες Beauveria bassiana και Isaria fumosoroseus. Για τη M. persicae αναφέρονται ρητά ως αποτελεσματικά τα Aphidius colemani, Aphidius matricariae και Aphidoletes aphidimyza. Περιγράφεται επίσης σύστημα φυτών τροφοδοτών με σιτάρι ή κριθάρι και την αφίδα Rhopalosiphum padi, η οποία τρέφεται μόνο με σιτηρά, με αντικατάσταση των φυτών κάθε δύο εβδομάδες [82].

Πηγές: 67 68 69 70 82

20. Οι φυλλορύκτες

Τρία είδη Liriomyza απαντούν στην Ελλάδα, και η ελληνική κατανομή τους έχει μετρηθεί. Η ζημιά και στα τρία είναι στοές της προνύμφης μέσα στο έλασμα, που μειώνουν τη φωτοσυνθετική ικανότητα και σε βαριές προσβολές οδηγούν σε φυλλόπτωση. Προστίθενται νύγματα διατροφής του ενηλίκου, ως ανομοιόμορφες λευκές στίξεις, και νύγματα ωοτοκίας, μικρότερα και στρογγυλότερα. Από τα νύγματα εισέρχονται μύκητες και βακτήρια. Η στοά είναι ακανόνιστη γραμμική, υπόλευκη, με σκούρα ίχνη περιττωμάτων κατά μήκος των περιθωρίων της [71].

Η στοά δεν ονοματίζει το είδος

Η μορφή της στοάς δεν αρκεί για τη διάκριση των ειδών, επειδή το σχήμα της επηρεάζεται από περιβαλλοντικούς παράγοντες. Πέρα από αυτό, τα θηλυκά αναγνωρίζονται μόνο σε επίπεδο γένους, τα αρσενικά αναγνωρίζονται από τη δομή των γεννητικών τους οργάνων, και τα ανήλικα στάδια δεν έχουν κλείδες σε επίπεδο είδους [71]. Στο χωράφι, επομένως, η διάγνωση φτάνει μέχρι το γένος. Το μόνο μακροσκοπικό στοιχείο που διαφοροποιεί είναι ότι η ώριμη προνύμφη της L. huidobrensis και της L. bryoniae φέρει κιτρινοπορτοκαλί ραχιαία κηλίδα στο πρόσθιο άκρο, που δεν αναφέρεται για τη L. trifolii.

Η L. huidobrensis είναι το σημαντικό είδος για την αγγουριά, και η ελληνική του ιστορία ξεκινά ακριβώς από αυτή την καλλιέργεια. Καταγράφηκε για πρώτη φορά στα μέσα του φθινοπώρου του 1992, στην Κρήτη, σε θερμοκηπιακά αγγούρια, πεπόνια και φασόλια, καθώς και σε υπαίθρια φασόλια, κουκιά και μαρούλι, στην κοιλάδα της Μεσσαράς, στα Φιλίσσια και στον Πλατανιά με το Κοκκίνη Χάνι. Το 1993 είχε εξαπλωθεί σε όλο το νησί, και την ίδια περίοδο βρέθηκε σε φύλλα πεπονιού από τον Πύργο Πελοποννήσου και σε φύλλα πατάτας από τη Χαλκίδα [72].

Η ελληνική έρευνα 1996 ως 1997, με 89 δείγματα φύλλων από ηπειρωτική Ελλάδα και νησιά, έδωσε την αναλογία των τριών ειδών, και είναι το πιο χρήσιμο ελληνικό δεδομένο της ενότητας:

ΕίδοςΔείγματα με το είδοςΆτομαΞενιστές όπου βρέθηκεΚατανομή
Liriomyza huidobrensis 52 από 89, περίπου 58 % 836 τομάτα, φασόλι, πατάτα, αγγούρι, κολοκύθι, σέλινο όλες οι περιοχές, αγροί και θερμοκήπια
Liriomyza bryoniae 16 από 89, περίπου 18 % 141 τομάτα, φασόλι, αγγούρι, μπάμια βόρεια Ελλάδα και Κυκλάδες, απόν από Θεσσαλία και Ιόνια
Liriomyza trifolii 4 από 89, περίπου 4,5 % 37 φασόλι και τομάτα, όχι αγγούρι νότια ηπειρωτική Ελλάδα και Κρήτη

Στοιχεία από ελληνική έρευνα 1996 ως 1997, 89 δείγματα φύλλων από ηπειρωτική Ελλάδα και νησιά [73]. Τα ποσοστά αφορούν τη συχνότητα εμφάνισης στα δείγματα, όχι την πυκνότητα πληθυσμού.

Η L. bryoniae χαρακτηρίζεται ρητά εχθρός τομάτας και κολοκυνθοειδών, υπαίθριων και θερμοκηπιακών, και σε βαριά προσβεβλημένα θερμοκήπια τομάτας η απώλεια παραγωγής έφτασε το 17 τοις εκατό. Το αυγό διαρκεί 4 ως 8 ημέρες σε μέση θερμοκρασία 20,6 βαθμούς, η ωοτοκία είναι 1 ως 10 αυγά ανά ημέρα ανάλογα με τον ξενιστή, και τα τρία προνυμφικά στάδια διαρκούν 7 ως 13 ημέρες. Διαχειμάζει ως νύμφη, σε διάπαυση ή με επιβραδυνόμενη ανάπτυξη [71].

Για τη L. huidobrensis, η ωοτοκία είναι κατά μέσο όρο 8 ως 14 αυγά ανά ημέρα, και το θηλυκό κάνει έως 277 νύγματα την ημέρα, αλλά αυγά μπαίνουν μόνο στο 5 ως 10 τοις εκατό αυτών [71]. Το νούμερο αυτό εξηγεί γιατί η έκταση των λευκών στίξεων στο φύλλωμα δεν είναι μέτρο του πληθυσμού των προνυμφών.

Στην Κρήτη καταγράφηκαν αυτόχθονα παρασιτοειδή προνυμφών που συνέβαλαν στον έλεγχο, τα Diglyphus isaea και Dacnusa sibirica. Σε δείγματα από τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου καταγράφηκαν τρία βρακωνίδη, τα Opius pallipes, Dacnusa sibirica και Dacnusa austriaca, τα οποία όμως οι συγγραφείς έκριναν πολύ αραιά για να περιορίσουν την πυκνότητα του φυλλορύκτη [72] [73]. Η EPPO κατονομάζει εμπορικά διαθέσιμα είδη Diglyphus και αναφέρει ότι τα Liriomyza spp. αναπτύσσουν εύκολα ανθεκτικότητα σε εντομοκτόνα, σε αντίθεση με τα τοπικά παρασιτοειδή τους, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές εξάρσεις [71]. Όρια επέμβασης για αγγουριά δεν βρέθηκαν για κανένα από τα τρία είδη.

Πηγές: 71 72 73

21. Τα λεπιδόπτερα

Τρία είδη απασχολούν τα ελληνικά θερμοκήπια, και η διάκρισή τους γίνεται από το είδος της ζημιάς, όχι από το χρώμα της προνύμφης, που ποικίλλει πολύ και στα τρία.

ΕίδοςΤύπος ζημιάςΓνώρισμα προνύμφηςΏριμη προνύμφηΕλλάδα
Spodoptera littoralis καταναλώνει έλασμα, αποφυλλώνει, προσβάλλει αυξητικές κορυφές, βλαστούς και καρπούς πλήρης σειρά ψευδοποδίων, δύο σκούρες ημισεληνοειδείς κηλίδες σε κάθε τμήμα 40 ως 45 mm συχνός εχθρός στη νότια Ελλάδα, σε μηδική, πατάτα, χλοοτάπητες
Helicoverpa armigera διατρυπά τον καρπό, με απεκκρίματα στο χείλος της οπής στενή σκούρα ραχιαία μέση ταινία, ανοιχτόχρωμη πλευρική ταινία με ευδιάκριτα στίγματα 30 ως 40 mm παρών στην ηπειρωτική Ελλάδα, διαχειμάζει μόνο στο νότιο τμήμα της περιοχής EPPO
Chrysodeixis chalcites ξύνει και σκελετοποιεί το έλασμα, αφήνοντας την επιδερμίδα, τυλίγει φύλλα με μετάξι μόνο τρία ζεύγη ψευδοποδίων, βαδίζει με θηλιά 34 ως 38 mm καταγεγραμμένο σε Κρήτη, Κυκλάδες, Δωδεκάνησα

Στοιχεία από τα δελτία της EPPO για τα δύο πρώτα είδη και από αμερικανικό δελτίο για το τρίτο [74] [75] [76]. Κάθε td φέρει ετικέτα για την προβολή σε κινητό.

Για τη S. littoralis, το αυγό είναι σφαιρικό, περίπου 0,6 χιλιοστά, και αποτίθεται σε ωοτοκίες μίας έως τριών στρώσεων καλυμμένες με τρίχες από την κοιλιά του θηλυκού, που τους δίνουν όψη τσόχας. Το θηλυκό μπορεί να αποθέσει περισσότερα από 3.000 αυγά. Αναφέρονται δύο ως επτά γενεές τον χρόνο ανάλογα με το κλίμα, χωρίς διάπαυση, και η EPPO αναφέρει έως οκτώ σε θερμές περιοχές και τουλάχιστον δύο στη νότια Ευρώπη. Σε αιγυπτιακή εργασία, το κατώτερο θερμικό όριο για ολόκληρη τη γενεά υπολογίστηκε 10,5 βαθμοί με απαίτηση 480,6 ημεροβαθμών [84]. Από τη δημοσίευση αυτή διαβάστηκε μόνο η περίληψη, και το νούμερο είναι αιγυπτιακό. Στη νότια Ελλάδα νύμφες βρίσκονται στο έδαφος μετά τον Νοέμβριο, και στην Κρήτη διαχειμάζει στο στάδιο αυτό [74].

Για τον H. armigera, αναφέρονται έως 12 γενεές τον χρόνο σε άριστες συνθήκες, αλλά κατά μέσο όρο τρεις ως πέντε σε μεσογειακές και υποτροπικές περιοχές, και περίπου 3.000 αυγά ανά θηλυκό. Το κατώτερο θερμικό όριο για την ανάπτυξη της προνύμφης είναι 11 βαθμοί, το βέλτιστο στους 32,5, και η ανάπτυξη από αυγό σε ενήλικο διαρκεί περίπου 11 ως 15 ημέρες. Η EPPO δεν περιγράφει ζημιά σε κολοκυνθοειδή για το είδος αυτό, και αυτό δηλώνεται: η περιγραφή της διάτρησης του καρπού προέρχεται από την τομάτα [75]. Ειδικό στοιχείο αριθμού γενεών για την Ελλάδα δεν βρέθηκε.

Για τη C. chalcites, τα δύο τελευταία προνυμφικά στάδια είναι τα πιο αδηφάγα, και αναφέρονται έως οκτώ ή εννέα γενεές τον χρόνο στην Αίγυπτο, με συνεχή αναπαραγωγή και χωρίς διάπαυση σε θερμά κλίματα. Η επώαση του αυγού είναι κατά μέσο όρο 4,5 ημέρες στους 20 βαθμούς, 3,0 στους 25 και 2,0 στους 30, και η νύμφη 8,8 ημέρες στους 25. Το ενήλικο έχει χρυσή πρόσθια πτέρυγα με δύο ωοειδείς ασημένιες κηλίδες που μπορεί να ενώνονται. Το αγγούρι αναφέρεται μεταξύ των καλλιεργειών που προσβάλλει σε Βουλγαρία και Τουρκία, χωρίς όμως περιγραφή ζημιάς ειδικά στην αγγουριά [76].

Για την παρακολούθηση των τριών, η μέθοδος είναι οι φερομονικές παγίδες. Για τη S. littoralis οι παγίδες δέλτα είναι ελκυστικές για περίπου δύο εβδομάδες, με πτώση μετά τις τρεις ως τέσσερις, τοποθετημένες στα 1,7 μέτρα, σε πυκνότητα δύο ανά εκτάριο σε λαχανοκομικές περιοχές, και με απόσταση τουλάχιστον 20 μέτρα από παγίδες άλλων λεπιδοπτέρων [74]. Για τον H. armigera οι παγίδες τοποθετούνται σε ύψος 1,5 ως 1,8 μέτρα, και η EPPO αναφέρει ότι υπάρχει οικονομικό όριο επέμβασης αλλά δεν δίνει αριθμό [75]. Αριθμητικό όριο για αγγουριά δεν βρέθηκε για κανένα από τα τρία είδη. Τα μόνα τεκμηριωμένα όρια αφορούν τομάτα στη Φλόριντα, μία προνύμφη ανά έξι φυτά πριν την άνθηση και ένα αυγό ή προνύμφη ανά δείγμα μετά την άνθηση [77], και δεν μεταφέρονται στην αγγουριά.

Από τα ωφέλιμα, για τη S. littoralis η EPPO αναφέρει τα παρασιτοειδή Cotesia marginiventris και Hyposoter didymator, την ταχινίδα Exorista larvarum, σκευάσματα Bacillus thuringiensis, εντομοπαθογόνους μύκητες και νηματώδεις, και τον ιό SpliMNPV [74]. Για τον H. armigera αναφέρονται ωοπαρασιτοειδή Trichogrammatidae, με το Trichogramma pretiosum διαθέσιμο εμπορικά για θερμοκήπια, αρπακτικά Chrysopidae, Anthocoridae και Miridae, και παθογόνα, μεταξύ αυτών ιός πυρηνικής πολύεδρης και Bacillus thuringiensis [75]. Για λεπιδόπτερα θερμοκηπίου γενικά αναφέρεται και ο εντομοπαθογόνος νηματώδης Steinernema feltiae σε υπόστρωμα [82].

Πηγές: 74 75 76 77 82 85

22. Οι νηματώδεις των κόμβων

Meloidogyne incognita και Meloidogyne javanica. Όλα τα καλλιεργούμενα κολοκυνθοειδή χαρακτηρίζονται πολύ ευπαθή και στα δύο είδη [80].

Ρίζες αγγουριάς με κόμβους από νηματώδεις του γένους Meloidogyne
Κόμβοι από Meloidogyne σε ρίζες αγγουριάς. Οι κόμβοι είναι μέρος της ρίζας και δεν αποκολλώνται, σε αντίθεση με τα φυμάτια των ψυχανθών. Χωρίς εξέταση του ριζικού συστήματος, τα υπέργεια συμπτώματα συγχέονται με μυκητολογική ασθένεια, με πρόβλημα άρδευσης ή με τροφοπενία. Φωτογραφία Scot Nelson, Wikimedia Commons, άδεια CC0.

Τα υπέργεια συμπτώματα είναι εστίες ανομοιόμορφης ανάπτυξης μέσα στο θερμοκήπιο, καχεκτικά, χλωρωτικά ή μαραμένα φυτά, μειωμένο μέγεθος φύλλων και αριθμός ανθέων. Δύο στοιχεία ξεχωρίζουν την εικόνα: τα φυτά μαραίνονται εύκολα ακόμη και με επαρκή εδαφική υγρασία, και η χλώρωση δεν διορθώνεται με λίπανση. Υπόγεια, οι χαρακτηριστικοί κόμβοι στις ρίζες μπορούν να ξεπεράσουν τα 2,5 εκατοστά σε διάμετρο και περιορίζουν σοβαρά τη μεταφορά νερού και θρεπτικών. Τα νεαρά σπορόφυτα είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα, και υψηλές πυκνότητες τα σκοτώνουν. Η ζημιά είναι μεγαλύτερη σε θερμές περιοχές και σε χονδρόκοκκα εδάφη, άμμο ή αμμοπηλό [80] [81].

Μόνο η προνύμφη δεύτερου σταδίου είναι μολυσματική. Εκκολάπτεται και εισέρχεται στις ρίζες σε θερμοκρασία εδάφους άνω των 18 βαθμών με επαρκή υγρασία, και μέσα στη ρίζα γίνεται ακίνητη και περνά τρεις ακόμη εκδύσεις. Στο βέλτιστο εύρος 25 ως 28 βαθμούς ο κύκλος ολοκληρώνεται σε τρεις ως τέσσερις εβδομάδες, και σε άλλη πηγή μπορεί να είναι τόσο σύντομος όσο δύο εβδομάδες. Κάθε θηλυκό παράγει ωόσακκο με 500 έως και πάνω από 1.000 αυγά, και τα αυγά επιβιώνουν τουλάχιστον έναν χρόνο στο έδαφος υπό ευνοϊκές συνθήκες [80] [81]. Γενεές ανά έτος σε ελληνικά θερμοκήπια δεν βρέθηκαν.

Για τη δειγματοληψία, τα δείγματα λαμβάνονται στη ζώνη του κύριου ριζικού συστήματος, σε βάθος 5 ως 40 εκατοστά. Ο χώρος χωρίζεται σε τμήματα όχι μεγαλύτερα των 2 εκταρίων, καθένα ομοιογενές ως προς ιστορικό καλλιέργειας, εμφάνιση ζημιάς και υφή εδάφους. Λαμβάνονται αρκετά τυχαία υποδείγματα ανά τμήμα, αναμιγνύονται και δίνουν σύνθετο δείγμα περίπου 500 κυβικών εκατοστών, με προσθήκη ριζών από συμπτωματικά φυτά. Τα δείγματα διατηρούνται στους 12 ως 15 βαθμούς και αποστέλλονται άμεσα σε εργαστήριο [80].

Το όριο ζημιάς είναι από τα λίγα αριθμητικά όρια που υπάρχουν για τα κολοκυνθοειδή, και είναι εντυπωσιακά χαμηλό. Για την M. incognita σε πεπόνι, το όριο κατά τη φύτευση βρίσκεται κοντά στο όριο ανίχνευσης, στις 1,6 προνύμφες δεύτερου σταδίου ανά 100 κυβικά εκατοστά εδάφους, και πυκνότητα 40 ανά 100 κυβικά εκατοστά προ φυτεύσεως αναμένεται να προκαλέσει απώλεια παραγωγής τουλάχιστον 30 τοις εκατό. Το κολοκύθι, η κολοκύθα και το αγγούρι δεν έχουν μελετηθεί άμεσα, αλλά τα όρια θεωρούνται πιθανώς παρόμοια [80]. Αυτό το τελευταίο δηλώνεται ως εκτίμηση της πηγής και όχι ως μέτρηση στην αγγουριά.

Στην Ελλάδα, πληθυσμοί που υπερβαίνουν τη γενετική ανθεκτικότητα, και τέσσερις από την Ιεράπετρα

Ιστορικά, από το 1963 ως το 1994, στην Ελλάδα έχουν αναφερθεί έξι είδη Meloidogyne. Στην Κρήτη τα M. javanica, M. incognita και M. arenaria βρέθηκαν σε όλη την παράκτια ζώνη κάτω από τα 200 μέτρα υψόμετρο. Σε 26 απομονώσεις που ταυτοποιήθηκαν με φαινοτύπους εστεράσης, 19 ήταν M. javanica, 5 M. incognita και 2 M. arenaria, δηλαδή η M. javanica υπερτερεί σαφώς [78]. Το κρίσιμο όμως είναι άλλο. Από το 1994 ως το 2013 είχαν καταγραφεί 13 πληθυσμοί ικανοί να αναπαραχθούν σε ανθεκτική τομάτα με το γονίδιο Mi, από Κρήτη, Ήπειρο, Θράκη, Πελοπόννησο και Μακεδονία. Σε δειγματοληψία 2013 ως 2014 προστέθηκαν έξι ακόμη, όλοι από την Κρήτη, από τους οποίους τέσσερις από την Ιεράπετρα, που είναι η μεγάλη ζώνη θερμοκηπιακών λαχανικών της Κρήτης. Ήταν η πρώτη καταγραφή τέτοιων πληθυσμών εκεί [79]. Από τις δύο δημοσιεύσεις διαβάστηκαν μόνο οι περιλήψεις. Πολλά από τα γονίδια ανθεκτικότητας χάνουν την αποτελεσματικότητά τους σε υψηλές θερμοκρασίες, και για τα κολοκυνθοειδή το αμερικανικό σύστημα διαχείρισης δηλώνει ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμες ανθεκτικές ποικιλίες [80]. Για την εμβολιασμένη αγγουριά, επομένως, η ανθεκτικότητα του υποκειμένου στους νηματώδεις δεν είναι δεδομένη και δεν είναι μόνιμη.

Η διάκριση των δύο ειδών δεν γίνεται μακροσκοπικά. Στην Ελλάδα χρησιμοποιήθηκαν φαινότυποι εστεράσης, με J3 τυπικό για την M. javanica, I1 για την M. incognita και A2 για την M. arenaria [78]. Από τα ωφέλιμα αναφέρονται μύκητες που παγιδεύουν νηματώδεις, Arthrobotrys spp. και Monacrosporium spp., παράσιτα αυγών και θηλυκών, Pochonia chlamydosporia και Purpureocillium lilacinum, και τα βακτήρια Pasteuria penetrans και Bacillus spp., με τη σημείωση ότι η παραγωγή αρκετής ποσότητας για μεγάλες εκτάσεις είναι δύσκολη [81].

Πηγές: 78 79 80 81

23. Τι σημαίνει πρακτικά οργανισμός καραντίνας, για την αγγουριά

Ο όρος χρησιμοποιείται χαλαρά και αυτό δημιουργεί δύο αντίθετα λάθη: υποχρεώσεις που δεν υπάρχουν, και υποχρεώσεις που αγνοούνται. Για την αγγουριά η εικόνα είναι καθαρή και αξίζει να δοθεί χωριστά.

Ο κατάλογος A1 και A2 της EPPO είναι σύσταση. Ο EPPO προτείνει στα κράτη μέλη να ρυθμίσουν έναν οργανισμό. Τον νόμο της Ένωσης τον κάνει ο Εκτελεστικός Κανονισμός (ΕΕ) 2019/2072 [83]. Οι δύο κατάλογοι δεν ταυτίζονται, και από τους οργανισμούς του άρθρου η διαφορά είναι μεγάλη.

ΟργανισμόςΕνωσιακή καραντίναEPPOΕλλάδα
ToLCNDV Ναι, Παράρτημα II Μέρος B, υποχρέωση δήλωσης, επίσημες επισκοπήσεις, μέτρα εξάλειψης A2 από το 2022 παρών, λίγες εμφανίσεις, πρώτη καταγραφή 2018 στην Ηλεία, υπό εξάλειψη
Thrips palmi Ναι, Παράρτημα II Μέρος A, δηλαδή οργανισμός που δεν απαντά στο έδαφος της Ένωσης A1 από το 1988 καμία καταγραφή, δεν αναφέρεται καθόλου στη σελίδα κατανομής
CVYV Όχι A2 από το 2003 δεν καταγράφεται, παρών σε Κύπρο και Τουρκία
CYSDV Όχι A2 από το 2004 παρών, ευρέως διαδεδομένος
CMV Ρυθμιζόμενος μη καραντίνας, αλλά μόνο για Ribes και Rubus, όχι για την Cucumis sativus όχι σε A1 ή A2 παρών, ευρέως διαδεδομένος
ZYMV, WMV, CGMMV Όχι, καμία υποχρέωση δήλωσης όχι σε A1 ή A2 ZYMV και WMV παρόντες, CGMMV καταγεγραμμένος σε καρπούζι
P. syringae pv. lachrymans Όχι. Ο συνδυασμός με την Cucumis sativus εξετάστηκε και δεν προτάθηκε για καταχώριση όχι σε A1 ή A2 σε συγκεντρωτικούς καταλόγους, χωρίς επίσημη επιβεβαίωση
Bemisia tabaci Ρυθμιζόμενος, ως φορέας ιών καταγεγραμμένος παρών, ευρέως διαδεδομένος, βιότυποι B και Q στον νότο

Καθεστώς όπως καταγράφεται στη βάση της EPPO και στον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2072, στις πηγές που ελέγχθηκαν [34] [41] [42] [43] [48] [53] [55] [31] [83]. Το καθεστώς αλλάζει, και πριν από κάθε ενέργεια ελέγχεται η τρέχουσα έκδοση.

Από τα παραπάνω προκύπτουν τρεις πρακτικές συνέπειες. Πρώτον, μόνο για το ToLCNDV υπάρχει υποχρέωση δήλωσης στην αρμόδια αρχή, και η διάγνωσή του δεν γίνεται από τον παραγωγό ή τον γεωπόνο του αλλά επιβεβαιώνεται εργαστηριακά από την αρχή. Δεύτερον, για τους οργανισμούς του καταλόγου A2 της EPPO που δεν είναι ενωσιακής καραντίνας, όπως το CYSDV και το CVYV, δεν υπάρχει νομική υποχρέωση, υπάρχει όμως σύσταση του EPPO και, στην περίπτωση του CVYV, συγκεκριμένα συνιστώμενα μέτρα για τα νεαρά φυτά προς φύτευση. Τρίτον, το γεγονός ότι ένας οργανισμός δεν είναι σε κανέναν κατάλογο δεν σημαίνει ότι είναι ακίνδυνος: το CGMMV, που δεν ρυθμίζεται καθόλου, ήταν εκείνο που προκάλεσε την ελληνική επιδημία του 1999 και του 2000 σε εμβολιασμένο καρπούζι.

Πηγές: 31 34 41 42 43 48 53 55 83

24. Η θερμοκρασία ως κλείδα αναγνώρισης

Η αγγουριά είναι η καλλιέργεια όπου η εποχή αποκλείει αίτια. Ο παρακάτω πίνακας συγκεντρώνει τα βέλτιστα και τις απαιτήσεις υγρασίας που αναφέρθηκαν σε κάθε ενότητα, με τη χώρα της μέτρησης στη στήλη της πηγής. Η χρησιμότητά του δεν είναι να δώσει διάγνωση, αλλά να δείξει ποια αίτια είναι απίθανα σε δεδομένη εποχή.

ΑίτιοΒέλτιστο μόλυνσηςΑπαίτηση υγρασίαςΕποχή στο ελληνικό θερμοκήπιοΠηγή και χώρα
Sclerotinia sclerotiorum κάτω από 20 °C, διασπορά 8 ως 16 δεν βρέθηκε αριθμός χειμώνας, πρώιμη άνοιξη Γαλλία [18], Ουγγαρία [19]
Golovinomyces orontii περίπου 15 ως 18 °C χαμηλή απαίτηση ψυχρή περίοδος Τσεχία και Ιταλία [6]
F. oxysporum f.sp. radicis-cucumerinum περίπου 17 °C, 20 στα νεαρά φυτά, μηδέν στους 32 εδαφογενές χειμώνας έως άνοιξη Ελλάδα, Κρήτη [7], Καναδάς [9]
Cladosporium cucumerinum 17 ως 20 °C, ευνοϊκό νύχτα 15 και ημέρα 25, σταματά πάνω από 22 6 ώρες κορεσμού, ή τρία δίωρα ψυχρή περίοδος Γαλλία [20]
Pseudoperonospora cubensis 15 ως 22 °C, βέλτιστο περίπου 19 2 ώρες διαβροχή κατ' ελάχιστο, υγρασία πάνω από 90 %, 6 ώρες σκότους για σποριοποίηση δροσερή και υγρή περίοδος ΗΠΑ [1], Γαλλία [2]
Botrytis cinerea 17 ως 23 °C, καταστολή πάνω από 30 υγρασία 95 % και άνω, βλάστηση 5 ώρες στους 20 χειμώνας έως άνοιξη Γαλλία [15]
Colletotrichum orbiculare 21 ως 24 °C 24 ώρες στο 100 % υπαίθρια και βροχερή, όχι τυπικά θερμοκηπιακή Γαλλία, με δεδομένα Κίνας και Ινδίας [21]
Podosphaera xanthii περίπου 22 ως 26 °C δεν βρέθηκε αριθμητικό όριο θερμή περίοδος Τσεχία και Ιταλία [6]
Didymella bryoniae 24 ως 25 °C στην αγγουριά, περίπου 23 κατά τη γαλλική πηγή 1 ώρα ελεύθερου νερού, υγρασία πάνω από 95 % άνοιξη έως καλοκαίρι ΗΠΑ [12], Γαλλία [13]
Corynespora cassiicola περίπου 25 °C σε ζωντανό φυτό 100 % για μέγιστη σποριοποίηση θερμή και υγρή, χωρίς ελληνική καταγραφή Κίνα [24]
F. oxysporum f.sp. cucumerinum 25 ως 27 °C, μέγιστη προσβολή στους 25, μηδενική στους 15 υγρασία εδάφους περίπου 45 % καλοκαίρι ΗΠΑ [10], Ινδία [11]
Phytophthora capsici 24 ως 32 °C, εύρος ανάπτυξης 8 ως 37 υπεράρδευση, κακή στράγγιση καλοκαίρι, εδαφική καλλιέργεια Γαλλία [23]
Pythium spp. ευνοείται πάνω από 28 °C κορεσμένο υπόστρωμα καλοκαίρι, υδροπονία Καναδάς [22]

Κάθε τιμή συνοδεύεται από τη χώρα της μέτρησης. Δεν βρέθηκε ελληνική δημοσιευμένη επιδημιολογική μέτρηση για καμία από τις ασθένειες αυτές σε αγγουριά, με εξαίρεση τη θερμοκρασία της σήψης ρίζας και λαιμού, που μετρήθηκε στην Κρήτη.

Ο πίνακας εξηγεί και τους χρόνους επιβίωσης, που είναι ο δεύτερος άξονας της διαχείρισης. Τα χλαμυδοσπόρια του φουζαρίου ζουν 15 ως 20 χρόνια στο έδαφος [10], τα μικροσκληρώτια του Verticillium πάνω από 15 [27], τα ωοσπόρια της φυτόφθορας 2 ως 12 [23], τα σκληρώτια της σκληρωτινίασης 8 ως 10 [18], ο Colletotrichum έως 5 χρόνια στα υπολείμματα [21] και ο Cladosporium πάνω από 3 [20]. Αντίθετα τα σποριάγγεια του περονοσπόρου ζουν έως 48 ώρες μετά την αποκόλληση [1]. Η πρώτη ομάδα δεν αντιμετωπίζεται με αμειψισπορά μέσα στη ζωή μιας εκμετάλλευσης. Η δεύτερη αντιμετωπίζεται με ό,τι διακόπτει την καθημερινή ροή μολύσματος από γειτονικό φύλλωμα.

25. Τα σημεία που μένουν ανοιχτά

Τα παρακάτω αναζητήθηκαν και δεν βρέθηκαν σε πηγή που άνοιξε. Δηλώνονται ως κενά, γιατί κενό που δηλώνεται είναι ερευνητικό ερώτημα, ενώ κενό που καλύπτεται με ξένο νούμερο είναι σφάλμα που θα επαναληφθεί.

  • Ελληνική επιδημιολογική μέτρηση, δηλαδή θερμοκρασίες, ώρες διαβροχής και σχετική υγρασία, για οποιαδήποτε από τις μυκητολογικές ασθένειες της αγγουριάς. Η ελληνική συμβολή που τεκμηριώθηκε είναι στην περιγραφή του παθογόνου, στον εμβολιασμό σε υποκείμενα, στην καταγραφή ανθεκτικότητας και στη γενετική ανθεκτικότητας.
  • Ποσοτική αναλογία Bemisia tabaci προς Trialeurodes vaporariorum σε ελληνικά θερμοκήπια αγγουριάς. Υπάρχει μόνο το γεωγραφικό πρότυπο βορρά και νότου, από περίληψη συνεδρίου. Είναι το κενό με τη μεγαλύτερη πρακτική σημασία, επειδή από αυτό εξαρτάται η ιολογική έκθεση της καλλιέργειας.
  • Αριθμητικά όρια επέμβασης για θερμοκηπιακή αγγουριά για αλευρώδη, θρίπα, τετράνυχο, αφίδα, φυλλορύκτη και λεπιδόπτερα. Το μόνο δημοσιευμένο σχήμα ειδικά για αγγουριά είναι η ακολουθιακή δειγματοληψία θρίπα σε ενήλικα ανά άνθος, του οποίου οι τιμές ορίου δεν ήταν προσβάσιμες.
  • Γενεές ανά έτος σε ελληνικές συνθήκες για τετράνυχο, δυτικό θρίπα, αλευρώδη των θερμοκηπίων και Helicoverpa armigera. Κατώτερο θερμικό όριο ανάπτυξης για τετράνυχο, δυτικό θρίπα και Chrysodeixis chalcites.
  • Ανθεκτικότητα ελληνικών πληθυσμών δυτικού θρίπα, Spodoptera littoralis και Helicoverpa armigera.
  • Περιγραφή ζημιάς ειδικά στην αγγουριά για τον θρίπα του κρεμμυδιού, τη Spodoptera littoralis, τη Chrysodeixis chalcites και τον ιό WMV. Αναφέρονται ως ξενιστής χωρίς περιγραφή συμπτωμάτων.
  • Χρόνος επώασης σε ημέρες για CMV, ZYMV, WMV, CVYV και για τη γωνιώδη κηλίδωση. Ποσοστό μετάδοσης με τον σπόρο για τη γωνιώδη κηλίδωση.
  • Χρονολογία πρώτης καταγραφής στην Ελλάδα για το WMV και για τη γωνιώδη κηλίδωση.
  • Ελληνική καταγραφή Corynespora cassiicola και Verticillium dahliae σε αγγουριά. Η κρητική εργασία για το φάσμα ξενιστών του V. dahliae στα καλλιεργούμενα είδη είναι εκείνη που θα απαντούσε στο δεύτερο, και δεν ήταν προσβάσιμη.
  • Το πλήρες κείμενο της εργασίας για τα θερμοκρασιακά βέλτιστα του ωιδίου [6], ώστε να δοθούν ακριβείς τιμές αντί εύρους. Από τη δημοσίευση διαβάστηκε μόνο η περίληψη.
  • Βέλτιστες θερμοκρασίες μόλυνσης ανά είδος Pythium, ώρες κορεσμού για παραγωγή ζωοσπορίων και χρόνος επιβίωσης των ωοσπορίων στο έδαφος.

Δύο σημεία προσοχής στα δεδομένα που χρησιμοποιήθηκαν. Η ελληνική εργασία για την ανθεκτικότητα του τετράνυχου και του Bemisia tabaci των ετών 2023 ως 2025 είναι προδημοσίευση χωρίς κρίση από ομότιμους [59], και δηλώνεται ως τέτοια σε κάθε αναφορά. Και η ελληνική μελέτη ανθεκτικότητας της Myzus persicae έγινε σε καπνό και ροδακινιά, όχι σε αγγουριά [70], σε αντίθεση με εκείνη της Aphis gossypii, που περιλάμβανε κολοκυνθοειδή και έδωσε εκεί τα υψηλότερα ποσοστά [69].

26. Πηγές

Οι αριθμοί μέσα στο κείμενο παραπέμπουν στον παρακάτω κατάλογο. Σε κάθε πηγή δηλώνεται ρητά αν χρησιμοποιήθηκε πλήρες κείμενο ή μόνο περίληψη.

  • [1] Kikway I., Keinath A.P. και Ojiambo P.S. (2025). A comprehensive review of Pseudoperonospora cubensis: biology, epidemiology, and disease management. Frontiers in Horticulture 4: 1636345. DOI 10.3389/fhort.2025.1636345. Πλήρες κείμενο. Πηγή για το άριστο εύρος μόλυνσης 15 ως 22 °C, την ελάχιστη διαβροχή των 2 ωρών, τις 6 ώρες σκότους για σποριοποίηση, τον λανθάνοντα χρόνο 4 ως 12 ημερών, την επιβίωση των σποριαγγείων έως 48 ώρες, την αδρανοποίηση από ηλιακή ακτινοβολία, τη βιωσιμότητα των ωοσπορίων και τους 9,0 παράγοντες παθογονικότητας ανά ευρωπαϊκή απομόνωση.
  • [2] INRAE Ephytia και PICLEG. Melon, Pseudoperonospora cubensis, Biology and epidemiology. Πλήρες κείμενο. Πηγή για τις γαλλικές τιμές μόλυνσης 8 ως 27 °C με βέλτιστο 18 ως 23, και για τη μόλυνση σε 2 ώρες στους 20 ως 25 °C.
  • [3] Pérez-García A., Romero D., Fernández-Ortuño D., López-Ruiz F., De Vicente A. και Torés J.A. (2009). The powdery mildew fungus Podosphaera fusca (synonym Podosphaera xanthii), a constant threat to cucurbits. Molecular Plant Pathology 10(2): 153-160. DOI 10.1111/j.1364-3703.2008.00527.x. Πλήρες κείμενο. Πηγή για τα συμπτώματα του ωιδίου, τη μορφομετρία των κονιδίων, τις 28 υποθετικές φυλές του παθογόνου έναντι 30 πηγών ανθεκτικότητας, και για το ότι η ανθεκτικότητα στους QoI χαρακτηρίζεται εκτεταμένη στην αγγουριά στην Ισπανία.
  • [4] Wu T.Y. και Kirschner R. (2017). A brief global review on the species of cucurbit powdery mildew fungi and new records in Taiwan. Mycologia Iranica 4(2): 85-91. DOI 10.22043/MI.2018.117266. Πλήρες κείμενο. Πηγή για τη μορφολογική διάκριση του Podosphaera xanthii από τον Golovinomyces orontii.
  • [5] Peng Q., Fan J., Wang M., Liu Z., Miao J., Cai M., Huang Z. και Liu X. (2022). Evaluation of the risk of development of resistance to QoI fungicide in Podosphaera xanthii under greenhouse conditions. Phytopathology Research 4: 18. DOI 10.1186/s42483-022-00123-3. Πλήρες κείμενο. Πηγή για τη βασική ευαισθησία 0,0105 μικρογραμμαρίων ανά χιλιοστόλιτρο, τους συντελεστές ανθεκτικότητας 164 ως 294 μετά εννέα εφαρμογές, και την άνοδο της συχνότητας των ανθεκτικών από 10 σε πάνω από 60 τοις εκατό σε πέντε κύκλους χωρίς πίεση επιλογής. Πείραμα σε θερμοκήπιο του Πεκίνου.
  • [6] Trecate L., Sedlakova B., Mieslerova B., Manstretta V., Rossi V. και Lebeda A. (2019). Effect of temperature on infection and development of powdery mildew on cucumber. Plant Pathology 68(6): 1165-1178. DOI 10.1111/ppa.13038. Διαβάστηκε μόνο η περίληψη, το πλήρες κείμενο είναι πίσω από συνδρομή. Πηγή για το ότι ο P. xanthii είναι το θερμόφιλο είδος, με βέλτιστα περίπου 22 ως 26 °C, και ο G. orontii το ψυχρόφιλο, με βέλτιστα περίπου 15 ως 18 °C. Ελεγχόμενες συνθήκες, δίσκοι φύλλων αγγουριάς, εργαστήρια Τσεχίας και Ιταλίας.
  • [7] Βακαλουνάκης Δ.Ι. (1996). Root and stem rot of cucumber caused by Fusarium oxysporum f. sp. radicis-cucumerinum f. sp. nov. Plant Disease 80: 313-316. Διαβάστηκε μόνο η περίληψη, το πλήρες κείμενο είναι πίσω από συνδρομή. Πηγή για την πρώτη περιγραφή του forma specialis στο Ηράκλειο Κρήτης, για το άριστο κοντά στους 17 °C, και για τον εμβολιασμό 18 ειδών από έξι οικογένειες.
  • [8] Παύλου Γ.Χ., Βακαλουνάκης Δ.Ι. και Λιγοξυγάκης Ε.Κ. (2002). Control of root and stem rot of cucumber, caused by Fusarium oxysporum f. sp. radicis-cucumerinum, by grafting onto resistant rootstocks. Plant Disease 86(4): 379-382. Διαβάστηκε μόνο η περίληψη. Πηγή για την αξιολόγηση εννέα εμπορικών υποκειμένων Cucurbita υπό κρητικές συνθήκες, για την επιλογή έξι ανθεκτικών και τριών υπέρτερων, και για τη σύνδεση της εργασίας με την απόσυρση του μεθυλοβρωμιδίου από την 1η Ιανουαρίου 2005.
  • [9] Ontario Ministry of Agriculture, Food and Agribusiness. Fusarium stem and root rot of greenhouse cucumber. Πλήρες κείμενο. Πηγή για τους 20 °C που ευνοούν τη μόλυνση των νεαρών φυτών, τη μηδενική ανάπτυξη στους 32 °C, τη μόλυνση στις πρώτες τέσσερις εβδομάδες, την εναέρια διασπορά 1 ως 2 μέτρων και τις απώλειες 10 και 25 ως 35 τοις εκατό στον Καναδά.
  • [10] Egel D.S. και Martyn R.D. (2007, ενημέρωση 2013). Fusarium wilt of watermelon and other cucurbits. The Plant Health Instructor, American Phytopathological Society. Πλήρες κείμενο. Πηγή για τους 25 ως 27 °C, για την επιβίωση των χλαμυδοσπορίων 15 ως 20 χρόνια στο έδαφος, για το ελάχιστο μόλυσμα 166 μονάδων ανά γραμμάριο και τις 367 μονάδες ανά γραμμάριο για μάρανση στο 50 τοις εκατό των φυτών, και για τα συμπτώματα της αδρομύκωσης.
  • [11] Sharma D., Shukla A. και Gupta M. (2023). Role of soil moisture and temperature on development of Fusarium wilt in cucumber. International Journal of Economic Plants 10(4): 291-294. DOI 10.23910/2/2023.4918d. Πλήρες κείμενο. Πηγή για την προσβολή ανά θερμοκρασία εδάφους, μηδενική στους 15 °C και 100 τοις εκατό στους 25, και ανά υγρασία εδάφους, μέγιστη 74,99 τοις εκατό στο 45 τοις εκατό υγρασίας. Πείραμα σε γλάστρες, Ινδία.
  • [12] Sitterly W.R. και Keinath A.P. (2000). Gummy Stem Blight. APSnet Features, American Phytopathological Society. Πλήρες κείμενο. Πηγή για το όριο της μίας ώρας ελεύθερου νερού, για το άριστο 24 ως 25 °C στην αγγουριά έναντι 20 στο πεπόνι, για την έναρξη της σήψης καρπού τρεις ημέρες μετά τη μόλυνση, για την αναγκαία διετή αμειψισπορά, και για την ανίχνευση απομονώσεων ανθεκτικών στα βενζιμιδαζολικά σε θερμοκηπιακή αγγουριά στην Ελλάδα.
  • [13] INRAE Ephytia και PICLEG. Zucchini and squash, Didymella bryoniae, Biology and epidemiology. Πλήρες κείμενο. Πηγή για το βέλτιστο περίπου 23 °C στην αγγουριά, για τις σπάνιες μολύνσεις σε υγρασία κοντά στο 60 τοις εκατό, για την απελευθέρωση σπορίων τρεις ώρες μετά τη διαβροχή, για τον λανθάνοντα χρόνο 3 ως πάνω από 10 ημέρες, για την επιβίωση πάνω από ένα έτος στα υπολείμματα και μέσα στους σπόρους, και για τον περιορισμό της σήψης κάτω από 7 °C.
  • [14] Luo Q., Tan G.-F., Ma Y.-Q., Meng P.-H. και Zhang J. (2022). Cucurbitaceous Vegetables' Gummy Stem Blight Research. Agronomy 12(6): 1283. DOI 10.3390/agronomy12061283. Πλήρες κείμενο. Πηγή για τον σχηματισμό πυκνιδίων και ψευδοθηκίων μέσα στις αλλοιώσεις, για τη διαφορά παθογονικότητας 19 στελεχών με δείκτες 4,58 ως 85,11, και για τη μείωση της σοβαρότητας κατά 44,6 ως 57,3 τοις εκατό με εμβολιασμό σε υποκείμενα. Κίνα.
  • [15] INRAE Ephytia και PICLEG. Zucchini and squash, Botrytis cinerea, Biology and epidemiology, και η αντίστοιχη σελίδα για το πεπόνι. Πλήρες κείμενο. Πηγή για τη βλάστηση των κονιδίων σε 5 ώρες στους 20 °C, για την απαίτηση υγρασίας τουλάχιστον 95 τοις εκατό, για τις ευνοϊκές συνθήκες 17 ως 23 °C, για την καταστολή της βλάστησης πάνω από 30 °C, για την έναρξη σποριοποίησης τρεις ημέρες μετά τη μόλυνση, για τον κύκλο τεσσάρων ημερών, και για το ότι ο βοτρύτης στα κολοκυνθοειδή είναι σοβαρότερος στα θερμοκήπια και ιδίως στην αγγουριά.
  • [16] Σοφιανός Γ., Σαμαράς Α. και Καραογλανίδης Γ.Σ. (2023). Multiple and multidrug resistance in Botrytis cinerea: molecular mechanisms of MLR and MDR strains in Greece. Frontiers in Plant Science 14: 1273193. DOI 10.3389/fpls.2023.1273193. Πλήρες κείμενο. Πηγή για τις 515 ελληνικές απομονώσεις έναντι εννέα μυκητοκτόνων, και ειδικά για το 31,3 τοις εκατό πολλαπλής ανθεκτικότητας και το 87 τοις εκατό πολυφαρμακευτικής ανθεκτικότητας σε φυτάρια υποκειμένων, που αφορά άμεσα την εμβολιασμένη αγγουριά.
  • [17] Καλογεροπούλου Π., Βελούκας Θ. και Καραογλανίδης Γ.Σ. (2015). Ανθεκτικότητα πληθυσμών Botrytis cinerea από φράουλα και θερμοκηπιακή τομάτα στα βοτρυτοκτόνα. Πρακτικά 16ου Πανελληνίου Φυτοπαθολογικού Συνεδρίου, ειδικό τεύχος Hellenic Plant Protection Journal, Μπενάκειο Φυτοπαθολογικό Ινστιτούτο, σ. 84. Περίληψη συνεδρίου, δεν υπάρχει πλήρες κείμενο. Πηγή για το 48,9 τοις εκατό διπλής ανθεκτικότητας στην Κρήτη, το 57,4 τοις εκατό μονής ανθεκτικότητας στα βενζιμιδαζολικά στην Πρέβεζα, και το 57,4 τοις εκατό ευαίσθητων απομονώσεων στην Κυπαρισσία, σε θερμοκηπιακή τομάτα.
  • [18] INRAE Ephytia και PICLEG. Zucchini and squash, Sclerotinia sclerotiorum, Biology and epidemiology. Πλήρες κείμενο. Πηγή για την επιβίωση των σκληρωτίων 8 ως 10 χρόνια, για τους πάνω από 400 ξενιστές, για τη διασπορά στους 8 ως 16 °C, για το βέλτιστο λίγο κάτω από 20 °C με εύρος 4 ως 30, και για το 70 τοις εκατό των σκληρωτίων στα πρώτα 8 εκατοστά μετά την ενσωμάτωση των υπολειμμάτων.
  • [19] Boldizsár Z.A., Vörös L., Kabato W.S., Kukorelli G. και Molnár Z. (2026). A Comprehensive Review of White Rot Caused by Sclerotinia sclerotiorum: Pathogenicity, Epidemiology and Management. Agronomy 16(7): 688. DOI 10.3390/agronomy16070688. Πλήρες κείμενο. Πηγή για τους 20 °C ως βέλτιστους για τον σχηματισμό σκληρωτίων και για τη βιοτροφική φάση 12 ως 24 ωρών μετά τη μόλυνση. Ανασκόπηση, Ουγγαρία.
  • [20] INRAE Ephytia και PICLEG. Melon, Cladosporium cucumerinum, Biology and epidemiology. Πλήρες κείμενο. Πηγή για τις καρδινάλιες θερμοκρασίες 5 και 30 °C, για το βέλτιστο 17 ως 20 °C και το σχήμα νύχτα 15 και ημέρα 25, για τη διείσδυση μετά έξι ώρες κορεσμού ή τρία δίωρα, για τη μείωση πάνω από 22 °C και τη μηδενική εκδήλωση στους 30, για τον επιδημικό κύκλο κάτω από επτά ημέρες, για την επιβίωση πάνω από τρία χρόνια και στον σπόρο, και για την εξέλιξη της σήψης στους 2 ως 8 °C κατά τη συντήρηση.
  • [21] INRAE Ephytia και PICLEG. Zucchini and squash, Colletotrichum orbiculare, Biology and epidemiology. Πλήρες κείμενο. Πηγή για τη βλάστηση των σπορίων σε 5 ως 30 °C, για το άριστο μόλυνσης 21 ως 24 °C, για τη μόλυνση σε 24 ώρες στο 100 τοις εκατό υγρασία, για την εισβολή 72 ώρες μετά την άφιξη των σπορίων, για την επιβίωση έως 5 χρόνια στα υπολείμματα, και για τα κινεζικά και ινδικά δεδομένα βροχόπτωσης και υγρασίας.
  • [22] Sabaratnam S. (2024, Ιούνιος). Pythium Diseases of Greenhouse Vegetables. British Columbia Ministry of Agriculture and Food. Πλήρες κείμενο. Πηγή για τις καστανές αλλοιώσεις έως 10 εκατοστά πάνω από τη βάση του στελέχους, για τις θερμές συνθήκες πάνω από 28 °C που ευνοούν τον Pythium, για τα τρία είδη που κατονομάζονται σε θερμοκηπιακή αγγουριά, για τη θερμοκρασία νερού άρδευσης 18 ως 22 °C, και για την παστερίωση του θρεπτικού διαλύματος.
  • [23] INRAE Ephytia και PICLEG. Zucchini and squash, Phytophthora capsici, Biology and epidemiology. Πλήρες κείμενο. Πηγή για το θερμικό εύρος 8 ως 37 °C, για τις σοβαρές προσβολές σε 24 ως 32 °C με υπεράρδευση, για την επιβίωση των ωοσπορίων 2 ως 12 χρόνια, και για τους πάνω από πενήντα ξενιστές.
  • [24] Zhao Q., Shi Y., Wang Y., Xie X., Li L., Fan T., Guo L., Chai A. και Li B. (2022). Temperature and Humidity Regulate Sporulation of Corynespora cassiicola That Is Associated with Pathogenicity in Cucumber. Biology 11(11): 1675. DOI 10.3390/biology11111675. Διαβάστηκε μόνο η περίληψη. Πηγή για την κορύφωση της σποριοποίησης στους 25 °C σε ζωντανό φυτό αγγουριάς, για τη μέγιστη παραγωγή σπορίων στο 100 τοις εκατό υγρασία, και για το ότι τα μικρά σπόρια δεν ήταν μολυσματικά. Πεκίνο, Κίνα.
  • [25] Jackson G. (2021). Cucumber target spot (189). Pacific Pests, Pathogens and Weeds, Lucid Central. Πλήρες κείμενο. Πηγή για τις κηλίδες έως 4 χιλιοστά στην αγγουριά, για το ότι ο καρπός της αγγουριάς δεν προσβάλλεται, και για την τριετή αμειψισπορά.
  • [26] Kumar S., Singh R. και Kamal (2021). Global diversity and distribution of distoseptosporic micromycete Corynespora Güssow: an updated checklist with current status. Studies in Fungi 6(1): 1-63. DOI 10.5943/sif/6/1/1. Πλήρες κείμενο. Πηγή για την απουσία ευρωπαϊκών δεδομένων για τον C. cassiicola υπό αυτό το όνομα, και για το ότι οι μόνοι ευρωπαϊκοί σύνδεσμοι είναι μέσω δύο συνωνύμων, αμφότερα από την Αγγλία.
  • [27] INRAE Ephytia και PICLEG. Zucchini and squash, Verticillium dahliae, Biology and epidemiology. Πλήρες κείμενο. Πηγή για τα συμπτώματα της αγγειακής μάρανσης, για την επιβίωση των μικροσκληρωτίων πάνω από δεκαπέντε χρόνια, για τον σχηματισμό τους σε 10 ως 20 °C, για την ισχυρότερη ανάπτυξη σε εδάφη 22 ως 27 °C, και για τις πρόσφατες καταγραφές σε κολοκυθάκι και κολοκύθα με προσβολή έως 30 τοις εκατό.
  • [28] Pacific Northwest Plant Disease Management Handbook. Cucumber (Cucumis sativus), Angular Leaf Spot. Πλήρες κείμενο. Πηγή για τα συμπτώματα της γωνιώδους κηλίδωσης, για το βακτηριακό εξίδρωμα που ξηραίνεται σε λευκωπή κρούστα, για τη συστημική μόλυνση των κορυφών, για τη διαχείμαση στα υπολείμματα έως δύο χρόνια, και για τη θερμική απολύμανση σπόρου 20 λεπτών στους 50 °C που δεν εξαλείφει πλήρως το παθογόνο.
  • [29] NC State και USDA Cucumber Disease Handbook. Σελίδες για την γωνιώδη κηλίδωση και για τον ιό του μωσαϊκού της αγγουριάς. Πλήρες κείμενο. Πηγή για την αξιολόγηση των τεχνητών μολύνσεων 6 ως 8 ημέρες μετά τον εμβολιασμό, και για τα συμπτώματα του CMV στην αγγουριά, την αποχλωρίωση των νεύρων, την επινάστεια των μίσχων και την πικρή γεύση του καρπού.
  • [30] California Department of Food and Agriculture (2020). Pseudomonas syringae pv. lachrymans Pest Rating Proposal. Πλήρες κείμενο. Πηγή για τον ευρωπαϊκό κατάλογο κατανομής που περιλαμβάνει ρητά την Ελλάδα, για την αμειψισπορά 2 ως 3 ετών, και για το ότι η μόλυνση του σπόρου μπορεί να εμποδίσει τη φυτοϋγειονομική πιστοποίηση και την εξαγωγή σπόρου.
  • [31] EPPO Global Database, Pseudomonas syringae pv. lachrymans (PSDMLA), σελίδα taxon και σελίδα κατηγοριοποίησης, και φύλλο σύνοψης του έργου RNQP για τον συνδυασμό με την Cucumis sativus. Πλήρες κείμενο. Πηγή για το ότι η EPPO δεν διατηρεί σύνολο δεδομένων κατανομής για το παθογόνο, άρα δεν υπάρχει επίσημη επιβεβαίωση για την Ελλάδα, και για το ότι ο συνδυασμός δεν προτάθηκε για καταχώριση ως ρυθμιζόμενος οργανισμός μη καραντίνας.
  • [32] Βακαλουνάκης Δ.Ι., Wang Z., Φραγκιαδάκης Γ.Α., Σκαράκης Γ.Ν. και Li D.-B. (2004). Characterization of Fusarium oxysporum isolates obtained from cucumber in China by pathogenicity, VCG, and RAPD. Plant Disease 88(6): 645-649. Διαβάστηκε μόνο η περίληψη. Πηγή για την πρώτη ταυτοποίηση της f.sp. radicis-cucumerinum σε αγγουριά στην Κίνα από την ελληνική ομάδα, σε 34 απομονώσεις.
  • [33] INRAE Ephytia. Cucumber mosaic virus (CMV). Πλήρες κείμενο. Πηγή για τους πάνω από 1.000 ξενιστές, για τη μετάδοση από πάνω από 80 είδη αφίδων με μη έμμονο τρόπο, για το ότι ο ιός δεν φαίνεται να μεταδίδεται με τον σπόρο σε αγγούρι ή πεπόνι, και για τις απώλειες 10 ως 20 τοις εκατό.
  • [34] EPPO Global Database, Cucumovirus CMV (CMV000), κατηγοριοποίηση και κατανομή στην Ελλάδα. Πλήρες κείμενο. Πηγή για το καθεστώς παρών και ευρέως διαδεδομένος στην Ελλάδα με αξιολόγηση του 2015, και για το ότι ο CMV είναι ρυθμιζόμενος οργανισμός μη καραντίνας μόνο για Ribes και Rubus και όχι για την Cucumis sativus.
  • [35] INRAE Ephytia. Zucchini yellow mosaic virus (ZYMV). Πλήρες κείμενο. Πηγή για τα οζώδη εξογκώματα στον καρπό, για την πρόσληψη και τη μετάδοση εντός ενός ως δύο δευτερολέπτων, για την επιβίωση του ιού επί αρκετές ώρες σε μέταλλο, πλαστικό, καουτσούκ και βαμβακερό ύφασμα, και για την εξάρτηση των απωλειών από τον χρόνο της μόλυνσης.
  • [36] EPPO Global Database, Potyvirus cucurbitaflavitesselati (ZYMV00), κατηγοριοποίηση και κατανομή στην Ελλάδα. Πλήρες κείμενο. Πηγή για το καθεστώς παρών στην Ελλάδα με αξιολόγηση του 2006, για το ότι ο ιός δεν είναι σε κανέναν κατάλογο της EPPO ούτε στα Παραρτήματα του Κανονισμού, και για την ελληνική αναφορά των Κάτη και συνεργατών (2006) για τη μετάδοσή του από αποικίζουσες και μη αποικίζουσες αφίδες.
  • [37] Simmons H.E., Dunham J.P., Zinn K.E., Munkvold G.P., Holmes E.C. και Stephenson A.G. (2013). Zucchini yellow mosaic virus: vertical transmission, seed infection and cryptic infections. Virus Research 176: 259-264. DOI 10.1016/j.virusres.2013.06.016. Πλήρες κείμενο. Πηγή για το 21,9 τοις εκατό μολυσμένων σπόρων έναντι 1,6 και 1,8 τοις εκατό μετάδοσης στο φυτάριο, και για το ότι όλα τα κατακόρυφα μολυσμένα φυτά ήταν ασυμπτωματικά. Πείραμα σε Cucurbita pepo ssp. texana, όχι σε αγγούρι.
  • [38] INRAE Ephytia. Watermelon mosaic virus (WMV). Πλήρες κείμενο. Πηγή για τα στελέχη EM, για τη μετάδοση από τουλάχιστον 38 είδη αφίδων, και για τη γαλλική έρευνα 2004 ως 2008 με 2.660 δείγματα, όπου το WMV βρέθηκε σε 94 τοις εκατό των δειγμάτων κολοκυθιού και μόνο σε 14 τοις εκατό των δειγμάτων αγγουριού, και το ZYMV σε 3 τοις εκατό του αγγουριού.
  • [39] California Department of Food and Agriculture (2020). Watermelon mosaic virus Pest Rating Proposal. Πλήρες κείμενο. Πηγή για το ότι το WMV δεν είναι γνωστό ότι μεταδίδεται με τον σπόρο, και για τον ευρωπαϊκό κατάλογο κατανομής που περιλαμβάνει ρητά την Ελλάδα.
  • [40] INRAE Ephytia. Ιώσεις των κολοκυνθοειδών, BPYV, CYSDV και CABYV. Πλήρες κείμενο. Πηγή για το ότι το BPYV μεταδίδεται από τον Trialeurodes vaporariorum με ημιέμμονο τρόπο και δίνει γενικευμένο κιτρίνισμα, για τα παλαιότερα συνώνυμά του, και για το ότι το CABYV μεταδίδεται από αφίδες και όχι από αλευρώδη.
  • [41] EPPO Global Database, δελτίο για τον Crinivirus cucurbitae (CYSDV0) και κατανομή στην Ελλάδα. Πλήρες κείμενο. Πηγή για το ότι τα συμπτώματα είναι αδύνατον να διακριθούν από εκείνα του BPYV και του CCYV, για τη συγκράτηση στον φορέα τουλάχιστον εννέα ημέρες με χρόνο ημιζωής 72,2 ώρες, για τον χρόνο επώασης 14 ως 20 ημερών, για το καθεστώς παρών και ευρέως διαδεδομένος στην Ελλάδα με τις πρώτες καταγραφές σε Ρόδο, Πόρο και Λεωνίδιο, για το 49,9 τοις εκατό της ελληνικής επισκόπησης των Ορφανίδου και συνεργατών (2019), και για το 88 τοις εκατό στο αγγούρι στην Κύπρο.
  • [42] EPPO Global Database, δελτίο για τον Ipomovirus cucumisvenaflavi (CVYV00) και σελίδα κατηγοριοποίησης. Πλήρες κείμενο. Πηγή για το ότι η αποχλωρίωση των νεύρων θεωρείται διακριτικό σύμπτωμα του CVYV, για τη σοβαρή εκδήλωση στα παρθενοκαρπικά και την ασυμπτωματική φορία στα μη παρθενοκαρπικά, για την πρόσληψη τουλάχιστον 30 λεπτών και τη συγκράτηση κάτω από 12 ώρες, για το ότι οι αφίδες δεν είναι φορείς, και για το ότι η Ελλάδα δεν περιλαμβάνεται στην κατανομή ενώ ο ιός απαντά σε Κύπρο και Τουρκία.
  • [43] EPPO Global Database, δελτίο για τον Begomovirus solanumdelhiense (TOLCND), σελίδα κατηγοριοποίησης και κατανομή στην Ελλάδα. Πλήρες κείμενο, με την ενότητα κατανομής ενημερωμένη στις 3 Ιουλίου 2025. Πηγή για τα συμπτώματα στα νεαρά κορυφαία φύλλα, για τον επίμονο κυκλοφορικό τρόπο μετάδοσης και τη διατήρηση της μολυσματικότητας του φορέα για όλη τη ζωή του, για τον χρόνο επώασης 10 ως 14 ημερών, για το καθεστώς ενωσιακού οργανισμού καραντίνας του Παραρτήματος II Μέρος B, και για το ελληνικό χρονολόγιο από το 2018 έως τη δήλωση υπό εξάλειψη του 2021.
  • [44] EPPO Reporting Service no. 07-2019, άρθρο 2019/147. First report of Tomato leaf curl New Delhi virus in Greece. Πλήρες κείμενο. Πηγή για την πρώτη ανίχνευση τον Οκτώβριο του 2018 σε μία θέση στην Περιφερειακή Ενότητα Ηλείας, και για την επιβεβαίωση του 2019 σε καλλιέργειες κολοκυθιού σε Ηλεία και Μεσσηνία, με δειγματοληψία από τα Τραγανά.
  • [45] Shapiro L.R. και συνεργάτες (2018). An Introduced Crop Plant Is Driving Diversification of the Virulent Bacterial Pathogen Erwinia tracheiphila. mBio 9(6). Πλήρες κείμενο, από την έκδοση προδημοσίευσης, καθώς από το περιοδικό ήταν διαθέσιμη μόνο η περίληψη. Πηγή για το ότι και οι τρεις γενεαλογικές γραμμές περιορίζονται γεωγραφικά στην εύκρατη ανατολική Βόρεια Αμερική, και για τη ρητή δήλωση ότι το βακτήριο δεν παρατηρήθηκε ποτέ σε αγγουριά ή κολοκύθα στην Ισπανία ή στη Γερμανία.
  • [46] Φανουράκης Δ. και συνεργάτες (2026). Climate-Driven Pest and Disease Dynamics in Greenhouse Vegetables: A Review. Horticulturae 12(4): 415. DOI 10.3390/horticulturae12040415. Πλήρες κείμενο. Ελληνική ανασκόπηση, από ΕΛΜΕΠΑ, Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και ΕΛΓΟ Δήμητρα. Πηγή για την ποιοτική αναφορά του περονοσπόρου της αγγουριάς σε δροσερά και υγρά περιβάλλοντα με παρατεταμένη διαβροχή φύλλου, χωρίς αριθμητικά όρια.
  • [47] EFSA Panel on Plant Health (2019). Pest categorisation of Thrips palmi. EFSA Journal. Πλήρες κείμενο, με τους τελευταίους 5.771 χαρακτήρες μη ανακτήσιμους. Πηγή για το ότι το αγγούρι είναι ο καλύτερος ξενιστής του είδους, για την κρίση ότι η θερμοκηπιακή παραγωγή αγγουριάς θα επέτρεπε εγκατάσταση όλο τον χρόνο, και για τις εστίες που εξαλείφθηκαν σε Ολλανδία, Γερμανία και Ηνωμένο Βασίλειο.
  • [48] EPPO Global Database, Thrips palmi (THRIPL), κατηγοριοποίηση και κατανομή. Πλήρες κείμενο. Πηγή για την καταχώριση στο Παράρτημα II Μέρος A του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2072 και στον κατάλογο A1 της EPPO από το 1988, και για το ότι η Ελλάδα δεν αναφέρεται καθόλου στη σελίδα κατανομής, ενώ Κύπρος, Γαλλία, Ολλανδία, Πορτογαλία και Ηνωμένο Βασίλειο δηλώνονται απόντες.
  • [49] Fortes I.M., Sánchez-Campos S., Fiallo-Olivé E., Díaz-Pendón J.A., Navas-Castillo J. και Moriones E. (2016). A Novel Strain of Tomato Leaf Curl New Delhi Virus Has Spread to the Mediterranean Basin. Viruses 8(11): 307. DOI 10.3390/v8110307. Πλήρες κείμενο. Πηγή για το στέλεχος ToLCNDV-ES, για τη συχνότητα πάνω από 50 τοις εκατό των συμπτωματικών φυτών στις προσβεβλημένες καλλιέργειες κολοκυθιού και πεπονιού, και για το σχεδόν 100 τοις εκατό θετικών συμπτωματικών φυτών σε κάθε αγρό που εξετάστηκε σε Μάλαγα, Αλμερία και Μούρθια.
  • [50] Cai L., Mei Y., Ye R. και συνεργάτες (2023). Tomato leaf curl New Delhi virus: an emerging plant begomovirus threatening cucurbit production. aBIOTECH 4: 257-266. DOI 10.1007/s42994-023-00118-4. Πλήρες κείμενο. Πηγή για το κιτρίνισμα και το προς τα πάνω καρούλιασμα του φύλλου ειδικά στο αγγούρι, για τους άγευστους καρπούς, για τις απώλειες έως 20 τοις εκατό σε υπαίθριο πεπόνι της κεντρικής Ισπανίας, και για την αντικατάσταση του ZYMV από το ToLCNDV στη νοτιοανατολική Ισπανία από το 2013.
  • [51] Australian Government, Department of Agriculture. Final pest risk analysis for Cucumber green mottle mosaic virus. Πλήρες κείμενο των πρώτων 100.000 από 111.601 χαρακτήρες. Πηγή για τα συμπτώματα στα νεαρά φύλλα και την καρπόπτωση, για τον λανθάνοντα χρόνο έως 14 ημέρες, για τη μετάδοση με τον σπόρο από λιγότερο από 0,1 έως 76,7 τοις εκατό με τις περισσότερες μελέτες περίπου στο 1, για το 51,2 τοις εκατό μόλυνσης καρπών με τεχνητή επικονίαση, για το 18 τοις εκατό μετάδοσης από μολυσμένα υπολείμματα στο έδαφος, και για το ελληνικό εύρημα ότι ο ιός παρέμεινε μολυσματικός σε φυσικά μολυσμένο έδαφος στους 4 °C για τουλάχιστον δέκα μήνες.
  • [52] Μπουμπουράκας Ι.Ν., Χατζηλούκας Ε., Antignus Y. και Κάτης Ν.Ι. (2004). Etiology of leaf chlorosis and deterioration of the fruit interior of watermelon plants. Journal of Phytopathology. Διαβάστηκαν μόνο τα μεταδεδομένα και η πλήρης περίληψη, ο τόμος και οι σελίδες δεν δίνονται στη σελίδα του αποθετηρίου. Πηγή για το ότι η ασθένεια εμφανίστηκε μόνο σε εμβολιασμένο καρπούζι στη βόρεια και κεντρική Ελλάδα το 1999 και το 2000, για την ταυτοποίηση του CGMMV με τρεις μεθόδους, για τη συγγένεια με την ισραηλινή παραλλαγή και τα σοβαρότερα συμπτώματα, και για τα πέντε ζιζάνια ξενιστές.
  • [53] EPPO Global Database, Tobamovirus viridimaculae (CGMMV0), κατηγοριοποίηση και σελίδα taxon. Πλήρες κείμενο. Πηγή για το ότι το CGMMV δεν είναι ενωσιακός οργανισμός καραντίνας, δεν είναι ρυθμιζόμενος οργανισμός μη καραντίνας, δεν είναι σε κατάλογο A1 ή A2 της EPPO, και δεν υπάρχει υποχρέωση δήλωσης στην Ένωση.
  • [54] UConn Greenhouse IPM (2023). Whiteflies factsheet. Πλήρες κείμενο. Πηγή για τη διάκριση των δύο ειδών από τη στάση των πτερύγων και από το puparium, για την οπή εξόδου σχήματος Τ έναντι στρογγυλής του παρασιτοειδούς, για τη διάρκεια των σταδίων στους 21 °C, για τους 380,7 ημεροβαθμούς και το κατώτερο όριο 8,3 °C του T. vaporariorum, για τα περουβιανά δεδομένα γονιμότητας και γενεών, για τις παγίδες μία ανά 93 τετραγωνικά μέτρα, για τη μετάδοση του BPYV, και για τη μη μετάδοση του ToLCNDV από τον T. vaporariorum.
  • [55] EPPO Global Database, δελτίο για τον Bemisia tabaci (BEMITA) και κατανομή στην Ελλάδα. Πλήρες κείμενο. Πηγή για την αργυροφυλλία σε κολοκύθι από τις νύμφες του βιότυπου B, για τη μορφολογία του puparium, για τις 11 ως 15 γενεές και τα έως 300 αυγά ανά θηλυκό, για το καθεστώς παρών και ευρέως διαδεδομένος στην Ελλάδα με βιότυπους B και Q στον νότο, για τη μεγαλύτερη ανθεκτικότητα της ομάδας MED, για τα ωφέλιμα, και για τη ρητή σημείωση ότι τα ωφέλιμα δεν μειώνουν τον πληθυσμό αρκετά ώστε να σταματήσουν τη μετάδοση των ιών.
  • [56] EPPO Global Database, Trialeurodes vaporariorum (TRIAVA), κατανομή στην Ελλάδα. Πλήρες κείμενο. Πηγή για το γεωγραφικό πρότυπο της έρευνας 2009 ως 2012, με τον T. vaporariorum κύριο είδος στη βόρεια Ελλάδα και τον B. tabaci επικρατούντα στη νότια. Η υποκείμενη αναφορά είναι περίληψη συνεδρίου και δεν δίνει αριθμούς.
  • [57] Bosco D. και Caciagli P. (1998). Bionomics and ecology of Bemisia tabaci in Italy. European Journal of Entomology 95(4): 519-527. Διαβάστηκε μόνο η περίληψη. Πηγή για το κατώτερο θερμικό όριο 11,53 °C και τους 307 ημεροβαθμούς από αυγό σε ενήλικο, και για το ότι υπαίθριοι πληθυσμοί βρέθηκαν μόνο νοτίως του 41ου παραλλήλου στην Ιταλία, σε περιοχές με λιγότερες από πέντε ημέρες παγετού ανά χειμώνα.
  • [58] Ροδιτάκης Ε., Ροδιτάκης Ν.Ε. και Τσαγκαράκου Α. (2005). Insecticide resistance in Bemisia tabaci populations from Crete. Pest Management Science 61: 577-582. DOI 10.1002/ps.1029. Πλήρες κείμενο. Πηγή για τους συντελεστές ανθεκτικότητας 80 φορές στα πυρεθροειδή, 18 στα οργανοφωσφορικά, 58 στα κυκλοδιενικά και 730 φορές στα νεονικοτινοειδή σε πληθυσμούς από Ιεράπετρα, Επισκοπή και Μαλάδες, και για τον υπαίθριο πληθυσμό που ήταν πιο ευαίσθητος από το στέλεχος αναφοράς.
  • [59] Evolving resistance patterns in Tetranychus urticae and Bemisia tabaci in Greece. Προδημοσίευση bioRxiv 2025.05.31.656940. Πλήρες κείμενο. ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΧΩΡΙΣ ΚΡΙΣΗ ΑΠΟ ΟΜΟΤΙΜΟΥΣ. Πηγή για τη δειγματοληψία 2023 ως 2025 σε Πελοπόννησο και Κρήτη, με το αγγούρι μεταξύ των καλλιεργειών, για τις συχνότητες των μεταλλάξεων F331W και A2083V στον B. tabaci, και για τους 19 πληθυσμούς τετράνυχου, τους τρεις με πολύ χαμηλή θνησιμότητα και τους τέσσερις χωρίς καμία από τις ελεγχθείσες μεταλλάξεις.
  • [60] Praslička J. και Huszár J. (2004). Influence of temperature and host plants on the development and fecundity of the spider mite Tetranychus urticae. Plant Protection Science 40: 141-144. Πλήρες κείμενο. Πηγή για τη διάρκεια ανάπτυξης ανά θερμοκρασία, και ειδικά για τις 10,26 ημέρες και τα 71,22 αυγά ανά θηλυκό σε αγγούρι, έναντι φασολιού και πιπεριάς. Εργαστήριο, Σλοβακία.
  • [61] UC IPM Pest Management Guidelines, Cucurbits, Spider Mites. Πλήρες κείμενο. Πηγή για τα συμπτώματα και τη διάκριση από τον θρίπα στα απεκκρίματα, για τη γενεά των 5 ως 7 ημερών στο μέσο του καλοκαιριού στην Καλιφόρνια, και για τη ρητή δήλωση ότι δεν υπάρχει καθορισμένο όριο επέμβασης για τα κολοκυνθοειδή.
  • [62] EPPO Global Database, δελτίο για τη Frankliniella occidentalis (FRANOC). Πλήρες κείμενο. Πηγή για το ότι στην αγγουριά η ζημιά είναι η σοβαρότερη από όλα τα θερμοκηπιακά, για την απώλεια 20 τοις εκατό σε θερμοκηπιακή αγγουριά στη Βρετανική Κολομβία το 1985, για τα συμπτώματα και τη στίξη με άλω, για τα δύο νυμφικά στάδια στο έδαφος σε βάθος 1,5 ως 2 εκατοστά, για τα οκτώ κεραιακά άρθρα, για τη διάρκεια από αυγό σε αυγό ανά θερμοκρασία, και για τους τουλάχιστον 244 ξενιστές.
  • [63] Ροδιτάκης Ν.Ε. (1991). First record of Frankliniella occidentalis in Greece. Entomologia Hellenica 9: 77-79. DOI 10.12681/eh.13995. Πλήρες κείμενο. Πηγή για την πρώτη καταγραφή στις αρχές Φεβρουαρίου 1988 στην περιοχή Ιεράπετρας Κρήτης, σε θερμοκηπιακή πιπεριά, και για την εξάπλωση στο νησί μέσα σε δύο χρόνια.
  • [64] Wang K. και Shipp J.L. (2001). Sequential sampling plans for western flower thrips on greenhouse cucumbers. Journal of Economic Entomology 94(2): 579-585. DOI 10.1603/0022-0493-94.2.579. Διαβάστηκε μόνο η περίληψη, το πλήρες κείμενο είναι κλειστό, και γι' αυτό δεν αναφέρονται οι αριθμητικές τιμές του ορίου. Πηγή για το ότι υπάρχει δημοσιευμένο σχέδιο ακολουθιακής δειγματοληψίας ειδικά για θερμοκηπιακή αγγουριά, με μονάδα μέτρησης τα ενήλικα ανά άνθος, επικυρωμένο σε πυκνότητες 1,25 ως 12,95 ενήλικα ανά άνθος σε εννέα σύνολα δεδομένων. Harrow, Οντάριο, Καναδάς.
  • [65] UC IPM Pest Management Guidelines, Cucurbits, Thrips. Πλήρες κείμενο. Πηγή για την απουσία αριθμητικού ορίου για τα κολοκυνθοειδή και για τη χρήση κίτρινων ή γαλάζιων κολλητικών παγίδων από το στάδιο του σποροφύτου έως την άνθηση.
  • [66] University of Wisconsin Vegetable Entomology, Onion thrips, και University of Minnesota, North Central IPM, Onion Thrips. Πλήρες κείμενο. Πηγή για τα συμπτώματα του Thrips tabaci, για τα επτά κεραιακά άρθρα, για το κατώτερο θερμικό όριο περίπου 11,5 °C με απαίτηση 191 ημεροβαθμών, για τις έξι ως δέκα γενεές τον χρόνο, για τα 37,4 αυγά κατά μέσο όρο ανά αζευγάρωτο θηλυκό, και για την παρθενογενετική αναπαραγωγή.
  • [67] UMass Extension Vegetable Program, Melon Aphid. Πλήρες κείμενο. Πηγή για το κατωφερές κατσάρωμα και ζάρωμα του ελάσματος, για τα μαύρα σιφώνια ως βασικό διαγνωστικό γνώρισμα, για τους 70 ως 80 απογόνους ανά θηλυκό σε 15 ημέρες, για τη μία εβδομάδα έως το αναπαραγωγικό ενήλικο, και για το όριο 20 τοις εκατό βλασταριών με ζωντανές αφίδες σε αγρούς της Μασαχουσέτης.
  • [68] Qureshi J.A., Seal D. και Webb S.E. (αναθ. 2020). Insect Management for Cucurbits, ENY-460, University of Florida IFAS. Πλήρες κείμενο. Πηγή για το όριο 5 ως 10 αφίδων ανά φύλλο σε υπαίθρια κολοκυνθοειδή, από δείγμα 20 ως 50 φύλλων διάσπαρτα στον αγρό.
  • [69] Μαργαριτόπουλος Ι., Μαυρίδης Κ., Ηλίας Α., Παπαποστόλου Κ.Μ., Τσιγγένε Α., Σκούρας Π., Παπαδόπουλος Ν. και Βόντας Ι. (2026). Molecular monitoring of insecticide resistance in Aphis gossypii from different crops in Greece, using novel ddPCR diagnostics. Bulletin of Entomological Research, σ. 1-6. DOI 10.1017/S0007485326101175. Διαβάστηκε μόνο η περίληψη. Πηγή για τις συχνότητες S431F 75 τοις εκατό, M918L 49, A302S 40 και R81T 9 τοις εκατό στα κολοκυνθοειδή στην Ελλάδα, για τη μη ανίχνευση της A2666V, για το ότι τα κολοκυνθοειδή έδωσαν τα υψηλότερα επίπεδα ανθεκτικότητας, και για το ότι η αναπαραγωγή στην Ελλάδα είναι κατά κύριο λόγο αγενής.
  • [70] Βουδούρης Χ.Χ., Κατή Α.Ν., Σαδίκογλου Ε., Williamson M., Σκούρας Π.Ι., Δημοτσίου Ο., Γεωργίου Σ., Fenton B., Σκαύδης Γ. και Μαργαριτόπουλος Ι.Θ. (2016). Insecticide resistance status of Myzus persicae in Greece: long-term surveys and new diagnostics for resistance mechanisms. Pest Management Science 72(4): 671-683. Διαβάστηκε μόνο η περίληψη. Πηγή για το ότι η ελληνική μελέτη έγινε σε καπνό και ροδακινιά και όχι σε αγγουριά, για την υψηλή συχνότητα των μηχανισμών kdr, MACE και καρβοξυλεστερασών, για το ότι περίπου οι μισοί κλώνοι ήταν ανεκτικοί στη διαγνωστική δόση νεονικοτινοειδούς, για την υπερέκφραση του CYP6CY3 στο 58,6 τοις εκατό υποσυνόλου 29 κλώνων, και για τη μη ανίχνευση της R81T.
  • [71] EPPO Global Database, δελτία για τα τρία είδη φυλλορύκτη: Liriomyza huidobrensis, Liriomyza bryoniae και Liriomyza trifolii. Πλήρες κείμενο. Πηγή για τον τύπο της στοάς, για το ότι τα θηλυκά αναγνωρίζονται μόνο σε επίπεδο γένους και τα ανήλικα στάδια δεν έχουν κλείδες σε επίπεδο είδους, για την κιτρινοπορτοκαλί ραχιαία κηλίδα της ώριμης προνύμφης, για τα έως 277 νύγματα την ημέρα με αυγά μόνο στο 5 ως 10 τοις εκατό αυτών, για την απώλεια 17 τοις εκατό σε θερμοκήπια τομάτας από τη L. bryoniae, και για τα εμπορικά διαθέσιμα είδη Diglyphus.
  • [72] Ροδιτάκης Ν.Ε. (1998). First record of the South American leafminer Liriomyza huidobrensis in Greece. Entomologia Hellenica 12: 81-83. Πλήρες κείμενο. Πηγή για την πρώτη καταγραφή στα μέσα του φθινοπώρου 1992 στην Κρήτη, σε θερμοκηπιακά αγγούρια, πεπόνια και φασόλια, για τις θέσεις στην κοιλάδα της Μεσσαράς, στα Φιλίσσια, στον Πλατανιά και στο Κοκκίνη Χάνι, για την εξάπλωση σε όλο το νησί το 1993, για τα ευρήματα στον Πύργο και στη Χαλκίδα, και για τα αυτόχθονα παρασιτοειδή Diglyphus isaea και Dacnusa sibirica.
  • [73] Σουλιώτης Κ., Γκροσομανίδη Π. και Süss L. (1998). Contribution to the knowledge of Agromyzidae (Diptera) in the cultivated vegetables of Greece. Bollettino di Zoologia agraria e di Bachicoltura, Ser. II, 30(1): 117-123. Πλήρες κείμενο. Πηγή για την ελληνική έρευνα 1996 ως 1997 με 89 δείγματα, για τη συχνότητα των τριών ειδών, 58 τοις εκατό για τη L. huidobrensis, 18 για τη L. bryoniae και 4,5 για τη L. trifolii, για τους ξενιστές όπου βρέθηκε το καθένα, και για τα τρία βρακωνίδη του ανατολικού Αιγαίου που κρίθηκαν πολύ αραιά.
  • [74] EPPO Global Database, δελτίο για τη Spodoptera littoralis (SPODLI), και USDA APHIS CPHST (2014), Spodoptera littoralis Datasheet. Πλήρες κείμενο. Πηγή για τη ζημιά στο έλασμα και στις αυξητικές κορυφές, για την όψη τσόχας των ωοτοκιών, για τα περισσότερα από 3.000 αυγά ανά θηλυκό, για τις δύο ως επτά γενεές χωρίς διάπαυση, για τα 40 ως 45 χιλιοστά της ώριμης προνύμφης και τις ημισεληνοειδείς κηλίδες, για το καθεστώς στην Ελλάδα και τη διαχείμαση στην Κρήτη, και για τις φερομονικές παγίδες στα 1,7 μέτρα σε πυκνότητα δύο ανά εκτάριο.
  • [75] EPPO Global Database, δελτίο για τον Helicoverpa armigera (HELIAR). Πλήρες κείμενο. Πηγή για τη διάτρηση του καρπού, για τα 30 ως 40 χιλιοστά της ώριμης προνύμφης και το σταθερό σχέδιο των ταινιών, για τις τρεις ως πέντε γενεές κατά μέσο όρο σε μεσογειακές περιοχές, για τα περίπου 3.000 αυγά ανά θηλυκό, για το κατώτερο όριο 11 °C και το βέλτιστο 32,5, για το ότι η EPPO δεν περιγράφει ζημιά σε κολοκυνθοειδή, και για το ότι αναφέρεται οικονομικό όριο χωρίς αριθμό.
  • [76] USDA APHIS CPHST (2015). Chrysodeixis chalcites Datasheet. Πλήρες κείμενο. Πηγή για τη σκελετοποίηση του ελάσματος, για τα τρία μόνο ζεύγη ψευδοποδίων και τη βάδιση με θηλιά, για τις δύο ασημένιες κηλίδες στην πρόσθια πτέρυγα, για τις οκτώ ή εννέα γενεές στην Αίγυπτο, για την επώαση του αυγού ανά θερμοκρασία, για την καταγραφή σε Κρήτη, Κυκλάδες και Δωδεκάνησα, και για το ότι το αγγούρι αναφέρεται ως καλλιέργεια που προσβάλλει σε Βουλγαρία και Τουρκία χωρίς περιγραφή ζημιάς.
  • [77] Schuster D.J. και Smith H.A. (αναθ. 2015). Scouting for Insects, Use of Thresholds, and Conservation of Beneficial Insects on Tomatoes, ENY-685, University of Florida IFAS. Πλήρες κείμενο. Πηγή για τα τεκμηριωμένα όρια επέμβασης σε τομάτα στη Φλόριντα, που παρατίθενται ρητά ως μη μεταφερόμενα στην αγγουριά: για αλευρώδη, για φυλλορύκτη, και για τα λεπιδόπτερα μία προνύμφη ανά έξι φυτά πριν την άνθηση και ένα αυγό ή προνύμφη ανά δείγμα μετά.
  • [78] Τζωρτζακάκης Ε.Α., da Conceição I.L.P.M., dos Santos M.C.V. και de O. Abrantes I.M. (2011). Root-knot nematodes (Meloidogyne spp.) in Greece. Hellenic Plant Protection Journal 4: 25-30. Διαβάστηκε μόνο η περίληψη. Πηγή για τα έξι είδη που έχουν αναφερθεί στην Ελλάδα από το 1963 ως το 1994, για την παρουσία των M. javanica, M. incognita και M. arenaria σε όλη την παράκτια ζώνη της Κρήτης κάτω από τα 200 μέτρα, για την υπεροχή της M. javanica σε 19 από 26 απομονώσεις, και για τους φαινοτύπους εστεράσης J3, I1 και A2.
  • [79] Τζωρτζακάκης Ε.Α., Vieira dos Santos M.-C. και Conceição I. (2016). An update on the occurrence of resistance-breaking populations of root-knot nematodes on resistant tomato in Greece with six new records from Crete. Hellenic Plant Protection Journal 9(2): 60-65. DOI 10.1515/hppj-2016-0007. Διαβάστηκε μόνο η περίληψη. Πηγή για τους 13 πληθυσμούς που υπερβαίνουν το γονίδιο Mi από το 1994 ως το 2013, και για τους έξι νέους της δειγματοληψίας 2013 ως 2014, όλους από την Κρήτη, με τέσσερις από την Ιεράπετρα, που ήταν η πρώτη καταγραφή τέτοιων πληθυσμών εκεί.
  • [80] UC IPM Pest Management Guidelines, Cucurbits, Nematodes. Πλήρες κείμενο. Πηγή για το ότι όλα τα καλλιεργούμενα κολοκυνθοειδή είναι πολύ ευπαθή, για τη δειγματοληψία σε βάθος 5 ως 40 εκατοστά με σύνθετο δείγμα 500 κυβικών εκατοστών και διατήρηση στους 12 ως 15 °C, για το όριο 1,6 προνυμφών δεύτερου σταδίου ανά 100 κυβικά εκατοστά σε πεπόνι και τις 40 ανά 100 κυβικά εκατοστά για απώλεια τουλάχιστον 30 τοις εκατό, για τη δήλωση ότι το αγγούρι δεν έχει μελετηθεί άμεσα, και για τη δήλωση ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμες ανθεκτικές ποικιλίες κολοκυνθοειδών.
  • [81] APS Education Center. Root-knot nematode, Plant Disease Lesson. Πλήρες κείμενο. Πηγή για την εκκόλαψη και είσοδο των προνυμφών δεύτερου σταδίου σε θερμοκρασία εδάφους άνω των 18 °C, για τον κύκλο τριών ως τεσσάρων εβδομάδων στους 25 ως 28 °C, για τα 500 έως πάνω από 1.000 αυγά ανά θηλυκό, για τους κόμβους άνω των 2,5 εκατοστών, και για τους ανταγωνιστικούς μικροοργανισμούς.
  • [82] NSW Department of Primary Industries and Regional Development. Biological control agents and beneficials in greenhouses, και UConn Greenhouse IPM, Biological Control of Spider Mites και Biological Control of Aphids. Πλήρες κείμενο. Πηγή για τα εύρη θερμοκρασίας και υγρασίας του Phytoseiulus persimilis και του Neoseiulus californicus, για τον κύκλο της Feltiella acarisuga, για τη ρητή σημείωση ότι τα Neoseiulus cucumeris, Amblyseius swirskii και Orius sp. δεν είναι αξιόπιστα για έλεγχο τετράνυχου, για το Neoseiulus cucumeris σε θερμοκηπιακή αγγουριά, για τη διάπαυση της Aphidoletes aphidimyza κάτω από 15 ώρες φωτοπεριόδου, και για το σύστημα φυτών τροφοδοτών με Rhopalosiphum padi.
  • [83] Εκτελεστικός Κανονισμός (ΕΕ) 2019/2072 της Επιτροπής, Παράρτημα II Μέρος A και Μέρος B, και Παράρτημα IV Μέρη H και J. Πηγή για το νομικό πλαίσιο των ενωσιακών οργανισμών καραντίνας και των ρυθμιζόμενων οργανισμών μη καραντίνας, και για τη διάκριση από τους καταλόγους A1 και A2 της EPPO, που είναι συστάσεις και όχι νόμος.
  • [84] Allam E.A.Y., Manaa S.H., Dahi H.F., Ahmed A.M.M. και Yones M.S. (2021). Threshold Temperatures and Thermal Requirements of Cotton Leafworm, Spodoptera littoralis. Egyptian Academic Journal of Biological Sciences A, Entomology 14(3): 103-113. Διαβάστηκε μόνο η περίληψη. Πηγή για το κατώτερο θερμικό όριο 10,5 °C και τους 480,6 ημεροβαθμούς για ολόκληρη τη γενεά. Αίγυπτος.
Αποποίηση ευθύνης

Το άρθρο είναι ενημερωτικό και δεν αποτελεί σύσταση εφαρμογής. Κανένα σκεύασμα, καμία δραστική ουσία και καμία ομάδα δράσης δεν προτείνεται. Οι αναφορές σε ομάδες μυκητοκτόνων και εντομοκτόνων είναι καταγραφή δημοσιευμένων ευρημάτων ανθεκτικότητας και τίποτε άλλο.

Η χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων γίνεται αποκλειστικά βάσει των εγκρίσεων του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και των οδηγιών της ετικέτας του σκευάσματος. Οι εγκρίσεις είναι εθνικές και ελέγχονται στη βάση fyto.plantprotect.gr. Δραστική ουσία εγκεκριμένη σε άλλη χώρα δεν είναι εγκεκριμένη στην Ελλάδα, και οι χημικές συστάσεις των ξένων εγχειριδίων που αναφέρονται στις πηγές δεν ισχύουν εδώ.

Τα αριθμητικά όρια, οι θερμοκρασίες και οι χρόνοι που αναφέρονται προέρχονται από τις πηγές του καταλόγου, μετρήθηκαν στις χώρες που δηλώνονται και είναι ενδεικτικά. Δεν αντικαθιστούν την επιτόπια εκτίμηση. Δεν αποκλείονται σφάλματα ή παραλείψεις στα δεδομένα του άρθρου.

Σε κάθε διαφυλλικό ψεκασμό πάνω σε φυτά με καρπό υπάρχει κίνδυνος λεκέδων στους καρπούς και εγκαυμάτων στο φύλλωμα. Απαιτείται προηγούμενη δοκιμή σε περιορισμένο αριθμό φυτών, με το ίδιο σκεύασμα και την ίδια δόση, και αναμονή 5 έως 7 ημερών πριν από τη γενική εφαρμογή. Ο ψεκασμός γίνεται απόγευμα ή νωρίς το πρωί, ποτέ σε καύσωνα και ποτέ σε φύλλωμα υπό υδατική καταπόνηση.

Για τους οργανισμούς καραντίνας, η διάγνωση γίνεται μόνο από την αρμόδια αρχή. Ύποπτη εικόνα ToLCNDV σημαίνει δήλωση και εργαστηριακή επιβεβαίωση από εκείνη, όχι ιδία ενέργεια.

Κάθε επέμβαση γίνεται με ευθύνη του χρήστη, κατόπιν επιτόπιας εκτίμησης από αδειοδοτημένο γεωπόνο. Η Παστόπουλος Γεωπονική Ε.Ε. δεν φέρει ευθύνη για τη χρήση των πληροφοριών του άρθρου.

Διαβάστε επίσης

Εχθροί και ασθένειες του λωτού (Diospyros kaki) στην Ευρώπη και στην Ελλάδα: επιδημιολογία, διαφορική διάγνωση και όρια επέμβασης

Εχθροί και ασθένειες του λωτού (Diospyros kaki) στην Ευρώπη και στην Ελλάδα: επιδημιολογία, διαφορική διάγνωση και όρια επέμβασης

Η κυκλική κηλίδωση (Plurivorosphaerella nawae) που προσαρμόστηκε στο ημιξηρικό κλίμα της Βαλένθια και δεν είναι οργανισμός καραντίνας, με τη σύγκριση Ισπανίας και Κορέας και τον ρόλο της στάγδην άρδευσης. Γωνιώδης κηλίδωση, Pestalotiopsis, ανθράκνωση, και τα δώδεκα είδη Diaporthe, Eutypella και Botryosphaeriaceae που ταυτοποιήθηκαν μέσα στο ξύλο. Μετασυλλεκτικές σήψεις: γιατί η μαύρη κηλίδωση Alternaria έγινε το όριο της συντήρησης μετά το 1-MCP, και πώς η επιπλέον άρδευση πριν τη συγκομιδή την πληρώνει ο θάλαμος δύο μήνες μετά. Καρκίνωση, αγγειακή μάρανση, σηψηριζίες και φυτοπλάσματα. Ψευδόκοκκοι και μυρμήγκια, κηροπλάστης, μυτιλόμορφη ψώρα, μαύρος ακανθώδης αλευρώδης ως οργανισμός καραντίνας, μύγες των καρπών. Τοξικότητα ζιζανιοκτόνου που περνάει για μυκητολογική κηλίδωση, πίνακας διαφορικής διάγνωσης με δεκαπέντε ζεύγη, όρια επέμβασης με τη μέθοδο δειγματοληψίας, και τα τέσσερα εξωτικά παθογόνα που απειλούν τη Μεσόγειο. Δεκατρείς φωτογραφίες, πέντε από ελληνικά χωράφια.

Λωτός
Το λευκό σαλιγκάρι της Μεσογείου στα δενδρώδη

Το λευκό σαλιγκάρι της Μεσογείου στα δενδρώδη

Το Theba pisana είναι ιθαγενές στη Μεσόγειο, όχι εισβλητικό, και άρα δεν υπάρχει πρόγραμμα εκρίζωσης. Αναγνώριση, κύκλος, η ζημιά στα δενδρώδη, ο μοναδικός εγκεκριμένος στόχος στην ελληνική βάση, και γιατί ο νηματώδης Phasmarhabditis σκότωσε το σαλιγκάρι μόνο στο πενταπλάσιο της δόσης της ετικέτας.

Ελιά Κερασιά
Οι ποικιλίες κερασιάς της σειράς Meda

Οι ποικιλίες κερασιάς της σειράς Meda

Έξι κλειστές ποικιλίες επιλεγμένες με κριτήριο την αντοχή 35 ως 40 ημερών μετά τη συγκομιδή, για θαλάσσια μεταφορά προς την Κίνα. Ωρίμανση, μέγεθος, σάκχαρα και γονότυποι S όπως δημοσιεύονται, τα δύο ζεύγη που δεν γονιμοποιούν το ένα το άλλο, οι ώρες ψύχους χωρίς μοντέλο, και το ότι όλες οι μετρήσεις προέρχονται από καλυμμένες φυτείες εκτός Ελλάδας.

Κερασιά