Εχθροί και ασθένειες των σταυρανθών λαχανικών: λάχανο, κουνουπίδι, μπρόκολο, λαχανάκια Βρυξελλών
Σάββας Παστόπουλος, Γεωπόνος MSc, Παστόπουλος Γεωπονική Ε.Ε., Νέος Μυλότοπος Πέλλας
Το λάχανο, το κουνουπίδι, το μπρόκολο και τα λαχανάκια Βρυξελλών είναι το ίδιο είδος, η Brassica oleracea, σε τέσσερις διαφορετικές βοτανικές ποικιλίες, και μοιράζονται σχεδόν όλους τους εχθρούς και τις ασθένειές τους. Αυτό σημαίνει ότι μια λανθασμένη αμειψισπορά ή ένας μολυσμένος σπόρος πληρώνεται τέσσερις φορές. Το κείμενο που ακολουθεί συγκεντρώνει τα τεκμηριωμένα μεγέθη για κάθε αίτιο, ξεχωρίζει τι έχει μετρηθεί από τι απλώς συνιστάται, και δηλώνει ρητά πού η διεθνής βιβλιογραφία δεν δίνει απάντηση για τις ελληνικές συνθήκες.
- Το εύρος του κειμένου: τα τέσσερα λαχανικά της Brassica oleracea και οι κοινοί τους εχθροί
- Περονόσπορος (Hyaloperonospora brassicae): επιδημιολογία, διαγνωστικά κριτήρια και γενετική αντοχή
- Αλτερναρίωση: διαφορική επιδημιολογία των Alternaria brassicae και A. brassicicola και μετάδοση με τον σπόρο
- Σκληρωτινίαση (Sclerotinia sclerotiorum): συνθήκες καρπογόνου βλάστησης και όρια των καλλιεργητικών μέτρων
- Μαύρος λαιμός και φόμωση: το σύμπλοκο Plenodomus lingam και P. biglobosus
- Αδρομύκωση από Fusarium oxysporum f. sp. conglutinans: θερμοκρασιακή εξάρτηση και όρια της αντοχής
- Ήβη (Plasmodiophora brassicae): εδαφικοί παράγοντες, επιβίωση σπορίων και απόδοση της ασβέστωσης
- Μαύρη σήψη (Xanthomonas campestris pv. campestris): μετάδοση με τον σπόρο και επιβίωση του μολύσματος
- Έξι ακόμη ασθένειες με τεκμηριωμένο ελληνικό αποτύπωμα
- Ιώσεις: ο τρόπος μετάδοσης και γιατί καθορίζει τη στρατηγική αντιμετώπισης
- Λεπιδόπτερα: θερμικές απαιτήσεις, όρια επέμβασης και κατάσταση ανθεκτικότητας
- Αφίδες και αλευρώδεις: χημική άμυνα του ξενιστή, πολυφαγία και ανθεκτικότητα
- Μύγα της κράμβης (Delia radicum): θερμοαθροίσματα εδάφους, όρια δειγματοληψίας και ο ρόλος των εδαφικών θερμοκρασιών του ελληνικού καλοκαιριού
- Κολεόπτερα και υμενόπτερα: ψύλλοι, ρυγχωτοί και η διάκριση ψευδοκάμπιας από κάμπια
- Thrips tabaci στο λάχανο: ενδοφυτική κατανομή και όρια της οπτικής δειγματοληψίας
- Μη παρασιτικές διαταραχές θρέψης: μολυβδαίνιο, ασβέστιο και βόριο
- Διαφορική διάγνωση: ζεύγη αιτίων που συγχέονται και το διακριτικό γνώρισμα
- Ωφέλιμοι οργανισμοί και μέσα χαμηλού κινδύνου: μετρημένα ποσοστά και τα όριά τους
- Για ποιους στόχους υπάρχει εγκεκριμένη λύση στην Ελλάδα, και πού αναζητούνται οι δραστικές ουσίες
- Μεθοδολογία τεκμηρίωσης και όρια των δεδομένων
- Πηγές
1. Το εύρος του κειμένου: τα τέσσερα λαχανικά της Brassica oleracea και οι κοινοί τους εχθροί
Το κείμενο καλύπτει τα λαχανικά της ομάδας: λάχανο, κουνουπίδι, μπρόκολο και λαχανάκια Βρυξελλών. Και τα τέσσερα είναι το ίδιο είδος, η Brassica oleracea, σε τέσσερις διαφορετικές βοτανικές ποικιλίες: το λάχανο είναι η var. capitata, το κουνουπίδι η var. botrytis, το μπρόκολο η var. italica και τα λαχανάκια Βρυξελλών η var. gemmifera, και η καθεμιά έχει δικό της κωδικό στη βάση της EPPO [94]. Η ελαιοκράμβη, το ραπανάκι και η ρόκα μένουν εκτός, αν και αναφέρονται όπου η βιβλιογραφία για αυτά είναι η μόνη διαθέσιμη πηγή αριθμών, και σε αυτές τις περιπτώσεις δηλώνεται ρητά.
Η κοινή ταυτότητα των τεσσάρων καλλιεργειών έχει τρεις πρακτικές συνέπειες. Η πρώτη είναι ότι η αμειψισπορά μετράει το σύνολο, όχι την κάθε καλλιέργεια χωριστά: ένα κουνουπίδι μετά από λάχανο δεν είναι αμειψισπορά. Η δεύτερη είναι ότι τα σταυρανθή ζιζάνια του αγρού, η καψέλλα, η λαψάνα, η ραπανίδα και το σινάπι, λειτουργούν ως δεξαμενές για τα ίδια ακριβώς παθογόνα και έντομα. Η τρίτη είναι ότι ένας μολυσμένος σπόρος ή ένα μολυσμένο φυτώριο διανέμει το πρόβλημα σε όλες τις καλλιέργειες της εκμετάλλευσης ταυτόχρονα.
Υπάρχει και μια διαφορά που δεν πρέπει να χαθεί. Το κουνουπίδι και το μπρόκολο συγκομίζονται σε ανθοφόρο ιστό, δηλαδή σε κεφαλή ή ταξιανθία. Αυτό τα εκθέτει σε εχθρούς που δεν ενδιαφέρονται καθόλου για το λάχανο, με πιο χαρακτηριστικό τον ανθονόμο Brassicogethes aeneus [67]. Αντίστροφα, το λάχανο και τα λαχανάκια Βρυξελλών σχηματίζουν κλειστή κεφαλή, και αυτή η ανατομία κρύβει δύο προβλήματα που είναι αόρατα από έξω: τη ζημιά των θριπών [73] και το κάψιμο των άκρων από ασβέστιο [87].
2. Περονόσπορος (Hyaloperonospora brassicae): επιδημιολογία, διαγνωστικά κριτήρια και γενετική αντοχή
Ισχύουσα ονοματολογία και τι αναθεωρήθηκε
Το ισχύον όνομα για τον περονόσπορο των καλλιεργούμενων κραμβοειδών είναι Hyaloperonospora brassicae (Gäum.) Göker, Riethm., Voglmayr, M. Weiß & Oberw. Το παλιό Peronospora parasitica έπαψε να ισχύει όταν το γένος Peronospora διασπάστηκε, και το όνομα Hyaloperonospora parasitica περιορίστηκε το 2009 σε στελέχη που προσβάλλουν την καψέλλα και λίγους ακόμη ξενιστές, εξαιρώντας ρητά τα καλλιεργούμενα λάχανα [1].
Επιδημιολογικές παράμετροι
Το βέλτιστο θερμοκρασιακό εύρος για τον περονόσπορο είναι 8 έως 16 °C, και τα σπόρια μολύνουν τα φυτάρια μέσα σε τρεις ώρες από την επαφή με το φύλλο [4]. Υπηρεσιακό δελτίο της Καλιφόρνιας δίνει ως ευνοϊκές τις ημερήσιες θερμοκρασίες 20 έως 24 °C σε συνδυασμό με υψηλή σχετική υγρασία, ομίχλη, ψιλόβροχο ή βαριά δροσιά [3]. Το ότι τα δύο εύρη δεν συμπίπτουν δεν είναι αντίφαση: το πρώτο αφορά τη βέλτιστη ανάπτυξη του παθογόνου, το δεύτερο τις συνθήκες αγρού που προηγούνται μιας επιδημίας.
Η ταχύτητα του κύκλου είναι το πραγματικό πρόβλημα. Σε ελεγχόμενο πείραμα, στους 22/17 °C τα φυτά εμφάνισαν συμπτώματα σε 48 ώρες από την τεχνητή μόλυνση, με άφθονη σποριοποίηση στις 72 ώρες. Στους 14/10 °C τα ίδια φυτά δεν έδειξαν τίποτα πριν από τις 5 ημέρες, και η σποριοποίηση ήρθε στις 7 ημέρες [2]. Ο πλήρης κύκλος σποριοποίησης, βλάστησης και επαναμόλυνσης ολοκληρώνεται σε τέσσερις έως πέντε ημέρες [5]. Σε ένα φυτώριο με διαβροχή, αυτό σημαίνει ότι μια εστία γίνεται γενικευμένη προσβολή μέσα σε μία εβδομάδα.
Η ζημιά στα νεαρά φυτά καταγράφεται ως καταστροφή του 40 έως 90 % των φυταρίων, με ολική απώλεια της καλλιέργειας σε βαριές προσβολές [3]. Το μόλυσμα μπορεί να μεταφερθεί ως επιμόλυνση πάνω στον σπόρο, αλλά δεν υπάρχει απόδειξη ότι το παθογόνο μπαίνει στο εσωτερικό του σπόρου [3].
Διαφορική διάγνωση στον αγρό
Κάτω από την κιτρινωπή, γωνιώδη κηλίδα της πάνω επιφάνειας υπάρχει λεπτό λευκό ως γκριζωπό χνούδι, σαν πούδρα που έχει καθίσει, και βρίσκεται μόνο στην κάτω μεριά. Η πλησιέστερη ασθένεια είναι η λευκή σκωρίαση (Albugo candida), που δίνει ανασηκωμένες λευκές φουσκάλες οι οποίες σπάνε και ελευθερώνουν κρητιδώδη σκόνη. Ο περονόσπορος δεν σπάει την επιδερμίδα, το χνούδι κάθεται από πάνω της.
Μέτρα με τεκμηριωμένη αποτελεσματικότητα
Η γενετική αντοχή είναι το μόνο μέτρο με μετρημένη απόδοση. Σε σάρωση 154 γονότυπων Brassicaceae, οι ανθεκτικοί έδωσαν δείκτη ασθένειας 6,6 % και 9,0 %, έναντι 83,7 % και 95,5 % σε εξαιρετικά ευπαθείς [6]. Σε κουνουπίδι ειδικά, εντοπίστηκαν γονότυποι με δείκτη ασθένειας κάτω από 1, και ο διαχωρισμός στην F2 σε αναλογία 3:1 δείχνει μονογονιδιακή επικρατούσα αντοχή [7]. Μονογονιδιακή αντοχή σημαίνει γρήγορη ενσωμάτωση σε ποικιλίες, αλλά και ευκολότερη κατάρρευση όταν εμφανιστεί νέα φυλή.
Η αμειψισπορά δύο ως τριών ετών εκτός σταυρανθών, η απομάκρυνση υπολειμμάτων και σταυρανθών ζιζανίων, και η πρωινή αντί για βραδινή άρδευση συνιστώνται από όλες τις υπηρεσίες, αλλά καμία από τις πηγές που ελέγχθηκαν δεν δίνει ποσοστό μείωσης [5]. Ειδικά για τον χρόνο άρδευσης υπάρχει μια εύκολη παρανόηση: το δημοσιευμένο εύρημα ότι η άρδευση στις 04:00 αντί για τις 20:00 μείωσε την προσβολή κατά 58 % αφορά τη λευκή σκωρίαση, όχι τον περονόσπορο, και δεν μεταφέρεται.
3. Αλτερναρίωση: διαφορική επιδημιολογία των Alternaria brassicae και A. brassicicola και μετάδοση με τον σπόρο
Τα δύο υπεύθυνα είδη και οι διαφορές των απαιτήσεών τους
Στα σταυρανθή δρουν δύο διαφορετικά είδη Alternaria με διαφορετικές απαιτήσεις, και η σύγχυσή τους οδηγεί σε λάθος εκτίμηση κινδύνου. Η μεγάλη ταξινομική αναθεώρηση του γένους [8] δεν άλλαξε τα ονόματα των δύο αυτών ειδών, αλλά ξεκαθάρισε τα όριά τους.
| Παράμετρος | Alternaria brassicae | Alternaria brassicicola |
|---|---|---|
| Θερμοκρασία σποριοποίησης | 18 ως 24 °C | 20 ως 30 °C |
| Όριο σχετικής υγρασίας | 91,5 % και άνω | 87 % και άνω |
| Επιβίωση στον σπόρο | περίπου 5 μήνες | έως 12 έτη σε σπόρο λάχανου |
| Κύριοι ξενιστές | ευρύτερα Brassicaceae, ελαιοκράμβη και σινάπι | κυρίως Brassica oleracea |
| Τρόπος εισόδου | και μέσω στομάτων | κυρίως άμεση διείσδυση, σπάνια από στόματα |
Οι τιμές του πίνακα προέρχονται από το εγχειρίδιο φυτοπροστασίας των πανεπιστημίων του Βορειοδυτικού Ειρηνικού [9]. Και τα δύο είδη καταγράφονται από την EPPO ως παρόντα στην Ελλάδα, χωρίς λεπτομέρειες [94]. Για τα λαχανοκομικά σταυρανθή της ομάδας, το επικρατούν είδος είναι το A. brassicicola, που θέλει λιγότερη υγρασία, αντέχει μεγαλύτερη ζέστη και ζει στον σπόρο δώδεκα χρόνια.
Παράμετροι με άμεση εφαρμογή στη διαχείριση
Η ελάχιστη διάρκεια διαβροχής του φύλλου για μόλυνση είναι τέσσερις ώρες στους 18 °C, και η σοβαρότητα αυξάνεται όσο η διαβροχή πλησιάζει τις δώδεκα ώρες [9]. Τέσσερις ώρες είναι λιγότερο από μια νύχτα με δροσιά, και αυτό εξηγεί γιατί η ασθένεια εμφανίζεται σε αγρούς όπου δεν έβρεξε ποτέ.
Η μετάδοση με τον σπόρο έχει μετρηθεί με ακρίβεια σε ολλανδική εργασία για τη βιολογική σποροπαραγωγή. Σε 139 δείγματα βασικού σπόρου, τα 89 είχαν εσωτερική μόλυνση, με μέσο όρο 4,9 % μολυσμένων σπόρων. Σε 112 εμπορικές παρτίδες, το 96 % ήταν επιμολυσμένο, με μέσο όρο 18 % μολυσμένων σπόρων. Βρέθηκαν έως 500 κονίδια ανά σπόρο ως εξωτερική επιμόλυνση [10].
Θερμοθεραπεία του σπόρου
Η δημοσιευμένη σύσταση είναι νερό στους 50 °C για 15 ως 30 λεπτά [9]. Σε συγκριτική δοκιμή μη χημικών μεθόδων σε σπόρο λάχανου εξετάστηκαν δύο σχήματα, 50 °C για 30 λεπτά και 53 °C για 10 λεπτά. Όλες οι επεμβάσεις μείωσαν σημαντικά τον αριθμό των φυτών με συμπτώματα, αλλά οι θερμοθεραπείες έτειναν να μειώσουν και τον αριθμό των φυτών που φύτρωσαν. Ο αεριζόμενος ατμός αποδείχθηκε συνολικά αποτελεσματικότερος από το ζεστό νερό [11].
Η δημοσίευση δεν δίνει ποσοστό εξάλειψης του παθογόνου, μόνο ποσοστό υγιών φυτών. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι η θερμοθεραπεία γίνεται πάντα πρώτα σε μικρό δείγμα της παρτίδας, με έλεγχο φυτρωτικότητας, και μόνο μετά στο σύνολο.
4. Σκληρωτινίαση (Sclerotinia sclerotiorum): συνθήκες καρπογόνου βλάστησης και όρια των καλλιεργητικών μέτρων
Το όνομα Sclerotinia sclerotiorum (Lib.) de Bary παραμένει αμετάβλητο. Αυτό που έχει προχωρήσει είναι η κατανόηση του πώς ξεκινά η μόλυνση, και εκεί στηρίζεται η διαχείριση.
Οι δύο προϋποθέσεις της μόλυνσης: σκληρώτιο στα 2 ως 3 πρώτα εκατοστά και νεκρός ιστός για την αποίκιση
Ο πρώτος περιορισμός είναι το βάθος. Τα σκληρώτια παράγουν αποθήκια μόνο από βάθος 2 ως 3 εκατοστών. Όσα βρίσκονται βαθύτερα δεν βλασταίνουν καρπογόνα [13]. Ο δεύτερος περιορισμός είναι ότι τα ασκοσπόρια δεν μπορούν να μολύνουν υγιή ιστό απευθείας: πρέπει πρώτα να αποικίσουν σαπροτροφικά νεκρό ή γηρασμένο ιστό [13]. Στα σταυρανθή ο ιστός αυτός είναι συνήθως τα πεσμένα πέταλα και τα κάτω γηρασμένα φύλλα.
Η καρπογόνος βλάστηση συμβαίνει μεταξύ 5 και 25 °C, αλλά μόνο όταν το δυναμικό εδαφικού νερού είναι −100 kPa ή υψηλότερο, δηλαδή σε υγρό έδαφος. Στους 26 ως 29 °C η βλάστηση είναι ελάχιστη ή μηδενική [12]. Στο βέλτιστο των 15 ως 20 °C, οι στίπες εμφανίζονται μετά από 20 ως 27 ημέρες και τα αποθήκια μετά από 27 ως 34 ημέρες [12]. Για τις ελληνικές συνθήκες αυτό τοποθετεί τον κίνδυνο στο φθινόπωρο, τον χειμώνα και την πρώιμη άνοιξη, και όχι στο καλοκαίρι.
Τα υπόλοιπα μεγέθη: τα σκληρώτια επιβιώνουν τρία και περισσότερα έτη στο έδαφος [14], με αναφορές έως οκτώ έτη [13]. Το εύρος ξενιστών ξεπερνά τα 400 φυτικά είδη [13], γεγονός που περιορίζει δραστικά την αξία της αμειψισποράς, αφού και τα ζιζάνια λειτουργούν ως ξενιστές. Ένα αποθήκιο απελευθερώνει έως δύο εκατομμύρια ασκοσπόρια, λειτουργεί για πέντε ως δέκα ημέρες, και η πλειονότητα των σπορίων προσγειώνεται μέσα σε 100 ως 150 μέτρα από την πηγή [14].
Διαφορική διάγνωση στον αγρό
Μέσα είναι κούφιο και γεμάτο μαύρα σκληρά σβωλάκια, σαν κουτσουλιές ποντικού, μέσα σε λευκό βαμβάκι. Κανένα άλλο παθογόνο των σταυρανθών δεν παράγει αυτά τα μαύρα σκληρώτια. Η πλησιέστερη οπτικά σύγχυση είναι η βακτηριακή μαλακή σήψη: εκείνη είναι υδαρής, γλοιώδης και δυσοσμεί, ενώ η σκληρωτινίαση είναι στεγνή, λευκή, βαμβακώδης και άοσμη.
5. Μαύρος λαιμός και φόμωση: το σύμπλοκο Plenodomus lingam και P. biglobosus
Αναθεώρηση της ονοματολογίας και το σύμπλοκο των δύο ειδών
Το σχήμα «Leptosphaeria maculans με ατελή μορφή Phoma lingam» δεν ισχύει, για δύο ανεξάρτητους λόγους. Ο πρώτος είναι η κατάργηση της διπλής ονοματολογίας τελείου και ατελούς σταδίου, που οδήγησε στην ανακατάταξη των φομοειδών ανάμορφων [15]. Ο δεύτερος είναι ότι δεν πρόκειται για ένα είδος αλλά για σύμπλοκο δύο ειδών με πολύ διαφορετική επιθετικότητα.
- Plenodomus lingam (κωδικός EPPO LEPTMA), πρώην Leptosphaeria maculans. Είναι το επιθετικό είδος, αυτό που συνδέεται με καταστροφικά έλκη στη βάση του στελέχους [16].
- Plenodomus biglobosus (κωδικός EPPO LEPTBG), πρώην Leptosphaeria biglobosa. Είναι το ήπιο είδος, που συνδέεται με λιγότερο επιζήμιες κηλίδες στο ανώτερο τμήμα του στελέχους [16].
Η EPPO καταγράφει το Plenodomus lingam ως παρόν στην Ελλάδα, με την ένδειξη «Present, no details» [21]. Η καταχώριση όμως προέρχεται από δεδομένα που προηγούνται του διαχωρισμού των δύο ειδών, όταν ο ίδιος κωδικός κάλυπτε όλο το σύμπλοκο. Ποιο από τα δύο είδη υπάρχει πραγματικά στην Ελλάδα, σε επίπεδο μοριακής ταυτοποίησης, δεν έχει δημοσιευθεί. Για σύγκριση, στην Ουγγαρία η ταυτοποίηση 308 απομονωμάτων της περιόδου 2017 ως 2021 έδωσε 51,3 % P. lingam και 48,7 % P. biglobosus [17].
Επιδημιολογικές παράμετροι
Η σχέση θερμοκρασίας και διάρκειας διαβροχής έχει μετρηθεί με ακρίβεια και είναι εντυπωσιακή. Στους 20 °C με 48 ώρες διαβροχής προκύπτει μία μόλυνση ανά τέσσερα σπόρια. Στις 8 ώρες διαβροχής χρειάζονται 300 σπόρια για μία μόλυνση, δηλαδή η αποτελεσματικότητα πέφτει εβδομηντάπεντε φορές [18]. Ο χρόνος επώασης κυμαίνεται από 15 ημέρες στους 8 °C έως 5 ημέρες στους 20 °C [18].
Στα υπολείμματα, τα ψευδοθήκια ωριμάζουν σε θερμοκρασίες 5 ως 20 °C, και ο χρόνος ωρίμανσης πέφτει από 58 ημέρες στους 5 °C σε 22,2 ημέρες στους 15 °C. Κρίσιμο εύρημα: σε υπολείμματα που υγραίνονταν μία φορά την ημέρα δεν σχηματίστηκε κανένα ψευδοθήκιο, ενώ τρεις ψεκασμοί νερού ημερησίως μείωσαν τον χρόνο ωρίμανσης σε σχέση με δύο [19]. Η συχνότητα της ύγρανσης μετράει περισσότερο από τη συνολική ποσότητα.
Τα μολυσμένα υπολείμματα παράγουν πυκνιδιοσπόρια για τρία ως πέντε έτη, και τα ασκοσπόρια ταξιδεύουν τουλάχιστον 10 χιλιόμετρα με τον άνεμο [22]. Αυτό εξηγεί γιατί η χωρική απομόνωση μειώνει αλλά δεν εξαλείφει τον κίνδυνο.
Η μετάδοση με τον σπόρο υπάρχει αλλά είναι χαμηλής απόδοσης, και το πραγματικό πρόβλημα είναι αλλού. Σε καναδικές παρτίδες ελαιοκράμβης, οι μεμονωμένοι σπόροι έφεραν 0,24 % L. maculans, ενώ οι ξένες ύλες του καθαρισμού έφταναν το 31 % [20]. Το μέτρο που προκύπτει δεν είναι η απολύμανση του σπόρου αλλά ο καθαρισμός της παρτίδας.
Διαφορική διάγνωση στον αγρό
Η νεκρή περιοχή είναι διάστικτη με μικροσκοπικά μαύρα στίγματα σαν πιπέρι, τα πυκνίδια, τακτοποιημένα μέσα στην κηλίδα. Καμία άλλη ασθένεια των σταυρανθών δεν βάζει μαύρα στίγματα μέσα στην κηλίδα. Συμπληρωματικά, ο μαύρος λαιμός τελειώνει με έλκος στη βάση του στελέχους που σκάει και μαυρίζει, και το φυτό γέρνει ή σπάει στον λαιμό. Η πλησιέστερη σύγχυση είναι η μαύρη σήψη, που δίνει κίτρινο σχήμα V από την άκρη του φύλλου προς τα μέσα με μαυρισμένα νεύρα, χωρίς κανένα στίγμα.
Πηγές: 15 16 17 18 19 20 21 22
6. Αδρομύκωση από Fusarium oxysporum f. sp. conglutinans: θερμοκρασιακή εξάρτηση και όρια της αντοχής
Το όνομα Fusarium oxysporum f. sp. conglutinans παραμένει αμετάβλητο. Αυτό που άλλαξε αφορά τις φυλές και τα όρια της αντοχής.
Θερμοκρασιακή εξάρτηση της ασθένειας
Η αδρομύκωση είναι το αντίθετο του περονοσπόρου. Αναστέλλεται σχεδόν πλήρως όταν η μέση θερμοκρασία εδάφους είναι κάτω από 16 °C, και είναι σοβαρότερη στους 27 ως 29 °C. Η ανάπτυξη παρεμποδίζεται ξανά στους 32 ως 35 °C [24]. Τα συμπτώματα εμφανίζονται δύο ως τέσσερις εβδομάδες μετά τη μεταφύτευση, και σε ορισμένες ποικιλίες σε έδαφος 24 ως 29 °C τα φυτά μπορούν να πεθάνουν μέσα σε δύο εβδομάδες [25].
Η μονογονιδιακή επικρατούσα αντοχή τύπου A είναι εξαιρετικά αποτελεσματική έναντι της φυλής 1, αλλά η αποτελεσματικότητά της πέφτει καθώς η θερμοκρασία εδάφους ανεβαίνει από τους 14 στους 20 °C, και γίνεται αναποτελεσματική στους 22 και στους 24 °C [23]. Η αντοχή τύπου B σπάει πάνω από τους 25 °C [25].
Σε ελληνικό καλοκαιρινό και πρώιμο φθινοπωρινό λάχανο, όπου η θερμοκρασία του εδάφους ξεπερνά συστηματικά τους 22 ως 25 °C, η ένδειξη «ανθεκτική ποικιλία» στον κατάλογο του σποροπαραγωγού δεν είναι εγγύηση. Η ίδια ποικιλία που κρατάει σε φθινοπωρινή φύτευση μπορεί να καταρρεύσει σε καλοκαιρινή.
Ο αγωγός ιστός αποτελείται από το ξύλωμα και το φλοίωμα, τα οποία μαζί συγκροτούν τις ηθμαγγειώδεις δεσμίδες. Η δεσμίδα έχει δηλαδή δύο μοίρες, και η διάκρισή τους ορίζει ποιο παθογόνο αναζητείται και σε ποιον ιστό.
- Αγγειώδης μοίρα, δηλαδή το ξύλωμα. Ανεβάζει νερό και ανόργανα στοιχεία από τη ρίζα προς τα φύλλα. Εδώ κινούνται οι αδρομυκώσεις και οι αγγειακές βακτηριώσεις, και εδώ εμφανίζεται ο καστανός ή μαύρος δακτύλιος της εγκάρσιας τομής.
- Ηθμώδης μοίρα, δηλαδή το φλοίωμα ή ηθμός. Κατεβάζει τα προϊόντα της φωτοσύνθεσης. Εδώ τρέφονται οι αφίδες και τα λοιπά μυζητικά, εδώ εγκαθίστανται τα φυτοπλάσματα, και εδώ βρίσκεται ο λόγος για τον οποίο το ασβέστιο δεν ανακατανέμεται μέσα στο φυτό.
Τρεις διευκρινίσεις για την ορολογία. Ο όρος ηθμαγγειώδης δεσμίδα χρησιμοποιείται μόνο όταν εννοούνται και οι δύο μοίρες μαζί, ποτέ ως συνώνυμο του ξυλώματος. Το ξύλωμα είναι προτιμότερο από το «ξυλώδης μοίρα», επειδή το επίθετο ξυλώδης περιγράφει υφή και βαθμό ξυλοποίησης και όχι ταυτότητα ιστού. Και το «αγγείωμα» δεν είναι φυτοπαθολογικός όρος, είναι ιατρικός και σημαίνει όγκο αιμοφόρων αγγείων.
Διαφορική διάγνωση στον αγρό
Η αγγειώδης μοίρα των δεσμίδων, δηλαδή το ξύλωμα, εμφανίζεται καθαρά καστανή και σχηματίζει δακτύλιο, ενώ ο περιβάλλων ιστός παραμένει υγιής και λευκός. Η ηθμώδης μοίρα, δηλαδή το φλοίωμα, δεν μεταχρωματίζεται: ο μύκητας είναι παθογόνο του ξυλώματος. Πάνω από το έδαφος, το φυτό κιτρινίζει συχνά μονόπλευρα και τα φύλλα στρεβλώνονται προς τη μία πλευρά, σε ζεστό καιρό και ζεστό έδαφος.
Η διάκριση από τη μαύρη σήψη διατυπώνεται καθαρά στη βιβλιογραφία: στη φουζαρίωση η νέκρωση ξεκινά εσωτερικά και εμφανίζεται πρώτα στα κατώτερα τμήματα του φυτού, ενώ στη μαύρη σήψη ξεκινά από κίτρινες κηλίδες στα περιθώρια των φύλλων και προχωρά προς τα μέσα. Το αποφασιστικό κριτήριο είναι ότι στη μαύρη σήψη τα νεύρα γίνονται μαύρα και όχι καστανά [25].
7. Ήβη (Plasmodiophora brassicae): εδαφικοί παράγοντες, επιβίωση σπορίων και απόδοση της ασβέστωσης
Το όνομα Plasmodiophora brassicae Woronin παραμένει ισχύον, και η EPPO καταγράφει το παθογόνο ως παρόν στην Ελλάδα, χωρίς λεπτομέρειες [94]. Αυτό που άλλαξε είναι η συστηματική ένταξη: δεν είναι μύκητας αλλά πρωτίστης, και κατατάσσεται στα Rhizaria [26]. Η διαφορά δεν είναι θεωρητική. Εξηγεί γιατί κανένα μυκητοκτόνο δεν έχει νόημα εναντίον της, και γιατί τα μόνα μέτρα που δουλεύουν είναι εδαφικά και υγιεινής.
Εδαφικό pH και θερμοκρασία
Η ασθένεια ευνοείται σε όξινα εδάφη. Η επίπτωση και η σοβαρότητα είναι μέγιστες κάτω από pH 6,5, ενώ ο κίνδυνος είναι χαμηλός πάνω από pH 7,0. Σε πειράματα αγρού στο δυτικό Όρεγκον, επαρκής έλεγχος δεν επιτεύχθηκε πριν το pH φτάσει το 7,0 ή υψηλότερα [27]. Η βλάστηση των σπορίων ανάπαυσης απαιτεί τουλάχιστον 14 °C εδαφικής θερμοκρασίας, και η ταχύτερη ανάπτυξη γίνεται στους 23 ως 26 °C [27], με ανασκόπηση να δίνει 20 ως 25 °C [28].
Επιβίωση των σπορίων και μετρημένη απόδοση των μέτρων
Τα σπόρια ανάπαυσης μπορούν να ζήσουν έως 20 έτη, αν και τα περισσότερα πεθαίνουν μέσα σε 5 ως 7 έτη. Ο χρόνος ημιζωής είναι περίπου 3,6 έτη [27]. Ανεξάρτητη πηγή δίνει βιωσιμότητα 10 ετών και περισσότερο [30]. Πρακτικά, μια προσβεβλημένη παρίδα δεν καθαρίζει με αμειψισπορά ολίγων ετών.
| Μέτρο | Μετρημένη απόδοση | Πηγή |
|---|---|---|
| Ασβέστωση από pH 5,2 ως 5,5 σε 7,2 | σοβαρότητα −34 ως −36 %, σπόρια −48 ως −80 %, απόδοση +70 ως +98 % | [28] |
| Ασβέστωση, αγρός Όρεγκον | μόλυνση −44 ως −71 %, σοβαρότητα −74 ως −90 % | [27] |
| Ένυδρη άσβεστος, πεδίο | έως −91 % σοβαρότητα, αλλά αναποτελεσματική σε περιβάλλοντα ευνοϊκά για την ασθένεια | [29] |
| Διετής διακοπή χωρίς ξενιστή | σπόρια έως −90 %, μετά σταθεροποίηση | [29] |
| Ανθεκτικές ποικιλίες | κατάρρευση της αντοχής εντός τεσσάρων ετών από την εισαγωγή | [29] |
Οι ανθεκτικές ποικιλίες είναι στην πλειονότητά τους μονογονιδιακές και ειδικές για συγκεκριμένο παθότυπο, και για αυτό η αντοχή τους δεν είναι διαρκής [28]. Στον Καναδά έχει παρατηρηθεί κατάρρευση της αντοχής μέσα σε τέσσερα έτη από την εισαγωγή νέων ποικιλιών [29].
Διαφορική διάγνωση στον αγρό
Δεν έχουν οπή εξόδου εντόμου και, στην αρχή, δεν έχουν σήψη [30]. Αυτό τους ξεχωρίζει από τις κηκίδες του Ceutorhynchus pleurostigma, που φέρουν προνυμφικό θάλαμο και οπή. Πάνω από το έδαφος το φυτό δείχνει νανισμό, κιτρίνισμα και μάρανση στη ζέστη της ημέρας που υποχωρεί το βράδυ, δηλαδή την τυπική εικόνα ριζικού συστήματος που δεν δουλεύει. Η δευτερογενής σήψη έρχεται μετά.
Στη βάση εγκρίσεων του ΥΠΑΑΤ δεν υπάρχει καμία εγγραφή με στόχο την ήβη ή την Plasmodiophora brassicae σε λάχανο, κουνουπίδι, μπρόκολο ή λαχανάκια Βρυξελλών [93]. Η διαχείριση είναι αποκλειστικά καλλιεργητική: pH, στράγγιση, απολυμασμένο υπόστρωμα φυτωρίου, έλεγχος της μεταφοράς χώματος με μηχανήματα και υποδήματα, και καταπολέμηση των σταυρανθών ζιζανίων.
8. Μαύρη σήψη (Xanthomonas campestris pv. campestris): μετάδοση με τον σπόρο και επιβίωση του μολύσματος
Το Xanthomonas campestris pv. campestris είναι η ασθένεια της φωτογραφίας που ανοίγει το άρθρο, και η σοβαρότερη βακτηρίωση των σταυρανθών παγκοσμίως. Το όνομα παραμένει αμετάβλητο. Παγκοσμίως επικρατούν οι φυλές 1 και 4, με τις σχετικές συχνότητές τους να διαφέρουν ανά γεωγραφική περιοχή [31].
Το όριο μόλυνσης του σπόρου
Ευνοϊκές συνθήκες και πύλες εισόδου
Το βακτήριο εισέρχεται στο φυτό κυρίως μέσω των υδαθωδών του περιθωρίου των φύλλων, και δευτερευόντως από πληγές που προκαλούν μηχανήματα, έντομα, ζώα, βροχή, άρδευση και άνεμος [31][33]. Η είσοδος από το περιθώριο είναι ακριβώς ο λόγος που το σύμπτωμα έχει τη μορφή V με την κορυφή προς το κέντρο του φύλλου.
Οι ευνοϊκές συνθήκες είναι μέσες θερμοκρασίες 25 ως 30 °C με επαρκή βροχόπτωση ή βαριά δροσιά [33], και το βέλτιστο αναπτυξιακό εύρος δίνεται ως 26,7 ως 30 °C [35]. Σε χαμηλές θερμοκρασίες η μόλυνση συχνά παραμένει λανθάνουσα [31], δηλαδή το φυτάριο φεύγει από το φυτώριο χωρίς ορατό σύμπτωμα και το εκδηλώνει στο χωράφι. Η θανατηφόρα θερμοκρασία για το βακτήριο είναι 40 °C [33].
Επιβίωση του μολύσματος μεταξύ δύο καλλιεργειών
Εδώ υπάρχει διαφορά μιας τάξης μεγέθους που καθορίζει τη διαχείριση. Στο γυμνό έδαφος το βακτήριο επιβίωσε 4 ως 7 ημέρες σε συνθήκες αγρού, και σε ελεγχόμενες συνθήκες 14 ημέρες στους 20 °C αλλά μόνο 4 ημέρες στους 30 °C. Στα υπολείμματα κουνουπιδιού όμως επιβίωσε 255 ημέρες [34]. Οι ίδιοι οι συγγραφείς καταλήγουν ότι το έδαφος δεν αποτελεί σημαντική πηγή μολύσματος. Άλλες πηγές δίνουν επιβίωση στο έδαφος 40 ως 60 ημέρες και στα μολυσμένα υπολείμματα έως δύο έτη [35], καθώς και ότι οι φρέσκοι σωροί υπολειμμάτων δύο εβδομάδων είναι πιο επικίνδυνοι από τους παλιούς τεσσάρων μηνών [31].
Το συμπέρασμα είναι πρακτικό: ο στόχος δεν είναι η απολύμανση του εδάφους αλλά η εξαφάνιση των φυτικών υπολειμμάτων, και ιδίως η απαγόρευση σωρών φρέσκων υπολειμμάτων δίπλα σε νέα φύτευση.
Θερμοθεραπεία του σπόρου και το θερμοκρασιακό της περιθώριο
Το βακτήριο πεθαίνει στους 40 °C [33], ενώ η θεραπεία γίνεται στους 50 ως 52 °C, δηλαδή σε θερμοκρασία που πλησιάζει το όριο αντοχής του εμβρύου. Τα δημοσιευμένα σχήματα είναι 52 °C για 30 λεπτά, που έδωσε το καλύτερο αποτέλεσμα, και 50 °C για 20 λεπτά για κουνουπίδι [33], ή 50 °C για 15 ως 30 λεπτά με ρητή απαίτηση ξήρανσης και ελέγχου φυτρωτικότητας μετά [35]. Καμία επέμβαση δεν είναι απόλυτα αποτελεσματική [31].
Διαφορική διάγνωση στον αγρό
Το V ξεκινά πάντα από το περιθώριο, επειδή εκεί βρίσκονται τα υδαθώδη [31][33]. Το αποφασιστικό κριτήριο είναι η μελάνωση της αγγειώδους μοίρας: εγκάρσια τομή στο στέλεχος δείχνει σκούρο έως μαύρο τον δακτύλιο του ξυλώματος. Η μαύρη σήψη είναι διασυστηματική αγγειακή ασθένεια και η κίνηση του βακτηρίου μέσα στο ξύλωμα είναι απαραίτητη για την εκδήλωσή της [31]. Χωρίς μαύρα νεύρα δεν είναι μαύρη σήψη. Η φωτογραφία στην αρχή του άρθρου δείχνει το σύμπτωμα στην πιο κρίσιμη στιγμή του, στα φυτάρια του δίσκου, πριν καν βγουν στο χωράφι.
Τα μέτρα με τεκμηρίωση: πιστοποιημένος σπόρος κάτω από το όριο του 0,03 % [32], θερμοθεραπεία με τα παραπάνω σχήματα, τριετής αμειψισπορά με ταυτόχρονο έλεγχο των σταυρανθών ζιζανίων [35], και εξαφάνιση των υπολειμμάτων. Για τα χαλκούχα δεν εντοπίστηκε δημοσιευμένο ποσοστό μείωσης της επίπτωσης, και ο χαλκός λειτουργεί προστατευτικά στην επιφάνεια του φύλλου, όχι μέσα στην αγγειώδη μοίρα όπου κινείται το βακτήριο.
9. Έξι ακόμη ασθένειες με τεκμηριωμένο ελληνικό αποτύπωμα
Οι οκτώ ασθένειες των προηγούμενων κεφαλαίων είναι εκείνες που κρίνουν τη χρονιά στον κάμπο. Δεν είναι όμως οι μόνες που περιγράφονται στη διεθνή βιβλιογραφία για τα κραμβοειδή [95]. Το ερώτημα που έχει σημασία είναι ποιες από τις υπόλοιπες αφορούν πράγματι την ελληνική καλλιέργεια.
Κάθε υποψήφια ασθένεια πέρασε από δύο ανεξάρτητους ελέγχους. Πρώτον, αναζήτηση στην EPPO Global Database για την ισχύουσα ταυτότητα του παθογόνου και για τα δεδομένα κατανομής του [94]. Δεύτερον, αναζήτηση στη βάση εγκρίσεων του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων για το αν υπάρχει εγκεκριμένος στόχος με αυτό το όνομα σε λάχανο, κουνουπίδι, μπρόκολο ή λαχανάκια Βρυξελλών [93].
Και οι δύο έλεγχοι έχουν όρια που δηλώνονται ρητά. Η EPPO τηρεί δεδομένα κατανομής μόνο για όσους οργανισμούς παρακολουθεί ως ρυθμιζόμενους ή αξιοσημείωτους, οπότε η απουσία σελίδας κατανομής δεν σημαίνει απουσία του παθογόνου από την Ελλάδα. Και η ύπαρξη εγκεκριμένου στόχου στην ετικέτα ενός σκευάσματος είναι κανονιστικό αποτύπωμα, δηλαδή ένδειξη ότι η αρμόδια αρχή αναγνωρίζει το πρόβλημα στη συγκεκριμένη καλλιέργεια, και όχι δημοσιευμένη καταγραφή προσβολής.
Μία ασθένεια του εγχειριδίου αποκλείστηκε με αυτό το κριτήριο: η λευκή σκωρίαση (Albugo candida, κωδικός EPPO ALBUCA). Δεν αντιστοιχεί σε κανέναν εγκεκριμένο στόχο σε καμία από τις τέσσερις καλλιέργειες [93] και δεν έχει δεδομένα κατανομής στην EPPO [94]. Αναφέρεται μόνο ως διαφορική διάγνωση του περονοσπόρου στο κεφάλαιο 2.
| Ασθένεια | Παθογόνο και κωδικός EPPO | Κανονιστικό αποτύπωμα στην Ελλάδα |
|---|---|---|
| Δακτυλιωτή κηλίδωση | Neopseudocercosporella brassicae, MYCOBR | Στόχος «Μυκοσφαιρέλλα» σε 7 καλλιέργειες υπαίθρου |
| Ωίδιο | Erysiphe cruciferarum, ERYSCR | Στόχος «Ωίδιο» σε 8 καλλιέργειες, υπαίθρου και θερμοκηπίου |
| Βερτισιλλίωση | Verticillium dahliae, VERTDA, και V. longisporum, VERTLO | Στόχος «Βερτισιλλίωση» σε 8 καλλιέργειες. Το V. dahliae καταγράφεται από την EPPO ως παρόν στην Ελλάδα, «Present, no details», με ξεχωριστή εγγραφή για την Κρήτη |
| Ριζοκτόνια, τήξεις και σήψη βάσης | Rhizoctonia solani, τέλεια μορφή Thanatephorus cucumeris, RHIZSO | Στόχοι «Ριζοκτόνια» σε 12 καλλιέργειες, «Σηψιρριζία» σε 4 και «Τήξεις σπορείων» στο σπορείο λάχανου |
| Βοτρύτης | Botrytis cinerea, τέλεια μορφή Botryotinia fuckeliana, BOTRCI | Στόχος «Βοτρύτης» σε 12 καλλιέργειες |
| Σήψη αποθήκευσης από φυτόφθορα | Phytophthora brassicae, πρώην P. porri, PHYTBC | Στόχος «Φυτόφθορα» σε 8 καλλιέργειες, χωρίς προσδιορισμό είδους στην ετικέτα |
Οι στόχοι των ετικετών γράφονται σε επίπεδο γένους ή κοινού ονόματος. Η «Μυκοσφαιρέλλα» και η «Φυτόφθορα» δεν προσδιορίζουν είδος, οπότε η αντιστοίχισή τους με τα παθογόνα της στήλης είναι η πιθανότερη και όχι η βεβαιωμένη.
Δακτυλιωτή κηλίδωση, και η αλλαγή ονόματος που δυσκολεύει την αναζήτηση
Το παθογόνο ήταν γνωστό επί δεκαετίες ως Mycosphaerella brassicicola, με ατελή μορφή την Asteromella brassicae. Η ισχύουσα ονομασία στην EPPO είναι Neopseudocercosporella brassicae (Chevallier) S.I.R. Videira & P.W. Crous, με τον ίδιο κωδικό MYCOBR και με επτά ακόμη συνώνυμα [94]. Όποιος αναζητά βιβλιογραφία με ένα μόνο από τα ονόματα βρίσκει ένα κλάσμα της.
Η ασθένεια είναι κοινή σε δροσερές και υγρές περιοχές, και τα σοβαρά προβλήματα συνδέονται με εντατική καλλιέργεια [95]. Το βέλτιστο εύρος μόλυνσης είναι 16 ως 20 °C, τα συμπτώματα εμφανίζονται 10 ως 14 ημέρες μετά τη μόλυνση, και η σοβαρή προσβολή συνδέεται με παρατεταμένες βροχερές περιόδους 7 ως 14 ημερών. Τα ώριμα ψευδοθήκια σχηματίζονται μετά από τέσσερις συνεχόμενες ημέρες με σχετική υγρασία 100 %, δηλαδή ήδη τρεις εβδομάδες από την αρχική μόλυνση [95].
Δύο στοιχεία έχουν άμεση πρακτική σημασία. Ο μύκητας χρειάζεται μικρότερη διάρκεια διαβροχής από την Alternaria, οπότε ένα πρόγραμμα ρυθμισμένο στην αλτερναρίωση μπορεί να τον αφήνει ακάλυπτο. Και η προσβολή συνεχίζεται στην αποθήκη, όπου διαπερνά αρκετές στρώσεις φύλλων της κεφαλής [95].
Διαφορική διάγνωση στον αγρό
Φακός πάνω στη νεκρή περιοχή της κηλίδας
Τα ψευδοθήκια είναι πολύ μικρά μαύρα στίγματα, πυκνά και διατεταγμένα σε ομόκεντρους δακτυλίους. Από αυτό πήρε η ασθένεια το όνομά της. Η πλησιέστερη σύγχυση είναι η φόμωση του κεφαλαίου 5, που δίνει επίσης μαύρα στίγματα μέσα στην κηλίδα, αλλά εκείνα είναι καστανά πυκνίδια, αραιά και ακανόνιστα τοποθετημένα, χωρίς δακτύλιο [95]. Τα συμπτώματα εμφανίζονται πρώτα στα παλαιότερα φύλλα.
Ωίδιο, η μόνη ασθένεια της ομάδας που δεν θέλει νερό
Το Erysiphe cruciferarum είναι υποχρεωτικό παράσιτο και εμφανίζεται ως μικρές, ακτινωτές, επιφανειακές αποικίες λευκού μυκηλίου διαμέτρου 5 ως 15 mm, που φεύγουν με το τρίψιμο της επιφάνειας του φύλλου. Αυτό το τελευταίο είναι το κριτήριο του χωραφιού: ό,τι φεύγει με τα δάχτυλα είναι ωίδιο, ό,τι μένει δεν είναι [95].
Η επιδημιολογική ιδιαιτερότητα είναι ότι τα κονίδια δεν χρειάζονται ελεύθερο νερό για να βλαστήσουν, ενώ η αύξηση του βλαστικού σωλήνα απαιτεί σχετική υγρασία 98 ως 100 % [95]. Το ωίδιο είναι δηλαδή η μόνη από τις ασθένειες αυτού του κειμένου που προχωρά χωρίς βροχή και χωρίς διαβροχή, αρκεί η υγρασία του αέρα να είναι υψηλή τη νύχτα. Στη βόρεια Ευρώπη η κύρια περίοδος δράσης είναι από τον Ιούλιο ως τον Οκτώβριο, με μεγάλη διακύμανση από χρονιά σε χρονιά.
Δύο ακόμη σημεία. Υπάρχει φυσιολογική εξειδίκευση: απομονώσεις από γογγύλι δεν μολύνουν λαχανάκια Βρυξελλών και το αντίστροφο, οπότε η παρουσία ωιδίου σε γειτονικό σταυρανθές δεν σημαίνει αυτομάτως κίνδυνο. Και η ένταση είναι πολύ μεγαλύτερη σε γογγύλι και γογγυλοκράμβη παρά στα τέσσερα λαχανικά του κειμένου, όπου οι προσβολές έχουν περιορισμένη επίδραση στην απόδοση και στην ποιότητα [95]. Σε ορισμένες περιοχές το πρόβλημα είναι εντονότερο στα θερμοκηπιακά σταυρανθή, κάτι που συμφωνεί με το ότι η ελληνική βάση έχει εγκρίσεις για το ωίδιο και σε καλλιέργειες θερμοκηπίου [93].
Βερτισιλλίωση, και το κριτήριο που τη χωρίζει από τη φουζαρίωση
Η βερτισιλλίωση των σταυρανθών οφείλεται στο Verticillium dahliae και στο V. longisporum. Τα συμπτώματα εμφανίζονται τρεις ως τέσσερις εβδομάδες μετά τη μεταφύτευση στο κουνουπίδι. Τα παλαιότερα, κατώτερα φύλλα κιτρινίζουν και μαραίνονται, με τη μία πλευρά του φύλλου εντονότερα προσβεβλημένη από την άλλη, και στη συνέχεια καστανιάζουν και πέφτουν, συχνά όταν το φυτό πλησιάζει την ωρίμανση [95].
Και οι δύο αδρομυκώσεις δίνουν μεταχρωματισμό της αγγειώδους μοίρας. Η διάκριση είναι το χρώμα: στη φουζαρίωση ο μεταχρωματισμός είναι ανοιχτοκάστανος ως καστανός, ενώ στη βερτισιλλίωση είναι μαύρος, και στους αγγειακούς ιστούς ανιχνεύονται μικροσκληρώτια. Η μαύρη σήψη του κεφαλαίου 8 δίνει επίσης μαύρο ξύλωμα, αλλά ο μεταχρωματισμός της εντοπίζεται στα ανώτερα, λιγότερο ξυλοποιημένα τμήματα του φυτού [95]. Τρεις ασθένειες, μία τομή, δύο διακριτικά: χρώμα και θέση.
Ριζοκτόνια: τήξεις, συρματοειδής βλαστός και σήψη της βάσης
Το Rhizoctonia solani δεν παράγει αγενή σπόρια και δεν είναι εξειδικευμένο στα σταυρανθή. Στα κραμβοειδή προκαλεί τρεις διαφορετικές εικόνες, που εμφανίζονται σε διαφορετικά στάδια [95].
- Τήξεις σπορείων. Προσβολή του σπόρου ή του φυταρίου πριν από την ανάδυση, ή της ρίζας και του υποκοτυλίου αμέσως μετά. Ο βλαστός που ακουμπά το χώμα σκουραίνει, γίνεται υδατώδης ως καστανός, περιδένεται, και το φυτάριο πέφτει.
- Συρματοειδής βλαστός. Στα μεγαλύτερα φυτάρια η προσβολή περιορίζεται στους εξωτερικούς ιστούς του υποκοτυλίου. Όταν ο εξωτερικός ιστός αποσυντεθεί, μένει μόνο το ινώδες εσωτερικό ξύλωμα, σαν σύρμα. Τα φυτά μαραίνονται, παίρνουν πορφυρό χρώμα, και στο λάχανο ειδικά μπλε, μένουν καχεκτικά και μπορεί να σπάσουν στη γραμμή του εδάφους. Τα μεταφυτευμένα σταυρανθή υπόκεινται μόνο σε αυτή τη μορφή, όχι στις τήξεις.
- Σήψη της βάσης. Μετά την έναρξη σχηματισμού της κεφαλής, οι μίσχοι των κατώτερων φύλλων που ακουμπούν το έδαφος αποκτούν σκούρες καστανές, ωοειδείς αλλοιώσεις. Ακολουθούν δευτερογενείς σήψεις που τις κάνουν μαλακές και υδαρείς.
Η αναγνώριση στον αγρό γίνεται από το ίδιο το μυκήλιο: είναι χονδροειδές και κρατάει κολλημένα σωματίδια χώματος που κρέμονται από τον προσβεβλημένο βλαστό [95]. Πάνω στις αλλοιώσεις της σήψης βάσης σχηματίζει ιστό μυκηλίου και σκληρώτια.
Δύο παράμετροι που αλλάζουν τον σχεδιασμό. Το παθογόνο ευνοείται από θερμό έδαφος, 25 ως 30 °C, αλλά προκαλεί ζημιά και σε πολύ χαμηλότερες θερμοκρασίες όταν η αύξηση του φυταρίου είναι αργή, δηλαδή ο κίνδυνος δεν είναι θερμοκρασιακός αλλά σχετίζεται με τον χρόνο που το φυτάριο μένει ευπαθές. Και οι ομάδες αναστόμωσης διαφέρουν: η AG2-1 στα νεαρά φυτά και σε χαμηλότερες θερμοκρασίες, η AG4 στα ώριμα και σε θερμότερες συνθήκες [95]. Τέλος, το κουνουπίδι είναι ευπαθέστερο από το λάχανο και από τα λαχανάκια Βρυξελλών.
Βοτρύτης, η ασθένεια που δεν ξεκινά μόνη της
Στα σταυρανθή ο βοτρύτης έχει κατά κανόνα μικρή σημασία στον αγρό, επειδή τα προσβεβλημένα παλαιότερα φύλλα αφαιρούνται στη συγκομιδή. Γίνεται σοβαρός σε δύο περιπτώσεις: όταν η καλλιέργεια έχει ήδη υποστεί άλλη βλάβη, δηλαδή έγκαυμα από ψεκασμό, τροφοπενία ή ζημιά από καιρικό φαινόμενο, και στην αποθήκη, ιδίως στο λευκό λάχανο [95].
Τα συμπτώματα είναι καστανές κηλίδες σε φύλλα ή βλαστούς, από 1 ως 2 εκατοστά έως πολύ εκτεταμένες περιοχές, με μαλακή υδαρή σήψη όπου οι ιστοί διαλύονται στο χέρι. Η γκρίζα μυκηλιακή ανάπτυξη εμφανίζεται σε τούφες κοντά στο κέντρο της κηλίδας ή γενικευμένη πάνω στην κεφαλή του κουνουπιδιού [95].
Το διαγνωστικό που μετράει
Ο βοτρύτης σχεδόν πάντα συνδέεται με γήρανση ή μηχανική βλάβη του ιστού. Όταν βρεθεί σε ιστό που δεν είχε προηγούμενη βλάβη, το ερώτημα δεν είναι πώς αντιμετωπίζεται ο βοτρύτης αλλά τι προκάλεσε τη βλάβη. Η λογική είναι ακριβώς η ίδια με εκείνη της σκληρωτινίασης του κεφαλαίου 4, όπου τα ασκοσπόρια χρειάζονται νεκρό ιστό για να αποικίσουν πρώτα.
Σήψη αποθήκευσης από Phytophthora brassicae
Το παθογόνο ήταν καταχωρημένο ως Phytophthora porri, το ίδιο με εκείνο του πράσου. Ο διαχωρισμός έδειξε ότι πρόκειται για ξεχωριστό είδος που προσβάλλει μόνο κραμβοειδή και διαφέρει γενετικά και μορφολογικά από το παθογόνο των αλλιωδών [95].
Η σημασία του είναι κυρίως μετασυλλεκτική, και το μέγεθος δεν είναι μικρό: στην Ευρώπη οι απώλειες σε αποθηκευμένο λευκό λάχανο φτάνουν το 50 % [95]. Στο χωράφι δίνει κηλίδες φύλλων γκρίζες ή μαύρες, υδατώδεις, διαμέτρου 5 ως 20 mm, που μοιάζουν με βοτρύτη ή με βακτηριακή μαλακή σήψη. Το λάχανο Μιλάνου είναι ιδιαίτερα ευπαθές, επειδή τα ρυτιδωμένα φύλλα του κρατούν νερό περισσότερη ώρα από τα λεία. Στο αποθηκευμένο λευκό λάχανο η εικόνα είναι συμπαγής καστανή σήψη που προχωρά από τη βάση του στελέχους προς τα φύλλα.
Ο χρόνος εκδήλωσης εξαρτάται από τη θερμοκρασία αποθήκευσης: τα συμπτώματα εμφανίζονται μέσα σε δύο εβδομάδες στους 20 °C, αλλά μπορεί να χρειαστούν αρκετές εβδομάδες στους 0 ως 2 °C. Η εξάπλωση μέσα στο κιβώτιο αποθήκευσης είναι συνήθως περιορισμένη [95].
Συγκομιδή με στεγνές συνθήκες αγρού. Προσεκτικός χειρισμός των κεφαλών. Οι κεφαλές μπαίνουν στην αποθήκη χωρίς χώμα και λάσπη. Απολύμανση των μαχαιριών κοπής όταν λερωθούν. Οι κηλίδες φύλλων στο χωράφι εμφανίζονται μετά από έντονη βροχή, ένδειξη ότι το μόλυσμα ανεβαίνει από το έδαφος με την εκτίναξη σταγόνων [95]. Το πρόβλημα δηλαδή δεν δημιουργείται στην αποθήκη, μεταφέρεται σε αυτήν.
10. Ιώσεις: ο τρόπος μετάδοσης και γιατί καθορίζει τη στρατηγική αντιμετώπισης
Αναθεώρηση της ονοματολογίας των δύο ιών
Η Διεθνής Επιτροπή Ταξινομίας των Ιών επέβαλε διωνυμική ονοματολογία στα είδη ιών, και οι δύο ιοί που αφορούν τα σταυρανθή άλλαξαν όνομα [39].
| Κοινό όνομα | Νέο όνομα είδους | Οικογένεια |
|---|---|---|
| Turnip mosaic virus (TuMV) | Potyvirus rapae | Potyviridae |
| Cauliflower mosaic virus (CaMV) | Caulimovirus tessellobrassicae | Caulimoviridae |
Τα ακρωνύμια TuMV και CaMV παραμένουν σε χρήση για τους ιούς, όχι για τα είδη.
Χρόνος απόκτησης του ιού και συνέπειες για τη χημική αντιμετώπιση
Ο TuMV μεταδίδεται με μη επίμονο τρόπο από τουλάχιστον 89 είδη αφίδων, ανάμεσά τους η Myzus persicae και η Brevicoryne brassicae, και έχει το ευρύτερο γνωστό φάσμα ξενιστών από κάθε ποτυϊό, τουλάχιστον 318 είδη σε περισσότερες από 43 οικογένειες δικοτυλήδονων [36]. Ο CaMV μεταδίδεται από περισσότερα από 27 είδη αφίδων, με μη κυκλοφορικό τρόπο, και συγκρατείται για λίγες ώρες στους στυλίσκους της αφίδας [38].
Σε πειράματα μετάδοσης από φυτό σε φυτό με μεμονωμένες αφίδες, ο χρόνος απόκτησης του TuMV ήταν δύο λεπτά επιφανειακής δοκιμαστικής νύξης [37]. Κανένα εντομοκτόνο επαφής δεν σκοτώνει μια αφίδα μέσα σε δύο λεπτά. Άρα ο ψεκασμός δεν αποτρέπει τη μετάδοση του ιού. Αποτρέπει μόνο την εγκατάσταση αποικίας, που είναι διαφορετικό πρόβλημα.
Τα μέτρα που έχουν νόημα είναι φυσικά και χρονικά: απομόνωση του σπορείου από τις αφίδες με φράγμα σιτηρών ή με εντομοστεγανό δίχτυ, απολύμανση εργαλείων και εξοπλισμού, εξάλειψη των σταυρανθών ζιζανίων που λειτουργούν ως δεξαμενές εκτός καλλιεργητικής περιόδου, και καθαρό πολλαπλασιαστικό υλικό [38].
Το μέγεθος της ζημιάς από τον CaMV: η επίπτωση μπορεί εύκολα να ξεπεράσει το 70 % και οι απώλειες απόδοσης να φτάσουν το 20 ως 50 % [38]. Οι δεξαμενές του περιλαμβάνουν καλλιεργούμενα και αυτοφυή Brassicaceae, με τα ζιζάνια να είναι γνωστές πηγές εκτός καλλιεργητικής περιόδου [38].
Κριτήρια αναγνώρισης και τα όριά τους
Και οι δύο ιοί δίνουν μωσαϊκό, διαύγαση νεύρων, χλώρωση και νανισμό [38], και είναι οπτικά μη διακριτοί μεταξύ τους. Αυτό που τους ξεχωρίζει από τροφοπενίες και μυκητολογικές προσβολές είναι η διάταξη στο χωράφι: τυχαία, διάσπαρτα μεμονωμένα φυτά, με κλίση προς τις παρυφές του αγρού και προς τα σταυρανθή ζιζάνια, ποτέ σε κηλίδες ομοιόμορφου σχήματος και ποτέ κατά μήκος των γραμμών άρδευσης. Αυτό απορρέει άμεσα από τη μετάδοση με περαστικές αφίδες. Η οριστική ταυτοποίηση απαιτεί εργαστήριο, με ELISA ή RT-PCR.
Δημοσιευμένη ελληνική καταγραφή των δύο ιών σε σταυρανθή λαχανικά δεν εντοπίστηκε, και η EPPO δεν τηρεί σύνολο δεδομένων εξάπλωσης για κανέναν από τους δύο. Η ενότητα κρατείται σύντομη για αυτόν τον λόγο: τα μεγέθη που παρατίθενται είναι διεθνή, και το μόνο που μεταφέρεται με ασφάλεια είναι η αρχή που προκύπτει από τον χρόνο απόκτησης των δύο λεπτών, δηλαδή ότι για τις ιώσεις η λύση είναι φυσική και προληπτική, όχι χημική.
11. Λεπιδόπτερα: θερμικές απαιτήσεις, όρια επέμβασης και κατάσταση ανθεκτικότητας
Plutella xylostella: θερμικές απαιτήσεις, ανθεκτικότητα και όρια
Είναι ο σημαντικότερος εχθρός των σταυρανθών παγκοσμίως, και ο λόγος δεν είναι η ζημιά ανά προνύμφη αλλά η ταχύτητα με την οποία αναπτύσσει ανθεκτικότητα.
Τρεις ανεξάρτητες εργασίες δίνουν διαφορετικές τιμές. Η συχνότερα παρατιθέμενη είναι 312,5 βαθμοημέρες πάνω από κατώτερο όριο 6,3 °C για τον πλήρη κύκλο από το ωό ως το ενήλικο [40]. Δεύτερη εργασία δίνει όρια ανά στάδιο, 3,76 °C για το ωό, 4,79 °C για την προνύμφη και 4,21 °C για τη νύμφη, με αθροιστικό θερμοάθροισμα 118 βαθμοημερών για τα τρία στάδια [41]. Τρίτη, πρόσφατη εργασία δίνει κατώτερο όριο 8,74 °C και ολικό θερμοάθροισμα 426,68 βαθμοημέρες, με βέλτιστη θερμοκρασία 29,6 ως 32,7 °C [42].
Η ασφαλής διατύπωση είναι ότι το κατώτερο θερμικό όριο κυμαίνεται από 3,8 έως 8,7 °C ανάλογα με τον πληθυσμό και τη μεθοδολογία, και το θερμοάθροισμα μιας γενιάς από περίπου 312 έως περίπου 427 βαθμοημέρες. Αριθμός γενεών για την Ελλάδα ή τη Μεσόγειο δεν έχει δημοσιευθεί, και δεν δίνεται εδώ.
Η ανθεκτικότητα είναι το πραγματικό ζήτημα. Το διεθνές πρωτόκολλο ελέγχου ευαισθησίας καλύπτει δεκατρείς διαφορετικούς τρόπους δράσης, από τα καρβαμιδικά και τα οργανοφωσφορικά ως τα διαμίδια [45]. Η πρώτη τεκμηριωμένη ανάπτυξη ανθεκτικότητας σε Bacillus thuringiensis σε πληθυσμούς αγρού δημοσιεύθηκε το 1990 για το P. xylostella στη Χαβάη, με LC50 και LC95 25 ως 33 φορές υψηλότερα από ευαίσθητους εργαστηριακούς πληθυσμούς [43]. Το spinosad εισήχθη το 1997, και μετά από περίπου δυόμισι χρόνια εμπορικής χρήσης στη Χαβάη, έξι από δώδεκα πληθυσμούς αγρού είχαν λόγο τοξικότητας μεγαλύτερο από 100 [44].
Τα όρια επέμβασης διαφέρουν ριζικά ανά πηγή. Η υπηρεσία της Καλιφόρνιας δηλώνει ρητά ότι δεν έχουν αναπτυχθεί οικονομικά όρια για το είδος εκεί [46]. Το Ουισκόνσιν δίνει όρια ποσοστού προσβεβλημένων φυτών για το σύνολο των λεπιδοπτέρων, τα οποία περιλαμβάνουν ρητά και την πιερίδα.
| Καλλιέργεια και στάδιο | Όριο, προσβεβλημένα φυτά |
|---|---|
| Σπορείο, όλες οι καλλιέργειες | 10 % |
| Λάχανο, μεταφύτευση ως σχηματισμό κυπέλλου | 30 % |
| Λάχανο, κύπελλο ως αρχή κεφαλής | 20 % |
| Λάχανο, αρχή κεφαλής ως συγκομιδή | 10 % |
| Μπρόκολο και κουνουπίδι, μεταφύτευση ως πρώτη κεφαλή | 50 % |
| Μπρόκολο και κουνουπίδι, από τον σχηματισμό της κεφαλής | 10 % |
Οι τιμές προέρχονται από δελτίο του Πανεπιστημίου του Ουισκόνσιν [47] και δεν έχουν επικυρωθεί για ελληνικές συνθήκες. Η λογική τους όμως μεταφέρεται άμεσα: όσο το φυτό είναι σε φυλλική ανάπτυξη αντέχει ζημιά, ενώ από τη στιγμή που σχηματίζεται το εμπορεύσιμο όργανο η ανοχή πέφτει στο ένα δέκατο.
Pieris brassicae και Pieris rapae: διάκριση από τη μορφή της ωοτοκίας
Η Pieris brassicae καταγράφεται από την EPPO ως παρούσα στην Ελλάδα, χωρίς λεπτομέρειες [94], και αμφότερα τα είδη αποτελούν ονομαστικό στόχο εγκρίσεων του ΥΠΑΑΤ στις τέσσερις καλλιέργειες [93]. Η διάκρισή τους στο χωράφι γίνεται από τη μορφή της ωοτοκίας, και αυτό τεκμηριώνεται από τρεις ανεξάρτητες πηγές. Η P. brassicae ωοτοκεί ομαδικά, σε συμπαγείς κίτρινες ωοπλάκες: 40 ως 100 ωά ανά ωοπλάκα [48], με αναφορές έως 200 ωά [49]. Η P. rapae ωοτοκεί μεμονωμένα ωά, διάσπαρτα [48][49]. Αντίστοιχα, οι νεαρές προνύμφες της P. brassicae τρέφονται ομαδικά, ενώ της P. rapae είναι μονήρεις [49].
Η πρακτική συνέπεια είναι ο χρόνος επέμβασης. Μια ωοπλάκα εκατό ωών δίνει εκατό προνύμφες σε ένα φυτό, οι οποίες μένουν μαζί στα πρώτα στάδια. Εκείνη η στιγμή, με τις προνύμφες συγκεντρωμένες και μικρές, είναι και η μόνη στιγμή που το Bacillus thuringiensis δουλεύει καλά. Δύο εβδομάδες αργότερα οι ίδιες προνύμφες είναι διασκορπισμένες, μεγάλες και δύσκολες.
Αριθμός γενεών και συνολική γονιμότητα ανά θήλυ για κανένα από τα δύο είδη δεν τεκμηριώθηκαν σε αυτή την έρευνα, και δεν δίνονται.
Mamestra brassicae: νυκτόβια δραστηριότητα και ενδοφυτική εγκατάσταση
Ανάλογα με το κλίμα έχει μία ως τρεις γενιές τον χρόνο. Τα θηλυκά αποθέτουν τα ωά σε κανονικές ωοπλάκες έως 70 ως 80 ωών, κυρίως στην κάτω επιφάνεια των φύλλων, και η διαχείμαση γίνεται στο στάδιο της νύμφης [50].
Οι σχεδόν ανεπτυγμένες προνύμφες κρύβονται στο χώμα κατά τη διάρκεια της ημέρας και μπαίνουν στα φυτά για να τραφούν τη νύχτα. Το αποφασιστικό στοιχείο είναι ότι από το πέμπτο στάδιο οι προνύμφες γίνονται αρνητικά φωτοτακτικές και μετακινούνται μέσα στην καρδιά του φυτού [50].
Αυτό εξηγεί δύο πράγματα που ο παραγωγός βλέπει και δεν καταλαβαίνει. Πρώτον, γιατί η ζημιά μεγαλώνει ενώ καμία κάμπια δεν φαίνεται στην πρωινή επιθεώρηση. Δεύτερον, γιατί ο ψεκασμός αποτυγχάνει στο τέλος: από το πέμπτο στάδιο η προνύμφη είναι μέσα στην κεφαλή, όπου κανένα ψεκαστικό υγρό δεν φτάνει, και η ζημιά είναι ήδη μη αναστρέψιμη. Η επέμβαση έχει νόημα μόνο στα πρώτα στάδια.
Ποια γενιά είναι η καταστροφική δεν τεκμηριώνεται ρητά σε καμία από τις πηγές που ελέγχθηκαν. Το τεκμηριωμένο είναι ότι η κρίσιμη μεταβλητή δεν είναι η γενιά αλλά το προνυμφικό στάδιο.
Autographa gamma: μεταναστευτική συμπεριφορά και παρουσία στην Ελλάδα
Τα σταυρανθή περιλαμβάνονται στους ξενιστές στους οποίους προκαλεί οικονομικά σημαντική ζημιά, το είδος είναι ενδημικό στη Μεσόγειο από όπου μεταναστεύει προς τη βόρεια Ευρώπη, και η παρουσία του στην Ελλάδα είναι τεκμηριωμένη [51]. Έχει 2 ως 5 γενιές τον χρόνο, και οι προνύμφες είναι αποφυλλωτές που ανοίγουν οπές στα φύλλα και τελικά τα σκελετώνουν [51].
Το διαγνωστικό στοιχείο είναι η ίδια η μεταναστευτική συμπεριφορά: τα ενήλικα εμφανίζονται αιφνίδια και μαζικά, με μέγεθος πληθυσμού που αλλάζει δραματικά από χρονιά σε χρονιά [51]. Ένας αγρός που ήταν καθαρός μπορεί να βρεθεί με πληθυσμό μέσα σε λίγες ημέρες, χωρίς τίποτα στο ιστορικό του να το προαναγγέλλει.
Πηγές: 40 41 42 43 44 45 46 47 48 49 50 51
12. Αφίδες και αλευρώδεις: χημική άμυνα του ξενιστή, πολυφαγία και ανθεκτικότητα
Brevicoryne brassicae: αποθήκευση σινιγκρίνης στην αιμολέμφο, μυροσινάση σε χωριστό διαμέρισμα, και επιλεκτική υπονόμευση της φυσικής ρύθμισης από τις πασχαλίτσες
Η Brevicoryne brassicae δεν είναι απλώς μια αφίδα των σταυρανθών. Έχει αναπτύξει σύστημα χημικής άμυνας που αντιγράφει αυτό του ξενιστή της. Προσλαμβάνει γλυκοζινολικά από το φυτό και τα αποθηκεύει στην αιμολέμφο, ενώ παράγει η ίδια μυροσινάση, την οποία κρατάει σε ξεχωριστό διαμέρισμα, στο σαρκόπλασμα των μη πτητικών μυών της κεφαλής και του θώρακα. Όσο η αφίδα είναι ακέραιη τα δύο δεν συναντιούνται. Όταν ένα αρπακτικό τη σπάσει, το ένζυμο βρίσκει το υπόστρωμα και απελευθερώνονται πτητικά ισοθειοκυανικά, δηλαδή η ίδια βόμβα σιναπελαίου που χρησιμοποιεί το φυτό, αλλά μέσα στο σώμα του εντόμου. Η περιεκτικότητα της αιμολέμφου σε σινιγκρίνη μετρήθηκε στα 290 nmol [52].
Η επίδραση στα αρπακτικά έχει μετρηθεί και είναι επιλεκτική. Προνύμφες πρώτου σταδίου της δίστικτης πασχαλίτσας (Adalia bipunctata) δεν επιβίωσαν καθόλου όταν τράφηκαν με αφίδες από Brassica nigra ή από δίαιτα με 0,2 % σινιγκρίνη, ενώ η επιβίωσή τους ήταν υψηλή με αφίδες από δίαιτα χωρίς σινιγκρίνη [53]. Η επτάστικτη πασχαλίτσα (Coccinella septempunctata) επιβιώνει ακόμη και στο 1 % σινιγκρίνης, αλλά με μειωμένο ρυθμό ανάπτυξης και καθυστέρηση μέχρι το δεύτερο στάδιο [53]. Σε σύγκριση άπτερων με πτερωτών αφίδων, η επιβίωση της A. bipunctata ήταν 0 % έναντι 83,3 % [52].
Το συμπέρασμα για τη διαχείριση αφορά τα αρπακτικά και μόνο. Η ίδια χημεία που εμποδίζει τις πασχαλίτσες λειτουργεί αντίστροφα για το παρασιτοειδές: σε δοκιμή με τη Diaeretiella rapae και τον σύρφο Episyrphus balteatus, η συγκέντρωση γλυκοζινολικών στην αφίδα συσχετίστηκε αρνητικά με την απόδοση του αρπακτικού και θετικά με την απόδοση του παρασιτοειδούς, ενώ το παρασιτοειδές προτίμησε τον οικότυπο με την υψηλότερη εκπομπή των πτητικών προϊόντων διάσπασης και το αρπακτικό εκείνον με τη χαμηλότερη [54]. Το πείραμα έγινε σε οικοτύπους Arabidopsis thaliana και όχι σε καλλιεργούμενα σταυρανθή, και η θετική συσχέτιση για το παρασιτοειδές μπορεί να οφείλεται στο μεγαλύτερο βάρος των αφίδων με τα υψηλότερα γλυκοζινολικά [54]. Η πρακτική συνέπεια δεν είναι ότι ο βιολογικός έλεγχος αποκλείεται, αλλά ότι αλλάζει ποιος ωφέλιμος τον ασκεί, και οι πασχαλίτσες δεν είναι αυτός.
Η πρόσληψη είναι και επιλεκτική: η αφίδα συσσωρεύει ειδικά τη σινιγκρίνη σε υψηλές συγκεντρώσεις ενώ απεκκρίνει κατά προτίμηση τη δομικά παρόμοια προγοϊτρίνη, και η πιθανότητα προσβολής μειώνεται όσο αυξάνεται η προγοϊτρίνη στο φυτό [52].
Myzus persicae: πολυφαγία, μετάδοση ιών και ανθεκτικότητα
Είναι πολυφάγος με εύρος ξενιστών πάνω από 400 είδη σε 40 φυτικές οικογένειες, μεταδίδει περισσότερους από 100 φυτικούς ιούς, και έχουν περιγραφεί τουλάχιστον επτά ανεξάρτητοι μηχανισμοί ανθεκτικότητας στο είδος [55]. Κατά την ανασκόπηση των Ali και συνεργατών, η βάση δεδομένων ανθεκτικότητας αρθροπόδων κατέγραφε 483 περιπτώσεις ανθεκτικότητας σε 84 δραστικές ουσίες για το είδος [56]. Μεταδίδει τεκμηριωμένα και τους δύο ιούς που αφορούν τα σταυρανθή, τον ιό του μωσαϊκού του κουνουπιδιού και τον ιό του μωσαϊκού της γογγύλης [56].
Για την Ελλάδα υπάρχει εικοσαετές σύνολο δεδομένων. Ελληνική ομάδα μελετά το είδος επί περισσότερα από είκοσι χρόνια, σε ροδακινιά και καπνό, όχι σε σταυρανθή, και τεκμηριώνει τη διατήρηση μέτριων ως υψηλών επιπέδων ανθεκτικότητας σε πολλαπλές χημικές ομάδες, με τους μηχανισμούς R81T στον νικοτινικό υποδοχέα ακετυλοχολίνης, kdr, εστερασικούς μηχανισμούς και MACE [57].
Aleyrodes proletella: διαγνωστικά γνωρίσματα, ανθεκτικότητα και καθεστώς στην Ελλάδα
Ξεχωρίζει από τους δύο άλλους αλευρώδεις των λαχανικών με ένα γνώρισμα που φαίνεται με απλό φακό: δύο ζεύγη μαύρων στιγμάτων στα πρόσθια φτερά. Το ενήλικο είναι περίπου 1,5 mm με άνοιγμα φτερών περίπου 3 mm [59]. Ούτε ο αλευρώδης του θερμοκηπίου (Trialeurodes vaporariorum) ούτε ο Bemisia tabaci φέρουν στίγματα στα φτερά.
Η ζημιά είναι κυρίως ποιοτική. Σπάνια μειώνει την απόδοση, αλλά τα ακίνητα ανώριμα στάδια και τα μελιτώματα, πάνω στα οποία αναπτύσσεται καπνιά, ρυπαίνουν και υποβαθμίζουν το εμπορεύσιμο προϊόν [59]. Σε κεφαλή λάχανου ή μπρόκολου αυτό σημαίνει απόρριψη.
Η ανθεκτικότητα είναι τεκμηριωμένη σε δύο μέτωπα. Στα πυρεθρινοειδή βρέθηκε ανθεκτικότητα σε δείγματα από την Αγγλία την περίοδο 2009 ως 2011 [59]. Στις κυκλικές κετοενόλες, που δρουν στην ακετυλο-CoA καρβοξυλάση, εντοπίστηκε μετάλλαξη στόχου γνωστή ως A2083V κατά την αρίθμηση του Bemisia tabaci, δηλαδή A2084V στον A. proletella, σε 49 πληθυσμούς από οκτώ ευρωπαϊκές χώρες. Οι λόγοι ανθεκτικότητας ήταν 56 έως πάνω από 72 φορές για το spiromesifen και 16 έως πάνω από 56 φορές για το spirotetramat, με τη μεγαλύτερη συχνότητα του αλληλομόρφου στην Ολλανδία και μετά στη Γερμανία [58]. Η Ελλάδα δεν περιλαμβάνεται στις οκτώ χώρες της μελέτης, και δημοσιευμένα δεδομένα ανθεκτικότητας από ελληνικούς πληθυσμούς δεν εντοπίστηκαν. Το είδος πάντως αναγνωρίζεται ως στόχος στη χώρα: η βάση εγκρίσεων του ΥΠΑΑΤ περιλαμβάνει καταχωρίσεις με ονομαστικό στόχο το Aleyrodes proletella σε κουνουπίδι και μπρόκολο [93], που αποτελεί έμμεση αλλά ελληνική τεκμηρίωση της παρουσίας και της οικονομικής του σημασίας.
Άλλα τεκμηριωμένα στοιχεία: 2 ως 5 γενιές τον χρόνο στο Ηνωμένο Βασίλειο, διαχείμαση ως ενήλικα θηλυκά σε προστατευμένες θέσεις, και αντοχή σε −20 °C για σύντομα διαστήματα και −5 °C για αρκετές ημέρες [59]. Στην Τσεχία, τα πρώτα ωά σε σταυρανθή λαχανικά βρίσκονται περί τις 20 Μαΐου και η μαζική μετανάστευση των ενηλίκων γίνεται μεταξύ 6 Ιουνίου και 2 Αυγούστου [60]. Οι ημερομηνίες αφορούν την Τσεχία και δεν μεταφέρονται στην Ελλάδα, το χρήσιμο είναι η δομή: μία συγκεντρωμένη περίοδος εισβολής, μέσα στην οποία η καλλιέργεια είναι ευάλωτη.
Αριθμητικά όρια επέμβασης για τον αλευρώδη των σταυρανθών δεν έχουν δημοσιευθεί, και η παρακολούθηση γίνεται με κίτρινες κολλητικές παγίδες [59].
Πηγές: 52 53 54 55 56 57 58 59 60
13. Μύγα της κράμβης (Delia radicum): θερμοαθροίσματα εδάφους, όρια δειγματοληψίας και ο ρόλος των εδαφικών θερμοκρασιών του ελληνικού καλοκαιριού
Θερμοαθροίσματα εδάφους και όρια δειγματοληψίας
Η φαινολογία της στηρίζεται σε θερμοαθροίσματα εδαφικής θερμοκρασίας, και το βάθος μέτρησης δεν είναι αυθαίρετο.
Η αναφορική εργασία ορίζει βάση 4 °C αντί των 6 °C που χρησιμοποιούσαν οι περισσότεροι συγγραφείς, έναρξη αθροίσεων την 1η Φεβρουαρίου, και δείχνει ότι ο χρόνος εξόδου προβλέπεται ακριβέστερα από βαθμοημέρες σε βάθος 6 εκατοστών, που είναι το μέσο βάθος διαχείμασης των νυμφών, παρά από βαθμοημέρες αέρα. Για 50 % έξοδο απαιτήθηκαν 179 ± 8 βαθμοημέρες εδάφους ή 230 ± 10 βαθμοημέρες αέρα πάνω από τους 4 °C. Τα αρσενικά βγαίνουν 25 ως 50 βαθμοημέρες πριν από τα θηλυκά, και μεσολαβούν άλλες 60 ως 170 βαθμοημέρες μέχρι τη μέγιστη δραστηριότητα στις νέες καλλιέργειες [61].
Ευρωπαϊκή πηγή δίνει, με βάση τους 6 °C, περίπου 80 βαθμοημέρες για να ωριμάσουν τα ωά του θηλυκού μετά την έξοδο και περίπου 500 βαθμοημέρες για μια πλήρη γενιά από το ωό ως το ενήλικο [62].
Το όριο είναι αμφιλεγόμενο και παρουσιάζονται και οι δύο θέσεις. Η αμερικανική σύσταση είναι δειγματοληψία 25 φυτών σε ομάδες των 2 ως 5, και εφαρμογή εδαφικού διαβροχισμού δύο ως τρεις ημέρες μετά τη διαπίστωση μέσου όρου ενός ωού ανά φυτό [63]. Η βρετανική πηγή δηλώνει ρητά ότι δεν υπάρχουν αξιόπιστα όρια επέμβασης για τη μύγα της κράμβης [62]. Επικυρωμένο οικονομικό όριο με δημοσιευμένη τεκμηρίωση δεν εντοπίστηκε.
Εδαφικές θερμοκρασίες που ξεπερνούν τους 35 °C στα πρώτα 5 ως 7 εκατοστά σκοτώνουν τα ωά, και σε υψηλές εδαφικές θερμοκρασίες δεν υπάρχει λόγος επέμβασης για τον εχθρό αυτό [63]. Σε ελληνικές συνθήκες οι θερμοκρασίες αυτές επιτυγχάνονται εύκολα από τον Μάιο. Αυτό ανεβάζει τη σημασία του εχθρού σε σχέση με τη βόρεια Ευρώπη, και τοποθετεί τον κίνδυνο στις ανοιξιάτικες και τις όψιμες φθινοπωρινές φυτεύσεις, όχι στις καλοκαιρινές.
Η Contarinia nasturtii αναφέρεται συχνά στη βορειοευρωπαϊκή και τη βορειοαμερικανική βιβλιογραφία, και για αυτό σημειώνεται εδώ, χωρίς περαιτέρω ανάλυση. Δεν είναι ενωσιακά ρυθμιζόμενος επιβλαβής οργανισμός: στη βάση δεδομένων της EPPO η μόνη καταχώριση παγκοσμίως είναι στον κατάλογο A1 του OIRSA της Κεντρικής Αμερικής, από το 1992 [64]. Η EPPO δεν τηρεί σύνολο δεδομένων γεωγραφικής εξάπλωσης για το είδος, οπότε δεν καταγράφει ούτε παρουσία ούτε απουσία στην Ελλάδα [64], και στη βάση εγκρίσεων του ΥΠΑΑΤ δεν υπάρχει καμία καταχώριση με στόχο το είδος σε καμία από τις τέσσερις καλλιέργειες [93]. Όπου η ζημιά του περιγράφεται, αφορά το μερίστωμα και όχι το φύλλωμα, με συστροφή των φύλλων της καρδιάς και φελλώδεις ουλές χωρίς οπές μάσησης [65].
14. Κολεόπτερα και υμενόπτερα: ψύλλοι, ρυγχωτοί και η διάκριση ψευδοκάμπιας από κάμπια
Phyllotreta spp.: ευπάθεια κηρωδών και γυαλιστερών φύλλων, ποια όρια ισχύουν και ποια δεν μεταφέρονται, και η παρουσία στην Ελλάδα
Τα ενήλικα τρέφονται σε φύλλα και βλαστούς αφήνοντας μικρές στρογγυλές διαμπερείς οπές. Η έντονη προσβολή μπορεί να σκοτώσει φυτάρια, και η μέτρια να καθυστερήσει την ωρίμανση, να μειώσει την απόδοση ή να καταστήσει την καλλιέργεια μη εμπορεύσιμη [66]. Το δεύτερο διαγνωστικό στοιχείο είναι συμπεριφορικό: τα ενήλικα πηδούν όταν ενοχληθούν, και αυτό δυσκολεύει την καταμέτρηση [66].
Υπάρχει σημαντική διαφορά ευπάθειας ανάλογα με το φύλλωμα. Οι καλλιέργειες με κηρώδη φύλλα, δηλαδή λάχανο, μπρόκολο και λαχανίδα, είναι λιγότερο ελκυστικές και η ζημιά περιορίζεται στα περιθώρια των φύλλων όσο το φυτό ωριμάζει. Οι καλλιέργειες με γυαλιστερά φύλλα είναι πολύ πιο ελκυστικές, ζημιώνονται σε όλη την επιφάνεια του φύλλου και παραμένουν ευπαθείς από τη φύτευση ως τη συγκομιδή [66].
Το ευρέως διαδεδομένο όριο «25 % της επιφάνειας των κοτυληδόνων» είναι όριο δράσης για την ελαιοκράμβη και δεν μεταφέρεται στα λαχανικά. Το μόνο όριο που εντοπίστηκε για λαχανοκομικά σταυρανθή είναι, σε νεαρά φυτά, ένα ενήλικο ανά φυτό ή 10 % μέση φυλλική ζημιά, με τη ρητή επιφύλαξη ότι δεν υπάρχει σταθερό οικονομικό όριο που να ισχύει για όλες τις καλλιέργειες, επειδή διαφέρουν πολύ σε ευπάθεια και ελκυστικότητα [66]. Η τιμή αυτή είναι σύσταση υπηρεσίας, χωρίς πρωτογενή πειραματική τεκμηρίωση.
Για την Ελλάδα, η EPPO καταγράφει το Phyllotreta cruciferae ως παρόν, χωρίς λεπτομέρειες [94], και η βάση εγκρίσεων του ΥΠΑΑΤ περιλαμβάνει καταχωρίσεις με στόχο Phyllotreta spp. και P. nemorum στις τέσσερις καλλιέργειες [93]. Δημοσιευμένος κατάλογος των ειδών που απαντούν σε ελληνικές καλλιέργειες δεν εντοπίστηκε.
Brassicogethes aeneus, πρώην Meligethes aeneus
Είναι ο κύριος εχθρός της ελαιοκράμβης, αλλά έχει τεκμηριωμένη σημασία και στα λαχανικά, και ο λόγος είναι ανατομικός: η κεφαλή του κουνουπιδιού και η ταξιανθία του μπρόκολου είναι ανθοφόρος ιστός.
Τα ενήλικα χαρακτηρίζονται ως περιστασιακοί εχθροί του κουνουπιδιού και του μπρόκολου, προκαλώντας ζημιά με τη βόσκηση των ανθιδίων. Η ζημιά συμβαίνει συνήθως στα μέσα του καλοκαιριού, όταν τα νέα ενήλικα βγαίνουν από τις καλλιέργειες ελαιοκράμβης και μετακινούνται αλλού για να τραφούν πριν βρουν θέση διαχείμασης [67]. Πέρα από την άμεση ζημιά, τα κολεόπτερα κρύβονται μέσα στην κεφαλή και ρυπαίνουν το συσκευασμένο προϊόν.
Το πρακτικό μέτρο προκύπτει απευθείας από τη βιολογία: η γειτνίαση με ελαιοκράμβη αυξάνει τον κίνδυνο, και το λεπτό εντομοστεγανό δίχτυ που χρησιμοποιείται για τη μύγα της κράμβης αποκλείει και τα ενήλικα κολεόπτερα, εφόσον το μέγεθος του ανοίγματος είναι αρκετά μικρό [67]. Ποσοτικό όριο για λαχανοκομικά σταυρανθή δεν έχει δημοσιευθεί, και στη βάση εγκρίσεων του ΥΠΑΑΤ δεν υπάρχει καταχώριση με στόχο το είδος σε καμία από τις τέσσερις καλλιέργειες [93]. Η αναφορά γίνεται επειδή η κεφαλή του κουνουπιδιού και η ταξιανθία του μπρόκολου είναι ανθοφόρος ιστός, και όχι επειδή υπάρχουν ελληνικά δεδομένα ζημιάς.
Αντίθετα, ο Psylliodes chrysocephala δεν τεκμηριώνεται ως εχθρός των λαχανικών. Η βιβλιογραφία τον ορίζει ως τον κύριο εχθρό της χειμερινής ελαιοκράμβης στην Ευρώπη, σημασία που απέκτησε ιδίως μετά την απαγόρευση των νεονικοτινοειδών στην Ένωση [68], και απουσιάζει από τα δελτία για τα κολεόπτερα των λαχανοκομικών σταυρανθών [67].
Ceutorhynchus spp.: δύο είδη με διαφορετικό τύπο ζημιάς
Δύο είδη έχουν τεκμηριωμένη σημασία στα λαχανικά, με εντελώς διαφορετικό τύπο ζημιάς.
- Ceutorhynchus quadridens. Τα ενήλικα ροκανίζουν το φύλλωμα και ωοτοκούν μέσα στις οπές που ανοίγουν. Οι προνύμφες ανοίγουν στοές μέσα στις νευρώσεις και τους μίσχους, κάνοντάς τους εύθρυπτους. Αν μετακινηθούν στο κύριο στέλεχος σε μεγάλους αριθμούς μπορούν να καταστρέψουν το φυτό, και οι στοές τους προκαλούν κοσμητική ζημιά στο κουνουπίδι. Ο κύκλος είναι μία γενιά τον χρόνο, με διαχείμαση ως ενήλικο στις παρυφές των αγρών [67].
- Ceutorhynchus pleurostigma. Δίνει στρογγυλές κηκίδες στη ρίζα ή στη βάση του στελέχους. Προσβάλλει γογγύλι, γουλί, λάχανο, σαβόι, χειμερινό κουνουπίδι, λαχανάκια Βρυξελλών, κράμβη και σταυρανθή ζιζάνια, και η ζημιά είναι εντονότερη σε όψιμα σπαρμένες καλλιέργειες που είναι μικρές τη στιγμή της προσβολής [69].
Και τα δύο δίνουν ογκίδια στη ρίζα. Η διάκριση γίνεται με τομή: η κηκίδα του εντόμου έχει κοίλο θάλαμο με μία λευκή προνύμφη μέσα, ενώ ο όγκος της ήβης είναι συμπαγής σάρκα χωρίς κοιλότητα. Η διάκριση αυτή περιγράφεται σε πρακτικές πηγές, αλλά δεν εντοπίστηκε σε δημοσίευση με κριτές, και για αυτό δίνεται ως πρακτικός κανόνας και όχι ως τεκμηριωμένο κριτήριο.
Athalia rosae (Hymenoptera: Tenthredinidae): διάκριση ψευδοκάμπιας από κάμπια λεπιδοπτέρου
Η Athalia rosae είναι υμενόπτερο της οικογένειας Tenthredinidae, δηλαδή συγγενεύει με τις σφήκες και τα μυρμήγκια, όχι με τις πεταλούδες. Η προνύμφη της μοιάζει με κάμπια και τρώει σαν κάμπια, αλλά δεν είναι κάμπια [71].
| Γνώρισμα | Ψευδοκάμπη υμενοπτέρου | Κάμπια λεπιδοπτέρου |
|---|---|---|
| Ζεύγη κοιλιακών ψευδοποδίων, χωρίς τα πρωκτικά | 6 ή περισσότερα | 5 ή λιγότερα |
| Άγκιστρα στα ψευδοπόδια | απουσιάζουν | παρόντα |
| Οφθαλμοί ανά πλευρά της κεφαλής | ένας | συνήθως έξι, σε σχήμα C |
| Ευαισθησία σε Bacillus thuringiensis kurstaki | καμία | ναι |
Τα σκευάσματα Bacillus thuringiensis var. kurstaki σκοτώνουν μόνο κάμπιες λεπιδοπτέρων και δεν σκοτώνουν προνύμφες υμενοπτέρων [71][72]. Όταν αναφέρεται αποτυχία ενός σκευάσματος Bt σε «κάμπιες» που σκελετώνουν φύλλα σταυρανθών, το πρώτο που πρέπει να ελεγχθεί είναι αν οι «κάμπιες» είναι πράγματι κάμπιες. Η μέτρηση των ζευγών των ψευδοποδίων γίνεται με φακό στο χωράφι και λύνει το ερώτημα σε δέκα δευτερόλεπτα.
Η βιολογία: τρεις γενιές τον χρόνο, διαχείμαση ως νύμφη στο έδαφος, πρώτη γενιά ενηλίκων τον Μάιο με Ιούνιο που αποθέτει έως 300 ωά στα περιθώρια των φύλλων, εκκόλαψη σε 6 ως 8 ημέρες, και προνύμφες που τρέφονται αρχικά μέσα στο φύλλο και μετά εξωτερικά στην κάτω επιφάνεια, σκελετώνοντάς το. Δεύτερη γενιά τον Ιούλιο με Αύγουστο και τρίτη τον Αύγουστο με Σεπτέμβριο [70]. Οι θερμές συνθήκες πάνω από 18 °C αυξάνουν τη δραστηριότητα των ενηλίκων, και τρίτη γενιά εμφανίζεται μετά από θερμά καλοκαίρια [70], στοιχείο άμεσα σχετικό με τις ελληνικές συνθήκες.
Τα ενήλικα έχουν μήκος 7 ως 8 mm, πορτοκαλί κοιλιά και πορτοκαλί θώρακα με δύο μαύρες επωμίδες, ενώ άλλες παρόμοιες σφήκες έχουν εντελώς μαύρη άνω επιφάνεια θώρακα. Οι προνύμφες είναι πρασινόμαυρες με ανοιχτόχρωμη λωρίδα στο πλάι και γυαλιστερή μαύρη κεφαλή, και φτάνουν τα 18 mm [70]. Τα ενήλικα τρέφονται με γύρη και νέκταρ, οπότε η παρουσία τους σε ανθισμένους φυτοφράκτες δίνει έγκαιρη προειδοποίηση επικείμενης προσβολής [70]. Ανθεκτικότητα σε εντομοκτόνα δεν είναι γνωστή [70]. Το όριο των 1 ως 2 προνυμφών ανά φυτό που κυκλοφορεί είναι γερμανικό και αφορά ελαιοκράμβη, με ρητή επιφύλαξη των ίδιων των συντακτών ως προς την ισχύ του [70].
15. Thrips tabaci στο λάχανο: ενδοφυτική κατανομή και όρια της οπτικής δειγματοληψίας
Ο Thrips tabaci στο λάχανο δεν είναι ο τυπικός θρίπας που ασημίζει φύλλα. Η ζημιά του είναι χάλκινος μεταχρωματισμός και τραχιά, φελλώδης υφή στα φύλλα μέσα στην κεφαλή, και μπορεί να φτάσει έως και είκοσι στρώσεις φύλλων βαθιά, ενώ θρίπες έχουν βρεθεί στα πρώτα δεκαεπτά φύλλα της κεφαλής [73].
Στην ίδια εργασία, παρά τους μεγάλους αριθμούς θριπών που συλλέχθηκαν στις παγίδες, οι θρίπες που παρατηρήθηκαν πάνω στις κεφαλές ήταν ελάχιστοι, και η συσχέτιση μεταξύ συλλήψεων στις παγίδες και παρατηρήσεων στις κεφαλές ήταν μηδενική (R² = −0,003). Οι συγγραφείς καταλήγουν ρητά ότι η επιθεώρηση των κεφαλών δεν είναι ενδεικτική του πληθυσμού που βρίσκεται μέσα σε αυτές [73].
Κατά συνέπεια, η αξιόπιστη διάγνωση απαιτεί τομή της κεφαλής σε δείγμα φυτών, και η εκτίμηση του πληθυσμού γίνεται με παγίδες και όχι με οπτική επιθεώρηση.
Αριθμητικό οικονομικό όριο για το είδος στο λάχανο δεν έχει δημοσιευθεί. Η δημοσιευμένη πρακτική στηρίζεται σε παρουσία ή απουσία, με χρονισμό της επέμβασης στο στάδιο έναρξης του σχηματισμού της κεφαλής, δηλαδή όταν η μπάλα των φύλλων φτάσει περίπου τα 7,5 εκατοστά [73]. Η λογική είναι ότι μετά το κλείσιμο της κεφαλής κανένα ψεκαστικό υγρό δεν φτάνει στο σημείο όπου γίνεται η ζημιά.
Δύο παράγοντες μειώνουν τεκμηριωμένα τη ζημιά. Ο πρώτος είναι η ημερομηνία φύτευσης σε συνδυασμό με την ποικιλία: αργότερη φύτευση έδωσε λιγότερη ζημιά στις δέκα εξωτερικές στρώσεις σε συγκεκριμένες ποικιλίες [73]. Ο δεύτερος είναι η πρωιμότητα της συγκομιδής σε σχέση με τη μετανάστευση: στη συγκεκριμένη περιοχή, ως την ημερομηνία συγκομιδής της πρώιμης ποικιλίας είχε συλληφθεί μόνο το 20 % των μεταναστευόντων θριπών, ενώ το υπόλοιπο 80 % ήρθε τον επόμενο μήνα [73]. Δηλαδή η πρώιμη συγκομιδή είναι μέτρο διαφυγής. Καταγράφεται επίσης αρνητική επίδραση των ισχυρών βροχοπτώσεων στους πληθυσμούς [73].
Για την παρακολούθηση, η μέθοδος που περιγράφεται είναι μπλε κολλητικές παγίδες διαστάσεων περίπου 10 × 13 εκατοστών, τοποθετημένες περίπου 60 εκατοστά πάνω από το έδαφος, δηλαδή ακριβώς πάνω από την αναπτυσσόμενη κεφαλή [73].
Πηγές: 73
16. Μη παρασιτικές διαταραχές θρέψης: μολυβδαίνιο, ασβέστιο και βόριο
Τρεις διαταραχές θρέψης παράγουν εικόνες που συχνά αποδίδονται σε παθογόνα, και δύο από αυτές δεν διορθώνονται με λίπανση.
Τροφοπενία μολυβδαινίου στο κουνουπίδι, η ουρά μαστιγίου
Το μολυβδαίνιο είναι συμπαράγοντας της νιτρικής αναγωγάσης, και για αυτό η έλλειψή του δίνει εικόνα που μοιάζει με έλλειψη αζώτου ενώ το άζωτο είναι επαρκές. Η τροφοπενία επιδεινώνεται σε pH 5,6 και κάτω [90]. Το μολυβδαίνιο είναι το μόνο ιχνοστοιχείο του οποίου η διαθεσιμότητα αυξάνεται με το pH, αντίθετα από τον σίδηρο, το μαγγάνιο, τον ψευδάργυρο, τον χαλκό και το βόριο, και για αυτό η ασβέστωση σε pH 6,0 ή υψηλότερα μπορεί από μόνη της να διορθώσει την τροφοπενία [89].
Το διαγνωστικό γνώρισμα είναι ότι ο ελασματικός ιστός εκφυλίζεται και μένει σχεδόν μόνο το κεντρικό νεύρο, το φύλλο γίνεται λωρίδα σαν μαστίγιο, και τα φύλλα εμφανίζονται ζαρωμένα ή μαραμένα [89]. Πλήττονται πρώτα τα νεαρά φύλλα και το μερίστωμα, ενώ τα παλαιότερα φύλλα μπορεί να είναι σχεδόν φυσιολογικά. Αυτό το ξεχωρίζει απόλυτα από την τροφοπενία αζώτου, που ξεκινά από τα παλαιά φύλλα.
Οι δόσεις διόρθωσης είναι πολύ μικρές και συγκλίνουν από τρεις ανεξάρτητες πηγές σε 0,14 ως 0,56 kg μολυβδαινικού νατρίου ανά εκτάριο διαφυλλικά, δηλαδή 14 ως 56 γραμμάρια ανά στρέμμα. Ειδικότερα: 2 ως 3 ουγγιές ανά acre, δηλαδή περίπου 14 ως 21 γραμμάρια ανά στρέμμα [89], ή ένα τέταρτο ως μισή λίβρα ανά acre, δηλαδή 28 ως 56 γραμμάρια ανά στρέμμα [90]. Για το σπορείο του φυτωρίου δίνονται 2 λίβρες ανά acre, δηλαδή περίπου 224 γραμμάρια ανά στρέμμα [90]. Το μολυβδαινικό νάτριο περιέχει 40 % μολυβδαίνιο [90]. Οι τιμές είναι ενδεικτικές: η τελική σύσταση, η δόση και ο χρόνος εφαρμογής καθορίζονται μετά από ανάλυση φύλλων ή εδάφους και επιτόπια εκτίμηση, με ευθύνη αδειοδοτημένου γεωπόνου.
Κάψιμο των άκρων στο λάχανο: αποτυχία κατανομής του ασβεστίου, όχι έλλειψη
Ο μηχανισμός έχει τρία βήματα, και κάθε ένα τεκμηριώνεται. Πρώτον, το ασβέστιο ανεβαίνει αποκλειστικά με το ρεύμα του ξυλώματος, με κινητήρια δύναμη τη διαπνοή [86]. Δεύτερον, τα εσωτερικά φύλλα της κεφαλής είναι εγκλωβισμένα και δεν διαπνέουν, άρα δεν έλκουν χυμό ξυλώματος. Τρίτον, το ασβέστιο είναι ακίνητο στο φλοίωμα, δηλαδή στην ηθμώδη μοίρα, οπότε τα εξωτερικά φύλλα, που είναι γεμάτα ασβέστιο, δεν μπορούν να του το στείλουν [86].
Άρα, όσο ασβέστιο και να μπει στο έδαφος, δεν υπάρχει μονοπάτι να φτάσει στο σημείο που πάσχει. Η ίδια η βιβλιογραφία το δηλώνει ρητά: η λίπανση με ασβέστιο γενικά δεν λύνει αυτές τις φυσιολογικές διαταραχές [86], και οι διαφυλλικοί ψεκασμοί ασβεστίου δεν έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικοί για τον έλεγχο του καψίματος των άκρων [87], για τον ίδιο ακριβώς λόγο: ο ψεκασμός δεν φτάνει στα εγκλωβισμένα εσωτερικά φύλλα.
Το πείραμα που τεκμηριώνει τον μηχανισμό απομονώνει έναν μόνο παράγοντα. Σε νεαρά φυτά λάχανου υπό συνεχή φωτισμό και σταθερούς 20 ± 1 °C, όλα τα φυτά στο 82 ± 3 % σχετικής υγρασίας εμφάνισαν κάψιμο των άκρων μέσα σε 8 ως 14 ημέρες, ενώ κανένα φυτό στο 52 ± 3 % δεν εμφάνισε σύμπτωμα. Το σύμπτωμα εμφανίστηκε στο ένατο ως δωδέκατο φύλλο, σε μήκος 2 ως 4 εκατοστών [85]. Με ίδιο υπόστρωμα, ίδια διαθεσιμότητα ασβεστίου και ίδια θερμοκρασία, η προσβολή πέρασε από το 100 % στο 0 % με μόνη μεταβλητή τη σχετική υγρασία. Ο μηχανισμός κατά τους συγγραφείς είναι διπλός: η υψηλή υγρασία ταυτόχρονα επιταχύνει την ανάπτυξη, αυξάνοντας τη ζήτηση ασβεστίου, και μειώνει τη διαπνοή, περιορίζοντας τη μεταφορά του.
Η αναλυτική εργασία που συνόψισε τα αίτια καταλήγει στο ίδιο: η διαταραχή προκύπτει από εσωτερικούς περιορισμούς μεταφοράς και όχι από έλλειψη στο έδαφος, και η αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών παραγόντων αποδεικνύεται αποτελεσματικότερη από την άμεση προσθήκη θρεπτικού [88]. Οι τέσσερις επιβαρυντικοί παράγοντες είναι υψηλή ατμοσφαιρική υγρασία, χαμηλή εδαφική υγρασία, υψηλό κάλιο και υψηλό άζωτο [87], με τα δύο τελευταία να ανταγωνίζονται άμεσα το ασβέστιο στην πρόσληψη.
Το διαγνωστικό γνώρισμα είναι ότι η ζημιά παραμένει κρυμμένη. Το φυτό φαίνεται άψογο από έξω και η νέκρωση βρίσκεται στα περιθώρια των εσωτερικών φύλλων, ορατή μόνο με τομή της κεφαλής. Καμία ασθένεια δεν προσβάλλει αποκλειστικά τον εσωτερικό ιστό αφήνοντας τον εξωτερικό υγιή. Προσοχή στη διαφορική διάγνωση: η δευτερογενής βακτηριακή σήψη που ακολουθεί στα νεκρωμένα εσωτερικά φύλλα συχνά παρερμηνεύεται ως πρωτογενής μαλακή σήψη.
Κούφιος βλαστός: διάκριση ρυθμού αύξησης από τροφοπενία βορίου
Ο κούφιος βλαστός στο μπρόκολο οφείλεται κυρίως σε ταχύ ρυθμό αύξησης, δηλαδή σε υψηλό άζωτο, αραιή φύτευση και ευνοϊκές θερμοκρασίες, που κάνουν την εντεριώνη να σκίζεται. Η αρμόδια υπηρεσία το δηλώνει ρητά: η εφαρμογή βορίου δεν συνιστάται για την πρόληψη του κούφιου βλαστού στον αγρό [92].
| Εύρημα στην τομή | Αιτία | Τι γίνεται |
|---|---|---|
| Κοιλότητα λευκή, καθαρή, λεία | ρυθμός αύξησης, υψηλό άζωτο, αραιή φύτευση | συγκράτηση αζώτου και πυκνότερη φύτευση, όχι βόριο [92] |
| Κοιλότητα καστανή, φελλώδης, με ρωγμές | τροφοπενία βορίου | διόρθωση μετά από ανάλυση [87] |
Η τροφοπενία βορίου δίνει σχισμένα και φελλώδη στελέχη, μίσχους και κεντρικά νεύρα, με κούφια στελέχη σε μπρόκολο, λάχανο και κουνουπίδι, ενίοτε αποχρωματισμένα, και καστανές κεφαλές στο κουνουπίδι [87]. Ο φελλός είναι το αποφασιστικό γνώρισμα: το βόριο είναι δομικό συστατικό των πηκτινών του κυτταρικού τοιχώματος, και η έλλειψή του δίνει ιστούς που σκίζονται και επουλώνονται με φελλώδη ουλή. Κανένα παθογόνο δεν παράγει αυτή τη στεγνή, φελλώδη, ρηγματώδη υφή.
Στο έδαφος, η τροφοπενία εμφανίζεται κάτω από 1 ppm διαθέσιμου βορίου και η τοξικότητα πάνω από 5 ppm. Ο συντελεστής είναι μόλις πέντε, και τρεις ανεξάρτητες πηγές συμφωνούν στους ίδιους αριθμούς [91][92]. Στον ιστό, η επάρκεια είναι 20 ως 100 ppm και η τοξικότητα πάνω από 200 ppm [91]. Το περιθώριο ασφαλείας για την εφαρμογή βορίου είναι μικρό, και η υπερβολική εφαρμογή ή η ανομοιόμορφη ανάμειξη στο λίπασμα μπορεί να οδηγήσει σε τοξικότητα [91]. Τα σταυρανθή είναι ευαίσθητα στην τοξικότητα βορίου, με κάψιμο στα περιθώρια των παλαιότερων φύλλων [92].
Στην πράξη, ένα σύνθετο λίπασμα που περιέχει ήδη βόριο, σε συνδυασμό με χωριστή εφαρμογή, μπορεί να περάσει από επάρκεια σε τοξικότητα μέσα σε μία καλλιεργητική περίοδο, και η ανομοιόμορφη ανάμειξη δημιουργεί τοπικές θανατηφόρες συγκεντρώσεις ενώ ο μέσος όρος του αγρού φαίνεται φυσιολογικός. Εφαρμογή βορίου μόνο μετά από εδαφολογική ανάλυση, ποτέ προληπτικά.
Οι δόσεις, μετατρεμμένες σε στρέμματα: εδαφική εφαρμογή για σταυρανθή 0,17 ως 0,34 kg βορίου ανά στρέμμα (1,5 ως 3 λίβρες ανά acre) [87][92], και διαφυλλική εφαρμογή 22 ως 34 γραμμάρια βορίου ανά στρέμμα (0,2 ως 0,3 λίβρες ανά acre), πριν τον σχηματισμό της κεφαλής, με επαρκή όγκο ψεκαστικού υγρού [87][91]. Η διαφυλλική δόση είναι δηλαδή περίπου δεκαπλάσια μικρότερη από την εδαφική, και σε αμφιβολία είναι η ασφαλής οδός, ακριβώς επειδή το περιθώριο τοξικότητας είναι τόσο στενό.
Ο ψεκασμός πάνω σε φυτά με σχηματισμένη κεφαλή ή ταξιανθία μπορεί να προκαλέσει λεκέδες στο εμπορεύσιμο όργανο και εγκαύματα στο φύλλωμα. Απαιτείται προηγούμενη δοκιμή σε περιορισμένο αριθμό φυτών, με το ίδιο σκεύασμα και την ίδια δόση, και αναμονή 5 ως 7 ημερών πριν από τη γενική εφαρμογή. Ο ψεκασμός γίνεται απόγευμα ή νωρίς το πρωί, ποτέ σε καύσωνα και ποτέ σε φύλλωμα υπό υδατική καταπόνηση.
Στην Ελλάδα υπάρχει μια επιπλέον παράμετρος. Το βόριο εκπλένεται εύκολα σε αμμώδη εδάφη με χαμηλή οργανική ουσία και σε συνθήκες χαμηλής εδαφικής υγρασίας η πρόσληψή του σταματά [92]. Σε ασβεστούχα αλκαλικά εδάφη, πολύ κοινά στη χώρα, το βόριο δεσμεύεται και γίνεται λιγότερο διαθέσιμο. Και οι δύο καταστάσεις δίνουν συμπτώματα τροφοπενίας χωρίς πραγματική έλλειψη στο έδαφος, και για αυτό η ανάλυση εδάφους πρέπει να συνοδεύεται από φυλλοδιαγνωστική.
Πηγές: 85 86 87 88 89 90 91 92
17. Διαφορική διάγνωση: ζεύγη αιτίων που συγχέονται και το διακριτικό γνώρισμα
Ο πίνακας συγκεντρώνει τα ζεύγη που μπερδεύονται στην πράξη και το ένα γνώρισμα που τα ξεχωρίζει χωρίς εργαστήριο.
| Μοιάζει με | Αλλά μπορεί να είναι | Το γνώρισμα που τα ξεχωρίζει |
|---|---|---|
| Περονόσπορος | Λευκή σκωρίαση (Albugo candida) | Κρίνει η επιδερμίδα. Ο περονόσπορος αφήνει λεπτό λευκό ως γκριζωπό χνούδι να κάθεται πάνω στην ακέραιη επιδερμίδα, σαν πούδρα. Η λευκή σκωρίαση σχηματίζει ανασηκωμένες λευκές φουσκάλες που σκάνε την επιδερμίδα και ελευθερώνουν κρητιδώδη σκόνη. Ανάγλυφο στο δάχτυλο σημαίνει σκωρίαση. |
| Περονόσπορος σε φυτάρια | Μαύρη σήψη σε φυτάρια | Το φύλλο γυρίζει ανάποδα. Στον περονόσπορο η κηλίδα της πάνω επιφάνειας είναι κιτρινωπή και γωνιώδης, και το χνούδι βρίσκεται μόνο στην κάτω μεριά. Στη μαύρη σήψη το κιτρίνισμα μπαίνει από την άκρη του φύλλου προς τα μέσα σε σχήμα V, τα νεύρα μέσα στην κηλίδα έχουν μαυρίσει, και δεν υπάρχει χνούδι σε καμία από τις δύο επιφάνειες. |
| Μαύρος λαιμός | Μαύρη σήψη | Θέλει φακό πάνω στην ωχρή κηλίδα. Ο μαύρος λαιμός βάζει μικροσκοπικά μαύρα στίγματα σαν πιπέρι, τα πυκνίδια, τακτοποιημένα μέσα στην κηλίδα, και καταλήγει σε έλκος στη βάση του στελέχους που σκάει, ώστε το φυτό να γέρνει ή να σπάει στον λαιμό. Η μαύρη σήψη δίνει κίτρινο V από την άκρη με μαυρισμένα νεύρα και κανένα στίγμα. Καμία άλλη ασθένεια των σταυρανθών δεν βάζει στίγματα μέσα στην κηλίδα. |
| Μαύρη σήψη | Αδρομύκωση | Κρίνουν η κατεύθυνση του κιτρινίσματος και η εγκάρσια τομή του στελέχους. Η μαύρη σήψη ξεκινά από το περιθώριο του φύλλου, με μαύρα νεύρα και αμετάχρωστη την αγγειώδη μοίρα. Η αδρομύκωση κιτρινίζει από μέσα προς τα έξω και από κάτω προς τα πάνω, συχνά στη μία μόνο πλευρά του φυτού, και στην τομή δείχνει καστανό δακτύλιο στην αγγειώδη μοίρα, δηλαδή στο ξύλωμα. |
| Σκληρωτινίαση | Βακτηριακή μαλακή σήψη | Το στέλεχος σχίζεται κατά μήκος και η μάζα μυρίζεται. Η σκληρωτινίαση δίνει λευκό βαμβακώδες μυκήλιο με μαύρα σκληρά σβωλάκια μέσα του, σαν κουτσουλιές ποντικού, και η προσβολή είναι στεγνή και άοσμη. Η βακτηριακή μαλακή σήψη είναι υδαρής, γλοιώδης και δυσοσμεί, χωρίς κανένα σκληρώτιο. |
| Ήβη, όγκοι στη ρίζα | Κηκίδες Ceutorhynchus pleurostigma | Το ογκίδιο κόβεται στη μέση. Στην ήβη η τομή δείχνει συμπαγή σάρκα, χωρίς καμία κοιλότητα. Στην κηκίδα του εντόμου υπάρχει κοίλος θάλαμος με μία λευκή προνύμφη μέσα. Η διάκριση δίνεται ως πρακτικός κανόνας, χωρίς δημοσίευση με κριτές. |
| Ήβη, μάρανση και νανισμός | Αδρομύκωση | Βγαίνει ολόκληρο το φυτό με τη ρίζα και κόβεται ο λαιμός. Η ήβη δίνει όγκους και παραμορφώσεις στη ρίζα, με την αγγειώδη μοίρα αμετάχρωστη. Η αδρομύκωση δίνει καστανή αγγειώδη μοίρα και καθόλου όγκους. |
| Ίωση, μωσαϊκό και νανισμός | Τροφοπενία ή φυτοτοξικότητα | Κρίνει η διάταξη στο χωράφι, πριν από κάθε άλλο σύμπτωμα. Η ίωση δίνει διάσπαρτα μεμονωμένα φυτά, πυκνότερα στις παρυφές από όπου μπαίνουν οι φορείς, με υγιείς γείτονες. Η τροφοπενία και η φυτοτοξικότητα δίνουν συνεχείς ζώνες που ακολουθούν τον τύπο του εδάφους, την κλίση ή τη γραμμή της άρδευσης. |
| Κάμπια σε σκελετωμένο φύλλο | Ψευδοκάμπη Athalia rosae | Μετρώνται με φακό τα ζεύγη των κοιλιακών ψευδοποδίων, χωρίς τα πρωκτικά. Η ψευδοκάμπια του υμενοπτέρου έχει έξι ή περισσότερα ζεύγη, χωρίς άγκιστρα, και έναν οφθαλμό σε κάθε πλευρά της κεφαλής. Η κάμπια λεπιδοπτέρου έχει πέντε ζεύγη ή λιγότερα, με άγκιστρα, και συνήθως έξι οφθαλμούς σε σχήμα C. Δεύτερη επιβεβαίωση: το Bacillus thuringiensis subsp. kurstaki δεν πιάνει την ψευδοκάμπια, οπότε ψεκασμός που απέτυχε είναι από μόνος του ένδειξη. |
| Plutella xylostella | Pieris rapae | Κρίνουν η αντίδραση στην ενόχληση και το ίχνος στο φύλλο. Η Plutella σπαρταράει έντονα ή κρέμεται σε μεταξωτό νήμα και αφήνει «τζαμάκια», δηλαδή βοσκημένο παρέγχυμα με την μία επιδερμίδα άθικτη. Η Pieris rapae δεν κρέμεται σε νήμα και η ζημιά της είναι διαμπερής, χωρίς τζαμάκια. |
| Pieris brassicae | Pieris rapae | Κρίνει η ωοτοκία στην κάτω επιφάνεια του φύλλου. Η Pieris brassicae αποθέτει συμπαγή ωοπλάκα δεκάδων ωών, οπότε οι νεαρές κάμπιες βρίσκονται σε ομάδα πάνω στο ίδιο φύλλο. Η Pieris rapae αποθέτει μεμονωμένα ωά, και οι κάμπιες είναι σκόρπιες. |
| Ζημιά που μεγαλώνει χωρίς ορατή κάμπια | Mamestra brassicae | Κρίνουν η ώρα της επιθεώρησης και η τομή της κεφαλής. Η Mamestra brassicae κρύβεται στο χώμα ή στη βάση του φυτού την ημέρα και τρέφεται τη νύχτα, και από το πέμπτο στάδιο μπαίνει μέσα στην κεφαλή. Ζημιά που μεγαλώνει χωρίς ορατή κάμπια σημαίνει επιθεώρηση το σούρουπο και τομή της κεφαλής, όχι ακόμη ένας ψεκασμός στο φύλλωμα. |
| Αφίδα των σταυρανθών | Myzus persicae | Κρίνουν το εύρος ξενιστών και η επιφάνεια του σώματος. Η Brevicoryne είναι ειδικός των σταυρανθών, με γκριζογάλαζη κηρώδη σκόνη που καλύπτει τις αποικίες. Η Myzus persicae είναι πολυφάγος, βρίσκεται σε δεκάδες άσχετες καλλιέργειες και δεν φέρει την κηρώδη σκόνη. |
| Αλευρώδης | Aleyrodes proletella | Κρίνουν τα πρόσθια φτερά, με απλό φακό. Ο Aleyrodes proletella φέρει δύο ζεύγη μαύρων στιγμάτων στα πρόσθια φτερά, σε ενήλικο περίπου 1,5 mm. Ούτε ο αλευρώδης του θερμοκηπίου (Trialeurodes vaporariorum) ούτε ο Bemisia tabaci φέρουν κανένα στίγμα στα φτερά. |
| Καστάνωση μέσα στην κεφαλή | Θρίπες ή κάψιμο των άκρων | Κόβεται η κεφαλή και μετριέται σε πόσες στρώσεις φτάνει η βλάβη. Οι θρίπες δίνουν τραχιά, φελλώδη υφή σε πολλές διαδοχικές στρώσεις φύλλων. Το κάψιμο των άκρων δίνει νέκρωση περιορισμένη στα περιθώρια των εσωτερικών φύλλων, χωρίς φελλό. |
| Κούφιος βλαστός | Ρυθμός αύξησης ή τροφοπενία βορίου | Κόβεται ο βλαστός εγκάρσια και κρίνεται η επιφάνεια της κοιλότητας. Ο ταχύς ρυθμός αύξησης δίνει κοιλότητα λευκή, καθαρή και λεία, και το βόριο δεν έχει καμία θέση εκεί. Η τροφοπενία βορίου δίνει κοιλότητα καστανή, φελλώδη και με ρωγμές, μαζί με φελλώδεις μίσχους και κεντρικά νεύρα. |
Όμοιες εικόνες προκύπτουν από διαφορετικά αίτια, τα συμπτώματα αλλάζουν με την ποικιλία, την ηλικία και την εποχή, και δύο προβλήματα μπορούν να συνυπάρχουν στο ίδιο φυτό. Ο πίνακας δίνει κατευθύνσεις, όχι διάγνωση. Για τους οργανισμούς καραντίνας η διάγνωση γίνεται μόνο από την αρμόδια αρχή.
18. Ωφέλιμοι οργανισμοί και μέσα χαμηλού κινδύνου: μετρημένα ποσοστά και τα όριά τους
Παρασιτοειδή με μετρημένα ποσοστά παρασιτισμού
Το Diadegma semiclausum είναι το εξειδικευμένο παρασιτοειδές των προνυμφών της Plutella xylostella, και υπάρχει τεκμηριωμένος ελληνικός πληθυσμός. Σε συγκριτική αξιολόγηση τριών ευρωπαϊκών πληθυσμών, από τη Γαλλία, την Ελλάδα και την Ολλανδία, ο ελληνικός πληθυσμός είχε την υψηλότερη επιτυχία παρασιτισμού, τόσο στον τοπικό του ξενιστή όσο και σε νέους ξενιστές: 65,7 ± 13,5 % στον τοπικό και 47,5 ± 13,5 % στους νέους. Είχε επίσης την πιο ισορροπημένη αναλογία φύλων, με 57,4 % θηλυκά, έναντι 95,7 % αρσενικών στον ολλανδικό πληθυσμό [74].
Τα ποσοστά προέρχονται από εργαστήριο και ημι-αγρό σε συνθήκες καραντίνας, και οι ίδιοι οι συγγραφείς προειδοποιούν ότι η επέκταση των αποτελεσμάτων σε συνθήκες αγρού πρέπει να γίνεται με προσοχή [74]. Μετρημένο ποσοστό φυσικού παρασιτισμού σε ελληνικό χωράφι σταυρανθών δεν έχει δημοσιευθεί. Το τεκμηριωμένο είναι ότι ο οργανισμός υπάρχει στη χώρα και ότι ο πληθυσμός του αποδίδει καλά.
Δύο ακόμη ευρήματα της ίδιας εργασίας είναι άμεσα χρήσιμα. Το πρώτο είναι θερμοκρασιακό: ο παρασιτισμός συσχετίστηκε θετικά με τη μέγιστη θερμοκρασία περιβάλλοντος και μηδενίστηκε όταν η μέγιστη έπεσε κάτω από τους 15 °C [74]. Δηλαδή το παρασιτοειδές δουλεύει στην ελληνική άνοιξη και το καλοκαίρι, και σταματά στα κρύα. Το δεύτερο είναι ότι ο μέσος ρυθμός παρασιτισμού στις τέσσερις σταυρανθείς καλλιέργειες ήταν 51,2 ± 6,3 % και δεν διέφερε στατιστικά ανά καλλιέργεια [74], δηλαδή το ωφέλιμο λειτουργεί εξίσου σε λάχανο, μπρόκολο, λαχανάκια Βρυξελλών και λαχανίδα.
Για τις πιερίδες, το αντίστοιχο ωφέλιμο είναι το γένος Cotesia. Σε έρευνα πεδίου στη Μασαχουσέτη, το Cotesia rubecula έγινε το κυρίαρχο παρασιτοειδές της Pieris rapae με μέσο παρασιτισμό 75 %, εκτοπίζοντας το προηγουμένως κυρίαρχο Cotesia glomerata, που πλέον ανιχνεύεται μόλις σε ίχνη, κάτω από το 1 % του συνολικού παρασιτισμού [75].
Για την αφίδα του λάχανου, το παρασιτοειδές είναι το Diaeretiella rapae. Δέχεται όλα τα στάδια της Brevicoryne brassicae, και ο μέσος αριθμός μουμιών ανά θηλυκό μετρήθηκε στις 42,8 [77].
Λωριδοκαλλιέργεια αντί μονοκαλλιέργειας: ο παρασιτισμός των λεπιδοπτέρων περίπου διπλασιάζεται και η σταθερότητά του ανεβαίνει από το 13 % στο πάνω από 60 % των εβδομάδων
Ένα από τα λίγα καλλιεργητικά μέτρα με πρόσφατα, ποσοτικοποιημένα δεδομένα είναι η λωριδοκαλλιέργεια. Σε σύγκριση τεσσάρων επιπέδων διαφοροποίησης σε σύστημα λάχανου, σε δύο βιολογικές εκμεταλλεύσεις και δύο έτη, τα αποτελέσματα ήταν:
| Παρασιτισμός | Μονοκαλλιέργεια | Λωριδοκαλλιέργεια |
|---|---|---|
| Pieris brassicae | 28 % | 58 % |
| Plutella xylostella | 10 % | 25 ως 30 % |
| Ωά Mamestra brassicae από Trichogramma | 1 % | έως 30 % |
Πέρα από το επίπεδο, βελτιώθηκε και η σταθερότητα: η μονοκαλλιέργεια ξεπέρασε τον μέσο όρο του τόπου και του έτους μόνο στο 13 % των εβδομάδων, έναντι πάνω από 60 % στα συστήματα λωρίδων [76]. Τα πειράματα έγιναν στην Ολλανδία και δεν μεταφέρονται αυτούσια, αλλά η κατεύθυνση είναι σαφής και το μέτρο δεν κοστίζει σε εισροές.
Σκευάσματα χαμηλού κινδύνου: δόσεις, χρόνος δράσης και επιμονή
Bacillus thuringiensis subsp. kurstaki. Σε δοκιμές σε λάχανο υπό ημιελεγχόμενες συνθήκες θερμοκηπίου στους 30 ± 5 °C, θερμοκρασία συγκρίσιμη με το ελληνικό καλοκαίρι, οι επεμβάσεις πέτυχαν μείωση ζημιάς 85,7 ως 94,6 %. Η ζημιά ανά φυτό ήταν 81,3 % στον μάρτυρα και έπεσε σε 14,3 %, 12,7 % και 3,3 % με τις τρεις υψηλότερες δόσεις [78].
Στην ίδια εργασία, η συνιστώμενη δόση χρειάστηκε 144 ώρες, δηλαδή έξι ημέρες, για να φτάσει 90 % θνησιμότητα προνυμφών. Οι συγγραφείς το διατυπώνουν ρητά: επειδή το Bt δεν σκοτώνει γρήγορα, ο χρήστης μπορεί λανθασμένα να το θεωρήσει αναποτελεσματικό αν αξιολογήσει την επέμβαση μία ή δύο ημέρες μετά [78].
Υπάρχει όμως και το αντίστροφο πρόβλημα: το μεγαλύτερο μέρος της δράσης του Bt χάνεται μέσα σε δύο ως τρεις ημέρες σε συνθήκες αγρού [78], κυρίως λόγω ηλιακής ακτινοβολίας. Τα δύο μαζί σημαίνουν ότι το Bt απαιτεί μικρές προνύμφες, απογευματινό ψεκασμό και καλή κάλυψη, και ότι σε προχωρημένη προσβολή είναι λάθος επιλογή.
Spinosad. Στις ίδιες συνθήκες και από την ίδια ομάδα, οι τιμές LD90 έναντι προνυμφών στις 72 και 96 ώρες ήταν 0,74 και 0,59 g ανά λίτρο, ενώ έναντι ωών 0,35 και 0,32 g ανά λίτρο, δηλαδή το spinosad είναι δραστικότερο στα ωά παρά στις προνύμφες [79]. Για σύγκριση, οι αντίστοιχες τιμές του Bt kurstaki έναντι προνυμφών ήταν 4,01 ως 11,02 g ανά λίτρο [78], δηλαδή μια τάξη μεγέθους υψηλότερες σε απαιτούμενη συγκέντρωση σκευάσματος. Η σύγκριση είναι ενδεικτική, αφού τα σκευάσματα είναι διαφορετικής φύσης.
Azadirachtin. Σε πειράματα αγρού σε κουνουπίδι, τα όρια δράσης διέφεραν ανάλογα με το σκεύασμα: με σκεύασμα azadirachtin το όριο ήταν 0,55 προνύμφες P. xylostella ανά φυτό, έναντι 0,30 με συνθετικό, ενώ για την Brevicoryne brassicae ήταν 50 άτομα ανά φυτό και για τα δύο [80]. Το υψηλότερο όριο για το βοτανικό σκεύασμα εξηγείται από τον διαφορετικό τρόπο δράσης, που περιλαμβάνει και αποτροπή της ωοτοκίας. Οι συγγραφείς προειδοποιούν ρητά ότι οι ακριβείς τιμές των ορίων έχουν περιφερειακά όρια.
Εντομοπαθογόνοι νηματώδεις. Εναντίον της μύγας της κράμβης, ο τριπλός συνδυασμός βακτηρίου, νηματώδους Steinernema feltiae και μύκητα Metarhizium brunneum μείωσε τόσο την επιβίωση του εντόμου στο θερμοκήπιο όσο και τη ζημιά στον αγρό κατά 50 % το καθένα [81]. Η καλλιέργεια δοκιμής ήταν ραπανάκι, όχι λάχανο. Ως προς την τεχνική εφαρμογής, ο ψεκασμός των δίσκων φυτωρίου έδωσε καλύτερη τοποθέτηση του νηματώδους από τον εδαφικό διαβροχισμό, και μόνο η υψηλή δόση των 200.000 μολυσματικών προνυμφών ανά φυτό μείωσε προσωρινά τον αριθμό των προνυμφών γύρω από τις ρίζες. Η παθογένεια των νηματωδών παρέμεινε υψηλή έως και πέντε εβδομάδες μετά την εφαρμογή και έπεσε στα επίπεδα του μάρτυρα μετά από τέσσερις ως επτά εβδομάδες. Η ίδια εργασία παραδέχεται ρητά ότι η αποτελεσματικότητα δεν φτάνει ακόμη σε εμπορικά πρότυπα [82].
Εντομοστεγανά δίχτυα: αποτελεσματικότητα και περιορισμοί σε θερμό κλίμα
Σε θερινή καλλιέργεια Brassica rapa subsp. chinensis, δίχτυα τριών μεγεθών οπής μείωσαν τους πληθυσμούς αφίδων κατά 50,84 % με το αραιότερο και έως 80 % με τα δύο πυκνότερα, ενώ οι προσβολές από Pieris rapae και Plutella xylostella εξαλείφθηκαν πλήρως στα δύο πυκνότερα. Το βάρος της υπέργειας βιομάζας αυξήθηκε κατά 63,94 ως 67,91 % σε σχέση με τον ακάλυπτο μάρτυρα [83].
Δημοσιευμένο πείραμα σε λάχανο στη Δυτική Αφρική αντιμετώπισε ακριβώς αυτό: η μόνιμη κάλυψη με εντομοστεγανό δίχτυ σε τροπικές συνθήκες προκαλεί υπερθέρμανση και υπερβολική σκίαση. Η λύση που δοκιμάστηκε ήταν κάλυψη μόνο τη νύχτα, με το δίχτυ να αφαιρείται την ημέρα. Ο αριθμός των εμπορεύσιμων λάχανων με το ακατέργαστο δίχτυ ήταν σημαντικά υψηλότερος από ό,τι με διαφυλλικούς ψεκασμούς εντομοκτόνων, και το καθαρό εισόδημα ανά 100 τετραγωνικά μέτρα ήταν 247 δολάρια με δίχτυ, 149 με εντομοκτόνα και 117 στον μάρτυρα [84].
Αυτό είναι το πιο σχετικό εύρημα για το ελληνικό καλοκαίρι, και αλλάζει τον τρόπο που σχεδιάζεται η κάλυψη.
Τα δίχτυα έχουν και δύο τεκμηριωμένους περιορισμούς. Ο πρώτος είναι ότι η μύγα της κράμβης μπορεί να ωοτοκήσει μέσα από το δίχτυ ή πάνω σε αυτό όπου ακουμπά την καλλιέργεια, και οι προνύμφες φτάνουν στα φυτά από κάτω [62]. Ο δεύτερος είναι ότι οι ψύλλοι εξακολουθούν να τρέφονται μέσα από το δίχτυ στα σημεία επαφής [67]. Και ο χρονισμός είναι κρίσιμος: η κάλυψη μπαίνει πριν αρχίσει η ωοτοκία, και δεν εφαρμόζεται σε αγρό που είχε σταυρανθή την προηγούμενη χρονιά, γιατί οι νύμφες που έμειναν στο έδαφος θα βγουν κάτω από το δίχτυ [63].
Πηγές: 74 75 76 77 78 79 80 81 82 83 84
19. Για ποιους στόχους υπάρχει εγκεκριμένη λύση στην Ελλάδα, και πού αναζητούνται οι δραστικές ουσίες
Οι ξένες μελέτες που παρατίθενται παραπάνω αναφέρουν συχνά δραστικές ουσίες που δεν επιτρέπονται στην Ένωση ή δεν έχουν έγκριση για τη συγκεκριμένη καλλιέργεια στην Ελλάδα. Ο πίνακας που ακολουθεί δείχνει για ποιους στόχους υπάρχει και για ποιους δεν υπάρχει εγκεκριμένη λύση, όπως προκύπτει από τη βάση εγκρίσεων του ΥΠΑΑΤ [93].
Ονόματα δραστικών ουσιών μέσα σε άρθρο παλιώνουν: εγκρίσεις λήγουν, ανακαλούνται, προστίθενται νέες, και οι καλλιέργειες που καλύπτει η καθεμιά αλλάζουν. Για αυτό ο πίνακας δεν τις απαριθμεί. Η αναζήτηση γίνεται ανά καλλιέργεια και ανά στόχο, με τις δόσεις, τα σκευάσματα, τους υπεύθυνους διάθεσης και την τελευταία επέμβαση πριν τη συγκομιδή, στο εργαλείο εγκρίσεων που ενημερώνεται από το επίσημο αρχείο του ΥΠΑΑΤ: fyto.plantprotect.gr. Κάθε επέμβαση ελέγχεται εκεί πριν γίνει, και η ετικέτα του σκευάσματος υπερισχύει πάντοτε.
| Στόχος | Καλλιέργειες με καταχώριση στη βάση |
|---|---|
| Περονόσπορος | κυρίως κουνουπίδι και μπρόκολο, με μέρος των καταχωρίσεων και στο λάχανο |
| Αλτερναρίωση | και στις τέσσερις |
| Σκληρωτινίαση | και στις τέσσερις |
| Μαύρη σήψη και βακτηριώσεις | λάχανο, κουνουπίδι, μπρόκολο |
| Φουζάριο και εδαφογενή | και στις τέσσερις, με διαφορές ανά στόχο |
| Ήβη | καμία |
| Πιερίδα και προνύμφες φυλλώματος | και στις τέσσερις, με διαφορές ανά καταχώριση |
| Brevicoryne brassicae | και στις τέσσερις, με διαφορές ανά καταχώριση |
| Myzus persicae και λοιπές αφίδες | και στις τέσσερις, με διαφορές ανά καταχώριση |
| Aleyrodes proletella | κυρίως κουνουπίδι και μπρόκολο |
| Θρίπες | και στις τέσσερις, με διαφορές ανά καταχώριση |
| Ψύλλοι | και στις τέσσερις, με διαφορές ανά καταχώριση |
| Μύγα της κράμβης | κουνουπίδι και μπρόκολο, και λάχανο για μέρος των καταχωρίσεων |
| Ceutorhynchus | λάχανο, κουνουπίδι και μπρόκολο, με διαφορές ανά καταχώριση |
| Κοφτοσκούληκα και αγρότιδες | και στις τέσσερις, με διαφορές ανά καταχώριση |
- Για την ήβη δεν υπάρχει τίποτα. Αυτό δεν είναι παράλειψη του πίνακα αλλά η πραγματικότητα της βάσης. Η διαχείριση είναι αποκλειστικά καλλιεργητική.
- Για τη σκληρωτινίαση υπάρχει μία μόνο καταχώριση, και είναι βιολογικό σκεύασμα. Το βάρος πέφτει στο όργωμα, τη στράγγιση και την αμειψισπορά.
- Στα λεπιδόπτερα υπάρχει πλούτος επιλογών, και αυτό είναι παγίδα. Ακριβώς επειδή υπάρχουν πολλές δραστικές, η εναλλαγή τρόπων δράσης είναι εφικτή και υποχρεωτική. Δεδομένου ότι το P. xylostella έχει αναπτύξει ανθεκτικότητα σε δεκατρείς τρόπους δράσης [45] και σε spinosad μέσα σε δυόμισι χρόνια [44], η επανάληψη της ίδιας δραστικής μέσα στην ίδια καλλιεργητική περίοδο είναι η ασφαλέστερη διαδρομή προς την αποτυχία.
Ο πλήρης και ενημερωμένος κατάλογος σκευασμάτων, δόσεων, χρόνων αναμονής και σταδίων εφαρμογής ανά καλλιέργεια βρίσκεται στη βάση fyto.plantprotect.gr.
20. Μεθοδολογία τεκμηρίωσης και όρια των δεδομένων
Κάθε αριθμός του κειμένου συνοδεύεται από παραπομπή, και κάθε πηγή του καταλόγου δηλώνει τι ακριβώς τεκμηριώνει και αν διαβάστηκε πλήρες κείμενο ή μόνο περίληψη. Αυτό αποτελεί προϋπόθεση για να μπορεί ο αναγνώστης να ελέγξει ό,τι τον αφορά.
Υπάρχουν σημεία όπου η βιβλιογραφία δεν δίνει απάντηση, και αυτά δηλώνονται ρητά στο κείμενο αντί να καλυφθούν με γενικολογίες. Τα σημαντικότερα είναι: ο αριθμός γενεών της κηπουρικής ψείρας στην Ελλάδα, τα όρια επέμβασης για την καραφατμέ, την αφίδα του λάχανου και τον αλευρώδη των σταυρανθών, η ταυτοποίηση σε επίπεδο είδους των ελληνικών απομονωμάτων του μαύρου λαιμού, η παρουσία ή απουσία του αλευρώδη των σταυρανθών και της σκνίπας στην Ελλάδα, και ο μετρημένος φυσικός παρασιτισμός σε ελληνικό χωράφι. Όπου λείπει το ελληνικό δεδομένο, χρησιμοποιείται ξένο με ρητή αναφορά της προέλευσής του.
Τα όρια που δίνονται προέρχονται από βορειοαμερικανικές και βορειοευρωπαϊκές υπηρεσίες και δεν έχουν επικυρωθεί για ελληνικές συνθήκες. Χρησιμεύουν ως τάξη μεγέθους και ως λογική, όχι ως κανόνας. Η μεταφορά τους απαιτεί τοπική παρατήρηση: ο ίδιος αριθμός προνυμφών ανά φυτό δεν σημαίνει το ίδιο σε δροσερό φθινόπωρο και σε καύσωνα, ούτε σε λάχανο που πουλιέται κατά βάρος και σε μπρόκολο που πουλιέται κατά όψη.
Όσα κρίνονται πριν από την εγκατάσταση συνοψίζονται σε τρία μεγέθη της καλλιέργειας. Το 0,03 % μολυσμένων σπόρων που αρκεί για επιδημία μαύρης σήψης σημαίνει ότι η ποιότητα της παρτίδας κρίνεται στο εργαστήριο και όχι στο μάτι. Τα 3,6 έτη ημιζωής των σπορίων της ήβης σημαίνουν ότι μια προσβεβλημένη παρίδα δεν καθαρίζει με μια σεζόν ανάπαυλας. Και τα δύο λεπτά που χρειάζεται μια αφίδα για να μεταδώσει τον ιό σημαίνουν ότι για τις ιώσεις ο ψεκασμός δεν είναι το εργαλείο, το δίχτυ και ο καθαρός σπόρος είναι.
21. Πηγές
Οι αριθμοί μέσα στο κείμενο παραπέμπουν στον παρακάτω κατάλογο. Σε κάθε πηγή δηλώνεται τι ακριβώς τεκμηριώνει και αν χρησιμοποιήθηκε πλήρες κείμενο ή μόνο περίληψη.
- [1] Göker, M., Voglmayr, H., García-Blázquez, G. και Oberwinkler, F. (2009). Species delimitation in downy mildews: the case of Hyaloperonospora in the light of nuclear ribosomal ITS and LSU sequences. Mycological Research 113:308–325. Πηγή για τον περιορισμό του ονόματος Hyaloperonospora parasitica στα στελέχη της καψέλλας και την καθιέρωση του H. brassicae για τα καλλιεργούμενα κραμβοειδή. Μόνο βιβλιογραφική αναφορά μέσω δευτερογενών πηγών, το πρωτότυπο δεν αναγνώστηκε.
- [2] Mohammed, A.E., You, M.P. και Barbetti, M.J. (2018). Temperature and plant age drive downy mildew disease epidemics on oilseed Brassica napus and B. juncea. European Journal of Plant Pathology 151(3):703–711. Πηγή για τον χρόνο επώασης και σποριοποίησης στους 22/17 °C έναντι 14/10 °C. Πλήρες κείμενο.
- [3] California Department of Food and Agriculture (2025). Pest Profile: Hyaloperonospora brassicae. Πηγή για τις ευνοϊκές συνθήκες 20 ως 24 °C με υψηλή υγρασία, για την καταστροφή 40 ως 90 % των νεαρών φυτών, και για την επιμόλυνση του σπόρου χωρίς εσωτερική είσοδο. Πλήρης ανάγνωση δελτίου.
- [4] Agriculture Victoria (Αυστραλία). Downy mildew of brassicas. Πηγή για το βέλτιστο εύρος 8 ως 16 °C και τη μόλυνση φυταρίων μέσα σε τρεις ώρες. Πλήρης ανάγνωση σελίδας.
- [5] UMass Extension Vegetable Program, University of Massachusetts Amherst. Brassicas, Downy Mildew. Πηγή για τον κύκλο σποριοποίησης, βλάστησης και επαναμόλυνσης σε τέσσερις ως πέντε ημέρες και για τη διετή αμειψισπορά. Πλήρης ανάγνωση σελίδας.
- [6] Mohammed, A.E., You, M.P., Banga, S.S. και Barbetti, M.J. (2019). Resistances to downy mildew (Hyaloperonospora brassicae) in diverse Brassicaceae. European Journal of Plant Pathology 153(3):915–929. Πηγή για τη σάρωση 154 γονοτύπων και τους δείκτες ασθένειας 6,6 ως 95,5 %. Πλήρες κείμενο.
- [7] Singh, S., Kalia, P. και Sharma, S.R. (2022). New sources of downy mildew resistance in cauliflower. European Journal of Plant Pathology 163(4):813–826. Πηγή για τη μονογονιδιακή επικρατούσα αντοχή σε κουνουπίδι και τον διαχωρισμό 3:1 στην F2. Περίληψη.
- [8] Woudenberg, J.H.C., Groenewald, J.Z., Binder, M. και Crous, P.W. (2013). Alternaria redefined. Studies in Mycology 75:171–212. Πηγή για την ταξινομική αναθεώρηση του γένους Alternaria. Περίληψη.
- [9] Pacific Northwest Plant Disease Management Handbook, Oregon State University, Washington State University και University of Idaho. Seed Crop, Crucifers, Alternaria Diseases και Cabbage and Cauliflower. Πηγή για τα όρια σχετικής υγρασίας 91,5 % και 87 %, τα θερμοκρασιακά εύρη των δύο ειδών, τις τέσσερις ώρες ελάχιστης διαβροχής, τα δώδεκα έτη επιβίωσης στον σπόρο και τη θερμοθεραπεία στους 50 °C. Πλήρης ανάγνωση.
- [10] Köhl, J. και van der Wolf, J. (2005). Alternaria brassicicola and Xanthomonas campestris pv. campestris in organic seed production of Brassicae: epidemiology and seed infection. Plant Research International B.V., Wageningen, Note 363. Πηγή για τα ποσοστά μόλυνσης σπόρου 4,9 % και 18 %, τα 500 κονίδια ανά σπόρο, και την παραγωγή κονιδίων για 12 και 23 εβδομάδες. Πλήρες κείμενο.
- [11] Amein, T., Wright, S.A.I., Wikström, M., Koch, E., Schmitt, A., Stephan, D., Jahn, M., Tinivella, F., Gullino, M.L., Forsberg, G., Werner, S., van der Wolf, J. και Groot, S.P.C. (2011). Evaluation of non-chemical seed treatment methods for control of Alternaria brassicicola on cabbage seeds. Journal of Plant Diseases and Protection 118(6):214–221. Πηγή για τα σχήματα θερμοθεραπείας 50 °C για 30 λεπτά και 53 °C για 10 λεπτά και για τη μείωση της φυτρωτικότητας. Πλήρες κείμενο.
- [12] Clarkson, J.P., Phelps, K., Whipps, J.M., Young, C.S., Smith, J.A. και Watling, M. (2004). Forecasting sclerotinia disease on lettuce: toward developing a prediction model for carpogenic germination of sclerotia. Phytopathology 94(3):268–279. Πηγή για την καρπογόνο βλάστηση σε 5 ως 25 °C με δυναμικό νερού −100 kPa και για τον χρόνο σχηματισμού αποθηκίων. Πλήρες κείμενο.
- [13] Boldizsár, Z.A., Vörös, L., Kabato, W.S., Kukorelli, G. και Molnár, Z. (2026). A comprehensive review of white rot caused by Sclerotinia sclerotiorum. Agronomy 16(7):688. Πηγή για τη βλάστηση μόνο από βάθος 2 ως 3 cm, για την αδυναμία των ασκοσπορίων να μολύνουν υγιή ιστό, για τους πάνω από 400 ξενιστές και για την επιβίωση έως οκτώ ετών. Πλήρες κείμενο.
- [14] Government of Saskatchewan, Ministry of Agriculture. Sclerotinia. Πηγή για την επιβίωση τριών και περισσότερων ετών, τα δύο εκατομμύρια ασκοσπόρια ανά αποθήκιο, τη διασπορά σε 100 ως 150 m, το όριο 45 % μολυσμένων πετάλων και την απώλεια απόδοσης ίση με το μισό της επίπτωσης. Πλήρης ανάγνωση δελτίου.
- [15] de Gruyter, J., Woudenberg, J.H.C., Aveskamp, M.M., Verkley, G.J.M., Groenewald, J.Z. και Crous, P.W. (2013). Redisposition of phoma-like anamorphs in Pleosporales. Studies in Mycology 75:1–36. Πηγή για την ανακατάταξη στο γένος Plenodomus. Περίληψη.
- [16] Fitt, B.D.L., Brun, H., Barbetti, M.J. και Rimmer, S.R. (2006). World-wide importance of phoma stem canker on oilseed rape. European Journal of Plant Pathology 114(1):3–15. Πηγή για τη διαφορά επιθετικότητας των δύο ειδών και για τις απώλειες 56 εκατομμυρίων ευρώ στο Ηνωμένο Βασίλειο. Πλήρες κείμενο.
- [17] Bagi, B., Palkovics, L. και Petróczy, M. (2023). Phylogenetic analysis of Plenodomus lingam and Plenodomus biglobosus isolates in Hungary. Journal of Plant Diseases and Protection 130:875–882. Πηγή για την αναλογία 51,3 % έναντι 48,7 % στην Ουγγαρία. Περίληψη.
- [18] Biddulph, J.E., Fitt, B.D.L., Leech, P.K., Welham, S.J. και Gladders, P. (1999). Effects of temperature and wetness duration on infection of oilseed rape leaves by ascospores of Leptosphaeria maculans. European Journal of Plant Pathology 105(8):769–781. Πηγή για τη μία μόλυνση ανά τέσσερα σπόρια στους 20 °C με 48 ώρες διαβροχής έναντι μίας ανά 300 σπόρια στις 8 ώρες, και για τον χρόνο επώασης 15 ως 5 ημέρες. Πλήρες κείμενο.
- [19] Naseri, B., Davidson, J.A. και Scott, E.S. (2009). Maturation of pseudothecia and discharge of ascospores of Leptosphaeria maculans on oilseed rape stubble. European Journal of Plant Pathology 125(4):523–531. Πηγή για την ωρίμανση ψευδοθηκίων από 58 ημέρες στους 5 °C σε 22,2 ημέρες στους 15 °C και για τη σημασία της συχνότητας ύγρανσης. Περίληψη.
- [20] Amarasinghe, C.C., Zhang, X. και Fernando, W.G.D. (2016). Detection of Leptosphaeria maculans and Leptosphaeria biglobosa in canola seed lots and dockage. Plants 5(1):12. Πηγή για τη μόλυνση 0,24 % στον σπόρο έναντι έως 31 % στις ξένες ύλες του καθαρισμού. Πλήρες κείμενο.
- [21] EPPO Global Database. Plenodomus lingam (LEPTMA), Distribution. Πηγή για την καταχώριση «Present, no details» για την Ελλάδα. Πλήρης ανάγνωση σελίδας.
- [22] Canola Council of Canada. Blackleg, Canola Encyclopedia. Πηγή για την παραγωγή πυκνιδιοσπορίων επί τρία ως πέντε έτη από τα υπολείμματα και για τη μεταφορά ασκοσπορίων σε τουλάχιστον 10 χιλιόμετρα. Πλήρης ανάγνωση σελίδας.
- [23] Bosland, P.W., Williams, P.H. και Morrison, R.H. (1988). Influence of soil temperature on the expression of yellows and wilt of crucifers by Fusarium oxysporum. Plant Disease 72:777–780. Πηγή για την κατάρρευση της μονογονιδιακής αντοχής τύπου A στους 22 και 24 °C εδαφικής θερμοκρασίας. Περίληψη.
- [24] University of Illinois Extension. Report on Plant Diseases No. 901: Fusarium Yellows of Cabbage and Related Crops. Πηγή για την αναστολή κάτω από 16 °C, τη μέγιστη σοβαρότητα στους 27 ως 29 °C, την αύξηση του πληθυσμού χωρίς ξενιστή και τον κατάλογο των πέντε στελεχών. Πλήρης ανάγνωση δελτίου.
- [25] Cornell University, Cornell Vegetables. Fusarium Yellows of Cabbage and Related Crops. Πηγή για τον θάνατο φυτών μέσα σε δύο εβδομάδες σε ζεστό έδαφος, για το όριο της αντοχής τύπου B στους 25 °C, και για τη διάκριση από τη μαύρη σήψη με βάση τα μαύρα έναντι καστανών νεύρων. Πλήρης ανάγνωση δελτίου.
- [26] Hittorf, M., Letsch-Praxmarer, S., Windegger, A., Bass, D., Kirchmair, M. και Neuhauser, S. (2020). Revised taxonomy and expanded biodiversity of the Phytomyxea (Rhizaria, Endomyxa). Journal of Eukaryotic Microbiology. Πηγή για την κατάταξη της Plasmodiophora brassicae στα Rhizaria και όχι στους μύκητες. Μόνο βιβλιογραφικά στοιχεία, η σελίδα του εκδότη δεν ήταν προσβάσιμη, τόμος και σελίδες δεν τεκμηριώθηκαν.
- [27] Heinrich, A.L., Stone, A., Sullivan, D.M., Myers, J. και Peachey, E. (2016). Integrated Clubroot Management for Brassicas: nonchemical control strategies, EM 9148. Oregon State University Extension Service. Πηγή για το pH 6,5 και 7,0, τους 14 °C ελάχιστης βλάστησης, τους 23 ως 26 °C ταχύτερης ανάπτυξης, τον χρόνο ημιζωής 3,6 ετών και τα ποσοστά της ασβέστωσης στο Όρεγκον. Πλήρες κείμενο.
- [28] Xu, X., Wu, C., Zhang, F., Yao, J., Fan, L., Liu, Z. και Yao, Y. (2025). Comprehensive review of Plasmodiophora brassicae: pathogenesis, pathotype diversity, and integrated control methods. Frontiers in Microbiology 16:1531393. Πηγή για τη βλάστηση σε pH 5 ως 7, για την εμφάνιση της ασθένειας ακόμη και σε pH 8,0, για τα ποσοστά της ασβέστωσης και για τον μονογονιδιακό χαρακτήρα των εμπορικών ανθεκτικών ποικιλιών. Πλήρες κείμενο.
- [29] Botero-Ramírez, A., Kirk, B. και Strelkov, S.E. (2024). Optimizing clubroot management and the role of canola cultivar mixtures. Pathogens 13(8):640. Πηγή για την κατάρρευση της αντοχής εντός τεσσάρων ετών, για τη μείωση των σπορίων έως 90 % μετά από διετή διακοπή και για τα όρια της ένυδρης ασβέστου. Πλήρες κείμενο.
- [30] UC Statewide IPM Program, University of California ANR. Clubroot, Cole Crops, UC IPM Pest Management Guidelines. Πηγή για τη βιωσιμότητα των σπορίων ανάπαυσης δέκα ετών και περισσότερο, για την εικόνα των όγκων και για τον έλεγχο της μεταφοράς μολυσμένου χώματος. Πλήρης ανάγνωση σελίδας.
- [31] Vicente, J.G. και Holub, E.B. (2012). Xanthomonas campestris pv. campestris in the genomic era is still a worldwide threat to brassica crops. Molecular Plant Pathology 14(1):2–18. Πηγή για την επικράτηση των φυλών 1 και 4, για την είσοδο από τα υδαθώδη, για τη λανθάνουσα μόλυνση σε χαμηλές θερμοκρασίες, για την επιβίωση 40 και 20 ημερών στο έδαφος και για τη μεγαλύτερη επικινδυνότητα των φρέσκων σωρών υπολειμμάτων. Πλήρες κείμενο.
- [32] Schaad, N.W., Sitterly, W.R. και Humaydan, H. (1980). Relationship of incidence of seedborne Xanthomonas campestris to black rot of crucifers. Plant Disease 64:91–92. Πηγή για το ότι 0,03 %, 0,07 % και 0,14 % αρχικά μολυσμένων φυτών έδωσαν υψηλή επίπτωση, ενώ το 0,01 % όχι. Περίληψη.
- [33] Liu, Z., Wang, H., Wang, J., Lv, J., Xie, B., Luo, S., Wang, S., Zhang, B., Li, Z., Yue, Z. και Yu, J. (2022). Physical, chemical, and biological control of black rot of brassicaceae vegetables: a review. Frontiers in Microbiology 13:1023826. Πηγή για τις μέσες θερμοκρασίες 25 ως 30 °C, τη θανατηφόρα θερμοκρασία των 40 °C, τις πύλες εισόδου και τα σχήματα θερμοθεραπείας 52 °C για 30 λεπτά και 50 °C για 20 λεπτά. Πλήρες κείμενο.
- [34] Silva Júnior, T.A.F., Silva, J.C., Gonçalves, R.M. και συνεργάτες (2020). Survival of Xanthomonas campestris pv. campestris associated with soil and cauliflower crop debris under Brazilian conditions. European Journal of Plant Pathology 156(2):399–411. Πηγή για την επιβίωση 4 ως 7 ημερών στο έδαφος του αγρού, 14 ημερών στους 20 °C, 4 ημερών στους 30 °C και 255 ημερών στα υπολείμματα κουνουπιδιού. Περίληψη.
- [35] UMass Extension Vegetable Program, University of Massachusetts Amherst. Brassicas, Black Rot. Πηγή για το όριο 0,03 % μολυσμένων σπόρων, για το βέλτιστο εύρος 26,7 ως 30 °C, για τη θερμοθεραπεία 50 °C για 15 ως 30 λεπτά με έλεγχο φυτρωτικότητας, για την επιβίωση 40 ως 60 ημερών στο έδαφος και έως δύο ετών στα υπολείμματα, και για την τριετή αμειψισπορά. Πλήρης ανάγνωση δελτίου.
- [36] Walsh, J.A. και Jenner, C.E. (2002). Turnip mosaic virus and the quest for durable resistance. Molecular Plant Pathology 3(5):289–300. Πηγή για τη μη επίμονη μετάδοση από τουλάχιστον 89 είδη αφίδων και για το εύρος ξενιστών τουλάχιστον 318 ειδών σε πάνω από 43 οικογένειες. Πλήρες κείμενο.
- [37] Berthelot, E., Ducousso, M., Macia, J.-L., Bogaert, F., Baecker, V., Thébaud, G., Gallet, R., Yvon, M., Blanc, S., Khelifa, M. και Drucker, M. (2019). Turnip mosaic virus is a second example of a virus using transmission activation for plant-to-plant propagation by aphids. Journal of Virology 93(9):e01822-18. Πηγή για τον χρόνο απόκτησης των δύο λεπτών σε μεταδόσεις φυτό προς φυτό με μεμονωμένες αφίδες. Πλήρες κείμενο.
- [38] Bak, A. και Emerson, J.B. (2020). Cauliflower mosaic virus (CaMV) biology, management, and relevance to GM plant detection for sustainable organic agriculture. Frontiers in Sustainable Food Systems 4:21. Πηγή για τη μετάδοση από πάνω από 27 είδη αφίδων, για τη συγκράτηση λίγων ωρών στους στυλίσκους, για την επίπτωση άνω του 70 % και τις απώλειες 20 ως 50 %, και για τις δεξαμενές ζιζανίων. Πλήρες κείμενο.
- [39] EPPO Global Database. Potyvirus rapae (TUMV00) και Caulimovirus tessellobrassicae (CAMV00). Πηγή για τα νέα επίσημα ονόματα ειδών των δύο ιών. Πλήρης ανάγνωση σελίδων.
- [40] Marchioro, C.A. και Foerster, L.A. (2011). Development and survival of the diamondback moth as a function of temperature. Neotropical Entomology 40(5):533–541. Πηγή για τις 312,5 βαθμοημέρες πάνω από κατώτερο όριο 6,3 °C. Πλήρες κείμενο.
- [41] Ngowi, B.V., Tonnang, H.E.Z., Mwangi, E.M., Johansson, T., Ambale, J., Ndegwa, P.N. και Subramanian, S. (2017). Temperature-dependent phenology of Plutella xylostella. PLoS ONE 12(3):e0173590. Πηγή για τα όρια ανά στάδιο 3,76, 4,79 και 4,21 °C και τα θερμοαθροίσματα 22,4, 58,5 και 37,1 βαθμοημερών. Πλήρες κείμενο.
- [42] Ahmad, T. και Ansari, M.S. (2026). Characterization of thermal limits and degree day of diamondback moth Plutella xylostella. International Journal of Tropical Insect Science 46(2):1229–1238. Πηγή για το κατώτερο όριο 8,74 °C, τις 426,68 βαθμοημέρες και τη βέλτιστη θερμοκρασία 29,6 ως 32,7 °C. Περίληψη.
- [43] Tabashnik, B.E., Cushing, N.L., Finson, N. και Johnson, M.W. (1990). Field development of resistance to Bacillus thuringiensis in diamondback moth. Journal of Economic Entomology 83(5):1671–1676. Πηγή για την πρώτη δημοσιευμένη καταγραφή ανθεκτικότητας σε Bt σε πληθυσμούς αγρού, με LC50 και LC95 25 ως 33 φορές υψηλότερα. Περίληψη.
- [44] Baxter, S.W., Chen, M., Dawson, A., Zhao, J.-Z., Vogel, H., Shelton, A.M., Heckel, D.G. και Jiggins, C.D. (2010). Mis-spliced transcripts of nicotinic acetylcholine receptor α6 are associated with field evolved spinosad resistance in Plutella xylostella. PLoS Genetics 6(1):e1000802. Πηγή για την εισαγωγή του spinosad το 1997 και για τους έξι από δώδεκα πληθυσμούς με λόγο τοξικότητας άνω του 100 μετά από δυόμισι χρόνια. Πλήρες κείμενο.
- [45] Insecticide Resistance Action Committee. Susceptibility Test Method 018, Plutella xylostella larvae. Πηγή για τους δεκατρείς τρόπους δράσης που καλύπτει το πρωτόκολλο ελέγχου ευαισθησίας. Πλήρης ανάγνωση σελίδας.
- [46] UC Statewide IPM Program, University of California ANR. Cole Crops, Diamondback moth. Πηγή για το ότι δεν έχουν αναπτυχθεί οικονομικά όρια στην Καλιφόρνια, για το σχήμα V των ψευδοποδίων και για τα «τζαμάκια» στο φύλλο. Πλήρης ανάγνωση σελίδας.
- [47] Delahaut, K. (2004). Diamondback Moth, University of Wisconsin-Madison Garden Facts XHT1031. Πηγή για τα όρια ποσοστού προσβεβλημένων φυτών ανά καλλιέργεια και στάδιο. Πλήρες κείμενο.
- [48] Davies, C.R. και Gilbert, N. (1985). A comparative study of the egg-laying behaviour and larval development of Pieris rapae and P. brassicae. Oecologia 67(2):278–281. Πηγή για τις ωοπλάκες 40 ως 100 ωών της P. brassicae έναντι μεμονωμένων ωών της P. rapae. Περίληψη.
- [49] Griese, E., Pineda, A., Pashalidou, F.G., Pizarro Iradi, E., Hilker, M., Dicke, M. και Fatouros, N.E. (2020). Plant responses to butterfly oviposition partly explain preference performance relationships on different brassicaceous species. Oecologia 192(2):463–475. Πηγή για ωοπλάκες έως 200 ωών και για την ομαδική διατροφή των νεαρών προνυμφών. Πλήρες κείμενο προδημοσίευσης και περίληψη εκδότη.
- [50] CABI. Mamestra brassicae (cabbage moth), CABI Compendium. CAB International, Wallingford. Πηγή για τη μία ως τρεις γενιές, τις ωοπλάκες έως 70 ως 80 ωών, την απόκρυψη στο χώμα την ημέρα, την είσοδο στην καρδιά του φυτού από το πέμπτο στάδιο και τη διαχείμαση ως νύμφη. Πλήρης ανάγνωση δελτίου, το έτος αναθεώρησης δεν τεκμηριώθηκε.
- [51] USDA-APHIS-PPQ (2025). Autographa gamma, CAPS Pest Datasheet, έκδοση 2. Πηγή για τα σταυρανθή ως ξενιστές οικονομικής σημασίας, για την ενδημικότητα στη Μεσόγειο, για τις 2 ως 5 γενιές και για την τεκμηριωμένη παρουσία στην Ελλάδα. Πλήρες κείμενο.
- [52] Kazana, E., Pope, T.W., Tibbles, L., Bridges, M., Pickett, J.A., Bones, A.M., Powell, G. και Rossiter, J.T. (2007). The cabbage aphid: a walking mustard oil bomb. Proceedings of the Royal Society B 274(1623):2271–2277. Πηγή για τον εντοπισμό της μυροσινάσης στους μύες κεφαλής και θώρακα, για τα 290 nmol σινιγκρίνης στην αιμολέμφο, για την επιλεκτική πρόσληψη και για τη μηδενική επιβίωση της Adalia bipunctata σε άπτερες αφίδες έναντι 83,3 % σε πτερωτές. Πλήρες κείμενο.
- [53] Pratt, C., Pope, T.W., Powell, G. και Rossiter, J.T. (2008). Accumulation of glucosinolates by the cabbage aphid Brevicoryne brassicae as a defense against two coccinellid species. Journal of Chemical Ecology 34(3):323–329. Πηγή για τη μηδενική επιβίωση της Adalia bipunctata στο 0,2 % σινιγκρίνης και για την επιβίωση της Coccinella septempunctata έως το 1 % με μειωμένο ρυθμό ανάπτυξης. Περίληψη.
- [54] Kos, M., Houshyani, B., Achhami, B.B., Wietsma, R., Gols, R., Weldegergis, B.T., Kabouw, P., Bouwmeester, H.J., Vet, L.E.M., Dicke, M. και van Loon, J.J.A. (2012). Herbivore-mediated effects of glucosinolates on different natural enemies of a specialist aphid. Journal of Chemical Ecology 38(1):100–115. Πηγή για την αρνητική συσχέτιση των γλυκοζινολικών της αφίδας με την απόδοση του αρπακτικού Episyrphus balteatus και τη θετική συσχέτιση με την απόδοση του παρασιτοειδούς Diaeretiella rapae, για την αντίθετη προτίμηση των δύο ωφέλιμων ως προς την εκπομπή των πτητικών προϊόντων διάσπασης, και για τη σημείωση των συγγραφέων ότι η θετική συσχέτιση μπορεί να οφείλεται στο μεγαλύτερο βάρος σώματος των αφίδων. Περίληψη. Το πείραμα έγινε σε οικοτύπους Arabidopsis thaliana, όχι σε καλλιεργούμενα σταυρανθή.
- [55] Bass, C., Puinean, A.M., Zimmer, C.T., Denholm, I., Field, L.M., Foster, S.P., Gutbrod, O., Nauen, R., Slater, R. και Williamson, M.S. (2014). The evolution of insecticide resistance in the peach potato aphid, Myzus persicae. Insect Biochemistry and Molecular Biology 51:41–51. Πηγή για τους πάνω από 100 μεταδιδόμενους ιούς, το εύρος ξενιστών άνω των 400 ειδών σε 40 οικογένειες και τους επτά ανεξάρτητους μηχανισμούς ανθεκτικότητας. Περίληψη και αποσπάσματα κυρίως κειμένου.
- [56] Ali, J., Bayram, A., Mukarram, M., Zhou, F., Karim, M.F., Hafez, M.M.A., Mahamood, M., Yusuf, A.A., King, P.J.H., Adil, M.F., Ma, Z. και Shamsi, I.H. (2023). Peach potato aphid Myzus persicae: current management strategies, challenges, and proposed solutions. Sustainability 15(14):11150. Πηγή για τις 483 καταγεγραμμένες περιπτώσεις ανθεκτικότητας σε 84 δραστικές ουσίες κατά τη βάση APRD και για τη μετάδοση των ιών του μωσαϊκού του κουνουπιδιού και της γογγύλης. Πλήρες κείμενο.
- [57] Margaritopoulos, J.T., Kati, A.N., Voudouris, C.Ch., Skouras, P.J. και Tsitsipis, J.A. (2021). Long-term studies on the evolution of resistance of Myzus persicae to insecticides in Greece. Bulletin of Entomological Research 111(1):1–16. Πηγή για την εικοσαετή ελληνική παρακολούθηση και για τους μηχανισμούς R81T, kdr, εστερασικούς και MACE. Τα δεδομένα αφορούν ροδακινιά και καπνό, όχι σταυρανθή. Περίληψη.
- [58] Müller, V., Maiwald, F., Lange, G. και Nauen, R. (2024). Mapping and characterization of target-site resistance to cyclic ketoenol insecticides in cabbage whiteflies, Aleyrodes proletella. Insects 15(3):178. Πηγή για τη μετάλλαξη A2083V κατά την αρίθμηση του Bemisia tabaci, δηλαδή A2084V στον A. proletella, για τους λόγους ανθεκτικότητας 56 έως άνω των 72 και 16 έως άνω των 56, και για τους 49 πληθυσμούς σε οκτώ χώρες χωρίς την Ελλάδα. Πλήρες κείμενο.
- [59] Collier, R. και Springate, S. Cabbage whitefly, HDC Factsheet 10/14, Horticultural Development Company, Ηνωμένο Βασίλειο. Πηγή για τα δύο ζεύγη μαύρων στιγμάτων στα πρόσθια φτερά, το μέγεθος 1,5 mm, τις 2 ως 5 γενιές, τη διαχείμαση ως ενήλικα θηλυκά, την αντοχή στους −20 και −5 °C, την ποιοτική φύση της ζημιάς, την ανθεκτικότητα στα πυρεθρινοειδή και την απουσία αριθμητικών ορίων. Πλήρες κείμενο.
- [60] Holý, K. και Kovaříková, K. (2024). Spring abundance, migration patterns and damaging period of Aleyrodes proletella in the Czech Republic. Agronomy 14(7):1477. Πηγή για τα πρώτα ωά περί τις 20 Μαΐου και τη μαζική μετανάστευση μεταξύ 6 Ιουνίου και 2 Αυγούστου στην Τσεχία. Περίληψη.
- [61] Collier, R.H. και Finch, S. (1985). Accumulated temperatures for predicting the time of emergence in the spring of the cabbage root fly, Delia radicum. Bulletin of Entomological Research 75(3):395–404. Πηγή για τη βάση 4 °C, την έναρξη αθροίσεων την 1η Φεβρουαρίου, το βάθος μέτρησης των 6 εκατοστών και τις 179 ± 8 βαθμοημέρες εδάφους για 50 % έξοδο. Περίληψη.
- [62] Agriculture and Horticulture Development Board. Pest insects in brassica crops: fly pests. Πηγή για τις περίπου 80 βαθμοημέρες ωρίμανσης ωών και τις περίπου 500 βαθμοημέρες ανά γενιά πάνω από 6 °C, για τη ρητή δήλωση ότι δεν υπάρχουν αξιόπιστα όρια, και για τον περιορισμό της ωοτοκίας μέσα από το δίχτυ. Πλήρης ανάγνωση σελίδας.
- [63] Hazzard, R. Cabbage Root Maggot, UMass Extension Vegetable Program, University of Massachusetts Amherst. Πηγή για τη δειγματοληψία 25 φυτών και το όριο ενός ωού ανά φυτό, για τη θανάτωση των ωών σε εδαφικές θερμοκρασίες άνω των 35 °C, και για τον κανόνα να μην μπαίνει δίχτυ σε αγρό με σταυρανθή την προηγούμενη χρονιά. Πλήρης ανάγνωση δελτίου.
- [64] EPPO Global Database. Contarinia nasturtii (CONTNA), Categorization. Πηγή για το ότι η μόνη καταχώριση είναι στον κατάλογο A1 του OIRSA από το 1992, χωρίς καμία ενωσιακή καταχώριση, και για την απουσία καρτέλας γεωγραφικής εξάπλωσης. Πλήρης ανάγνωση σελίδας.
- [65] Stratton, C.A., Hodgdon, E.A., Zuckerman, S.G., Shelton, A.M. και Chen, Y.H. (2018). A single swede midge larva can render cauliflower unmarketable. Journal of Insect Science 18(3):24. Πηγή για το ότι μία μόνο προνύμφη καθιστά το κουνουπίδι μη εμπορεύσιμο στο 52 % των περιπτώσεων, ανεξάρτητα από την ηλικία του φυτού. Περίληψη.
- [66] UMass Extension Vegetable Program, University of Massachusetts Amherst. Brassica Flea Beetles. Πηγή για το όριο ενός ενηλίκου ανά φυτό ή 10 % φυλλικής ζημιάς σε νεαρά φυτά, για τη ρητή απουσία σταθερού οικονομικού ορίου, για τη διαφορά κηρωδών και γυαλιστερών φύλλων και για το ότι τα ενήλικα πηδούν όταν ενοχληθούν. Πλήρης ανάγνωση δελτίου.
- [67] Agriculture and Horticulture Development Board. Pest insects in brassica crops: beetles. Πηγή για τον Brassicogethes aeneus ως περιστασιακό εχθρό κουνουπιδιού και μπρόκολου με βόσκηση στα ανθίδια, για τη μετανάστευση από την ελαιοκράμβη, για τη ζημιά του Ceutorhynchus quadridens στις νευρώσεις και τους μίσχους, και για τον περιορισμό των διχτύων ως προς τους ψύλλους. Πλήρης ανάγνωση σελίδας.
- [68] Li, Z., Costamagna, A.C., Beran, F. και You, M. (2024). Biology, ecology, and management of flea beetles in Brassica crops. Annual Review of Entomology 69(1):199–217. Πηγή για τον χαρακτηρισμό του Psylliodes chrysocephala ως του κύριου εχθρού της χειμερινής ελαιοκράμβης στην Ευρώπη. Περίληψη.
- [69] Gratwick, M. (1992). Turnip gall weevil. Στο: Gratwick, M. (επιμ.) Crop Pests in the UK, κεφάλαιο 42. Springer, Dordrecht. Πηγή για τις στρογγυλές κηκίδες στη ρίζα και τη βάση του στελέχους και για τον κατάλογο των προσβαλλόμενων καλλιεργειών. Περίληψη κεφαλαίου.
- [70] Agriculture and Horticulture Development Board. Turnip sawfly biology and impact on vegetable brassicas and oilseed rape. Πηγή για τις τρεις γενιές, τα έως 300 ωά, την εκκόλαψη σε 6 ως 8 ημέρες, την αυξημένη δραστηριότητα πάνω από 18 °C, την τρίτη γενιά μετά από θερμά καλοκαίρια, την περιγραφή ενηλίκων και προνυμφών, και για το γερμανικό όριο της ελαιοκράμβης. Πλήρης ανάγνωση σελίδας.
- [71] Boggs, J. (2019). Is it a sawfly larva or a caterpillar? Buckeye Yard and Garden onLine, Ohio State University Extension. Πηγή για τη μέτρηση των κοιλιακών ψευδοποδίων και για το ότι τα σκευάσματα Bt kurstaki δεν σκοτώνουν προνύμφες υμενοπτέρων. Πλήρης ανάγνωση σελίδας.
- [72] Maccini, R. Conifer Sawflies, University of New Hampshire Cooperative Extension. Πηγή για τα έξι ή περισσότερα ζεύγη ψευδοποδίων χωρίς άγκιστρα, για τον έναν οφθαλμό ανά πλευρά, και για την αδράνεια των σκευασμάτων Bt στα υμενόπτερα. Πλήρης ανάγνωση σελίδας.
- [73] Blatt, S., Ryan, A., Adams, S. και Driscoll, J. (2015). Onion thrips in cabbage on Prince Edward Island: observations on planting date and variety choice. SpringerPlus 4:430. Πηγή για τη ζημιά έως 20 στρώσεις βαθιά, για τους θρίπες στα πρώτα 17 φύλλα, για τη μηδενική συσχέτιση συλλήψεων και οπτικών παρατηρήσεων, για την απόφαση με παρουσία και απουσία στο στάδιο των 7,5 εκατοστών, για την επίδραση της ημερομηνίας φύτευσης και για τη μέθοδο των μπλε παγίδων. Πλήρες κείμενο.
- [74] Desurmont, G.A., Gols, R., Bon, M.-C., Kashefi, J., Blanchet, A., Coelho, B., Guermache, F., Kerdellant, E., Menouillard, M. και Lara, R. (2025). Evaluation of three European populations of Diadegma semiclausum as potential biological control agents for Plutella xylostella in the USA. Journal of Pest Science 98:2567–2580. Πηγή για τον ελληνικό πληθυσμό με επιτυχία παρασιτισμού 65,7 ± 13,5 % και 47,5 ± 13,5 %, για την αναλογία φύλων 57,4 % θηλυκά, για τον μέσο ρυθμό παρασιτισμού 51,2 ± 6,3 % χωρίς διαφορά ανά καλλιέργεια, και για τον μηδενισμό του παρασιτισμού κάτω από 15 °C. Τα δεδομένα είναι εργαστηριακά και ημι-αγρού. Πλήρες κείμενο πλην τελικών συμπερασμάτων.
- [75] Van Driesche, R.G. (2008). Biological control of Pieris rapae in New England: host suppression and displacement of Cotesia glomerata by Cotesia rubecula. Florida Entomologist 91(1):22–25. Πηγή για τον μέσο παρασιτισμό 75 % από Cotesia rubecula και για τον εκτοπισμό του C. glomerata κάτω από το 1 %. Περίληψη.
- [76] Bolletta, G., Nikou, G., Puspitasari, R.H.P., Bianchi, F.J.J.A. και Poelman, E.H. (2026). Higher and more stable biological control of multiple herbivore species in diversified strip cropping systems. Journal of Applied Ecology 63(5):70381. Πηγή για την αύξηση του παρασιτισμού της Pieris brassicae από 28 % σε 58 %, της Plutella xylostella από 10 % σε 25 ως 30 %, των ωών της Mamestra brassicae από 1 % σε 30 %, και για τη σταθερότητα 13 % έναντι άνω του 60 % των εβδομάδων. Περίληψη, ο ψηφιακός αναγνωριστής δεν τεκμηριώθηκε.
- [77] Zhang, W.Q. και Hassan, S.A. (2003). Use of the parasitoid Diaeretiella rapae to control the cabbage aphid Brevicoryne brassicae. Journal of Applied Entomology 127(9–10):522–526. Πηγή για τον μέσο αριθμό 42,8 μουμιών ανά θηλυκό παρασιτοειδές. Περίληψη.
- [78] Legwaila, M.M., Munthali, D.C., Kwerepe, B.C. και Obopile, M. (2015). Efficacy of Bacillus thuringiensis var. kurstaki against diamondback moth eggs and larvae on cabbage under semi-controlled greenhouse conditions. International Journal of Insect Science 7:IJIS.S23637. Πηγή για τη μείωση ζημιάς 85,7 ως 94,6 %, για τη ζημιά 81,3 % στον μάρτυρα έναντι 3,3 ως 14,3 % στις επεμβάσεις, για τις 144 ώρες ως 90 % θνησιμότητα στη συνιστώμενη δόση και για την απώλεια δράσης σε δύο ως τρεις ημέρες στον αγρό. Πλήρες κείμενο.
- [79] Legwaila, M.M., Munthali, D.C., Obopile, M. και Kwerepe, B.C. (2014). Effectiveness of spinosad against diamondback moth eggs and larvae on cabbage. International Journal of Insect Science 6:IJIS.S12531. Πηγή για τις τιμές LD90 0,74 και 0,59 g ανά λίτρο έναντι προνυμφών και 0,35 και 0,32 g ανά λίτρο έναντι ωών. Περίληψη.
- [80] Shah, F.M., Razaq, M., Ali, Q., Shad, S.A., Aslam, M. και Hardy, I.C.W. (2019). Field evaluation of synthetic and neem-derived alternative insecticides in developing action thresholds against cauliflower pests. Scientific Reports 9:7684. Πηγή για τα όρια δράσης 0,55 προνύμφες P. xylostella ανά φυτό με azadirachtin έναντι 0,30 με συνθετικό, και για τα 50 άτομα Brevicoryne brassicae ανά φυτό, με ρητή επιφύλαξη περιφερειακών ορίων. Περίληψη.
- [81] Spescha, A., Weibel, J., Wyser, L., Brunner, M., Hess Hermida, M., Moix, A., Scheibler, F., Guyer, A., Campos-Herrera, R., Grabenweger, G. και Maurhofer, M. (2023). Combining entomopathogenic Pseudomonas bacteria, nematodes and fungi for biological control of a below-ground insect pest. Agriculture, Ecosystems and Environment 348:108414. Πηγή για τη μείωση 50 % της επιβίωσης του εντόμου και της ζημιάς με τον τριπλό συνδυασμό, σε ραπανάκι. Περίληψη.
- [82] Beck, B., Spanoghe, P., Moens, M., Brusselman, E., Temmerman, F., Pollet, S. και Nuyttens, D. (2014). Improving the biocontrol potential of Steinernema feltiae against Delia radicum through dosage, application technique and timing. Pest Management Science 70(5):841–851. Πηγή για την υπεροχή του ψεκασμού δίσκων φυτωρίου έναντι του εδαφικού διαβροχισμού, για τη δόση 200.000 μολυσματικών προνυμφών ανά φυτό, για τη διατήρηση παθογένειας έως πέντε εβδομάδες και για τη ρητή παραδοχή ότι η αποτελεσματικότητα δεν φτάνει εμπορικά πρότυπα. Περίληψη.
- [83] Wang, X., Xia, Y. και Wu, S. (2026). Green insect-proof nets mitigate pest stress and augment pak choi performance. Agronomy Journal 118(1):70278. Πηγή για τη μείωση αφίδων 50,84 ως 80 %, για την πλήρη εξάλειψη των προσβολών από Pieris rapae και Plutella xylostella στα πυκνότερα δίχτυα και για την αύξηση βιομάζας 63,94 ως 67,91 %. Περίληψη, ο ψηφιακός αναγνωριστής δεν τεκμηριώθηκε.
- [84] Martin, T., Assogba-Komlan, F., Houndete, T., Hougard, J.M. και Chandre, F. (2006). Efficacy of mosquito netting for sustainable small holders' cabbage production in Africa. Journal of Economic Entomology 99(2):450–454. Πηγή για τη νυχτερινή μόνο κάλυψη ως απάντηση στην υπερθέρμανση και τη σκίαση σε θερμό κλίμα, και για το καθαρό εισόδημα 247, 149 και 117 δολαρίων ανά 100 τετραγωνικά μέτρα. Περίληψη.
- [85] Palzkill, D.A., Tibbitts, T.W. και Struckmeyer, B.E. (1980). High relative humidity promotes tipburn on young cabbage plants. HortScience 15(5):659–660. Πηγή για το 100 % προσβολής στο 82 ± 3 % σχετικής υγρασίας έναντι 0 % στο 52 ± 3 %, στους ίδιους 20 ± 1 °C, με εμφάνιση στο ένατο ως δωδέκατο φύλλο εντός 8 ως 14 ημερών. Περίληψη με πλήρη αριθμητικά αποτελέσματα.
- [86] Kabir, M.Y. και Díaz-Pérez, J.C. (2025). Calcium route in the plant and blossom-end rot incidence. Horticulturae 11(7):807. Πηγή για τη μεταφορά του ασβεστίου αποκλειστικά με το ρεύμα διαπνοής, για την ακινησία του στο φλοίωμα και για τη ρητή διαπίστωση ότι η λίπανση με ασβέστιο γενικά δεν λύνει αυτές τις φυσιολογικές διαταραχές. Πλήρες κείμενο.
- [87] Johnson, G. (2020). Calcium and boron deficiencies in brassica crops, Weekly Crop Update, University of Delaware Cooperative Extension. Πηγή για τον ορισμό και τον εντοπισμό του καψίματος των άκρων μέσα στην κεφαλή, για την αναποτελεσματικότητα των διαφυλλικών ασβεστίου, για τους τέσσερις επιβαρυντικούς παράγοντες, για τα συμπτώματα τροφοπενίας βορίου και για τις δόσεις εδαφικής και διαφυλλικής εφαρμογής βορίου. Πλήρης ανάγνωση δελτίου.
- [88] Saure, M.C. (1998). Causes of the tipburn disorder in leaves of vegetables. Scientia Horticulturae 76(3–4):131–147. Πηγή για το συμπέρασμα ότι η διαταραχή προκύπτει από εσωτερικούς περιορισμούς μεταφοράς και ότι η διαχείριση των περιβαλλοντικών παραγόντων υπερτερεί της προσθήκης θρεπτικού. Περίληψη.
- [89] Schulte, E.E. (1992). Soil and Applied Molybdenum, Publication A3555, University of Wisconsin-Extension. Πηγή για τη διόρθωση της τροφοπενίας με ασβέστωση σε pH 6,0 και άνω, για το εύρος επάρκειας 0,5 ως 5,0 ppm στα λαχανικά, για τη σύνδεση της ουράς μαστιγίου με το κουνουπίδι και για τις διαφυλλικές δόσεις. Πλήρες κείμενο.
- [90] Oregon State University, College of Agricultural Sciences. Cauliflower, Oregon Vegetables. Πηγή για την επιδείνωση της τροφοπενίας μολυβδαινίου σε pH 5,6 και κάτω, για τις διαφυλλικές δόσεις και τη δόση σπορείου, και για την περιεκτικότητα 40 % μολυβδαινίου του μολυβδαινικού νατρίου. Πλήρης ανάγνωση σελίδας.
- [91] Johnson, G. (2015). Boron deficiencies and toxicities in vegetable crops, Weekly Crop Update, University of Delaware Cooperative Extension. Πηγή για την επάρκεια 20 ως 100 ppm και την τοξικότητα άνω των 200 ppm στον ιστό, για την τροφοπενία κάτω από 1 ppm και την τοξικότητα άνω των 5 ppm στο έδαφος, και για τη ρητή προειδοποίηση περί μικρού περιθωρίου ασφαλείας και ανομοιόμορφης ανάμειξης. Πλήρης ανάγνωση δελτίου.
- [92] UMass Extension Vegetable Program, University of Massachusetts Amherst. Boron Deficiency. Πηγή για τη ρητή σύσταση να μην εφαρμόζεται βόριο για την πρόληψη του κούφιου βλαστού στον αγρό, για τα ίδια όρια εδάφους και ιστού, για την ευαισθησία των σταυρανθών στην τοξικότητα βορίου και για την έκπλυση σε αμμώδη εδάφη. Πλήρης ανάγνωση δελτίου.
- [93] Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, βάση δεδομένων εγκρίσεων φυτοπροστατευτικών προϊόντων, έκδοση δεδομένων 4 Σεπτεμβρίου 2026, όπως δημοσιεύεται στο fyto.plantprotect.gr. Πηγή για τη διαπίστωση, ανά στόχο και καλλιέργεια, ποιοι στόχοι έχουν και ποιοι δεν έχουν εγκεκριμένη λύση στην Ελλάδα, όπως συνοψίζεται στο κεφάλαιο 19, και για τη διαπίστωση ότι δεν υπάρχει καμία εγγραφή με στόχο την ήβη. Πλήρης ανάγνωση της βάσης.
- [94] EPPO Global Database. Plasmodiophora brassicae (PLADBR), World distribution και κατάλογος οργανισμών που καταγράφονται στην Ελλάδα, και οι σελίδες των τεσσάρων καλλιεργειών: λάχανο, var. capitata, BRSOL, κουνουπίδι, var. botrytis, BRSOB, μπρόκολο, var. italica, BRSOK και λαχανάκια Βρυξελλών, var. gemmifera, BRSOF. Πηγή για τα ονόματα των τεσσάρων βοτανικών ποικιλιών της Brassica oleracea και για τους κωδικούς τους, και για τις καταχωρίσεις «Present, no details» για την Ελλάδα ως προς την Plasmodiophora brassicae, την Alternaria brassicae, την Alternaria brassicicola, την Pieris brassicae και το Phyllotreta cruciferae. Πλήρης ανάγνωση των σελίδων. Σημειώνεται ότι ο κατάλογος της EPPO για μια χώρα δεν είναι εξαντλητικός για τους μη ρυθμιζόμενους οργανισμούς, οπότε η απουσία ενός είδους από αυτόν δεν αποτελεί ένδειξη απουσίας από τη χώρα.
- [95] Koike, S.T., Gladders, P. & Paulus, A.O. (2007). Vegetable Diseases: A Colour Handbook. Manson Publishing, Λονδίνο, 448 σελίδες. Πλήρες κείμενο του κεφαλαίου Brassicaceae, σελίδες 155 ως 199. Πηγή για τα συμπτώματα, τις θερμοκρασίες, τις διάρκειες και τα διαγνωστικά γνωρίσματα των έξι ασθενειών του κεφαλαίου 9, και για τη διάκριση της βερτισιλλίωσης από τη φουζαρίωση με βάση το χρώμα του μεταχρωματισμού. Οι φωτογραφίες του εγχειριδίου δεν αναπαράγονται εδώ.
- [96] Bugwood Image Database System, Center for Invasive Species and Ecosystem Health, University of Georgia. Πηγή των πέντε φωτογραφιών συμπτωμάτων του κειμένου, με αριθμούς εικόνας 5077016 και 5077024 του David B. Langston, 1436127 της σειράς διαφανειών Clemson University και USDA Cooperative Extension, και 5531523 και 5531525 του Cesar Calderon, USDA APHIS PPQ. Και οι πέντε διατίθενται με άδεια Creative Commons Attribution 3.0, και η αναφορά του φωτογράφου συνοδεύει κάθε εικόνα μέσα στη λεζάντα της, όπως απαιτεί η άδεια.
Τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα χρησιμοποιούνται αποκλειστικά σύμφωνα με τις εγκρίσεις του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και με την ετικέτα του σκευάσματος. Οι δραστικές ουσίες που αναφέρονται στο κεφάλαιο 19 δίνονται ως πληροφορία για το τι υφίσταται στη βάση εγκρίσεων κατά την ημερομηνία που αναγράφεται, και δεν αποτελούν σύσταση εφαρμογής. Οι εγκρίσεις, οι δόσεις, οι χρόνοι αναμονής και τα στάδια εφαρμογής αλλάζουν, και ελέγχονται πάντοτε στην ενημερωμένη βάση πριν από κάθε επέμβαση.
Τα όρια επέμβασης, τα θερμοαθροίσματα και τα ποσοστά αποτελεσματικότητας που παρατίθενται προέρχονται από ξένη βιβλιογραφία και δεν έχουν επικυρωθεί για ελληνικές συνθήκες. Οι δόσεις θρεπτικών στοιχείων είναι ενδεικτικές και η τελική δόση καθορίζεται μετά από εδαφολογική ανάλυση, φυλλοδιαγνωστική και επιτόπια εκτίμηση από γεωπόνο.
Κάθε διαφυλλικός ψεκασμός πάνω σε φυτά με σχηματισμένη κεφαλή ή ταξιανθία ενέχει κίνδυνο λεκέδων στο εμπορεύσιμο όργανο και εγκαυμάτων στο φύλλωμα. Απαιτείται προηγούμενη δοκιμή σε περιορισμένο αριθμό φυτών, με το ίδιο σκεύασμα και την ίδια δόση, και αναμονή 5 ως 7 ημερών πριν από τη γενική εφαρμογή. Ο ψεκασμός γίνεται απόγευμα ή νωρίς το πρωί, ποτέ σε καύσωνα και ποτέ σε φύλλωμα υπό υδατική καταπόνηση.
Η αναγνώριση από συμπτώματα είναι πιθανοτική και όχι βέβαιη. Όμοιες εικόνες προκύπτουν από διαφορετικά αίτια, δύο προβλήματα μπορούν να συνυπάρχουν, και για τους οργανισμούς καραντίνας η διάγνωση γίνεται μόνο από την αρμόδια αρχή. Δεν αποκλείονται σφάλματα ή παραλείψεις στα δεδομένα που παρατίθενται.
Κάθε επέμβαση γίνεται με ευθύνη του χρήστη, κατόπιν επιτόπιας εκτίμησης από αδειοδοτημένο γεωπόνο. Η Παστόπουλος Γεωπονική Ε.Ε. δεν φέρει ευθύνη για τη χρήση των πληροφοριών του άρθρου.
Διαβάστε επίσης
Εχθροί και ασθένειες της αγγουριάς στην Ελλάδα και στην Ευρώπη: περιγραφή συμπτωμάτων, επιδημιολογία και καθεστώς καραντίνας
Περονόσπορος, ωίδιο με δύο αίτια και αντίθετα θερμοκρασιακά βέλτιστα, φούζα, ανθράκνωση, Didymella με όριο μίας ώρας ελεύθερου νερού, βοτρύτης, σκληρωτινίαση. Οι δύο φουζαριώσεις της αγγουριάς: η f.sp. radicis-cucumerinum που περιγράφηκε στο Ηράκλειο με βέλτιστο τους 17 βαθμούς και σταματά στους 32, και η αδρομύκωση που ξεκινά εκεί που εκείνη σταματά. Πύθιο, φυτόφθορα και γωνιώδης κηλίδωση. Οι ιώσεις των αφίδων και οι ιώσεις του αλευρώδη, με τους τρεις κρινιοϊούς που δεν ξεχωρίζουν χωρίς εργαστήριο, το CYSDV στο 49,9 τοις εκατό των ελληνικών δειγμάτων, το CVYV που λείπει από την Ελλάδα αλλά υπάρχει σε Κύπρο και Τουρκία, και το ToLCNDV ως ο μόνος ενωσιακός οργανισμός καραντίνας, με το ελληνικό χρονολόγιο από την Ηλεία του 2018. Το CGMMV, η ίωση που δεν χρειάζεται έντομο και που έμεινε μολυσματική σε ελληνικό έδαφος στους 4 βαθμούς για δέκα μήνες. Αλευρώδεις, τετράνυχος, θρίπες, αφίδες, φυλλορύκτες, λεπιδόπτερα και νηματώδεις, με τα ελληνικά δεδομένα ανθεκτικότητας, τους πληθυσμούς νηματωδών της Ιεράπετρας που υπερβαίνουν το γονίδιο Mi, και ρητή δήλωση για κάθε όριο που δεν υπάρχει. Πίνακας θερμοκρασιακών βέλτιστων ανά εποχή του ελληνικού θερμοκηπίου. Επτά φωτογραφίες, ογδόντα τέσσερις πηγές με δήλωση πλήρους κειμένου ή περίληψης.
Εχθροί και ασθένειες του λωτού (Diospyros kaki) στην Ευρώπη και στην Ελλάδα: επιδημιολογία, διαφορική διάγνωση και όρια επέμβασης
Η κυκλική κηλίδωση (Plurivorosphaerella nawae) που προσαρμόστηκε στο ημιξηρικό κλίμα της Βαλένθια και δεν είναι οργανισμός καραντίνας, με τη σύγκριση Ισπανίας και Κορέας και τον ρόλο της στάγδην άρδευσης. Γωνιώδης κηλίδωση, Pestalotiopsis, ανθράκνωση, και τα δώδεκα είδη Diaporthe, Eutypella και Botryosphaeriaceae που ταυτοποιήθηκαν μέσα στο ξύλο. Μετασυλλεκτικές σήψεις: γιατί η μαύρη κηλίδωση Alternaria έγινε το όριο της συντήρησης μετά το 1-MCP, και πώς η επιπλέον άρδευση πριν τη συγκομιδή την πληρώνει ο θάλαμος δύο μήνες μετά. Καρκίνωση, αγγειακή μάρανση, σηψηριζίες και φυτοπλάσματα. Ψευδόκοκκοι και μυρμήγκια, κηροπλάστης, μυτιλόμορφη ψώρα, μαύρος ακανθώδης αλευρώδης ως οργανισμός καραντίνας, μύγες των καρπών. Τοξικότητα ζιζανιοκτόνου που περνάει για μυκητολογική κηλίδωση, πίνακας διαφορικής διάγνωσης με δεκαπέντε ζεύγη, όρια επέμβασης με τη μέθοδο δειγματοληψίας, και τα τέσσερα εξωτικά παθογόνα που απειλούν τη Μεσόγειο. Δεκατρείς φωτογραφίες, πέντε από ελληνικά χωράφια.
Το λευκό σαλιγκάρι της Μεσογείου στα δενδρώδη
Το Theba pisana είναι ιθαγενές στη Μεσόγειο, όχι εισβλητικό, και άρα δεν υπάρχει πρόγραμμα εκρίζωσης. Αναγνώριση, κύκλος, η ζημιά στα δενδρώδη, ο μοναδικός εγκεκριμένος στόχος στην ελληνική βάση, και γιατί ο νηματώδης Phasmarhabditis σκότωσε το σαλιγκάρι μόνο στο πενταπλάσιο της δόσης της ετικέτας.