Καιρός English Σύνδεση
Αρχική › Άρθρο

Καλλιεργητικές φροντίδες της καρυδιάς: εγκατάσταση, αποστάσεις, άρδευση και θρέψη

Καρυδιά
Νεαρός δενδρώνας καρυδιάς με ασβεστωμένους κορμούς, χλοοτάπητα στους διαδρόμους και γραμμή στάγδην άρδευσης
Νεαρή φυτεία καρυδιάς στο τέλος του χειμώνα. Τρία στοιχεία φαίνονται σε μία εικόνα και τα τρία κρίνουν την παραγωγή της επόμενης δεκαετίας: η απόσταση φύτευσης, το ασβέστωμα των κορμών που προλαμβάνει το ηλιακό έγκαυμα, και η γραμμή άρδευσης που θα τροφοδοτήσει ένα δένδρο με πολύ μεγαλύτερη κατανάλωση νερού από ό,τι υπολογίζουν οι περισσότερες μελέτες.

Σάββας Παστόπουλος, Γεωπόνος MSc, Παστόπουλος Γεωπονική Ε.Ε., Νέος Μυλότοπος Πέλλας

Η καρυδιά είναι η καλλιέργεια όπου τα λάθη της εγκατάστασης επηρεάζουν την απόδοση για σαράντα χρόνια. Η απόσταση φύτευσης, το υποκείμενο, ο συνδυασμός ποικιλίας και επικονιαστή και το βάθος του εδάφους κλειδώνουν την οροφή της απόδοσης πριν μπει το πρώτο δένδρο στο χώμα, και καμία λίπανση δεν τα διορθώνει αργότερα. Το άρθρο αυτό συγκεντρώνει τα ποσοτικά δεδομένα που υπάρχουν για κάθε μία από αυτές τις αποφάσεις, μαζί με τα τρία ευρήματα που έρχονται σε σύγκρουση με την επικρατούσα πρακτική: ότι το κλάδεμα των νεαρών δένδρων δεν αποδίδει, ότι η λεγόμενη «πυκνή φύτευση» δεν δίνει τελικά τη μεγαλύτερη παραγωγή, και ότι η άρδευση κρίνεται σε σχέση με μια γραμμή βάσης που μετακινείται με τον καιρό, όχι με έναν σταθερό αριθμό.

Τι καλύπτει και τι δεν καλύπτει το άρθρο

Εδώ αναλύονται αποκλειστικά οι καλλιεργητικές φροντίδες: έδαφος, κλίμα, υποκείμενα, ποικιλίες, επικονίαση, αποστάσεις, άρδευση, θρέψη, διαχείριση εδάφους, συγκομιδή και ξήρανση. Οι εχθροί και οι ασθένειες της καρυδιάς αποτελούν αντικείμενο χωριστού άρθρου. Για τα δύο σημαντικότερα προβλήματα υπάρχουν ήδη αναλυτικά κείμενα: η βακτηρίωση της καρυδιάς και η ανθράκωση. Το κλάδεμα και η διαμόρφωση καλύπτονται επίσης σε ξεχωριστό άρθρο· εδώ δίνεται μόνο η σύνδεσή τους με τη δέσμευση του φωτός και την απόδοση.

166.400στρέμματα καρυδιάς στην Ελλάδα, 2023
11 κιλάανά στρέμμα για κάθε 1% δέσμευσης φωτός
60%του ετήσιου αζώτου από τα αποθέματα του δένδρου
−2 έως −3 barκάτω από τη γραμμή βάσης, το παράθυρο της άρδευσης

1. Η καρυδιά στην Ελλάδα με αριθμούς

Σύμφωνα με την Ετήσια Γεωργική Στατιστική Έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ για το 2023, η καλλιεργούμενη έκταση καρυδιάς στη χώρα ήταν 166.400 στρέμματα με παραγωγή 54.800 τόνους, έναντι 163.600 στρεμμάτων και 54.800 τόνων το 2022 [1]. Τρία χρόνια νωρίτερα, το 2020, η έκταση ήταν 148.900 στρέμματα και η παραγωγή 47.600 τόνοι: αύξηση έκτασης κατά 11,7% και παραγωγής κατά 15,1% μέσα σε τρία χρόνια. Για σύγκριση, στο ίδιο δελτίο η αμυγδαλιά καταγράφεται με 185.900 στρέμματα και η ήμερη καστανιά με 90.600.

Το μέγεθος αυτό αποκτά νόημα μόνο σε αντιπαραβολή με το τι υπήρχε πριν. Δημοσίευση του 2014 που χρησιμοποιεί στοιχεία της εθνικής στατιστικής υπηρεσίας του 2008 δίνει 105.000 στρέμματα και 22.200 τόνους, δηλαδή μέση απόδοση περίπου 210 κιλά ανά στρέμμα, με την κατανομή της καλλιέργειας να είναι Πελοπόννησος 26,7%, Θεσσαλία 20,9%, Μακεδονία 20,9%, Ήπειρος 7,9% και Κρήτη 7,7%, και με το 63% των δένδρων σε ορεινές περιοχές πάνω από τα 500 μέτρα [2]. Η σημερινή μέση απόδοση των περίπου 330 κιλών ανά στρέμμα δεν προκύπτει από βελτίωση των παλιών δένδρων· προκύπτει από την είσοδο νέων, πυκνών, αρδευόμενων φυτειών σε πεδινές εκτάσεις που τραβούν τον εθνικό μέσο όρο προς τα πάνω.

Εκεί βρίσκεται και το πραγματικό διακύβευμα. Ο ελληνικός καρυδώνας ήταν ιστορικά ένας πληθυσμός σπορόφυτων, δένδρα που προέκυψαν από σπόρο, το καθένα γενετικά διαφορετικό, με άνιση καρπόδεση, άνισο μέγεθος καρπού και άνιση εποχή ωρίμανσης. Έρευνα του 1997 που κατέγραψε τον πληθυσμό αυτό εκτίμησε περίπου 2.000.000 σποροφυτικά δένδρα σε εθνικό επίπεδο και επέλεξε από αυτά 27 γονότυπους στην κεντρική Ελλάδα, από τους οποίους 13 μπήκαν σε πειραματική συλλογή απαλλαγμένη από τον ιό CLRV [3]. Οι κωδικοί FM, FK, EK και FOPAN που συναντώνται στη σχετική βιβλιογραφία προέρχονται από εκείνη ακριβώς την εργασία.

Τι αλλάζει η διάκριση σπορόφυτο και εμβολιασμένο δένδρο

Ένα σποροφυτικό δένδρο μπορεί να δώσει εξαιρετικό καρπό. Το πρόβλημα είναι ότι το διπλανό του δεν θα δώσει τον ίδιο. Η εμπορική αξία του καρυδιού καθορίζεται από την ομοιομορφία, μέγεθος, χρώμα ψίχας, ποσοστό ψίχας, ευκολία εξαγωγής, και η ομοιομορφία απαιτεί κλωνικό πολλαπλασιασμό. Φυτεία σπορόφυτων δεν μπορεί να τυποποιηθεί, άρα δεν μπορεί να πουληθεί σε τιμή τυποποιημένου προϊόντος, όσο καλά και αν καλλιεργηθεί.

Πηγές: 1 2 3

2. Η επιλογή της θέσης και το έδαφος

Η καρυδιά είναι από τα πιο απαιτητικά οπωροφόρα σε βάθος και αερισμό εδάφους. Η σύσταση των υπηρεσιών εφαρμοσμένης έρευνας του Όρεγκον είναι να ελέγχεται με γεωτρύπανο ότι το έδαφος έχει βάθος τουλάχιστον 1,8 μέτρων, και να απορρίπτεται η θέση όταν λίγα δεκατόμετρα κάτω από την επιφάνεια εμφανίζεται συμπαγής βράχος ή συμπιεσμένο υπέδαφος με μαρμαρυγή χρωμάτων, που προδίδει κακό αερισμό και στραγγιστικότητα. Χαλαρό χαλίκι και χονδρή άμμος στο υπέδαφος είναι εξίσου απαγορευτικά, γιατί δεν επιτρέπουν ανάπτυξη ρίζας [4].

Το αυστραλιανό εγχειρίδιο εγκατάστασης καρυδώνα, που προέκυψε από το πρόγραμμα Tatura της κτηνοτροφικής και γεωργικής υπηρεσίας της Βικτώριας, δίνει το πληρέστερο σύνολο ποσοτικών προδιαγραφών εδάφους που υπάρχει για την καλλιέργεια [5]. Οι τιμές αυτές δεν είναι θεωρητικές· είναι οι στόχοι προς τους οποίους κατευθύνεται η προετοιμασία του χωραφιού.

Παράμετρος εδάφουςΣτόχοςΤι σημαίνει στην πράξη
Δυναμικό μύζησης (matric potential)−10 έως −50 kPaΤο εύρος μέσα στο οποίο το νερό είναι διαθέσιμο χωρίς το έδαφος να είναι κορεσμένο. Καθορίζει πότε ανοίγει η άρδευση.
Πορώδες αερισμού15 ως 20%Κάτω από 10% οι ρίζες ασφυκτιούν. Είναι το κρισιμότερο μέγεθος σε βαριά εδάφη.
Αντίσταση διεισδυτόμετρουκάτω από 1,0 MPaΠάνω από αυτή την τιμή η ρίζα σταματά να προχωρά. Μετριέται εύκολα στο χωράφι.
Φαινόμενη πυκνότητα1,0 ως 1,3 g/cm³Δείκτης συμπίεσης. Τιμές πάνω από 1,5 σε αργιλώδες έδαφος σημαίνουν αδιαπέραστο στρώμα.
Οργανικός άνθρακαςπάνω από 2%Αντιστοιχεί σε οργανική ουσία περίπου 3,5%. Στα περισσότερα ελληνικά εδάφη απαιτεί ενεργή προσθήκη.
Υδατοσταθερά συσσωματώματαπάνω από 75%Δείκτης δομής. Χαμηλές τιμές σημαίνουν επιφανειακή κρούστα και επιφανειακή απορροή.
Μηχανική διασπορά αργίλουκάτω από 1,0%Υψηλή διασπορά σημαίνει νάτριο και κατάρρευση της δομής με την άρδευση.

Το pH και τι κοστίζει η απόκλισή του

Το ανεκτό εύρος για την καρυδιά είναι 6,5 έως 7,5. Κάτω από 5,5 εμφανίζονται τροφοπενίες ασβεστίου, μαγνησίου, φωσφόρου και μολυβδαινίου, ενώ ταυτόχρονα το μαγγάνιο, ο σίδηρος και το αργίλιο γίνονται διαθέσιμα σε τοξικές συγκεντρώσεις. Πάνω από 7,5 δεσμεύονται το μαγγάνιο, ο ψευδάργυρος, ο σίδηρος και ο χαλκός [5]. Στα ελληνικά ασβεστούχα εδάφη το δεύτερο σενάριο είναι το συνηθισμένο, και εξηγεί γιατί η τροφοπενία ψευδαργύρου εμφανίζεται ακόμη και σε εδάφη με επαρκή συνολικό ψευδάργυρο.

Το λίπασμα που επιλέγεται έχει και αυτό διαφορετική οξινιστική δράση στο έδαφος. Η ίδια πηγή κατατάσσει τα λιπάσματα σε τρεις κατηγορίες: ισχυρή οξίνιση από θειική αμμωνία, MAP και DAP· μέτρια από ασβεστούχο νιτρική αμμωνία, ουρία, νιτρική αμμωνία, σύνθετα NPK και οργανικές κοπριές· ασθενής από νιτρικό ασβέστιο και νιτρικό κάλιο [5]. Σε όξινο έδαφος η επιλογή έχει σημασία· σε ασβεστούχο ελληνικό έδαφος η ήπια οξίνιση από τη θειική αμμωνία μπορεί να είναι επιθυμητή.

Η λίμναση και το όριο των 18 ωρών

Η καρυδιά δεν πεθαίνει από το νερό· πεθαίνει από τη Phytophthora που το νερό φέρνει. Το όριο που αναφέρεται στη βιβλιογραφία είναι 18 έως 24 ώρες κορεσμένου εδάφους: πάνω από αυτό το διάστημα, τα κινητά ζωοσπόρια του παθογόνου έχουν τον χρόνο να μετακινηθούν και να μολύνουν. Πρακτική συνέπεια: κανένα πότισμα δεν διαρκεί πάνω από 18 ώρες, και νερό δεν στέκεται ποτέ πάνω από 24 ώρες σε κανένα σημείο του χωραφιού. Πρόκειται για όριο μόλυνσης, όχι για όριο ασφυξίας των ριζών, οι ρίζες υποφέρουν πολύ νωρίτερα.

Πηγές: 4 5

3. Το κλίμα: ψύχος, παγετός, καύσωνας

Οι ανάγκες σε ψύχος

Η γενική απαίτηση που δίνεται για την καλλιέργεια είναι 600 έως 800 ώρες με θερμοκρασία μεταξύ 0 και 10 °C [5]. Η απαίτηση αυτή όμως διαφέρει ανά ποικιλία, και η μέτρησή της με απλή καταμέτρηση ωρών είναι προβληματική σε ήπιους χειμώνες. Εργασία που συνέκρινε τρία μοντέλα ψύχους σε δεδομένα της Καλιφόρνιας υπολόγισε για την Chandler 629 ως 664 ώρες ψύχους ή 70,2 ως 71,7 μονάδες του Δυναμικού Μοντέλου, και για τη Franquette 671 ως 728 ώρες ή 69,5 ως 79,5 μονάδες, καταλήγοντας ότι το Δυναμικό Μοντέλο (Chill Portions) είναι σαφώς ανώτερο από τις ώρες ψύχους για θερμούς χειμώνες [6]. Η διαφορά είναι πρακτική: σε έναν ελληνικό παραθαλάσσιο χειμώνα με πολλές μεσημβρινές θερμοκρασίες πάνω από 15 °C, οι ώρες ψύχους υπερεκτιμούν σοβαρά τη συσσώρευση, ενώ το Δυναμικό Μοντέλο αφαιρεί το ψύχος που «καταστρέφεται» από τη ζέστη.

Κενό στα δεδομένα

Δεν εντοπίστηκε δημοσιευμένη μέτρηση συσσώρευσης ψύχους για καρυδιά σε ελληνικές περιοχές παραγωγής, ούτε σε ώρες ψύχους ούτε σε μονάδες του Δυναμικού Μοντέλου. Οι παραπάνω τιμές προέρχονται από την Καλιφόρνια και δεν μεταφέρονται αυτούσιες. Ο μόνος ασφαλής τρόπος αξιολόγησης μιας συγκεκριμένης θέσης είναι η εγκατάσταση καταγραφικού θερμοκρασίας και ο υπολογισμός επί τόπου, για δύο τουλάχιστον χειμώνες πριν τη φύτευση.

Η θερμοκρασία βάσης και γιατί αρσενικά και θηλυκά ανθίζουν ασύγχρονα

Μακροχρόνια δεδομένα από Ουγγαρία και Ιράν, με τις ποικιλίες Milotai 10, Milotai kései, Chandler, Jamal και Ronde de Montignac, έδειξαν κάτι που εξηγεί τη διχογαμία της καρυδιάς σε φυσιολογικό επίπεδο [7]:

  • Έκπτυξη φύλλων: θερμοκρασία βάσης 5,5 °C
  • Έναρξη δεκτικότητας θηλυκών ανθέων: θερμοκρασία βάσης 5,5 °C
  • Έναρξη και λήξη απελευθέρωσης γύρης: θερμοκρασία βάσης 0 °C

Η ασυμμετρία αυτή έχει συνέπειες στον υπολογισμό. Επειδή η απελευθέρωση της γύρης συσσωρεύει θερμότητα από τους 0 °C ενώ η δεκτικότητα των θηλυκών ανθέων από τους 5,5 °C, ένας ψυχρός Μάρτιος μετακινεί τα δύο φαινολογικά στάδια με διαφορετική ταχύτητα. Αυτός είναι ο μηχανισμός με τον οποίο μια χρονιά μπορεί να ευνοήσει την επικάλυψη αρσενικής και θηλυκής άνθισης και η επόμενη να την καταστρέψει, χωρίς να έχει αλλάξει τίποτα στο χωράφι.

Ο παγετός και ο καύσωνας

Ο ανοιξιάτικος παγετός ζημιώνει την παραγωγή πολύ συχνότερα από ό,τι ο χειμερινός ζημιώνει το δένδρο [4]. Οι πολύ πρώιμες ποικιλίες αποκλείονται από θέσεις με ιστορικό όψιμου παγετού, και ακόμη και οι όψιμες, όπως η Franquette, ζημιώνονται όταν φυτευτούν σε παγετόπληκτο κοίλωμα. Η ελληνική βελτιωτική εργασία αναγνωρίζει ρητά το πρόβλημα: η ποικιλία 'Leto' συστήνεται από τους δημιουργούς της για περιοχές με κίνδυνο παγετού στα τέλη Μαρτίου και αρχές Απριλίου, ακριβώς λόγω του χρονισμού της έκπτυξης και της άνθισής της [8].

Στο άλλο άκρο, η φωτοσύνθεση της καρυδιάς είναι βέλτιστη μεταξύ 15 και 30 °C και μειώνεται δραστικά κάτω από τους 5 και πάνω από τους 35 °C [5]. Θερμοκρασίες γύρω και πάνω από τους 38 °C προκαλούν ηλιακό έγκαυμα στο περικάρπιο, σκούρα ψίχα, ψίχα με μαύρα στίγματα ή ακόμη και πλήρη αποτυχία ανάπτυξης του σπέρματος· η επίπτωση εξαρτάται από το πότε μέσα στην εποχή συμβαίνουν [4]. Δεδομένου ότι οι ελληνικές πεδινές περιοχές ξεπερνούν τους 38 °C σε κανονική βάση τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, το μέγεθος αυτό είναι από τα πιο σοβαρά επιχειρήματα υπέρ της διατήρησης επαρκούς φυλλικής επιφάνειας που να σκιάζει τους καρπούς, και υπέρ της αποφυγής επιθετικού καλοκαιρινού κλαδέματος.

Πηγές: 4 5 6 7 8

4. Τα υποκείμενα

Η επιλογή υποκειμένου στην καρυδιά δεν είναι επιλογή ζωηρότητας, όπως στη μηλιά ή στην κερασιά. Είναι επιλογή ποιο πρόβλημα θα έχει ο δενδρώνας: κανένα διαθέσιμο υποκείμενο δεν συνδυάζει ανθεκτικότητα σε Phytophthora, σε βακτηριακό καρκίνο, σε νηματώδεις, στην αλατότητα και στη μαύρη γραμμή. Η φράση που χρησιμοποιεί ο ερευνητής της Καλιφόρνιας για την απόφαση αυτή είναι «διάλεξε το δηλητήριό σου» [9].

Νεαρά δένδρα καρυδιάς σε γραμμή, με ακαλλιέργητη λωρίδα στη γραμμή φύτευσης και χλόη στους διαδρόμους
Νεαρή φυτεία με καθαρή λωρίδα στη γραμμή των δένδρων και φυτοκάλυψη στους διαδρόμους. Στα πρώτα χρόνια ο ανταγωνισμός των ζιζανίων για νερό και άζωτο μέσα στη λωρίδα φύτευσης κοστίζει περισσότερο από οποιονδήποτε εχθρό.

Οι τρεις οικογένειες υποκειμένων

Μαύρη καρυδιά Βόρειας Καλιφόρνιας (Juglans hindsii). Μέτρια ζωηρότητα. Πιο ευπαθής στη Phytophthora από τα Paradox, αλλά λιγότερο ευπαθής στον βακτηριακό καρκίνο· αναπτύσσεται κακά παρουσία παθογόνων νηματωδών [42]. Το καθοριστικό της μειονέκτημα είναι η μαύρη γραμμή.

Υβρίδια Paradox (J. hindsii × J. regia, ή υβρίδια της J. hindsii με J. californica, J. major, J. nigra, J. microcarpa). Μεγάλη ζωηρότητα, το κυρίαρχο υποκείμενο διεθνώς, και λιγότερο ευπαθές στη σήψη ριζών από Phytophthora σε σχέση με τη μαύρη καρυδιά. Είναι όμως πολύ ευπαθές στον βακτηριακό καρκίνο [42]: καταγραφή που συνέκρινε σποροφυτικό Paradox με αυτόρριζη κοινή καρυδιά βρήκε καρκίνο στο 20,5% των δένδρων Paradox έναντι 0,9% των αυτόρριζων σε πειραματικά τεμάχια, και στο 22,2% έναντι 0,3% σε εμπορικούς δενδρώνες [43]. Και τα Paradox και η μαύρη καρυδιά αναπτύσσονται κακά παρουσία παθογόνων νηματωδών [42]. Τα κλωνικά Paradox, Vlach, RX1, VX211, αναπτύχθηκαν ακριβώς για να λύσουν αυτό το πρόβλημα. Σε δοκιμή υποκειμένων στην κομητεία San Joaquin, η αθροιστική παραγωγή από την 4η έως την 8η βλαστική περίοδο κατέταξε πρώτα τα Vlach και RX1, με τα σποροφυτικά Paradox και τα J. regia χαμηλότερα [9].

Κοινή καρυδιά (J. regia), σπορόφυτα ή αυτόρριζα φυτά ιστοκαλλιέργειας. Η μόνη οικογένεια που δεν προσβάλλεται από τη μαύρη γραμμή. Το κόστος είναι σαφές και μετρημένο: η ζωηρότητα και η παραγωγή είναι χαμηλότερες από τα Paradox [10], τα δένδρα αργούν να παράγουν ίουλους στα πρώτα χρόνια, η άνθιση και η συγκομιδή καθυστερούν ελαφρώς, και τα φυτά είναι ευαίσθητα στα άλατα [9].

ΥποκείμενοΖωηρότηταPhytophthoraΒακτηριακός καρκίνοςΝηματώδειςΜαύρη γραμμή
Μαύρη Β. Καλιφόρνιας (J. hindsii)ΜέτριαΠιο ευπαθές από τα ParadoxΛιγότερο ευπαθέςΑναπτύσσεται κακάΕυπαθές
Paradox σποροφυτικόΥψηλήΛιγότερο ευπαθέςΠολύ ευπαθές (20,5 ως 22,2%)Αναπτύσσεται κακάΕυπαθές
RX1 (κλωνικό)ΥψηλήΜέτρια έως υψηλή ανθεκτικότητα σε P. citricola, υψηλή σε P. cinnamomiΠιθανώς μέτρια ανθεκτικόΔεν αναφέρεταιΕυπαθές
VX211 (κλωνικό)Πολύ υψηλήΔεν αναφέρεταιΔεν αναφέρεταιΚάποια ανοχήΕυπαθές
Vlach (κλωνικό)Πολύ υψηλήΔεν αναφέρεταιΔεν αναφέρεταιΔεν αναφέρεταιΕυπαθές
Κοινή καρυδιά (J. regia)ΧαμηλότερηΕυπαθές0,3 ως 0,9% (αυτόρριζα)Δεν αναφέρεταιΔεν προσβάλλεται

Η κατάταξη προέρχεται από καλιφορνέζικα δεδομένα [9] [42] [43]. Όπου αναγράφεται «δεν αναφέρεται», η πηγή δεν δίνει αξιολόγηση για το συγκεκριμένο υποκείμενο, δεν σημαίνει ανθεκτικότητα. Δεν υπάρχει ελληνική συγκριτική δοκιμή υποκειμένων καρυδιάς· οι διαφορές μπορεί να εκφραστούν διαφορετικά σε άλλο έδαφος και άλλο κλίμα.

Η αλατότητα: τι λέγεται και τι τεκμηριώνεται

Κυκλοφορεί ευρέως η κατάταξη ανοχής στα άλατα «μαύρη καρυδιά > Paradox > κοινή καρυδιά». Δεν εντοπίστηκε δημοσιευμένη συγκριτική δοκιμή που να τη στηρίζει ποσοτικά. Το μόνο που δηλώνεται ρητά στην πηγή είναι ότι τα υποκείμενα J. regia είναι ευαίσθητα στα άλατα [9]. Σε έδαφος ή νερό με πρόβλημα αλάτων, επομένως, η επιλογή υποκειμένου J. regia για αποφυγή της μαύρης γραμμής είναι η λιγότερο ασφαλής, αλλά η σειρά μεταξύ των άλλων δύο δεν μπορεί να δηλωθεί με βεβαιότητα.

Η μαύρη γραμμή, γιατί σκοτώνει δένδρα 15 έως 40 ετών

Η μαύρη γραμμή (blackline) προκαλείται από τον ιό Cherry Leaf Roll Virus. Όταν εμβολιασμένη J. regia βρίσκεται πάνω σε υποκείμενο J. hindsii ή Paradox, το υποκείμενο αντιδρά με υπερευαίσθητη νέκρωση ακριβώς στο σημείο συμβολής. Σχηματίζεται μια λεπτή μαύρη γραμμή που επεκτείνεται περιμετρικά, δακτυλιώνει τον εμβολιοφόρο και τον σκοτώνει σε δύο έως έξι χρόνια. Το δένδρο χάνεται σε ηλικία 15 έως 40 ετών, δηλαδή τη στιγμή της μέγιστης παραγωγικότητάς του. Ο ιός μεταδίδεται με τη γύρη, άρα δεν υπάρχει τρόπος να αποκλειστεί από έναν δενδρώνα που περιβάλλεται από άλλους. Η υπερευαισθησία ελέγχεται από ένα κυρίαρχο γονίδιο [11]. Η μόνη πλήρης λύση είναι το υποκείμενο J. regia, με το κόστος της χαμηλότερης παραγωγής που περιγράφηκε παραπάνω [10].

Υπερβολική ζωηρότητα: ένα πρόβλημα που δεν περιμένει κανείς

Πολύ ζωηρά κλωνικά Paradox μπορούν να δημιουργήσουν τυφλούς οφθαλμούς, οφθαλμοί που σχηματίζονται πάνω σε πολύ ταχέως αναπτυσσόμενο ξύλο και δεν εκπτύσσονται ποτέ. Το αποτέλεσμα είναι δένδρα που δεν διαμορφώνονται εκεί που πρέπει, με κενά στη σκελετική δομή [9].

Πηγές: 9 10 11

5. Οι ποικιλίες: ακροκαρπία και πλαγιοκαρπία

Όλη η σύγχρονη καλλιέργεια της καρυδιάς στηρίζεται σε ένα χαρακτηριστικό: το ποσοστό των πλάγιων οφθαλμών που φέρουν θηλυκά άνθη. Στις παραδοσιακές ακρόκαρπες ποικιλίες, όπως η Franquette, μόνο ο επάκριος οφθαλμός κάθε ετήσιου βλαστού δίνει καρπό, δηλαδή περίπου 5% γονιμότητα πλάγιων οφθαλμών. Στις πλαγιόκαρπες ποικιλίες της Καλιφόρνιας το ποσοστό φτάνει το 85 ως 96% [5].

Κλάδος καρυδιάς Fernor φορτωμένος καρπούς κατά μήκος του, με σημείωση που δείχνει βλάστηση από μικτό οφθαλμό σε πλάγια θέση παλαιότερου κλάδου
Πλαγιοκαρπία στην ποικιλία Fernor. Οι καρποί δεν βρίσκονται μόνο στην άκρη του βλαστού αλλά κατά μήκος ολόκληρου του κλάδου, σε βλαστούς που εκπτύχθηκαν από μικτούς οφθαλμούς σε πλάγια θέση ξύλου προηγούμενης χρονιάς. Αυτό είναι το χαρακτηριστικό που πολλαπλασιάζει τις θέσεις καρποφορίας ανά μέτρο κλάδου.
Κλάδος ακρόκαρπης καρυδιάς με όλους τους καρπούς συγκεντρωμένους στην άκρη του ετήσιου βλαστού
Ακροκαρπία. Όλο το φορτίο βρίσκεται στον ετήσιο βλαστό που εκπτύχθηκε από τον επάκριο οφθαλμό. Το υπόλοιπο μήκος του κλάδου μένει άκαρπο, και αυτό ακριβώς περιορίζει την οροφή της απόδοσης.

Δωδεκαετής παρακολούθηση στην Ολτένια της Ρουμανίας, σε κλίμα πιο κοντινό στο ελληνικό από ό,τι το καλιφορνέζικο, έδειξε ότι μέχρι το 12ο έτος οι ακρόκαρπες ποικιλίες έδωσαν 1,5 έως 2,6 τόνους ανά εκτάριο, ενώ οι πλαγιόκαρπες 1,7 έως 4,1 τόνους, δηλαδή 150 έως 260 κιλά ανά στρέμμα έναντι 170 έως 410 [12].

Το αντίτιμο της πλαγιοκαρπίας

Δεν είναι δωρεάν. Εργασία του INRA στη Γαλλία έδειξε ότι στις πλαγιόκαρπες ποικιλίες το βάρος του καρπού μειώνεται και η ανομοιομορφία αυξάνεται καθώς το δένδρο γερνά. Τα δύο κρίσιμα όρια που εντοπίστηκαν είναι προσχηματισμένοι άξονες μήκους κάτω από 6 cm και περισσότεροι από ένας καρποί ανά ταξιανθία. Όταν εμφανιστούν αυτά τα δύο, το δένδρο έχει περισσότερες θέσεις καρποφορίας από όσες μπορεί να θρέψει, και ο καρπός μικραίνει [13]. Η συνέπεια για το κλάδεμα είναι άμεση: στα ώριμα πλαγιόκαρπα δένδρα χρειάζεται αραίωση ξύλου, όχι διατήρηση κάθε θέσης καρποφορίας.

Οι ποικιλίες που κυκλοφορούν

ΠοικιλίαΓονιμότητα πλάγιων οφθαλμώνΒάρος καρπού με κέλυφοςΨίχαΣχόλιο
Chandler89%13,4 g49,2%Όψιμη έκπτυξη, πολύ ανοιχτόχρωμη ψίχα, η πιο διαδεδομένη ποικιλία διεθνώς και στις νέες ελληνικές φυτείες.
Howard89%14,7 g51,1%Αδελφή της Chandler, όψιμη, πολύ υψηλή παραγωγή.
Tulare72%14,3 g54,0%Μεσοπρώιμη έως όψιμη. Δεν χρειάζεται επικονιαστή, βλ. ενότητα 6.
Franquette5%περ. 11 g47%Η κλασική ακρόκαρπη. Πολύ όψιμη έκπτυξη, αποφεύγει τους παγετούς, αλλά αργεί να μπει σε παραγωγή και είναι πολύ ευπαθής στη βακτηρίωση.
FernorΠλαγιόκαρπηδεν αναφέρεταιδεν αναφέρεταιΓαλλική, διασταύρωση Franquette × Lara. Εκπτύσσεται περίπου 9 ημέρες μετά την Chandler.
FernetteΠλαγιόκαρπηδεν αναφέρεταιδεν αναφέρεταιΕκπτύσσεται περίπου 8 ημέρες μετά την Chandler. Χρησιμοποιείται κυρίως ως επικονιαστής της Fernor.
FM3 (ελληνική επιλογή)70 ως 80%23,70 g49,56%Πρωτανδρική. Καρπός σχεδόν διπλάσιος από της Chandler.
FM6 (ελληνική επιλογή)30 ως 35%21,36 g47,61%Πρωτόγυνη, με θηλυκή άνθιση περίπου 9,6 ημέρες πριν την Chandler.
'Leto' (ελληνική ποικιλία)90%Μέτριο49,37%Διασταύρωση Gustine × Pedro. Μικρή ζωηρότητα, πυκνή διακλάδωση, πρωτανδρική, συγκομιδή γύρω στις 22 Σεπτεμβρίου.

Τα μεγέθη καρπού των καλιφορνέζικων ποικιλιών προέρχονται από τα δεδομένα του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας [14], τα ποσοστά πλαγιοκαρπίας και οι αυστραλιανές τιμές από το εγχειρίδιο εγκατάστασης [5], τα γαλλικά δεδομένα έκπτυξης από συγκριτική δοκιμή στην Προύσα [15], και τα ελληνικά από τις αντίστοιχες δημοσιεύσεις [16] [8]. Το βάρος καρπού μεταβάλλεται σημαντικά με το φορτίο και την άρδευση, οι τιμές είναι συγκριτικές, όχι απόλυτες.

Οι ελληνικές επιλογές: τι είναι πραγματικά

Οι FM3 και FM6 προέρχονται από τον σποροφυτικό πληθυσμό της κεντρικής Ελλάδας και περιγράφηκαν αναλυτικά το 2023 από το Τμήμα Ακροδρύων του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ. Ο καρπός τους, 23,70 g η FM3 έναντι 13,41 g της Chandler, με ψίχα 11,75 g έναντι 6,67 g, είναι από τους μεγαλύτερους που έχουν καταγραφεί σε αξιολογημένο υλικό. Η δημοσίευση τις παρουσιάζει ρητά ως «υποσχόμενες γενετικές πηγές για διασταυρώσεις», όχι ως εμπορικές ποικιλίες [16]. Η 'Leto', αντίθετα, είναι ονοματισμένη ποικιλία από διασταύρωση του 1986 [8]. Στην ελληνική αγορά αναφέρονται επίσης οι ονομασίες 'Ιόλη', 'Ηλιάνα' και 'Big Top', η πρώτη τεκμηρίωσή τους βρίσκεται σε ανασκόπηση του 2014 [2], αλλά δεν εντοπίστηκε δημοσίευση με πλήρη ποικιλιακή περιγραφή τους αντίστοιχη εκείνων της 'Leto' ή των FM3/FM6. Πριν από οποιαδήποτε φύτευση, το πολλαπλασιαστικό υλικό ζητείται με πιστοποιητικό ταυτότητας και υγείας, με ρητή αναφορά στην απουσία CLRV.

Η ευπάθεια στη βακτηρίωση ως κριτήριο επιλογής

Η βακτηρίωση καλύπτεται σε χωριστό άρθρο, αλλά η επιλογή ποικιλίας γίνεται μία φορά και κρίνει το πόσο θα κοστίζει η αντιμετώπισή της για σαράντα χρόνια. Ελληνική αξιολόγηση 33 ποικιλιών, 12 επιλογών και 13 διασταυρώσεων με τεχνητές μολύνσεις καρπών από στελέχη Xanthomonas arboricola pv. juglandis απομονωμένα στην Ελλάδα κατέταξε το υλικό σε πέντε κλάσεις ευπάθειας [17]:

  • Λιγότερο ευπαθείς (κλάση Α): Amigo, Ashley, Serr, Eliana, Grand Jean, και οι επιλογές ΕΚ-1, ΕΗ-28, ΕΗ-29.
  • Ιδιαίτερα ευπαθείς: Marbot, Milotai, Ronde de Montignac, Sibisel και η διασταύρωση S3/1.
  • Η Chandler κατατάχθηκε στην κλάση C, δηλαδή στο ενδιάμεσο-υψηλό τμήμα της κλίμακας. Η Franquette στην κλάση Β.

Σημειώνεται ότι η συχνότητα μόλυνσης ήταν 100% σχεδόν σε όλο το υλικό, μόνο η Serr έδωσε 53,3% και η Eoli 93,3%. Δηλαδή δεν υπάρχει ανθεκτική ποικιλία· υπάρχει διαφορά στη σοβαρότητα της προσβολής. Οι ελληνικές επιλογές εμφανίστηκαν στο σύνολό τους λιγότερο ευπαθείς από τις εισαγόμενες [17].

Πηγές: 2 5 8 12 13 14 15 16 17

6. Η επικονίαση και η διχογαμία

Η καρυδιά είναι μόνοικο και ανεμόφιλο είδος: τα αρσενικά άνθη (ίουλοι) και τα θηλυκά βρίσκονται στο ίδιο δένδρο. Είναι όμως και διχογαμικό, δηλαδή η γύρη ελευθερώνεται σε διαφορετική στιγμή από εκείνη κατά την οποία τα θηλυκά άνθη του ίδιου δένδρου είναι δεκτικά. Όταν προηγείται η αρσενική άνθιση η ποικιλία λέγεται πρωτανδρική· όταν προηγείται η θηλυκή, πρωτόγυνη.

Η Chandler είναι πρωτανδρική, και αυτό διορθώνει μια διαδεδομένη παρανόηση

Κυκλοφορεί ευρέως ο ισχυρισμός ότι η Chandler είναι πρωτόγυνη. Το φυτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας της ποικιλίας, δηλαδή η επίσημη περιγραφή των ίδιων των δημιουργών, δίνει τα εξής μεγέθη: πρώτη απελευθέρωση γύρης 17 έως 29 ημέρες μετά την έκπτυξη της Payne, πλήρης άνθιση των θηλυκών ανθέων 34 έως 48 ημέρες μετά [18]. Η αρσενική άνθιση δηλαδή προηγείται και ουσιαστικά δεν επικαλύπτει τη θηλυκή: η Chandler είναι πρωτανδρική. Το ίδιο ισχύει για τη Howard, την αδελφή της, με 15 ως 29 ημέρες έναντι 31 ως 47 [19]. Η σύγχυση φαίνεται να προέρχεται από παρανάγνωση των γραφημάτων άνθισης, όχι από τις πρωτογενείς περιγραφές.

Η πρακτική συνέπεια είναι σημαντική. Επειδή η Chandler είναι πρωτανδρική, η δική της γύρη έχει ήδη φύγει όταν ανοίγουν τα δικά της θηλυκά άνθη. Χρειάζεται επομένως γύρη από εξωτερική πηγή, και αυτή η πηγή πρέπει να ελευθερώνει γύρη αργά μέσα στο ημερολόγιο. Η Franquette και η Cisco λειτουργούν ως επικονιαστές της Chandler όχι επειδή έχουν αντίθετο τύπο διχογαμίας, αλλά επειδή ολόκληρη η άνθισή τους είναι μετατοπισμένη αργότερα: η Franquette εκπτύσσεται στην τελευταία δεκαήμερο του Απριλίου και ελευθερώνει γύρη στο πρώτο δεκαήμερο του Μαΐου, οπότε η γύρη της συναντά τα θηλυκά άνθη της Chandler δεκτικά.

Το ζητούμενο δηλαδή δεν είναι «πρωτανδρική με πρωτόγυνη». Είναι επικάλυψη στο ημερολόγιο μεταξύ της απελευθέρωσης γύρης του επικονιαστή και της δεκτικότητας της κύριας ποικιλίας. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο ο συνδυασμός πρέπει να ελέγχεται επιτόπου στα πρώτα παραγωγικά χρόνια, με απλή παρατήρηση: τα θηλυκά άνθη είναι δεκτικά όταν το δισχιδές στίγμα ανοίγει σε γωνία περίπου 45 μοιρών.

Πόσοι επικονιαστές και πού

Η παραδοσιακή σύσταση ήταν 10% των δένδρων. Έχει μειωθεί σημαντικά. Το εγχειρίδιο εγκατάστασης αναφέρει περίπου 5% [5]. Οι υπηρεσίες εφαρμοσμένης έρευνας της Καλιφόρνιας συστήνουν σήμερα 3 έως 5%, με τα δένδρα-επικονιαστές τοποθετημένα στις προσήνεμες παρυφές και στη συνέχεια σε σειρές κάθετες προς τον επικρατούντα άνεμο, με 250 έως 300 πόδια (76 έως 91 μέτρα) μεταξύ των σειρών επικονιαστών. Στην Ευρώπη, το επίσημο τεύχος προδιαγραφών της ΠΟΠ «Noix de Grenoble» επιτρέπει δένδρα επικονιαστές «εφόσον διατάσσονται αρμονικά μέσα στον δενδρώνα και χωρίς ο αριθμός τους να υπερβαίνει το 5% των δένδρων» [20].

Η γύρη ταξιδεύει πολύ μακρύτερα από όσο υπολογίζεται

Ανάλυση πατρότητας με μικροδορυφορικούς δείκτες έδειξε ανιχνεύσιμη ροή γύρης σε απόσταση περίπου ενός χιλιομέτρου [21]. Αυτό έχει δύο συνέπειες. Πρώτον, ένας μικρός δενδρώνας που περιβάλλεται από άλλους καρυδώνες μπορεί να μη χρειάζεται καθόλου δικούς του επικονιαστές. Δεύτερον, και σοβαρότερα, η αποφυγή της μαύρης γραμμής με απομόνωση είναι ανέφικτη, αφού ο ιός μεταδίδεται με τη γύρη.

Η αποβολή θηλυκών ανθέων από περίσσεια γύρης

Είναι από τα πιο παράδοξα φαινόμενα της καλλιέργειας: υπερβολική επικονίαση μειώνει την παραγωγή. Η περίσσεια γύρης πάνω στο στίγμα προκαλεί παραγωγή αιθυλενίου, το άνθος γηράσκει ταχύτατα και αποβάλλεται περίπου δέκα ημέρες μετά τη δεκτικότητά του. Μελέτη στη Χιλή διέκρινε δύο διαφορετικά σύνδρομα αποβολής στην ποικιλία Serr: την αποβολή από περίσσεια γύρης, που είναι ταχεία, με νεκρωτικό στίγμα στο 98,6% των περιπτώσεων, πτώση των ανθέων σε διάμετρο 3 ως 4 mm και απώλειες 40 έως 90%, και την αποβολή από έλλειψη γύρης, που είναι βραδύτερη κατά μία με δύο εβδομάδες και προκαλεί απώλειες κάτω από 5% [22].

Η ευπάθεια είναι έντονα ποικιλιακή. Σύγκριση τεσσάρων ποικιλιών έδωσε αποβολή περίπου 2% στην 'AS-1', περίπου 80% στην 'MB-T-119', και περίπου 50% στις Hartley και Serr, με συντελεστή συσχέτισης μεγαλύτερο από 0,9 μεταξύ αποβολής και καρπόδεσης [23]. Σε αξιολόγηση 60 γονότυπων από 20 οικογένειες ημιαδελφών, η αποβολή κυμάνθηκε από 11% έως 92% και η κληρονομησιμότητα στενής έννοιας υπολογίστηκε σε 0,55 [24], αρκετά υψηλή ώστε το χαρακτηριστικό να είναι βελτιώσιμο με επιλογή.

Η πρακτική αντιμετώπιση είναι η μείωση του φορτίου γύρης: αφαίρεση ή αραίωση των δένδρων-επικονιαστών, ή μηχανικό τίναγμα των ιούλων. Δοκιμές στη Χιλή έδειξαν ότι το τίναγμα όταν το 5% των θηλυκών ανθέων είναι δεκτικά έδωσε τη χαμηλότερη αποβολή και αύξηση παραγωγής 15% [25].

Η Tulare δεν χρειάζεται επικονιαστή

Το φυτικό δίπλωμα της ποικιλίας αναφέρει ότι στα ώριμα δένδρα η αρσενική άνθιση επικαλύπτει σταθερά τη ροζ φάση της θηλυκής και καλύπτει κατά μέσο όρο το 80% ολόκληρης της περιόδου θηλυκής άνθισης, γι' αυτό και δηλώνεται ρητά ότι δεν απαιτείται ξεχωριστός επικονιαστής [26]. Στον αντίποδα, υπάρχουν πρωτόγυνες ποικιλίες με ελάχιστη αυτοεπικάλυψη: η 'Ivanhoe' περιγράφεται ως πρωτόγυνη με γύρη που δεν καλύπτει πλήρως τη θηλυκή άνθιση [27]. Το ποσοστό αυτοεπικάλυψης είναι το μέγεθος που ζητείται από τον προμηθευτή πολλαπλασιαστικού υλικού πριν από την παραγγελία.

Πηγές: 5 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27

7. Οι αποστάσεις φύτευσης και η δέσμευση του φωτός

Υπάρχει ένας μοναδικός αριθμός που συνδέει τη γεωμετρία του δενδρώνα με την παραγωγή, και προέρχεται από πολυετή μέτρηση δέσμευσης φωτοσυνθετικά ενεργής ακτινοβολίας με κινητό οπτικό αισθητήρα σε δεκάδες εμπορικούς καρυδώνες της Καλιφόρνιας:

11 κιλά καρπού με κέλυφος ανά στρέμμα για κάθε 1% μεσημβρινής δέσμευσης PAR, στην πηγή, 0,05 σύντομοι τόνοι ανά acre
δηλαδή περίπου 11 κιλά καρπού με κέλυφος ανά στρέμμα για κάθε 1% του φωτός που δεσμεύει η κόμη το μεσημέρι

Ο κανόνας αυτός περιγράφει τους καλύτερους δενδρώνες, δηλαδή την οροφή [28]. Σε 90% δέσμευση αντιστοιχούν περίπου 4,5 σύντομοι τόνοι ανά acre, ο σύντομος τόνος της αμερικανικής πηγής είναι 907 κιλά, δηλαδή περίπου 1.000 κιλά ανά στρέμμα· σε 50% δέσμευση, 2,5 σύντομοι τόνοι ανά acre ή περίπου 560 κιλά ανά στρέμμα. Οι ταχύτερα αναπτυσσόμενοι δενδρώνες αυξάνουν τη δέσμευση κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες τον χρόνο και φτάνουν το 90% γύρω στο ένατο έτος.

Το εύρημα που ανατρέπει την πυκνή φύτευση

Η ίδια εργασία έδειξε ότι η δέσμευση φωτός συνεχίζει να αυξάνεται με την πυκνότητα φύτευσης, αλλά η παραγωγή κορυφώνεται στα 65 έως 90 δένδρα ανά acre, δηλαδή περίπου 16 έως 22 δένδρα ανά στρέμμα. Το βέλτιστο εντοπίστηκε σε τετραγωνική φύτευση 22 έως 28 ποδιών, δηλαδή 6,7 έως 8,5 μέτρα, και ο υψηλότερης απόδοσης δενδρώνας ολόκληρης της δοκιμής ήταν φυτεμένος στα 7,3 × 7,6 μέτρα. Η παραγωγή κορυφώνεται περίπου στα 10 με 12 χρόνια ηλικίας [28].

Η άμεση σύγκριση δύο δενδρώνων 13 ετών είναι η πιο εύγλωττη διατύπωση του ευρήματος:

ΣύστημαΑποστάσειςΔέσμευση PARΠαραγωγή τελευταίας 5ετίας
Γραμμική φυτεία (hedgerow), Howard4,3 × 6,4 mπερίπου 70%περίπου 3,0 τόνοι/acre = 670 κιλά/στρέμμα
Κλασική φυτεία, Tulare7,6 × 7,3 mπερίπου 90%περίπου 4,2 τόνοι/acre = 940 κιλά/στρέμμα

Η πυκνή φύτευση δίνει υψηλότερη παραγωγή στα έτη 3 έως 8, αλλά τελικά η μεγαλύτερη παραγωγή προέρχεται από τις πιο κλασικές αποστάσεις [28]. Ο λόγος είναι η μηχανική κοπή (hedging) στην οποία υποχρεώνεται η πυκνή φυτεία. Όταν οι αποστάσεις επί της γραμμής είναι μικρότερες από 8 μέτρα, η κοπή γίνεται υποχρεωτική από το πέμπτο περίπου έτος [5]. Και η κοπή κοστίζει: μείωση 20% της δέσμευσης PAR αντιστοιχεί σε απώλεια ενός τόνου ανά acre, δηλαδή 224 κιλών ανά στρέμμα, ενώ η ανάκαμψη της κόμης χρειάζεται τρία με τέσσερα χρόνια [28].

Ο κανόνας του ύψους και το βάθος διείσδυσης του φωτός

Δύο γεωμετρικοί κανόνες καθορίζουν τι τελικά καρποφορεί:

  • Το μέγιστο ύψος του δένδρου το καλοκαίρι δεν ξεπερνά το 80% του πλάτους της μεσοσειράς. Σε φυτεία με 6 μέτρα μεταξύ των γραμμών, το ύψος δεν ξεπερνά τα 4,8 μέτρα [5].
  • Σε βάθος μεγαλύτερο από 1,5 μέτρο από την εξωτερική επιφάνεια της κόμης, η ένταση του φωτός πέφτει κάτω από το 30% και δεν σχηματίζονται ανθοφόροι οφθαλμοί ούτε δένουν καρποί. Τα φύλλα εκείνα γίνονται ενεργειακό βάρος για το δένδρο [5].
Πλάτος γραμμήςΔιάδρομος μηχανημάτωνΠλάτος κόμηςΚόμη με φτωχό φωτισμόΒέλτιστο ύψος
6 m2 m4 m1 m4,8 m
7 m2 m5 m2 m5,6 m
8 m2 m6 m3 m6,4 m
9 m2 m7 m4 m7,2 m
10 m2 m8 m5 m8,0 m

Προσαρμογή από το αυστραλιανό εγχειρίδιο [5]. Η στήλη «κόμη με φτωχό φωτισμό» προκύπτει αφαιρώντας 1,5 μέτρο αποτελεσματικής διείσδυσης από κάθε πλευρά της κόμης, δείχνει δηλαδή πόσο πλάτος κόμης είναι ουσιαστικά άκαρπο.

Τι σημαίνουν όλα αυτά για μια νέα ελληνική φυτεία

  • Αποστάσεις 7 × 7 έως 8 × 8 μέτρα (20 έως 15,6 δένδρα ανά στρέμμα) βρίσκονται μέσα στο τεκμηριωμένο βέλτιστο και δεν επιβάλλουν μηχανική κοπή.
  • Πυκνότερη φύτευση επιλέγεται μόνο συνειδητά, ως πρόωρη ταμειακή ροή, με προγραμματισμένη αφαίρεση σειρών ή δένδρων, όχι ως μόνιμη διάταξη.
  • Ο σχεδιασμός γίνεται με βάση το τελικό μέγεθος του δένδρου, όχι το αρχικό. Ο δενδρώνας που φαίνεται αραιός στο πέμπτο έτος είναι εκείνος που θα αποδίδει στο δέκατο πέμπτο.
  • Προβλέπεται 0,5 μέτρο καθαρού κορμού χωρίς βραχίονες, ώστε να μπορεί να εργαστεί δονητής κορμού [5].

Πηγές: 5 28

8. Η εγκατάσταση του δενδρώνα

Η εγκατάσταση είναι το μοναδικό στάδιο στο οποίο μπορεί να διορθωθεί η δομή του εδάφους σε βάθος. Μετά τη φύτευση, ό,τι βρίσκεται κάτω από τα 30 εκατοστά είναι απρόσιτο για πάντα.

Η προετοιμασία σε βάθος

Το αυστραλιανό πρωτόκολλο προβλέπει υπεδαφοκαλλιέργεια με πτερυγιοφόρο υπεδαφοκαλλιεργητή σε βάθος 60 εκατοστών, σε τρία περάσματα των 20 εκατοστών, και όχι σε ένα πέρασμα [5]. Ο λόγος είναι μηχανικός: το ξηρό έδαφος θρυμματίζεται σε στρώσεις, ενώ η προσπάθεια να σπάσει ολόκληρο το προφίλ με ένα πέρασμα δημιουργεί μεγάλους συμπαγείς βώλους και αφήνει τη βάση της αυλακιάς λειασμένη. Η εργασία γίνεται πάντα σε έδαφος ξηρό, ποτέ υγρό.

Πάνω από τη γραμμή φύτευσης διαμορφώνεται αναχωματική λωρίδα ύψους περίπου 0,5 μέτρου. Η λωρίδα αυτή δίνει στη ρίζα επιπλέον μισό μέτρο αποστραγγιζόμενου προφίλ και είναι ο φθηνότερος τρόπος να μειωθεί ο κίνδυνος Phytophthora σε βαρύ έδαφος. Συνοδεύεται από οργανικό εδαφοκάλυμμα πλάτους 2 μέτρων κατά μήκος της γραμμής [5].

Το δενδρύλλιο και η φύτευση

Η φύτευση γίνεται νωρίς τον χειμώνα, όσο το δυνατόν συντομότερα μετά την παραλαβή από το φυτώριο: όσο νωρίτερα μπει το δένδρο, τόσο περισσότερο χρόνο έχει να αναπτύξει ριζικό σύστημα πριν εκπτυχθεί την άνοιξη. Οι ρίζες δεν αφήνονται ποτέ να στεγνώσουν και διατηρούνται σε υγρό πριονίδι ή τύρφη. Ο λάκκος ανοίγεται 45 ως 60 εκατοστά πλάτος και 25 ως 30 εκατοστά βάθος, και αν ανοιχτεί με μηχανικό τρυπάνι σε υγρό έδαφος τα τοιχώματά του σπάζονται, γιατί το τρυπάνι τα λειαίνει και δημιουργεί κλειστό «γλαστράκι». Η ανώτερη ρίζα τοποθετείται 5 έως 8 εκατοστά κάτω από την επιφάνεια, οι ρίζες απλώνονται και το χώμα συμπιέζεται ώστε να μη μείνουν θύλακες αέρα [4].

Λίπασμα στον λάκκο φύτευσης: ποτέ

Η οδηγία είναι ρητή και απόλυτη: δεν τοποθετείται χημικό λίπασμα ούτε κοπριά μέσα στον λάκκο φύτευσης. Τα δένδρα τραυματίζονται ή σκοτώνονται από λιπάσματα τοποθετημένα στον λάκκο [4].

Στήριξη και ασβέστωμα

Το νέο ξύλο είναι πολύ μαλακό για να αντέξει τον άνεμο. Ο πάσσαλος (2 έως 3 μέτρα) τοποθετείται στην προσήνεμη πλευρά, σε απόσταση 15 έως 20 εκατοστών από το δένδρο, και το δέσιμο γίνεται με φαρδιά λωρίδα υφάσματος που περνά σταυρωτά ανάμεσα σε δένδρο και πάσσαλο. Οι δέστρες ελέγχονται περιοδικά για να μη δακτυλιώσουν τον κορμό [4].

Ο κορμός ασβεστώνεται μέχρι τον πρώτο βραχίονα με λευκό πλαστικό χρώμα εξωτερικού χώρου αραιωμένο σε αναλογία περίπου 70% χρώμα προς 30% νερό, για προστασία από το ηλιακό έγκαυμα [4]. Στις ελληνικές συνθήκες, με καλοκαιρινές θερμοκρασίες που ξεπερνούν συστηματικά τους 38 °C, το ασβέστωμα των νεαρών κορμών δεν είναι προαιρετικό.

Εναλλακτική: απευθείας σπορά και επιτόπιος εμβολιασμός

Αντί για έτοιμο εμβολιασμένο δενδρύλλιο, το υποκείμενο μπορεί να σπαρεί επιτόπου στη γραμμή και να εμβολιαστεί με ενοφθαλμισμό πλάκας το μεσοκαλόκαιρο του πρώτου ή δεύτερου έτους. Το πλεονέκτημα είναι η ανάπτυξη αδιατάρακτου πασσαλώδους ριζώματος και η αποφυγή του σοκ μεταφύτευσης. Το μειονέκτημα είναι η ανομοιομορφία, αν ο εμβολιασμός δεν γίνει με δεξιοτεχνία, και η μεγαλύτερη καθυστέρηση μέχρι την παραγωγή. Η επιβίωση και η ομοιομορφία βελτιώνονται σημαντικά όταν σπέρνονται δύο ή τρεις σπόροι σε κάθε θέση και διατηρείται το καλύτερο φυτάριο [5].

Για την παραγωγή υποκειμένων από σπόρο, η στρωμάτωση σε υγρό υπόστρωμα κάτω από 10 °C για δύο έως τρεις μήνες είναι υποχρεωτική και βελτιώνει καθοριστικά την ομοιομορφία της βλάστησης [5].

Η θρέψη του φυταρίου στο φυτώριο

Δύο ανεξάρτητες εργασίες δείχνουν πόσο μεγάλη είναι η απόκριση του νεαρού φυτού στη λίπανση. Σε δοκιμή σε γλάστρες με διετή εμβολιασμένα φυτάρια δύο ποικιλιών, το βέλτιστο επίπεδο και για τα τρία στοιχεία ήταν 100 mg θρεπτικού ανά κιλό εδάφους: ο διπλασιασμός στα 200 mg/kg δεν έδωσε στατιστικά σημαντική επιπλέον ανάπτυξη, ενώ το άζωτο δεν επηρέασε σημαντικά τη διάμετρο του κορμού [29]. Σε δοκιμή παραγωγής υλικού σε δοχεία 10 λίτρων με μείγμα τύρφης-περλίτη, τα λιπασμένα φυτά έφτασαν ύψος 91 έως 125 cm και διάμετρο κορμού 12,54 έως 14,59 mm, έναντι 39,67 cm και 8,13 mm στον αλίπαντο μάρτυρα, με τη φυλλική επιφάνεια και τον όγκο του ριζικού συστήματος δύο έως τέσσερις φορές μεγαλύτερα [30]. Το μήνυμα για τον παραγωγό που αγοράζει δενδρύλλια είναι απλό: η διάμετρος του κορμού στην παραλαβή είναι μετρήσιμο κριτήριο ποιότητας.

Πηγές: 4 5 29 30

9. Η άρδευση

Η καρυδιά είναι από τα πιο υδροβόρα οπωροφόρα και ταυτόχρονα από τα πιο ευαίσθητα στη λίμναση. Το εύρος που δίνει το αυστραλιανό εγχειρίδιο είναι 5 έως 10 ML ανά εκτάριο ετησίως, δηλαδή 500 έως 1.000 κυβικά μέτρα ανά στρέμμα [5].

Πόσο νερό χρειάζεται πραγματικά

Ο πίνακας φυτικών συντελεστών που έχει καταρτιστεί για την καρυδιά στην Καλιφόρνια δίνει αθροιστική εποχική ανάγκη 1.066 mm σε καθαρά καλλιεργημένο έδαφος και 1.485 mm με πλήρη χλοοκάλυψη, αύξηση 39%, με μέγιστο συντελεστή καλλιέργειας 1,14 τον Ιούλιο και τον Αύγουστο σε καθαρό έδαφος και 1,45 με χλοοκάλυψη [31]. Επειδή 1 mm επί ενός στρέμματος ισούται με 1 κυβικό μέτρο, οι τιμές αυτές μεταφράζονται σε 1.066 και 1.485 κυβικά μέτρα ανά στρέμμα αντίστοιχα. Ανεξάρτητη εργασία σε συνθήκες περιορισμένου νερού δίνει μέγιστη ζήτηση 1.050 έως 1.200 mm ετησίως με μέσο εποχικό συντελεστή περίπου 0,9 [32], δηλαδή συγκλίνει.

Η μέγιστη εξατμισοδιαπνοή επιτυγχάνεται όταν η σκίαση του εδάφους το μεσημέρι φτάσει το 50 με 60% [31]. Πέρα από αυτό, η κατανάλωση δεν αυξάνεται ανάλογα με την κόμη. Η μέγιστη εβδομαδιαία χρήση τον Ιούλιο και τον Αύγουστο είναι 38 έως 51 mm ανά εβδομάδα (δηλαδή 38 έως 51 κυβικά ανά στρέμμα), πέφτει σε 25 έως 38 mm τον Σεπτέμβριο και σε 10 έως 20 mm τον Οκτώβριο [31].

Ο απλός υπολογισμός από τη σκίαση

Το αυστραλιανό εγχειρίδιο δίνει μια μέθοδο που δεν απαιτεί τίποτα παραπάνω από μια μεζούρα [5]:

Ποσοστό σκίασης = (πλάτος σκιάς της γραμμής το μεσημέρι ÷ απόσταση γραμμών) × 100
Συντελεστής καλλιέργειας = ποσοστό σκίασης × 1,5 ÷ 100
Κατανάλωση (mm) = συντελεστής × εξάτμιση λεκάνης × 0,8

Η μέτρηση του πλάτους της σκιάς επαναλαμβάνεται κάθε μήνα, γιατί ο συντελεστής αλλάζει με την ανάπτυξη της κόμης: από 0,3 τον Απρίλιο σε 0,8 τον Ιούλιο και πάλι σε 0,3 τον Οκτώβριο σε ένα τυπικό ώριμο δένδρο.

Το δυναμικό νερού βλαστού, το εργαλείο που κρίνει

Η μέτρηση του δυναμικού νερού του βλαστού με θάλαμο πίεσης είναι ο πιο άμεσος δείκτης υδατικής κατάστασης του δένδρου, γιατί ενσωματώνει ταυτόχρονα το έδαφος και την ατμόσφαιρα. Η μέτρηση γίνεται μεταξύ 11:00 και 13:00, σε νεαρό πλήρως ανεπτυγμένο φύλλο από σκιαζόμενο τμήμα του δένδρου, το οποίο τυλίγεται σε υγρό πανί για περίπου δέκα δευτερόλεπτα πριν τοποθετηθεί στον θάλαμο [5].

Το κρίσιμο σημείο είναι ότι η τιμή δεν ερμηνεύεται απόλυτα. Συγκρίνεται με τη γραμμή βάσης, δηλαδή την τιμή που θα είχε ένα πλήρως αρδευόμενο δένδρο στις ίδιες ατμοσφαιρικές συνθήκες. Στον πίνακα γραμμής βάσης των υπηρεσιών εφαρμοσμένης έρευνας της κοιλάδας του Σακραμέντο, η τιμή κυμαίνεται από −2,9 bar σε δροσερή και υγρή μέρα (περίπου 15 °C και 85% σχετική υγρασία) έως −9,5 bar σε καύσωνα με ξηρό αέρα (περίπου 49 °C και 10% σχετική υγρασία) [33].

Οι πίνακες γραμμής βάσης δεν συμφωνούν μεταξύ τους

Η έκδοση 8503 του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας, που είναι το βασικό εγχειρίδιο χρήσης του θαλάμου πίεσης, δίνει για τις ίδιες συνθήκες (περίπου 15 °C και 85% σχετική υγρασία) γραμμή βάσης −3,9 bar αντί για −2,9 [34]. Η διαφορά του ενός bar είναι μισό βήμα της κλίμακας καταπόνησης. Πρακτική συνέπεια: δηλώνεται πάντα ποιος πίνακας γραμμής βάσης χρησιμοποιείται και δεν αναμιγνύονται μετρήσεις που ερμηνεύτηκαν με διαφορετικούς πίνακες μέσα στην ίδια σειρά δεδομένων.

Η δημοσιευμένη κλίμακα κατατάσσει την καταπόνηση σε απόλυτες τιμές δυναμικού, με συγκεκριμένες φυσιολογικές συνέπειες για κάθε ζώνη [33]:

Δυναμικό νερού βλαστούΧαρακτηρισμόςΤι συμβαίνει στο δένδρο
−4 έως −6 barΕλάχιστη καταπόνησηΟρατά υψηλός ρυθμός βλαστικής αύξησης. Το δένδρο κάνει ξύλο.
−6 έως −8 barΉπιαΗ βλαστική αύξηση αρχίζει να υποχωρεί.
−8 έως −10 barΜέτριαΗ βλαστική αύξηση μπορεί να σταματήσει, το μέγεθος του καρπού να μειωθεί και η διαφοροποίηση των οφθαλμών για την επόμενη χρονιά να επηρεαστεί αρνητικά.
−10 έως −12 barΥψηλήΠροσωρινή μάρανση. Το μέγεθος του καρπού μειώνεται και το χρώμα της ψίχας σκουραίνει.
−12 έως −14 barΠολύ υψηλήΜέτρια φυλλόπτωση. Πρέπει να αποφεύγεται.

Η ίδια πηγή δίνει και τον κανόνα απόφασης: η βέλτιστη καταπόνηση λίγο πριν το πότισμα είναι περίπου 2 έως 3 bar κάτω από τη γραμμή βάσης [33]. Το αυστραλιανό εγχειρίδιο δίνει έναν απλούστερο κανόνα για το απόλυτο όριο: το δυναμικό διατηρείται πάνω από τα −10 bar [5], και και ανεξάρτητη εργασία ελλειμματικής άρδευσης καταλήγει σε αυστηρότερο όριο, −0,8 MPa, δηλαδή −8 bar [32] [32].

Γιατί «όσο πιο υγρό, τόσο καλύτερα» είναι λάθος

Η ζώνη −4 έως −6 bar χαρακτηρίζεται ρητά από ορατά υψηλό ρυθμό βλαστικής αύξησης [33]. Δένδρο μονίμως σε αυτή τη ζώνη κάνει ξύλο, και το ξύλο μέσα στην κόμη είναι ακριβώς ό,τι σκιάζει τις θέσεις καρποφορίας (ενότητα 7). Προστίθεται και ο κίνδυνος Phytophthora από τα παρατεταμένα ποτίσματα. Η ήπια ζώνη −6 έως −8 bar, όπου η βλαστική αύξηση αρχίζει να υποχωρεί, είναι η ζώνη στην οποία η ισορροπία γέρνει προς τον καρπό.

Πόσο κοστίζει η έλλειψη νερού

Σε ακραία ελλειμματική άρδευση, τριετής δοκιμή σε ορεινό περιβάλλον της Ισπανίας με σταθερή ελλειμματική άρδευση έδωσε για την Chandler 6,7 κιλά ανά δένδρο στο 33% της πλήρους δόσης έναντι 13,9 κιλών με πλήρη άρδευση, και για την Cisco 8,0 έναντι 15,6 κιλών [35]. Δηλαδή στο ένα τρίτο του νερού, περίπου στο μισό της παραγωγής.

Πρακτικό πρωτόκολλο άρδευσης
  • Μικροεκτοξευτήρες με παροχή 5 έως 10 mm/ώρα ή σταλάκτες, με ποτίσματα αρκετές φορές την εβδομάδα το καλοκαίρι [5]. Το έδαφος μετά από ένα πότισμα κρατά μόλις δύο με τρεις ημέρες βέλτιστου νερού στο καταμεσήμερο του καλοκαιριού.
  • Κανένα πότισμα πάνω από 18 ώρες. Είναι το όριο μόλυνσης από Phytophthora.
  • Μετρήσεις δυναμικού λίγο πριν το πότισμα, δηλαδή στη στιγμή της μέγιστης καταπόνησης, ώστε να μετρηθεί το χειρότερο σημείο και όχι το καλύτερο.
  • Η άρδευση δεν σταματά με τη συγκομιδή. Το δένδρο εξακολουθεί να φωτοσυνθέτει και να γεμίζει τις αποθήκες του για την επόμενη χρονιά [38]· μια «ξεχασμένη» καλλιέργεια τον Οκτώβριο εμφανίζει τη ζημιά τον επόμενο Μάιο. Η καταπόνηση κρατιέται μέσα στην ήπια ζώνη και μακριά από τη μέτρια, όπου επηρεάζεται η διαφοροποίηση των οφθαλμών [33].
  • Το ριζικό σύστημα συγκεντρώνεται στο πρώτο μέτρο του εδάφους· εκεί στοχεύει η ύγρανση [4].

Πηγές: 4 5 31 32 33 34 35 38

10. Η ποιότητα του νερού: αλάτι, βόριο, χλώριο

Η καρυδιά κατατάσσεται από τον FAO ως ευαίσθητο είδος τόσο στην αλατότητα όσο και στο βόριο, με βάση κριτήριο φυλλικής ζημιάς. Το ανεκτό εύρος βορίου στο νερό άρδευσης δίνεται 0,5 έως 0,75 mg/L [36].

Ένα κενό που πρέπει να δηλωθεί

Για την καρυδιά δεν υπάρχει δημοσιευμένο όριο ηλεκτρικής αγωγιμότητας εδαφικού εκχυλίσματος ούτε κλίση μείωσης παραγωγής στους καθιερωμένους πίνακες ανοχής αλατότητας, ούτε στη μεθοδολογία Maas-Hoffman ούτε στο εγχειρίδιο 71 της ASCE. Η καρυδιά χαρακτηρίζεται απλώς «ευαίσθητη» χωρίς αριθμούς [36]. Οι τιμές εργασίας που χρησιμοποιούνται από τις υπηρεσίες εφαρμοσμένης έρευνας, αγωγιμότητα εδάφους κάτω από 1,5 dS/m και νερού κάτω από 1,1 dS/m, είναι πρακτικοί κανόνες, όχι πειραματικά όρια. Επίσης δεν εντοπίστηκε ελληνική μελέτη που να συνδέει την ποιότητα του αρδευτικού νερού με την απόδοση καρυδιάς, παρότι υπάρχουν υδρογεωλογικές εργασίες που καταγράφουν υψηλό βόριο σε υπόγεια νερά της Χαλκιδικής και της Θεσσαλίας.

Η αξιολόγηση γίνεται επομένως από τα φύλλα και όχι από το νερό. Τα όρια περίσσειας στη φυλλοδιαγνωστική είναι:

  • Βόριο πάνω από 300 ppm, τοξικότητα. Εμφανίζεται ως στρογγυλές καστανές νεκρωτικές κηλίδες στις άκρες των φυλλαρίων και, σε σοβαρές περιπτώσεις, ανάμεσα στις νευρώσεις προς το κεντρικό νεύρο [4].
  • Χλώριο πάνω από 0,3%
  • Νάτριο πάνω από 0,1%

Η επιλογή υποκειμένου παραμένει εργαλείο διαχείρισης, αλλά με λιγότερη τεκμηρίωση από όση συνήθως υποτίθεται: το μόνο που δηλώνεται ρητά στις πηγές που εξετάστηκαν είναι ότι τα υποκείμενα J. regia είναι ευαίσθητα στα άλατα [9]. Σε έδαφος ή νερό με προβλήματα αλάτων, επομένως, η επιλογή υποκειμένου J. regia για αποφυγή της μαύρης γραμμής είναι η λιγότερο ασφαλής επιλογή.

Ένα χρήσιμο εύρημα για τα ελληνικά δεδομένα: η τοξικότητα βορίου υποχωρεί με τις εφαρμογές αζώτου, και τα συμπτώματα μπορούν να εξαλειφθούν πλήρως σε περίπου τρία χρόνια [4].

Πηγές: 4 9 36

11. Η θρέψη

Πόσο άζωτο φεύγει πραγματικά με τη σοδειά

Η τιμή που κυκλοφορεί στη βιβλιογραφία από μετρήσεις της περιόδου 1985 ως 1990 είναι 40,5 λίβρες αζώτου ανά τόνο καρπού με κέλυφος (εύρος 34 ως 46,4), δηλαδή περίπου 20,3 κιλά αζώτου ανά τόνο. Μετρήσεις της περιόδου 2013 ως 2014 σε σύγχρονους δενδρώνες δίνουν 27,5 λίβρες ανά τόνο (εύρος 24 ως 32,6), δηλαδή περίπου 13,8 κιλά ανά τόνο, και ο σταθμισμένος μέσος όρος των δύο συνόλων δεδομένων είναι 31,9 λίβρες ανά τόνο, δηλαδή περίπου 15,9 κιλά αζώτου ανά τόνο [37]. Όποιος λιπαίνει με βάση την παλιά τιμή των 40,5 λιβρών υπερεκτιμά την απομάκρυνση κατά περίπου το ένα τρίτο.

Για δενδρώνα που αποδίδει 400 κιλά ανά στρέμμα καρπό με κέλυφος:
0,4 τόνοι × 15,9 kg N/τόνο ≈ 6,4 κιλά αζώτου ανά στρέμμα στον καρπό
Επειδή ο καρπός συγκεντρώνει περίπου το 80% της συνολικής απομάκρυνσης, η ολική απομάκρυνση είναι περίπου 8 μονάδες αζώτου ανά στρέμμα. Ο πίνακας δόσεων παρακάτω δίνει για την ίδια παραγωγή περίπου 17 μονάδες, η διαφορά είναι η αναπόφευκτη απώλεια.

Η απομάκρυνση όμως δεν ισούται με τη δόση. Ο εμπειρικός κανόνας που δίνεται για πλήρως παραγωγικό δενδρώνα είναι 16,8 έως 22,4 μονάδες αζώτου ανά στρέμμα [37], δηλαδή δύο έως τρεις φορές την απομάκρυνση. Ο λόγος φαίνεται στην επόμενη παράγραφο. Ακριβέστερη όμως από τον εμπειρικό κανόνα είναι η δόση που κλιμακώνεται με την αναμενόμενη παραγωγή [37]:

Αναμενόμενη παραγωγήΆζωτο με διασπορά, σε δόσειςΆζωτο με υδρολίπανση
224 κιλά/στρέμμα9,6 μονάδες/στρέμμα7,6 μονάδες/στρέμμα
336 κιλά/στρέμμα14,5 μονάδες/στρέμμα11,3 μονάδες/στρέμμα
448 κιλά/στρέμμα19,2 μονάδες/στρέμμα15,1 μονάδες/στρέμμα
560 κιλά/στρέμμα24,0 μονάδες/στρέμμα18,9 μονάδες/στρέμμα

Μετατροπή από τον πίνακα του καλιφορνέζικου προγράμματος λίπανσης, όπου οι τιμές δίνονται σε λίβρες αζώτου ανά acre για παραγωγή 1 έως 2,5 τόνων ανά acre [37]. Η στήλη της υδρολίπανσης δείχνει το εύρημα με τη μεγαλύτερη πρακτική σημασία: η υδρολίπανση καλύπτει την ίδια παραγωγή με περίπου 21% λιγότερο άζωτο, επειδή τοποθετεί το θρεπτικό μέσα στη ζώνη των ριζών και μειώνει τις απώλειες.

Το άζωτο που ήδη υπάρχει μέσα στο δένδρο

Μελέτη με ισοτοπικά σημασμένο άζωτο σε ενήλικες καρυδιές έδειξε τρία μεγέθη που αλλάζουν τον τρόπο σκέψης για τη λίπανση [38]:

  • Περίπου το 60% της ετήσιας ζήτησης σε άζωτο καλύπτεται από ανακινητοποίηση εσωτερικών αποθεμάτων, όχι από πρόσληψη από το έδαφος.
  • Η ανάκτηση του αζώτου του λιπάσματος από το δένδρο είναι μόλις 29,4%. Τα υπόλοιπα δύο τρίτα μένουν στο έδαφος ή χάνονται.
  • Ο μέσος χρόνος παραμονής του αποθηκευμένου αζώτου είναι περίπου 2,0 έτη.

Οι τρεις αυτοί αριθμοί εξηγούν γιατί μια χρονιά υπερλίπανσης δεν φαίνεται αμέσως και γιατί μια χρονιά υπολίπανσης εμφανίζει τη ζημιά δύο χρόνια αργότερα. Εξηγούν επίσης γιατί η μετασυλλεκτική περίοδος έχει σημασία: το δένδρο γεμίζει τότε τις αποθήκες του.

Ο χρονισμός και ο μερισμός

Η βέλτιστη περίοδος εφαρμογής είναι το τέλος του χειμώνα και η αρχή της άνοιξης, όταν ρίζες και βλαστοί μπαίνουν στη φάση ταχείας ανάπτυξης [5]. Η πρόσληψη αζώτου είναι μέγιστη από την έναρξη της βλάστησης έως τα τελευταία στάδια γεμίσματος της ψίχας, δηλαδή περίπου από τις αρχές Απριλίου έως τα τέλη Ιουλίου με αρχές Αυγούστου. Ο μερισμός που συστήνεται είναι το μισό έως τα δύο τρίτα την άνοιξη και το υπόλοιπο το καλοκαίρι [37].

Πότε σταματά το άζωτο, δύο διαφορετικά όρια

Στα παραγωγικά δένδρα, η σύσταση είναι ρητή: άζωτο δεν εφαρμόζεται μετά τα τέλη Ιουνίου με αρχές Ιουλίου, ώστε να είναι διαθέσιμο πριν ολοκληρωθεί το γέμισμα της ψίχας [37]. Άζωτο που μπαίνει αργότερα δεν προλαβαίνει να αξιοποιηθεί από τον καρπό της χρονιάς.

Στα νεαρά, μη παραγωγικά δένδρα, το όριο είναι ο Αύγουστος: αποφεύγονται οι εφαρμογές μετά τον Αύγουστο, ώστε να μην προκληθεί όψιμη φθινοπωρινή βλάστηση ευπαθής στον παγετό [37]. Η ίδια λογική εφαρμόζεται και στο Όρεγκον, όπου άζωτο το φθινόπωρο χορηγείται μόνο για την εγκατάσταση χλωρής λίπανσης, και αν δεν υπάρχει χλωρή λίπανση, δεν χορηγείται καθόλου [4].

Δύο συστάσεις που δεν συμφωνούν, και τι σημαίνει αυτό

Το αυστραλιανό εγχειρίδιο δίνει έναν εμπειρικό κανόνα: 30 γραμμάρια καθαρού αζώτου ανά δένδρο κάθε δεκαπενθήμερο, για κάθε έτος ηλικίας [5]. Η αριθμητική δοκιμή του κανόνα αποκαλύπτει πρόβλημα. Για οκταετές δένδρο προκύπτουν 240 γραμμάρια ανά δεκαπενθήμερο· σε επτά δεκαπενθήμερα από τις αρχές Απριλίου έως τις αρχές Ιουλίου, 1,68 κιλά αζώτου ανά δένδρο. Με 16 δένδρα ανά στρέμμα αυτό ισοδυναμεί με 27 μονάδες αζώτου ανά στρέμμα, πάνω από την υψηλότερη γραμμή του πίνακα, που αντιστοιχεί σε παραγωγή 560 κιλών ανά στρέμμα. Οι αντίστοιχες τιμές του Όρεγκον για ώριμα δένδρα είναι 0,9 έως 1,8 κιλά αζώτου ανά δένδρο ετησίως ανάλογα με τη φυλλοδιαγνωστική [4], δηλαδή στο κάτω άκρο του ίδιου εύρους. Αν ο κανόνας εφαρμοστεί ως τον Αύγουστο, όπως θα ήταν η αφελής ανάγνωσή του, η δόση φτάνει τις 42 μονάδες ανά στρέμμα, σχεδόν διπλάσια από κάθε τεκμηριωμένη σύσταση.

Συμπέρασμα: ο κανόνας των 30 γραμμαρίων δεν εφαρμόζεται κατά γράμμα για ολόκληρη την εποχή. Χρησιμεύει μόνο ως οδηγός για την κατανομή μιας δόσης που έχει ήδη καθοριστεί από τη φυλλοδιαγνωστική και το ισοζύγιο απομάκρυνσης.

Το κάλιο και η παγίδα των περικαρπίων

Με έναν τόνο συγκομισμένων καρπών απομακρύνονται περίπου 12 λίβρες καλίου, δηλαδή 15 λίβρες K₂O, περίπου 7,5 κιλά K₂O ανά τόνο. Με τα περικάρπια ενός τόνου καρπών με κέλυφος όμως απομακρύνονται 35 έως 40 λίβρες καλίου, δηλαδή 40 έως 50 λίβρες K₂O, περίπου 20 έως 25 κιλά K₂O ανά τόνο [37]. Η πρακτική συνέπεια είναι καθοριστική και συχνά αγνοείται:

Πού καταλήγουν τα περικάρπια

Αν τα περικάρπια αφαιρεθούν στο χωράφι και επιστραφούν στο έδαφος, η απομάκρυνση καλίου είναι περίπου 7,5 κιλά K₂O ανά τόνο. Αν η αποφλοίωση γίνεται εκτός του κτήματος και τα περικάρπια δεν επιστρέφουν, η απομάκρυνση φτάνει τα 20 έως 25 κιλά K₂O ανά τόνο, δηλαδή σχεδόν τριπλασιάζεται. Πρόκειται για μία από τις συχνότερες αιτίες σταδιακής εξάντλησης καλίου σε καρυδώνες που φαίνονται σωστά λιπασμένοι στο χαρτί.

Απόκριση στο κάλιο αναμένεται όταν το εδαφικό κάλιο είναι κάτω από 150 ppm. Οι διορθωτικές δόσεις είναι μεγάλες: σε αμμώδη εδάφη έως 27 μονάδες K₂O ανά στρέμμα ετησίως, και σε αργιλώδη ή ιλυοαργιλώδη εδάφη διορθωτική εφαρμογή που φτάνει τις 100 μονάδες K₂O ανά στρέμμα [37]. Στο Όρεγκον, η φυλλοδιαγνωστική οδηγεί σε 6,8 έως 9,1 κιλά K₂O ανά δένδρο σε επίπεδα τροφοπενίας, με την επισήμανση ότι το κάλιο στα φύλλα συχνά δεν ανεβαίνει παρά την επόμενη χρονιά και ότι μία εφαρμογή αρκεί για δύο ή περισσότερα χρόνια [4]. Η τοποθέτηση γίνεται σε ζώνη πλάτους περίπου 5 εκατοστών ανά κιλό K₂O, σε βάθος 10 έως 15 εκατοστών, γύρω από τη γραμμή στάξης της κόμης [4].

Χλωριούχο κάλιο: προσοχή

Το χλωριούχο κάλιο (MOP) είναι το φθηνότερο καλιούχο λίπασμα, αλλά η καρυδιά είναι ευαίσθητη στο χλώριο. Το χλωριούχο αποφεύγεται όταν η δόση είναι μεγάλη, σε νεαρή φυτεία, ή σε έδαφος με κακή στράγγιση, και απαιτεί επαρκή χειμερινή βροχή (τουλάχιστον περίπου 200 mm) για να εκπλυθεί το χλώριο [37]. Στο Όρεγκον η σύσταση είναι να εφαρμόζεται μόνο το φθινόπωρο ή πριν από τα μέσα Φεβρουαρίου, ώστε να αποφευχθεί η τοξικότητα χλωρίου [4]. Στις ελληνικές συνθήκες, με ήπιους και συχνά ξηρούς χειμώνες, το θειικό κάλιο είναι η ασφαλέστερη επιλογή. Η καρυδιά είναι επίσης ευαίσθητη στο νάτριο [10].

Ένα ακόμη σημείο: οι εφαρμογές καλίου μειώνουν την πρόσληψη μαγνησίου, οπότε κάλιο δεν χορηγείται χωρίς φυλλοδιαγνωστική ένδειξη έλλειψης ή οριακής τιμής [4].

Ο φώσφορος

Ο φώσφορος είναι το στοιχείο με τη μικρότερη απόκριση. Στο Όρεγκον καταγράφεται ρητά ότι η καρυδιά δεν αποκρίθηκε σε εφαρμογές φωσφόρου [4]. Η απομάκρυνση με τον καρπό είναι περίπου 2,2 κιλά P ανά τόνο με κέλυφος [37]. Ο φώσφορος διορθώνεται κατά προτίμηση πριν τη φύτευση, με ενσωμάτωση, γιατί στο έδαφος κινείται ελάχιστα.

Το βόριο: το δεύτερο πιο συχνά ελλειπές στοιχείο

Μετά το άζωτο, το βόριο είναι το στοιχείο που λείπει συχνότερα από τους καρυδώνες [4]. Τα συμπτώματα είναι χαρακτηριστικά: μακριοί άφυλλοι βλαστοί, κυρίως στην κορυφή του δένδρου, με τις άκρες πεπλατυσμένες και συστραμμένες σαν κεφάλι φιδιού. Οι βλαστοί αυτοί ξεραίνονται τον επόμενο χειμώνα. Μειωμένη παραγωγή σε κατά τα άλλα υγιή δένδρα οφείλεται συχνά σε έλλειψη βορίου.

Το εύρος ασφαλείας είναι όμως στενό. Οι δόσεις που αναφέρονται είναι 0,11 έως 0,23 κιλά βορίου ανά ώριμο δένδρο στο έδαφος όταν η φυλλοδιαγνωστική δείχνει κάτω από 80 ppm, με διασπορά και όχι σε ζώνη, και αποτέλεσμα που διαρκεί δύο με τρία χρόνια. Στα δένδρα κάτω των 8 ετών, που είναι πιο ευαίσθητα, δεν ξεπερνιούνται τα 45 γραμμάρια βορίου ανά δένδρο. Υπερβολική εφαρμογή βορίου προκαλεί υπερβολική καρπόδεση την επόμενη χρονιά, σπάσιμο κλάδων και μικρούς καρπούς [4].

Διαφυλλικός ψεκασμός βορίου, υποχρεωτικές προφυλάξεις

Ο διαφυλλικός ψεκασμός δίνει ταχύτερη ανάκαμψη από την εδαφική εφαρμογή, αλλά το βόριο καταναλώνεται μέσα στην ίδια εποχή και πρέπει να ακολουθήσει εδαφική εφαρμογή. Η δόση που αναφέρεται είναι 0,9 κιλά πενταβορικού νατρίου ανά στρέμμα, σε συγκέντρωση περίπου 0,24% [4].

Κάθε διαφυλλικός ψεκασμός σε δένδρα με καρπό μπορεί να προκαλέσει λεκέδες στους καρπούς και εγκαύματα στο φύλλωμα. Απαιτείται προηγούμενη δοκιμή σε περιορισμένο αριθμό δένδρων, με το ίδιο σκεύασμα και την ίδια δόση, και αναμονή 5 έως 7 ημερών πριν από τη γενική εφαρμογή. Ο ψεκασμός γίνεται απόγευμα ή νωρίς το πρωί, ποτέ σε καύσωνα και ποτέ σε φύλλωμα υπό υδατική καταπόνηση.

Ο ψευδάργυρος

Στα ελληνικά ασβεστούχα εδάφη με pH πάνω από 7,5 ο ψευδάργυρος δεσμεύεται και η τροφοπενία είναι συνηθισμένη ακόμη και όταν το ολικό απόθεμα του εδάφους επαρκεί [5]. Η διόρθωση γίνεται διαφυλλικά, μετά την άνθιση, όταν η βλαστική αύξηση φτάσει τα 15 έως 25 εκατοστά, με περίπου 0,34 έως 0,45 κιλά σκευάσματος 36% Zn ανά στρέμμα [37], με τις ίδιες προφυλάξεις που περιγράφηκαν παραπάνω. Εδαφικά, χηλικός ψευδάργυρος τοποθετείται σε απόσταση 1,2 έως 1,5 μέτρου από τον κορμό.

Η φυλλοδιαγνωστική: το πρωτόκολλο

Η δειγματοληψία είναι το σημείο όπου χάνεται η αξιοπιστία της ανάλυσης. Το πρωτόκολλο είναι αυστηρό:

  • Πότε: τέλη Ιουνίου έως Ιούλιο.
  • Τι: το ακραίο φυλλάριο πλήρως ανεπτυγμένου ώριμου φύλλου, από μη καρποφόρο βραχυκλάδι.
  • Από πού: ύψος 1,8 έως 2,4 μέτρα, γύρω από όλη την περιφέρεια της κόμης.
  • Πόσα: 30 έως 50 φυλλάρια από 5 έως 10 δένδρα. Το αυστραλιανό εγχειρίδιο ζητά 50 έως 100 φύλλα με τους μίσχους τους [5].

Μια προειδοποίηση για τη στατιστική: για να εκτιμηθεί το άζωτο φύλλων ενός τεμαχίου με ακρίβεια ±0,1% σε επίπεδο εμπιστοσύνης 95%, απαιτείται δειγματοληψία από περίπου 29 δένδρα. Δείγμα από τρία δένδρα δεν αντιπροσωπεύει το τεμάχιο.

ΣτοιχείοΤροφοπενίαΕπαρκές εύροςΠερίσσειαΠηγή
Άζωτοκάτω από 2,00%2,2 ως 3,2% (βέλτιστο 2,3 ως 2,7%)πάνω από 3,2%[5] [37]
Φώσφοροςκάτω από 0,10%0,10 ως 0,30%πάνω από 0,65%[5] [4]
Κάλιοκάτω από 0,90%πάνω από 1,2%πάνω από 3,0%[5] [4]
Ασβέστιοκάτω από 0,80%πάνω από 1,0%πάνω από 3,0%[5] [4]
Μαγνήσιοκάτω από 0,18%πάνω από 0,30%πάνω από 1,0%[5] [4]
Θείοκάτω από 0,07%0,11 ως 0,20%πάνω από 0,50%[4]
Μαγγάνιοκάτω από 20 ppm26 ως 250 ppmπάνω από 450 ppm[5] [4]
Σίδηροςκάτω από 40 ppm51 ως 400 ppmπάνω από 500 ppm[4]
Χαλκόςκάτω από 4,0 ppm6 ως 25 ppmπάνω από 100 ppm[5] [4]
Ψευδάργυροςκάτω από 18 ppm16 ως 60 ppmπάνω από 100 ppm[37] [4]
Βόριοκάτω από 60 ppm36 ως 200 ppmπάνω από 300 ppm (τοξικό)[5] [4]

Οι δύο πηγές δεν συμφωνούν απόλυτα στο βόριο: το αυστραλιανό εγχειρίδιο δίνει επαρκές εύρος 36 ως 200 ppm [5], ενώ ο πίνακας του Όρεγκον θεωρεί τροφοπενία κάτω από 60 ppm και περίσσεια πάνω από 200 [4]. Πρακτικά, τιμές κάτω από 40 ppm απαιτούν επέμβαση και τιμές πάνω από 250 ppm απαιτούν προσοχή. Οι τιμές αναφοράς είναι από αμερικανικά και αυστραλιανά δεδομένα· δεν υπάρχει ελληνική φυλλοδιαγνωστική κλίμακα για την καρυδιά.

Υδρολίπανση και οργανική ουσία

Όταν η λίπανση δίνεται με το νερό, η σωστή τεχνική είναι η έγχυση στα τελευταία 30 έως 60 λεπτά ενός συντομευμένου ποτίσματος, και κατά προτίμηση μία με δύο ημέρες μετά από βροχή ή πότισμα [5]. Έτσι τα θρεπτικά τοποθετούνται στη ζώνη των ριζών και δεν παρασύρονται βαθύτερα από το νερό που ακολουθεί.

Η οργανική ουσία δεν είναι διακοσμητική. Μελέτη σε καρυδώνες του Θιβέτ που δεν δέχονται καθόλου χημική λίπανση έδειξε ότι τα πέντε εδαφικά μεγέθη με τη μεγαλύτερη επίδραση στη θρεπτική κατάσταση των φύλλων ήταν το ολικό άζωτο, το διαθέσιμο άζωτο, η οργανική ουσία, ο μικροβιακός άνθρακας και το βραδέως διαθέσιμο κάλιο, με μέσες τιμές μικροβιακού άνθρακα 368,8 mg/kg, μικροβιακού αζώτου 28,4 mg/kg και μικροβιακού φωσφόρου 23,6 mg/kg, σαφώς υψηλότερες στο επιφανειακό στρώμα 0 ως 20 cm από ό,τι στο 20 ως 40 cm [39]. Η βιολογική ενεργότητα του εδάφους είναι μέρος του συστήματος θρέψης, όχι υποκατάστατό του.

Πηγές: 4 5 10 37 38 39

12. Η διαχείριση του εδάφους και της χλωρίδας

Το σύστημα που έχει επικρατήσει διεθνώς είναι το ακατέργαστο έδαφος: χλοοτάπητας ή αυτοφυής βλάστηση στους διαδρόμους, κομμένη χαμηλά με χορτοκοπτικό, και καθαρή λωρίδα στη γραμμή των δένδρων που διατηρείται με ζιζανιοκτόνα. Τα πλεονεκτήματα είναι μετρήσιμα: μειωμένη διάβρωση, μειωμένη συμπίεση, καμία μηχανική ζημιά στις ρίζες, ρίζες που αναπτύσσονται ανενόχλητες στα γονιμότερα πρώτα 15 εκατοστά, και πολύ ευκολότερη προετοιμασία για τη συγκομιδή, σε υγρές συνθήκες, η συγκομιδή σε κομμένο χορτοτάπητα είναι ασύγκριτα ευκολότερη από ό,τι σε οργωμένο έδαφος [4]. Απαιτούνται περίπου πέντε κοπές τον χρόνο και όλα τα μηχανήματα φέρουν ελαστικά χαμηλής πίεσης, ώστε να μη δημιουργούνται αυλακώσεις.

Το κόστος της χλοοκάλυψης σε νερό

Η πλήρης χλοοκάλυψη αυξάνει την εποχική ανάγκη σε νερό κατά 39%, από 1.066 σε 1.485 κυβικά μέτρα ανά στρέμμα [31]. Σε περιοχή με άφθονο νερό η επιλογή είναι ξεκάθαρα υπέρ της φυτοκάλυψης· σε περιοχή με περιορισμένο νερό η απόφαση απαιτεί υπολογισμό. Ενδιάμεση λύση είναι η χλοοκάλυψη τον χειμώνα και την άνοιξη με τερματισμό της πριν την αιχμή του καλοκαιριού, όπως γίνεται με το χαμηλό κόψιμο που αφήνει τη χλωρίδα ρηχόριζη ώστε να ξεραθεί μόνη της στις αρχές του καλοκαιριού [4].

Οι χειμερινές χλωρές λιπάνσεις έχουν μετρήσιμη επίδραση στη διαθεσιμότητα αζώτου. Δοκιμή με μείγμα πολλαπλών ειδών σε καρυδώνα έδωσε 5,45 τόνους βιομάζας ανά εκτάριο και ανόργανο άζωτο εδάφους 17,00 mg/kg έναντι 12,95 mg/kg στον μάρτυρα [40]. Το μείγμα εγκαθίσταται το φθινόπωρο και τερματίζεται πριν αρχίσει να ανταγωνίζεται τα δένδρα για νερό.

Στη γραμμή φύτευσης, το οργανικό εδαφοκάλυμμα πλάτους 2 μέτρων από άχυρο ή παρόμοιο υλικό μειώνει την εξάτμιση, σταθεροποιεί τη θερμοκρασία του εδάφους και βελτιώνει την οργανική ουσία [5]. Στα πρώτα τρία χρόνια, ο ανταγωνισμός των ζιζανίων μέσα στη λωρίδα φύτευσης είναι από τους σοβαρότερους περιοριστικούς παράγοντες ανάπτυξης, ένα νεαρό δένδρο χάνει περισσότερο από τα ζιζάνια παρά από οποιονδήποτε εχθρό.

Πηγές: 4 5 31 40

13. Το κλάδεμα και η απόδοση

Το κλάδεμα και η διαμόρφωση καλύπτονται αναλυτικά σε χωριστό άρθρο. Εδώ καταγράφεται μόνο η σύνδεσή τους με τη δέσμευση φωτός και την παραγωγή, γιατί εκεί βρίσκεται το πιο αντι-διαισθητικό εύρημα ολόκληρης της καλλιέργειας.

Τα νεαρά δένδρα δεν χρειάζονται κλάδεμα

Οκταετής δοκιμή σε ποικιλία Howard, με σύγκριση κλαδεμένων και ακλάδευτων δένδρων, δεν έδειξε καμία στατιστικά σημαντική διαφορά σε μέγεθος δένδρου, μεσημβρινή δέσμευση φωτός, αθροιστική παραγωγή ή ποσοστό ηλιοκαύματος. Η μόνη διαφορά ποιότητας ήταν περισσότεροι μεγάλοι καρποί στα ακλάδευτα μία χρονιά. Το κόστος του κλαδέματος για τα έτη 1 έως 6 υπολογίστηκε σε περίπου 280 δολάρια ανά στρέμμα, στην πηγή, 1.134 δολάρια ανά acre [41].

Παράλληλη εξαετής δοκιμή σε Chandler με τρεις μεταχειρίσεις, έντονο κλάδεμα, ελάχιστο κλάδεμα, καθόλου κλάδεμα και καθόλου κοντολόγημα, έδειξε ότι το έντονο κλάδεμα έδωσε μικρότερα δένδρα και μικρότερη παραγωγή στα έτη 1 έως 4, ενώ μετά από έξι χρόνια οι αθροιστικές παραγωγές ήταν παρόμοιες για ακλάδευτα και ελάχιστα κλαδεμένα, αλλά σημαντικά μικρότερες για τα έντονα κλαδεμένα. Η αποδοτικότητα χρήσης νερού ήταν υψηλότερη στα ακλάδευτα κατά περίπου 28% έναντι των ελάχιστα κλαδεμένων και 33% έναντι των έντονα κλαδεμένων, στην πηγή, 97 έναντι 76 και 73 λίβρες καρπού ανά ίντσα νερού, δηλαδή τα κλαδεμένα δένδρα κατανάλωσαν περισσότερο νερό για λιγότερο προϊόν [28].

Το συμπέρασμα που διατυπώνει ο ερευνητής είναι κατηγορηματικό: οι δοκιμές δεν υποστηρίζουν την κοινή αντίληψη ότι η καρυδιά χρειάζεται κλάδεμα για να αναπτυχθεί και να αποδώσει, και κάθε τομή τείνει να μειώνει την παραγωγή και να δημιουργεί επιπλέον εργασία για τα επόμενα ένα έως τέσσερα χρόνια [28].

Αυτό δεν σημαίνει καμία επέμβαση. Σημαίνει ότι η διαμόρφωση γίνεται με τεχνικές που δεν αφαιρούν ξύλο:

  • Κάμψη βραχιόνων. Το λύγισμα των βραχιόνων από την κατακόρυφη προς την οριζόντια θέση, λίγο πέρα από το ελαστικό όριο του ξύλου ώστε να μείνουν στη θέση τους, συγκεντρώνει τις αυξίνες στον κορυφαίο βλαστό, διατηρεί την κορυφαία κυριαρχία, μειώνει τη ζωηρότητα και επιταχύνει την είσοδο σε καρποφορία. Δοκιμές του INRA κοντά στο Μπορντό έδειξαν σημαντικά πρωιμότερη και υψηλότερη καρποφορία με κάμψη στην τριετία. Η καλύτερη στιγμή είναι το μεσοκαλόκαιρο, όταν οι βραχίονες είναι ήδη φορτωμένοι [5].
  • Κορυφολόγημα (pinching). Η αφαίρεση της κορυφής του τρέχοντος βλαστού πριν ξυλοποιηθεί, με το χέρι, ρυθμίζει τη ζωηρότητα χωρίς να χαθεί φυλλική επιφάνεια. Είναι ταχύτατο, δεν απαιτεί εργαλεία και είναι πολύ λιγότερο επεμβατικό από την τομή [5].
  • Ο κανόνας 3:1. Σε δένδρο κεντρικού άξονα, βραχίονας με διάμετρο μεγαλύτερη από το ένα τρίτο της διαμέτρου του κορμού, ή πολλαπλοί βραχίονες από το ίδιο σημείο, καταστρέφουν την κορυφαία κυριαρχία και δίνουν αδύναμο άξονα [5].

Το σχήμα του κεντρικού άξονα έχει καλύτερη κατανομή φωτός από το πολυβραχιονικό, γιατί επιτρέπει στο φως να φτάσει στη βάση της κόμης και σκιάζει λιγότερο τον εαυτό του με την ηλικία. Τα πολυβραχιονικά δένδρα έχουν υψηλή δέσμευση φωτός αλλά κακή κατανομή, δηλαδή μεγάλο ποσοστό σκιασμένης και άκαρπης κόμης [5].

Πηγές: 5 28 41

14. Συγκομιδή, ξήρανση, αποθήκευση

Ο καρπός είναι ώριμος μόλις το περικάρπιο αποκολλάται καθαρά από το κέλυφος. Στην πράξη η συγκομιδή γίνεται όταν το περικάρπιο έχει σκάσει αρκετά ώστε ο καρπός να πέφτει [4]. Το τίναγμα γίνεται με δονητή κορμού, γι' αυτό προβλέπεται εξαρχής 0,5 μέτρο καθαρού κορμού [5], ή με το χέρι σε μικρές εκτάσεις, χωρίς να τραυματίζεται ο φλοιός.

Οι ώρες που κρίνουν την τιμή

Ο ώριμος καρπός χάνει ποιότητα ταχύτατα μετά την πτώση. Η ψίχα καρυδιών που μένουν πάνω σε υγρό έδαφος μεταχρωματίζεται γρήγορα. Το μάζεμα επαναλαμβάνεται συχνά, και η ξήρανση αρχίζει μέσα σε 24 ώρες από τη συγκομιδή. Καρποί που μένουν σε σακί πάνω από μία ημέρα αυτοθερμαίνονται και μουχλιάζουν [4].

Η ξήρανση

  • Ο αερισμός είναι τουλάχιστον εξίσου σημαντικός με τη θερμοκρασία. Η ξήρανση γίνεται σε δίχτυ, σε κιβώτιο με διάτρητο πάτο ή σε σακί που επιτρέπει ελεύθερη διέλευση αέρα, ποτέ σε συμπαγή σωρό [4].
  • Βέλτιστη θερμοκρασία ξήρανσης 35 έως 41 °C. Πάνω από 43 °C η ποιότητα υποβαθμίζεται [4]. Το τάγγισμα του λίπους της ψίχας είναι μη αναστρέψιμο.
  • Ο δείκτης της επάρκειας είναι το ενδιάμεσο διάφραγμα ανάμεσα στις δύο ημιψίχες: όταν σπάει με ξηρό κρότο, ο καρπός είναι στεγνός. Αν είναι ακόμη ελαστικό, η ξήρανση συνεχίζεται [4].
  • Η διαδικασία διαρκεί τυπικά τρεις έως τέσσερις ημέρες με θερμό αέρα, περισσότερο σε χαμηλότερη θερμοκρασία.

Το περικάρπιο περιέχει ουσίες που λεκιάζουν και ερεθίζουν το δέρμα· η εργασία γίνεται με γάντια [4].

Η παρενιαυτοφορία

Η εναλλαγή βαριάς και ελαφριάς σοδειάς εμφανίζεται και στην καρυδιά. Ο φυσιολογικός μηχανισμός δεν είναι πλήρως κατανοητός· θεωρείται ότι εμπλέκονται η θρέψη, η υδατική κατάσταση του εδάφους, ο χρόνος συγκομιδής, το κλάδεμα και το κλίμα. Βεβαιότητα υπάρχει σε δύο σημεία: εντείνεται με την ηλικία του δένδρου, και μόλις εγκατασταθεί γίνεται δυσκολότερο να διορθωθεί [5].

Μερικός έλεγχος έχει επιτευχθεί με δακτυλίωση βραχιόνων σε ορισμένες ποικιλίες. Η δακτυλίωση είναι η αφαίρεση λωρίδας φλοιού πλάτους 5 έως 10 χιλιοστών περιμετρικά του βραχίονα· όταν γίνεται τον χειμώνα ή την άνοιξη μπορεί να αυξήσει την παραγωγή σε ορισμένες ποικιλίες, ενώ το τέλος του καλοκαιριού και το φθινόπωρο δεν έχουν καμία επίδραση. Ηπιότερη παραλλαγή είναι η χάραξη, δηλαδή τομή στο ένα τέταρτο έως το μισό της περιφέρειας, πλάτους 1 έως 10 χιλιοστών, οι στενές τομές επουλώνονται γρήγορα και δρουν μόνο για την τρέχουσα χρονιά, οι φαρδύτερες για αρκετά χρόνια [5].

Η δακτυλίωση δεν είναι αθώα επέμβαση

Η αφαίρεση πλήρους δακτυλίου φλοιού διακόπτει τη ροή των φωτοσυνθετικών προϊόντων προς τις ρίζες. Σε δένδρο υπό καταπόνηση, ή σε βραχίονα με ήδη μειωμένη ζωτικότητα, η επέμβαση μπορεί να οδηγήσει σε ξήρανση του βραχίονα. Εφαρμόζεται μόνο σε ζωηρά, υγιή δένδρα, σε περιορισμένο αριθμό βραχιόνων, και με προηγούμενη δοκιμή.

Πηγές: 4 5

15. Το ετήσιο ημερολόγιο

Ο πίνακας συνοψίζει τις καλλιεργητικές επεμβάσεις. Δεν περιλαμβάνει φυτοπροστασία, οι εχθροί και οι ασθένειες αποτελούν αντικείμενο χωριστού άρθρου.

ΠερίοδοςΕπεμβάσειςΓιατί τότε
Δεκέμβριος ως ΦεβρουάριοςΦύτευση νέων δένδρων. Κλάδεμα διαμόρφωσης, όπου κρίνεται απαραίτητο. Δακτυλίωση ή χάραξη σε δένδρα με παρενιαυτοφορία. Εδαφολογική ανάλυση. Βασική λίπανση φωσφόρου και καλίου. Ασβέστωμα νέων κορμών.Ο λήθαργος είναι η μόνη περίοδος που η φύτευση δεν προκαλεί σοκ και η δακτυλίωση έχει θετικό αποτέλεσμα.
Τέλη Φεβρουαρίου ως ΜάρτιοςΠρώτη δόση αζώτου. Έλεγχος και συντήρηση του αρδευτικού δικτύου. Παρακολούθηση θερμοκρασιών για κίνδυνο παγετού.Η απορρόφηση αρχίζει με την έναρξη της ταχείας αύξησης ριζών και βλαστών [5].
Απρίλιος ως ΜάιοςΠαρατήρηση της επικάλυψης αρσενικής και θηλυκής άνθισης. Τίναγμα ιούλων σε ποικιλίες με ιστορικό αποβολής ανθέων, όταν το 5% των θηλυκών είναι δεκτικά. Έναρξη άρδευσης. Διαφυλλική διόρθωση ψευδαργύρου στα 15 ως 25 cm βλαστικής αύξησης.Το παράθυρο της επικονίασης είναι λίγες μόνο ημέρες και δεν επαναλαμβάνεται.
Ιούνιος ως αρχές ΙουλίουΠλήρης άρδευση με παρακολούθηση δυναμικού νερού βλαστού. Τελευταία εφαρμογή αζώτου στα παραγωγικά δένδρα. Φυλλοδιαγνωστική. Κάμψη βραχιόνων στα νεαρά δένδρα.Άζωτο μετά τις αρχές Ιουλίου δεν προλαβαίνει να αξιοποιηθεί πριν ολοκληρωθεί το γέμισμα της ψίχας [37]. Η φυλλοδιαγνωστική είναι έγκυρη μόνο σε αυτό το παράθυρο· η άρδευση είναι στην αιχμή της (38 ως 51 m³/στρέμμα εβδομαδιαίως).
Ιούλιος ως ΑύγουστοςΚαμία εφαρμογή αζώτου. Συνέχιση πλήρους άρδευσης με μετρήσεις. Προσοχή σε ημέρες άνω των 38 °C.Η ψίχα γεμίζει τώρα και η υδατική καταπόνηση κοστίζει άμεσα σε μέγεθος και χρώμα [33].
Σεπτέμβριος ως ΟκτώβριοςΣυγκομιδή με δονητή. Συχνό μάζεμα. Ξήρανση εντός 24 ωρών στους 35 ως 41 °C. Επιστροφή των περικαρπίων στο έδαφος.Κάθε ημέρα του καρπού σε υγρό έδαφος είναι απώλεια χρώματος ψίχας, δηλαδή τιμής.
Οκτώβριος ως ΝοέμβριοςΜετασυλλεκτική άρδευση μέσα στην ήπια ζώνη καταπόνησης. Εφαρμογή καλίου. Σπορά χειμερινής χλωρής λίπανσης. Ασβεστολιθική διόρθωση όπου απαιτείται.Το δένδρο γεμίζει τώρα τις αποθήκες αζώτου και υδατανθράκων για την επόμενη χρονιά [38]. Το φθινοπωρινό κάλιο έχει τον χρόνο να κινηθεί προς τη ρίζα [4].
Τα οκτώ σημεία που κρίνουν έναν καρυδώνα
  • Βάθος εδάφους τουλάχιστον 1,8 μέτρα και πορώδες αερισμού 15 ως 20%. Αν λείπουν, καμία άλλη φροντίδα δεν τα αναπληρώνει.
  • Αποστάσεις 7×7 έως 8×8 μέτρα. Το τεκμηριωμένο βέλτιστο, και δεν επιβάλλει μηχανική κοπή.
  • Το υποκείμενο επιλέγεται με βάση το πρόβλημα του συγκεκριμένου εδάφους, άλατα, Phytophthora, νηματώδεις, μαύρη γραμμή, όχι με βάση τη ζωηρότητα.
  • Πλαγιόκαρπη ποικιλία με επικονιαστή που ελευθερώνει γύρη αργά μέσα στο ημερολόγιο, σε ποσοστό 3 έως 5%.
  • Άρδευση με μέτρηση, όχι με ρολόι. Στόχος 2 έως 3 bar κάτω από τη γραμμή βάσης. Ποτέ πότισμα άνω των 18 ωρών.
  • Λίπανση με ισοζύγιο απομάκρυνσης και φυλλοδιαγνωστική. Περίπου 16 κιλά αζώτου ανά τόνο καρπού απομακρύνονται· το 60% της ετήσιας ζήτησης καλύπτεται εσωτερικά· η τελευταία δόση μπαίνει ως τις αρχές Ιουλίου.
  • Τα περικάρπια επιστρέφουν στο χωράφι, αλλιώς η απομάκρυνση καλίου σχεδόν τριπλασιάζεται.
  • Λιγότερο κλάδεμα στα νεαρά δένδρα. Κάμψη και κορυφολόγημα αντί για τομές.

16. Πηγές

Οι αριθμοί μέσα στο κείμενο παραπέμπουν στον παρακάτω κατάλογο. Για κάθε πηγή δηλώνεται αν χρησιμοποιήθηκε πλήρες κείμενο ή μόνο περίληψη.

  • [1] ΕΛΣΤΑΤ (2025). Ετήσια Γεωργική Στατιστική Έρευνα: Έτος 2023. Ελληνική Στατιστική Αρχή, Πειραιάς, 26 Ιουνίου 2025. Πλήρες κείμενο. Πηγή για την έκταση (166.400 στρέμματα) και την παραγωγή (54.800 τόνοι) καρυδιάς στην Ελλάδα το 2023, καθώς και για τα αντίστοιχα μεγέθη του 2022 και τη σύγκριση με αμυγδαλιά και καστανιά.
  • [2] Drogoudi, P.D. και Rouskas, D. (2014). Following Walnut Footprints (Juglans regia L.), Greece. Στο: Scripta Horticulturae, ISHS. ISBN 978-94-6261-003-3. Πλήρες κείμενο. Πηγή για την έκταση και παραγωγή του 2008 (105.000 στρέμματα, 22.200 τόνοι), την περιφερειακή κατανομή, το ποσοστό 63% των δένδρων πάνω από τα 500 μέτρα, και για τις πρώτες αναφορές στις ελληνικές ποικιλίες 'Big Top', 'Ioli' και 'Iliana'.
  • [3] Rouskas, D., Katranis, N., Zakynthinos, G. και Isaakidis, R. (1997). Walnuts (Juglans regia L.) Seedlings Selection in Greece. Acta Horticulturae 442:109-116. doi:10.17660/ActaHortic.1997.442.14. Περίληψη και σελίδα εκδότη. Πηγή για τα 2.000.000 σποροφυτικά δένδρα στην Ελλάδα, τους 27 γονότυπους της πρώτης καταγραφής και την προέλευση των κωδικών FM, FK, EK και FOPAN.
  • [4] Olsen, J. (2006). Growing Walnuts in Oregon. Oregon State University Extension Service, EM 8907. Πλήρες κείμενο. Πηγή για το ελάχιστο βάθος εδάφους 1,8 μέτρων, τη διαδικασία φύτευσης και στήριξης, το ασβέστωμα κορμών, τον πίνακα φυλλοδιαγνωστικής, τις δόσεις καλίου και βορίου, την τοξικότητα βορίου, τη μη απόκριση στον φώσφορο, το σύστημα ακατέργαστου εδάφους, και για όλες τις παραμέτρους ξήρανσης (35-41 °C, όριο 43 °C, δείκτης του διαφράγματος, έναρξη εντός 24 ωρών).
  • [5] Adem, H.H. (2009). Best Practice Management for Establishing a Walnut Orchard. Australian Walnut Industry Association / Department of Primary Industries, Victoria. Πλήρες κείμενο. Πηγή για τις προδιαγραφές εδάφους του συστήματος Tatura, την υπεδαφοκαλλιέργεια σε τρία περάσματα, την αναχωματική λωρίδα, τις ανάγκες σε ψύχος 600-800 ωρών, το εύρος pH και τη δράση των λιπασμάτων, τον πίνακα πυκνοτήτων φύτευσης, τον κανόνα του 80% του ύψους, το όριο διείσδυσης φωτός του 1,5 μέτρου, τη μέθοδο υπολογισμού άρδευσης από τη σκίαση, το πρωτόκολλο μέτρησης δυναμικού νερού, τον κανόνα των 30 g αζώτου, την κάμψη βραχιόνων, το κορυφολόγημα, τον κανόνα 3:1, τη δακτυλίωση και τη χάραξη, και την παρενιαυτοφορία.
  • [6] Luedeling, E., Zhang, M., McGranahan, G. και Leslie, C. (2009). Validation of winter chill models using historic records of walnut phenology. Agricultural and Forest Meteorology 149(11):1854-1864. doi:10.1016/j.agrformet.2009.06.013. Πλήρες κείμενο. Πηγή για τις ανάγκες ψύχους της Chandler (629-664 ώρες, 70,2-71,7 μονάδες Δυναμικού Μοντέλου) και της Franquette (671-728 ώρες, 69,5-79,5 μονάδες), και για την υπεροχή του Δυναμικού Μοντέλου έναντι των ωρών ψύχους.
  • [7] Bujdosó, G., Soleimani, A., Illés, B. και Hassani, D. (2022). Base Temperature Comparisons for Leafing Date, Pistillate Flower Receptivity, and Pollen Shedding in Persian Walnut. Erwerbs-Obstbau 64(4):549-558. doi:10.1007/s10341-022-00724-4. Πηγή για τις θερμοκρασίες βάσης: 5,5 °C για την έκπτυξη και τη δεκτικότητα των θηλυκών ανθέων, 0 °C για την απελευθέρωση γύρης.
  • [8] Manthos, I. και Rouskas, D. (2021). Introduction of a New Interesting Walnut Cultivar 'Leto'. Plants 10(12):2738. doi:10.3390/plants10122738. Πλήρες κείμενο. Πηγή για την ελληνική ποικιλία 'Leto': διασταύρωση Gustine × Pedro του 1986, 90% γονιμότητα πλάγιων οφθαλμών, πρωτανδρία, ψίχα 49,37%, συγκομιδή περί τις 22 Σεπτεμβρίου, και για τη σύστασή της σε περιοχές με κίνδυνο παγετού στα τέλη Μαρτίου.
  • [9] Grant, J. (2016). Walnut Rootstock Selection. UC Cooperative Extension, San Joaquin County, Quad County Walnut Institute. Πλήρες κείμενο. Πηγή για τα κλωνικά υποκείμενα Vlach, RX1 και VX211, τα αποτελέσματα της δοκιμής αθροιστικής παραγωγής 4ης-8ης βλαστικής περιόδου στην κομητεία San Joaquin, την ευαισθησία των υποκειμένων J. regia στα άλατα, και το φαινόμενο των τυφλών οφθαλμών σε πολύ ζωηρά υποκείμενα.
  • [10] Grant, J.A. και McGranahan, G.H. (2005). Walnut rootstocks: Juglans regia as an alternative to Paradox. California Agriculture 59(4):249-251. doi:10.3733/ca.v059n04p249. Πλήρες κείμενο. Πηγή για το τεκμηριωμένο κόστος σε παραγωγή της επιλογής υποκειμένου J. regia προς αποφυγή της μαύρης γραμμής: «καμία πηγή σπόρου κοινής καρυδιάς δεν έδωσε δένδρα με ανάπτυξη και παραγωγικότητα αντίστοιχη των υβριδίων Paradox», με στατιστικά σημαντικά υψηλότερες παραγωγές στα Paradox.
  • [11] Woeste, K., McGranahan, G.H. και Bernatzky, R. (1996). The identification and characterization of a genetic marker linked to hypersensitivity to the cherry leafroll virus in walnut. Molecular Breeding 2(3):261-266. doi:10.1007/BF00564203. Περίληψη. Πηγή για τον έλεγχο της υπερευαισθησίας στον ιό CLRV από ένα κυρίαρχο γονίδιο.
  • [12] Botu, M., Tudor, M. και Papachatzis, A. (2010). The Influence of Bearing Habit on Walnut Yield Efficiency. Acta Horticulturae 861:119-126. doi:10.17660/ActaHortic.2010.861.15. Περίληψη. Πηγή για τη σύγκριση ακρόκαρπων (1,5-2,6 t/ha) και πλαγιόκαρπων (1,7-4,1 t/ha) ποικιλιών στο 12ο έτος, σε συνθήκες Ολτένιας Ρουμανίας.
  • [13] Lauri, P.É., Delort, F., Germain, E. και Reynet, P. (2001). Genotypic Differences in Flowering and Fruiting of Walnut. Acta Horticulturae 544:265-273. doi:10.17660/ActaHortic.2001.544.35. Περίληψη. Πηγή για τη μείωση του βάρους καρπού και την αύξηση της ανομοιομορφίας με την ηλικία στις πλαγιόκαρπες ποικιλίες, και για τα όρια των προσχηματισμένων αξόνων κάτω των 6 cm και των πολλαπλών καρπών ανά ταξιανθία.
  • [14] Leslie, C., Hackett, W. και McGranahan, G. Walnut Cultivars: Nut and Kernel Characteristics. University of California Agriculture and Natural Resources, Fruit & Nut Research and Information Center. Πηγή για τα βάρη καρπού και ψίχας και τα ποσοστά ψίχας των ποικιλιών Chandler (13,4 g / 6,6 g / 49,2%), Howard (14,7 / 7,5 / 51,1%), Tulare (14,3 / 7,7 / 54,0%) και Ivanhoe (13,3 / 7,5 / 56,6%).
  • [15] Ahı Koşar, İ. και συνεργάτες (2023). Performance of Some Walnut Cultivars under Bursa Ecological Conditions. Journal of Agricultural Sciences (Ankara) 29(2):589-603. doi:10.15832/ankutbd.1089365. Πλήρες κείμενο. Πηγή για τη σχετική καθυστέρηση έκπτυξης Fernette (+8 ημέρες) και Fernor (+9 ημέρες) ως προς την Chandler, και για τις συγκριτικές αποδόσεις ανά δένδρο (Pedro 14,21, Chandler 13,46, Fernor 9,30, Howard 8,70 κιλά).
  • [16] Manthos, I., Rouskas, D., Sotiropoulos, T. και Botu, M. (2023). Description of Two Promising Walnut (Juglans regia L.) Selections with Lateral Bud Fruitfulness and Large Nuts. Horticulturae 9(7):820. doi:10.3390/horticulturae9070820. Πλήρες κείμενο. Πηγή για τις ελληνικές επιλογές FM3 και FM6: γονιμότητα πλάγιων οφθαλμών 70-80% και 30-35%, βάρος καρπού 23,70 g και 21,36 g έναντι 13,41 g της Chandler, ποσοστό ψίχας 49,56% και 47,61%, πρωτανδρία της FM3 και πρωτογυνία της FM6.
  • [17] Tsiantos, J., Vagelas, I.K., Rumbos, C.I., Chatzaki, A., Rouskas, D. και Gravanis, F.T. (2007). Evaluation of resistance of cultivated walnut varieties and selections to Xanthomonas arboricola pv. juglandis in Greece. COST 873, WG3/WG4 Joint Meeting, Murcia, 23-25 Οκτωβρίου 2007. Πλήρες κείμενο ανακοίνωσης. Πηγή για την κατάταξη ευπάθειας 33 ποικιλιών, 12 επιλογών και 13 διασταυρώσεων στη βακτηρίωση με ελληνικά στελέχη: κλάση Α για Amigo, Ashley, Serr, Eliana, Grand Jean, ΕΚ-1, ΕΗ-28, ΕΗ-29· κλάση C για Chandler· ιδιαίτερα ευπαθείς Marbot, Milotai, Ronde de Montignac, Sibisel· και για τη συχνότητα μόλυνσης 100% σχεδόν σε όλο το υλικό.
  • [18] Regents of the University of California. Walnut tree, 'Chandler'. US Plant Patent PP4,388. Πλήρες κείμενο. Πηγή για την πρωτανδρία της Chandler: πρώτη απελευθέρωση γύρης 17-29 ημέρες και πλήρης θηλυκή άνθιση 34-48 ημέρες μετά την έκπτυξη της Payne.
  • [19] Regents of the University of California. Walnut tree, 'Howard'. US Plant Patent PP4,405. Πλήρες κείμενο. Πηγή για την πρωτανδρία της Howard: απελευθέρωση γύρης 15-29 ημέρες και θηλυκή άνθιση 31-47 ημέρες μετά την έκπτυξη της Payne.
  • [20] INAO (2015). Cahier des charges de l'appellation d'origine «Noix de Grenoble». Institut national de l'origine et de la qualité, Γαλλία. Πλήρες κείμενο. Πηγή για το ανώτατο όριο 5% δένδρων-επικονιαστών στον δενδρώνα, όπως προβλέπεται στις προδιαγραφές της ΠΟΠ.
  • [21] Polito, V.S. και συνεργάτες (2005). Gene Flow in Walnut Orchards. Acta Horticulturae 705:465-472. doi:10.17660/ActaHortic.2005.705.68. Περίληψη. Πηγή για την ανιχνεύσιμη ροή γύρης σε απόσταση περίπου ενός χιλιομέτρου, με ανάλυση πατρότητας μικροδορυφορικών δεικτών.
  • [22] González, C.R., Lemus, G. και Reginato, G. (2008). Pistillate Flower Abscission Symptoms of 'Serr' Walnut (Juglans regia L.). Chilean Journal of Agricultural Research 68:183-191. Πλήρες κείμενο. Πηγή για τα δύο σύνδρομα αποβολής θηλυκών ανθέων: από περίσσεια γύρης (νεκρωτικό στίγμα στο 98,6%, πτώση σε διάμετρο 3-4 mm, απώλειες 40-90%) και από έλλειψη γύρης (βραδύτερη, απώλειες κάτω του 5%).
  • [23] Rovira, M. και Aletà, N. (1997). Pistillate Flower Abscission on Four Walnut Cultivars. Acta Horticulturae 442:231-234. doi:10.17660/ActaHortic.1997.442.34. Περίληψη. Πηγή για τη διαφορά ευπάθειας μεταξύ ποικιλιών: αποβολή περίπου 2% στην 'AS-1', 80% στην 'MB-T-119' και 50% σε Hartley και Serr, με συσχέτιση μεγαλύτερη του 0,9 με την καρπόδεση.
  • [24] Hassani, D., Eskandari, S. και Jarrahi, K. (2005). Pistillate Flower Abscission of Walnut Genotypes. Acta Horticulturae 705:257-260. doi:10.17660/ActaHortic.2005.705.31. Περίληψη. Πηγή για το εύρος αποβολής 11-92% σε 60 γονότυπους και για την κληρονομησιμότητα στενής έννοιας 0,55.
  • [25] Gratacós, E., Brauchi, P. και Herrera, R. (2005). Characterization and Management of Flowering in Walnut (Juglans regia) cv. Serr, for Increased Productivity in Central Chile. Acta Horticulturae 705:515-520. doi:10.17660/ActaHortic.2005.705.75. Περίληψη. Πηγή για το τίναγμα των ιούλων όταν το 5% των θηλυκών ανθέων είναι δεκτικά, και για την αύξηση παραγωγής κατά 15%.
  • [26] Regents of the University of California. Walnut tree, 'Tulare'. US Plant Patent PP8,268. Πλήρες κείμενο. Πηγή για την επικάλυψη της αρσενικής άνθισης στο 80% της θηλυκής περιόδου στα ώριμα δένδρα Tulare, και για τη ρητή δήλωση ότι δεν απαιτείται ξεχωριστός επικονιαστής.
  • [27] Regents of the University of California. Walnut tree, 'Ivanhoe'. US Plant Patent PP21,718. Πλήρες κείμενο. Πηγή για την πρωτογυνία της 'Ivanhoe' και για το ότι η δική της γύρη δεν καλύπτει πλήρως τη θηλυκή άνθιση.
  • [28] Lampinen, B. (2014). Optimum Walnut Canopies: Spacing and Managing Orchards for Both Early and Mature Production. University of California, Davis, Quad County Walnut Institute. Πλήρες κείμενο. Πηγή για τον κανόνα των 0,05 τόνων ανά acre ανά 1% δέσμευσης PAR, για τη μέγιστη παραγωγή στα 65-90 δένδρα ανά acre και σε τετραγωνική φύτευση 22-28 ποδιών, για τη σύγκριση των δενδρώνων Howard (70% PAR, 3,0 t/ac) και Tulare (90% PAR, 4,2 t/ac), για την απώλεια ενός τόνου ανά acre από 20% μείωση της δέσμευσης λόγω μηχανικής κοπής, και για τα αποτελέσματα της εξαετούς δοκιμής κλαδέματος σε Chandler (αποδοτικότητα νερού 97 έναντι 76 και 73 λιβρών ανά ίντσα).
  • [29] Shi, Y., Wang, H., Liu, W., Gao, Y., Zhang, Z., Duan, H. και Fang, J. (2010). The Effect of Different N, P, K Fertilizer Levels on Growth of Walnut Saplings. Acta Horticulturae 861:183-188. Πρακτικά του VI Διεθνούς Συμποσίου Καρυδιάς, ISHS. Πλήρες κείμενο. Πηγή για το βέλτιστο επίπεδο θρέψης διετών εμβολιασμένων φυταρίων στα 100 mg θρεπτικού ανά κιλό εδάφους και για τη μη σημαντική επίδραση του αζώτου στη διάμετρο κορμού.
  • [30] Akova, V., Staneva, I. και Dimitrov, A. (2021). Effect of Fertilization on the Growth Habits of Walnut Planting Material Produced in Containers. Journal of Mountain Agriculture on the Balkans 24(4):258-265. Πλήρες κείμενο. Πηγή για τη σύγκριση λιπασμένων φυτών (ύψος 91-125 cm, διάμετρος κορμού 12,54-14,59 mm) με τον αλίπαντο μάρτυρα (39,67 cm και 8,13 mm) και για τη δύο έως τέσσερις φορές μεγαλύτερη φυλλική επιφάνεια και όγκο ρίζας.
  • [31] Beede, R.H. και Fulton, A.E. Walnut Irrigation Scheduling and Crop Coefficients. University of California Cooperative Extension. Πηγή για τον πίνακα φυτικών συντελεστών, τη συνολική εποχική ανάγκη 1.066 mm σε καθαρό έδαφος και 1.485 mm με χλοοκάλυψη, τον μέγιστο συντελεστή 1,14 και 1,45, το όριο μέγιστης εξατμισοδιαπνοής στο 50-60% μεσημβρινής σκίασης, και τις εβδομαδιαίες αιχμές κατανάλωσης.
  • [32] Calvo, P., Silvente, S. και Trentacoste, E.R. (2023). Regulated deficit irrigation in walnut orchards. Irrigation Science 41:501-509. doi:10.1007/s00271-022-00815-w. Πηγή για το όριο μεσημβρινού δυναμικού βλαστού στα −0,8 MPa, τη μέγιστη ετήσια ζήτηση 1.050-1.200 mm και τον μέσο εποχικό φυτικό συντελεστή περίπου 0,9.
  • [33] Pressure Chamber: Advanced Interpretation in Walnut. University of California Cooperative Extension, Sacramento Valley Orchard Source. Πλήρες κείμενο. Πηγή για τον πίνακα γραμμής βάσης του δυναμικού νερού βλαστού (−2,9 έως −9,5 bar ανάλογα με θερμοκρασία και σχετική υγρασία), για την κλίμακα απόλυτης καταπόνησης (−4 έως −6 ελάχιστη, −6 έως −8 ήπια, −8 έως −10 μέτρια, −10 έως −12 υψηλή, −12 έως −14 πολύ υψηλή) με τις φυσιολογικές συνέπειες κάθε ζώνης, και για τον κανόνα ότι η βέλτιστη καταπόνηση πριν το πότισμα είναι 2 έως 3 bar κάτω από τη γραμμή βάσης.
  • [34] Fulton, A., Grant, J., Buchner, R. και Connell, J. (2014). Using the Pressure Chamber for Irrigation Management in Walnut, Almond and Prune. University of California Agriculture and Natural Resources, Publication 8503. Πηγή για τη διαπίστωση ότι οι δημοσιευμένοι πίνακες γραμμής βάσης διαφέρουν μεταξύ τους: για περίπου 15 °C και 85% σχετική υγρασία η έκδοση αυτή δίνει γραμμή βάσης −3,9 bar, έναντι −2,9 bar της πηγής [33].
  • [35] Durán Zuazo, V.H. και συνεργάτες (2025). Yield and Quality of Walnuts Subjected to Deficit Irrigation in Mountainous Water-Starved Environments. Plants 14(12):1777. doi:10.3390/plants14121777. Πλήρες κείμενο. Πηγή για τις αποδόσεις υπό σταθερή ελλειμματική άρδευση: Chandler 6,7 κιλά ανά δένδρο στο 33% της δόσης έναντι 13,9 κιλών με πλήρη άρδευση, Cisco 8,0 έναντι 15,6 κιλών.
  • [36] Ayers, R.S. και Westcot, D.W. (1985). Water Quality for Agriculture. FAO Irrigation and Drainage Paper 29 Rev. 1. Πλήρες κείμενο. Πηγή για την κατάταξη της καρυδιάς ως ευαίσθητου είδους στην αλατότητα και στο βόριο, για το ανεκτό εύρος βορίου 0,5-0,75 mg/L στο νερό άρδευσης, και για την απουσία δημοσιευμένου ορίου ηλεκτρικής αγωγιμότητας για την καλλιέργεια.
  • [37] California Fertilization Guidelines: Walnut. California Department of Food and Agriculture, Fertilizer Research and Education Program, σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας (Brown, P.H. και συνεργάτες). Πλήρες κείμενο, μαζί με τη σελίδα αζώτου N_Walnut και το φυλλάδιο του R. Beede «Walnut Nutrition: How to Develop a Balanced Program». Πηγή για την απομάκρυνση αζώτου (40,5 λίβρες ανά τόνο στα δεδομένα 1985-1990 με εύρος 34-46,4· 27,5 λίβρες στα δεδομένα 2013-2014 με εύρος 24-32,6· σταθμισμένος μέσος όρος 31,9 λίβρες ανά τόνο), για τον πίνακα δόσεων αζώτου ανά αναμενόμενη παραγωγή με διασπορά και με υδρολίπανση, για τον εμπειρικό κανόνα των 150-200 λιβρών αζώτου ανά acre, για το παράθυρο πρόσληψης από τις αρχές Απριλίου έως τα τέλη Ιουλίου, για τον μερισμό μισό έως δύο τρίτα την άνοιξη, για την απαγόρευση εφαρμογών μετά τα τέλη Ιουνίου με αρχές Ιουλίου στα παραγωγικά δένδρα και μετά τον Αύγουστο στα νεαρά, για την απομάκρυνση καλίου (12 λίβρες K, δηλαδή 15 λίβρες K₂O ανά τόνο καρπών· 35-40 λίβρες K, δηλαδή 40-50 λίβρες K₂O ανά τόνο με τα περικάρπια), για το όριο εδαφικού καλίου των 150 ppm και τις διορθωτικές δόσεις, για τις προϋποθέσεις χρήσης χλωριούχου καλίου, και για τη διαφυλλική διόρθωση ψευδαργύρου.
  • [38] Weinbaum, S.A. και van Kessel, C. (1998). Quantitative estimates of uptake and internal cycling of 14N-labeled fertilizer in mature walnut trees. Tree Physiology 18(12):795-801. doi:10.1093/treephys/18.12.795. Πηγή για την κάλυψη περίπου του 60% της ετήσιας ζήτησης αζώτου από ανακινητοποίηση εσωτερικών αποθεμάτων, για την ανάκτηση του αζώτου λιπάσματος στο 29,4% και για τον μέσο χρόνο παραμονής των αποθεμάτων στα 2,0 έτη.
  • [39] Yan, R., Xiang, F., Li, Y., Li, X., Zhang, Y. και Li, J. (2024). Study on Soil Fertility Characteristics of Walnut Orchards with Different Parent Materials and Soil Types in Gyaca County, Tibet. Agronomy 14(7):1496. doi:10.3390/agronomy14071496. Πλήρες κείμενο. Πηγή για τα πέντε εδαφικά μεγέθη με τη μεγαλύτερη επίδραση στη θρεπτική κατάσταση των φύλλων και για τις μέσες τιμές μικροβιακού άνθρακα (368,8 mg/kg), αζώτου (28,4 mg/kg) και φωσφόρου (23,6 mg/kg).
  • [40] Zapata, D., Steenwerth, K., Horwath, W. και Zhu-Barker, X. (2020). Cover Crop Effects on Soil Nitrogen Availability in a Walnut Orchard. Proceedings of the Western Nutrient Management Conference. Πηγή για τη βιομάζα χλωρής λίπανσης 5,45 τόνων ανά εκτάριο και για το ανόργανο άζωτο εδάφους 17,00 mg/kg έναντι 12,95 mg/kg στον μάρτυρα.
  • [41] Lampinen, B.D. και συνεργάτες (2015). Pruning of young 'Howard' walnut trees does not improve yield or quality. California Agriculture 69(2):123-128. doi:10.3733/ca.E.v069n02p123. Πλήρες κείμενο. Πηγή για την οκταετή δοκιμή κλαδέματος σε Howard: καμία στατιστικά σημαντική διαφορά σε μέγεθος δένδρου, δέσμευση φωτός, αθροιστική παραγωγή ή ηλιόκαυμα, και κόστος κλαδέματος περίπου 1.134 δολαρίων ανά acre για τα έτη 1-6.
  • [42] Walnut Rootstock & Scion Selection. University of California, Davis, Fruit & Nut Research and Information Center. Πλήρες κείμενο. Πηγή για τη σχετική ευπάθεια των υποκειμένων: η μαύρη καρυδιά Βόρειας Καλιφόρνιας είναι λιγότερο ευπαθής στον βακτηριακό καρκίνο, τα σποροφυτικά Paradox πολύ ευπαθή στον καρκίνο αλλά λιγότερο ευπαθή στη σήψη ριζών από Phytophthora, το RX1 εμφανίζει μέτρια έως υψηλή ανθεκτικότητα σε P. citricola και υψηλή σε P. cinnamomi και πιθανώς μέτρια ανθεκτικότητα στον καρκίνο, το VX211 κάποια ανοχή στους νηματώδεις, ενώ μαύρη καρυδιά και Paradox αναπτύσσονται κακά παρουσία παθογόνων νηματωδών· και για τη δήλωση ότι κανένα υποκείμενο Paradox ή μαύρης καρυδιάς δεν είναι ανθεκτικό στη μαύρη γραμμή.
  • [43] Hasey, J.K. και συνεργάτες (2010). Crown Gall Incidence: Seedling Paradox Walnut Rootstock versus Own-Rooted English Walnut Trees. Acta Horticulturae 861:461-464. doi:10.17660/ActaHortic.2010.861.64. Περίληψη. Πηγή για τα ποσοστά βακτηριακού καρκίνου: 20,5% στα σποροφυτικά Paradox έναντι 0,9% στα αυτόρριζα φυτά κοινής καρυδιάς σε πειραματικά τεμάχια, και 22,2% έναντι 0,3% σε εμπορικούς δενδρώνες.
Αποποίηση ευθύνης

Τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα χρησιμοποιούνται αποκλειστικά σύμφωνα με τις εγκρίσεις του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και τις οδηγίες της ετικέτας τους. Οι εγκεκριμένες χρήσεις ελέγχονται στη βάση δεδομένων fyto.plantprotect.gr.

Οι δόσεις λιπασμάτων, οι δόσεις άρδευσης και οι τιμές αναφοράς φυλλοδιαγνωστικής που αναφέρονται στο άρθρο είναι ενδεικτικές και προέρχονται σε μεγάλο βαθμό από ξένα δεδομένα. Δεν αποτελούν σύσταση εφαρμογής. Η τελική δόση καθορίζεται μετά από εδαφολογική και φυλλοδιαγνωστική ανάλυση και επιτόπια εκτίμηση από αδειοδοτημένο γεωπόνο.

Διαφυλλικοί ψεκασμοί: κάθε διαφυλλικός ψεκασμός πάνω σε δένδρα με καρπό μπορεί να προκαλέσει λεκέδες στους καρπούς και εγκαύματα στο φύλλωμα. Απαιτείται προηγούμενη δοκιμή σε περιορισμένο αριθμό δένδρων, με το ίδιο σκεύασμα και την ίδια δόση, και αναμονή 5 έως 7 ημερών πριν από τη γενική εφαρμογή. Ο ψεκασμός γίνεται απόγευμα ή νωρίς το πρωί, ποτέ σε καύσωνα και ποτέ σε φύλλωμα υπό υδατική καταπόνηση.

Κάθε επέμβαση γίνεται με ευθύνη του χρήστη, κατόπιν επιτόπιας εκτίμησης από αδειοδοτημένο γεωπόνο. Η Παστόπουλος Γεωπονική Ε.Ε. δεν φέρει ευθύνη για τη χρήση των πληροφοριών του άρθρου.

Σχετικά άρθρα

Εχθροί και ασθένειες της καρυδιάς: αναγνώριση από τα συμπτώματα, με διαγνωστικό εργαλείο

Εχθροί και ασθένειες της καρυδιάς: αναγνώριση από τα συμπτώματα, με διαγνωστικό εργαλείο

Είκοσι αιτίες, με ό,τι ξεχωρίζει την καθεμιά στο χωράφι: ανθράκωση και βακτηρίωση που δίνουν την ίδια κηλίδα, καστανή νέκρωση κορυφής, οι εχθροί του καρπού, ακάρεα και αφίδες, το σύμπλεγμα των ξηράνσεων, τα έλκη του κορμού, η μαύρη γραμμή του εμβολιασμού και ο κίνδυνος καραντίνας. Με διαγνωστικό εργαλείο που συγκρίνει τα συμπτώματα με το προφίλ κάθε αιτίας, και δύο ξένες συστάσεις που είναι σήμερα παράνομες στην Ελλάδα.

Καρυδιά
Η βακτηρίωση της Καρυδιάς, Walnut blight

Η βακτηρίωση της Καρυδιάς, Walnut blight

Η βακτηρίωση της καρυδιάς, γνωστή διεθνώς ως walnut blight , είναι μία επιθετική και καταστρεπτική ασθένεια για την καλλιέργεια. Μπορεί να προσβάλει και να καταστρέψει μεγάλο μέρος της…

Καρυδιά