Η ανθράκωση της καρυδιάς, Διάγνωση και Αντιμετώπιση
Παστόπουλος Σάββας, Γεωπόνος MSc
Η ανθράκωση είναι η σημαντικότερη μυκητολογική ασθένεια της καρυδιάς στην Ελλάδα. Έχει εξαπλωθεί σε όλη τη χώρα και απαντάται σχεδόν σε όλα τα κτήματα. Μπορεί να είναι καταστρεπτική για το σύνολο της παραγωγής — και η αντιμετώπισή της απαιτεί γνώσεις όχι μόνο φυτοπροστασίας, αλλά και θρέψης και πρόληψης.
- Η καρυδιά ως καλλιέργεια
- Το παθογόνο και το σωστό του όνομα
- Οικονομική σημασία και μέγεθος ζημιών
- Συμπτώματα και διαφορική διάγνωση
- Βιολογία, θερμοκρασίες και υγρασία
- Ο κύκλος της ασθένειας
- Ευαισθησία ποικιλιών — και η θέση της Chandler
- Καλλιεργητική αντιμετώπιση
- Χημική αντιμετώπιση
- Συμπέρασμα
- Βιβλιογραφία
1. Η καρυδιά ως καλλιέργεια
Η καρυδιά (Juglans regia L.) είναι μία από τις σημαντικότερες καλλιέργειες για την παραγωγή ξηρών καρπών παγκοσμίως. Ανήκει στην οικογένεια Juglandaceae και θεωρείται ότι κατάγεται από την ευρύτερη περιοχή του Ιράν και της Κεντρικής Ασίας, από όπου και εξαπλώθηκε σε όλο τον κόσμο (Arora, 1985). Καλλιεργείται κυρίως στην Κίνα, στις Η.Π.Α., στο Ιράν και στην Τουρκία.
Στην Ελλάδα η παραγωγή αναφερόταν παλαιότερα γύρω στους 22.000 τόνους και ήταν ελλειμματική (Ρούσκας, 2013). Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει μαζικές φυτεύσεις καρυδιάς σχεδόν σε όλη την επικράτεια, και σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα ευρωπαϊκά στοιχεία η ελληνική παραγωγή έχει ξεπεράσει τους 24.000 τόνους, τοποθετώντας τη χώρα στην πρώτη θέση της Ευρώπης.
Γιατί αξίζει ο καρπός
Οι καρποί χρησιμοποιούνται κυρίως ως ξηρός καρπός, στη ζαχαροπλαστική και στην παραγωγή ελαίων. Είναι πλούσιοι σε πρωτεΐνες, σε ω-3 λιπαρά οξέα και αποτελούν σημαντική πηγή ενέργειας (Rana et al., 2007). Περιέχουν μελατονίνη, ένα αντιοξειδωτικό το οποίο συμβάλλει στη ρύθμιση του ύπνου (Reiter et al., 2005).
Το κέλυφος χρησιμοποιείται σε κόλλες και πλαστικά, καθώς και ως υλικό στίλβωσης επιφανειών. Η ξυλεία και τα φύλλα βρίσκουν εφαρμογή στην ξυλουργία και την επιπλοποιία, καθώς και στη βαφική, τη φαρμακευτική και τη βιομηχανία τροφίμων (Zamani et al., 2011).
2. Το παθογόνο και το σωστό του όνομα
Η καρυδιά προσβάλλεται από πλήθος ασθενειών. Στην Ελλάδα οι σημαντικότερες μυκητολογικές είναι η ανθράκωση, η φυτόφθορα (Phytophthora cactorum) και η βοτρυόσφαιρα (Botryosphaeria dothidea). Η ανθράκωση είναι η πιο καταστρεπτική.
Ο μύκητας επιτίθεται στα φύλλα, τους καρπούς και τους βλαστούς της φετινής βλάστησης (Berry, 1977).
Η ασθένεια αναφέρεται στη βιβλιογραφία με τρία διαφορετικά ονόματα, και αυτό μπερδεύει:
- Marssonina juglandis (Lib.) Magnus — η ανάμορφη (αγενής) μορφή, αυτή που παράγει τα κονίδια.
- Gnomonia leptostyla (Fr.) Ces. & De Not. — η τελεόμορφη (εγγενής) μορφή, αυτή που παράγει τα ασκοσπόρια.
- Ophiognomonia leptostyla (Fr.) Sogonov — το ισχύον σήμερα αποδεκτό όνομα.
Η μεταφορά έγινε από τους Sogonov και συνεργάτες το 2008, στην αναθεώρηση των φυλλόβιων γενών της οικογένειας Gnomoniaceae. Με τον σημερινό κανόνα «ένας μύκητας, ένα όνομα», το σωστό είναι το Ophiognomonia leptostyla. Όταν ψάχνετε νεότερη βιβλιογραφία, χρησιμοποιήστε αυτό — τα δύο παλιά ονόματα οδηγούν κυρίως σε εργασίες πριν από το 2010.
3. Οικονομική σημασία και μέγεθος ζημιών
Τα κύρια συμπτώματα είναι αρχικά ασύμμετρες νεκρωτικές κηλίδες στα φύλλα και στους καρπούς, που συχνά περικλείονται από κίτρινη άλω. Η ασθένεια προκαλεί πρώιμη φυλλόπτωση, επιβραδύνει την ανάπτυξη του φυτού και μειώνει σημαντικά την ποσότητα και την ποιότητα του καρπού. Ευθύνεται για μερικές από τις μεγαλύτερες οικονομικές απώλειες στην καλλιέργεια της καρυδιάς παγκοσμίως (Belisario et al., 2001· Van Sambeek, 2003).
Ειδικότερα ο καρπός έχει μικρότερο μέγεθος, μικρότερη μάζα, χαμηλά οργανοληπτικά χαρακτηριστικά και σκούρο χρώμα. Η πρόωρη φυλλόπτωση μειώνει σημαντικά το γέμισμα του καρπού, ενώ η πρώιμη προσβολή οδηγεί σε ραγδαία καρπόπτωση (Black and Neely, 1978· Woeste and Beineke, 2001).
4. Συμπτώματα και διαφορική διάγνωση
Τα συμπτώματα εμφανίζονται κυρίως στα ετήσια φύλλα και στους καρπούς, σπανιότερα στους βλαστούς. Εμφανίζονται αρχικά στα φύλλα ως καφέ έως μαύρες, κυκλικές ή ασύμμετρες νεκρωτικές κηλίδες, συνήθως μικρότερες από 5 χιλιοστά. Στην πορεία ενώνονται και δημιουργούν εκτεταμένες νεκρωτικές επιφάνειες. Τα φύλλα κιτρινίζουν και στο τελικό στάδιο, αργά το καλοκαίρι, επέρχεται έντονη φυλλόπτωση (Black and Neely, 1976· Todhunter and Beineke, 1984).
Ο Berry (1977) περιέγραψε τα συμπτώματα σε φύλλα, καρπούς και βλαστούς ως σκούρες, λίγο-πολύ κυκλικές κηλίδες, οι οποίες στα φύλλα περιβάλλονται από κίτρινο δακτύλιο. Στο τέλος του καλοκαιριού ακολουθεί έντονη φυλλόπτωση.
Πώς μοιάζει ο μύκητας στο μικροσκόπιο
Οι Sharma και Sharma (1999) αναφέρουν ότι τα ακέρβουλα του μύκητα εμφανίζονται νωρίς μέσα στη σεζόν, ως μικρές μαύρες κηλίδες στην κάτω επιφάνεια των προσβεβλημένων φύλλων. Οι κονιδιοφόροι είναι υαλώδεις, κοντοί, απλοί, μονοκύτταροι και ελλειπτικοί, ενώ στην κορυφή τους φέρουν τα κονίδια.
Τα κονίδια έχουν διάφορα σχήματα — ίσια, ωοειδή ή δρεπανοειδή — φέρουν ένα εγκάρσιο διάφραγμα που τα χωρίζει σε δύο άνισα κύτταρα με ευδιάκριτα ελαιοσταγονίδια, και μετρούν 15–26 × 2–5 μm. Τα καφέ περιθήκια εμφανίζονται στα πεσμένα φύλλα, βυθισμένα στον ιστό, με τον λαιμό να προεξέχει αισθητά από την επιφάνεια. Οι ασκοί είναι υαλώδεις, χωρίς παραφύσεις, με 8 ασκοσπόρια, και τα ασκοσπόρια μετρούν 15–19 × 4–5 μm.
5. Βιολογία, θερμοκρασίες και υγρασία
Οι Fayret και Parguey (1976) επισήμαναν ότι η παραγωγή των ασκοσπορίων ξεκινά στους 10 °C, ενώ η ωρίμανση των περιθηκίων αναστέλλεται από τη ζέστη — το ψύχος είναι απαραίτητο για την εξέλιξη των αρχικών δικαρυωτικών κυττάρων.
Οι Matteoni και Neely (1979) ανέφεραν ότι η ανάπτυξη του μύκητα είναι μέγιστη στους 22 °C και η σποριογέννεση στους 26 °C. Κάτω από τους 10 °C δεν παράγονται κονίδια ούτε βλαστάνουν.
| Παράγοντας | Τιμή | Πηγή |
|---|---|---|
| Έναρξη παραγωγής ασκοσπορίων | 10 °C | Fayret & Parguey, 1976 |
| Βέλτιστη ανάπτυξη μύκητα | 22 °C | Matteoni & Neely, 1979 |
| Βέλτιστη σποριογέννεση | 26 °C | Matteoni & Neely, 1979 |
| Σχετική υγρασία για μόλυνση φύλλων | άνω του 95% | Black & Neely, 1976 |
| Εύρος θερμοκρασίας χωρίς επίδραση στην ένταση | 10–32 °C | Black & Neely, 1976 |
| Απελευθέρωση άνω του 80% των ασκοσπορίων | 80% RH για 24 ώρες, 10–20 °C, με άνεμο | Hashemi, 2005 |
6. Ο κύκλος της ασθένειας
Το παθογόνο διαχειμάζει στα πεσμένα φύλλα στο έδαφος και στο πράσινο περικάρπιο των καρπών που παραμένει στο χωράφι. Κατά τον Φεβρουάριο σχηματίζονται τα περιθήκια και μέχρι τον Μάρτιο αναπτύσσονται τα ασκοσπόρια. Η περίοδος επώασης διαρκεί 3 έως 5 εβδομάδες, και μετά από αυτήν εμφανίζονται τα πρώτα συμπτώματα.
Από το σημείο αυτό και έπειτα έχουμε συνεχή παραγωγή κονιδίων, και οι δευτερογενείς μολύνσεις συνεχίζονται σχεδόν αδιάκοπα μέχρι αργά το φθινόπωρο (Veghelyi and Penzes, 1990· Jamshidi and Salahi, 2009).
Ο Kessler (1984) κατέγραψε ότι, μετά τις αρχικές κηλίδες από τα ασκοσπόρια τον Μάιο, ο αριθμός των κηλίδων αυξάνεται στις αρχές του καλοκαιριού λόγω των δευτερογενών μολύνσεων από κονίδια, και η ανάπτυξη της ασθένειας κορυφώνεται στα τέλη Ιουλίου με αρχές Αυγούστου — τότε συμβαίνει και η μεγαλύτερη φυλλόπτωση.
7. Ευαισθησία ποικιλιών — και η θέση της Chandler
Η ευαισθησία διαφέρει έντονα ανάμεσα στα είδη και τις ποικιλίες. Οι Belisario και συνεργάτες (2008) βρήκαν ότι τα Juglans sieboldiana και J. cinerea είναι πολύ ανθεκτικά, τα J. nigra και J. hindsii πολύ ευαίσθητα, ενώ η κοινή καρυδιά (J. regia) εμφανίζει ενδιάμεση συμπεριφορά — με μεγάλο όμως εύρος ανάμεσα στις ποικιλίες της.
Δεδομένου ότι στην Ελλάδα η Chandler κατέχει συντριπτικό ποσοστό των φυτεύσεων, αυτό είναι σημαντικό πλεονέκτημα. Προσοχή όμως: ανθεκτική δεν σημαίνει άτρωτη. Σε χρονιές με παρατεταμένη υγρασία και σε αγροκτήματα με υψηλό φορτίο μολύσματος, και η Chandler προσβάλλεται. Το ίδιο χαρακτηριστικό, εξάλλου, δεν την προστατεύει καθόλου από τη βακτηρίωση, όπου είναι από τις πιο εκτεθειμένες.
Άλλες αξιολογήσεις έδειξαν ότι οι ποικιλίες Ser, Vina, Hartley, Ronde de Montignac, Lara και Franquette έχουν μέτρια έως ασθενή ανθεκτικότητα, ενώ η Pedro είναι ευαίσθητη (Salahi and Jamshidi, 2009).
8. Καλλιεργητική αντιμετώπιση
Η αντιμετώπιση της ασθένειας είναι μία ιδιαίτερα πολύπλοκη διαδικασία που απαιτεί γνώσεις φυτοπροστασίας, θρέψης και πρόληψης.
Η επιλογή του αγρού
Χωράφια που χαρακτηρίζονται από υψηλή σχετική υγρασία ή υψηλή υγρασία εδάφους είναι επιρρεπή στην εμφάνιση της ασθένειας. Επειδή η μόλυνση των φύλλων απαιτεί σχετική υγρασία άνω του 95%, κάθε τι που βελτιώνει τον αερισμό — απόσταση φύτευσης, προσανατολισμός σειρών, κλάδεμα — μειώνει άμεσα τον κίνδυνο.
Τα φυτικά υπολείμματα είναι το κλειδί
Όσο δύσκολο και αν ακούγεται, η απομάκρυνση των φυτικών υπολειμμάτων της καλλιέργειας ή η καταστροφή αυτών είναι το κλειδί για τη μείωση των μολυσμάτων που θα διαχειμάσουν. Εκεί, στα πεσμένα φύλλα, φτιάχνονται τα περιθήκια που θα δώσουν τα ασκοσπόρια της άνοιξης.
Αν η απομάκρυνση δεν είναι πρακτική, η βιβλιογραφία συνιστά ενσωμάτωση των πεσμένων φύλλων στο έδαφος σε βάθος 10–15 εκατοστών, το φθινόπωρο ή τον χειμώνα, μαζί με αφαίρεση των προσβεβλημένων βλαστών και κλάδων.
Η περιεκτικότητα των φύλλων σε άζωτο είναι πράγματι σημαντική παράμετρος για την ένταση της ασθένειας — αλλά η σχέση είναι αντίστροφη από αυτήν που συχνά υποθέτουμε.
Ο Neely (1986), στην εργασία με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Total leaf nitrogen correlated with walnut anthracnose resistance», μέτρησε ολικό άζωτο φύλλων από 2,14% έως 4,13% και διαπίστωσε ότι ο αριθμός των κηλίδων ανθράκωσης μειώνεται όσο αυξάνεται η περιεκτικότητα του φύλλου σε άζωτο (R = 0,719). Νωρίτερα, ο ίδιος είχε δημοσιεύσει εργασία με τίτλο «Application of nitrogen fertilizer to control anthracnose of black walnut» (Neely, 1981).
Το ίδιο δείχνουν και άλλες εργασίες: ο Kessler (1985) βρήκε ότι το άζωτο που δεσμεύεται και απελευθερώνεται από ψυχανθή αυξάνει το άζωτο του φυλλώματος και μειώνει την ευαισθησία της καρυδιάς στις δευτερογενείς μολύνσεις. Ο Van Sambeek και συνεργάτες (2003) έδειξαν ότι η υποφύτευση με ετήσια και πολυετή ψυχανθή αυξάνει το άζωτο του φυλλώματος και μειώνει τη σοβαρότητα της ανθράκωσης.
Πρακτικά: η επαρκής αζωτούχος λίπανση αποτελεί μέρος της αντιμετώπισης, όχι αιτία επιδείνωσης. Προσοχή όμως — αυτό αφορά ειδικά την ανθράκωση. Στη βακτηρίωση της καρυδιάς και σε άλλες καλλιέργειες, η υπερβολική αζωτούχος λίπανση παραμένει επιβαρυντική. Η λίπανση πρέπει να είναι επαρκής, όχι υπερβολική, και να καθορίζεται από φυλλοδιαγνωστική.
9. Χημική αντιμετώπιση
Η χημική αντιμετώπιση της ασθένειας βασίζεται σε προληπτικές εφαρμογές. Ξεκινάει νωρίς τον χειμώνα με την εφαρμογή χαλκούχων, στη συνέχεια ακολουθεί η εφαρμογή προανθικών μυκητοκτόνων — ειδικά τις περιόδους των βροχών. Το καλοκαίρι πρέπει να υπάρχει παρακολούθηση για πιθανά συμπτώματα και, αν απαιτηθεί, περαιτέρω εφαρμογή εγκεκριμένων δραστικών ουσιών. Σε αγροκτήματα με ιστορικό προσβολών μπορεί να απαιτηθούν περισσότεροι από 5 ψεκασμοί μέσα στη χρονιά.
Το κανονιστικό τοπίο έχει μεταβληθεί σημαντικά και οι παλιότερες λίστες δραστικών ουσιών δεν ισχύουν πλέον:
- Mancozeb: δεν ανανεώθηκε η έγκρισή του στην ΕΕ, λόγω κινδύνων ενδοκρινικής διαταραχής. Η απαγόρευση επικυρώθηκε και δικαστικά. Δεν χρησιμοποιείται πλέον.
- Captan: η έγκριση ανανεώθηκε με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2024/2186, με ισχύ από 1 Νοεμβρίου 2024 και έως 31 Οκτωβρίου 2039, αλλά με νέους περιορισμούς — μεταξύ άλλων, εφαρμογή εκτός της περιόδου ανθοφορίας και απαίτηση εξοπλισμού ακριβείας.
- Χαλκούχα: παραμένουν, αλλά υπόκεινται στο όριο των 28 κιλών μεταλλικού χαλκού ανά εκτάριο ανά επταετία (μέσος όρος 4 κιλά/εκτάριο/έτος) και έχουν χαρακτηριστεί «υποψήφια προς υποκατάσταση».
Ελέγχετε πάντα την τρέχουσα βάση εγκεκριμένων φυτοπροστατευτικών προϊόντων του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων πριν από κάθε εφαρμογή. Οι εγκρίσεις, οι δόσεις και οι χρόνοι αναμονής μεταβάλλονται.
Στο εξωτερικό έχουν γίνει αρκετές έρευνες για την αποτελεσματικότητα και άλλων δραστικών ουσιών, οι οποίες δεν έχουν ακόμη έγκριση στην Ελλάδα. Δοκιμές σε συνθήκες αγρού και εργαστηρίου έχουν δείξει καλή δράση από σκευάσματα χαλκού, dithianon και διάφορα διασυστηματικά μυκητοκτόνα (Cimanowski et al., 1991· Nakova and Dimova, 2003· Zamani et al., 2011). Οι Zamani και συνεργάτες (2011) κατέληξαν ότι ο βορδιγάλειος πολτός τον χειμώνα και τα χαλκούχα νωρίς την άνοιξη μπορούν να είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικά.
10. Συμπέρασμα
Η ανθράκωση είναι η σημαντικότερη μυκητολογική ασθένεια για την καλλιέργεια της καρυδιάς στην Ελλάδα και μπορεί να είναι καταστρεπτική για το σύνολο της παραγωγής. Πιστεύω ότι όλα τα αγροκτήματα θα συναντήσουν προβλήματα με την ασθένεια.
Η καλή είδηση είναι ότι η Chandler, που κυριαρχεί στις ελληνικές φυτεύσεις, είναι από τις πιο ανθεκτικές ποικιλίες. Η δεύτερη καλή είδηση είναι ότι δύο από τα ισχυρότερα εργαλεία δεν κοστίζουν σχεδόν τίποτα: η καταστροφή ή ενσωμάτωση των πεσμένων φύλλων και η επαρκής αζωτούχος θρέψη. Και τα δύο μειώνουν την ασθένεια πριν καν χρειαστεί να ανοίξει το ψεκαστικό.
Βιβλιογραφία
- Arnaudov, V. A. and Gandev, S. I. 2009. Susceptibility of some walnut cultivars to Gnomonia leptostyla (Fr.) Ces. et de Not. Acta Horticulturae 825:407–412.
- Arora, R. K. 1985. Genetic Resources of Less Known Cultivated Food Plants. NBPGR Science Monograph, New Delhi, p. 1.
- Belisario, A., Forti, E., Cichello, A. M., Zoin, A., Barbieri, E. and Valier, A. 2001. Epidemiological survey of Gnomonia leptostyla in Juglans regia hedgerow trained orchard. Acta Horticulturae 544:405–409.
- Belisario, A., Scotton, M., Santori, A. and Onori, S. 2008. Variability in the Italian population of Gnomonia leptostyla, homothallism and resistance of Juglans species to anthracnose. Forest Pathology 38:129–145.
- Berry, F. H. 1977. Control of walnut anthracnose with fungicide in a black walnut plantation. Plant Disease Reporter 61:378–379.
- Black, W. M. and Neely, D. 1976. Effects of selected environmental factors on the severity of walnut anthracnose. Proceedings of the American Phytopathological Society 3:284.
- Black, W. M. and Neely, D. 1978. Effects of temperature, free moisture, and relative humidity on the occurrence of walnut anthracnose. Phytopathology 68:1054–1056.
- Cimanowski, J., Dlugowolski, B. and Olszak, M. 1991. Fungicide evaluation in the control of walnut tree diseases. Prace Instytutu Sadownictwa i Kwiaciarstwa w Skierniewicach, Seria A, 30:95–98.
- Dastjerdi, R., Hassani, D. and Nikkhah, M. J. 2009. Study on some characteristics, assessment of pathogenicity and diversity in Gnomonia leptostyla isolates, causal agent of walnut anthracnose in Iran. Iranian Journal of Plant Pathology 45:17–18.
- Djoussé, L., Pankow, J. S., Eckfeldt, J. H., Folsom, A. R., Hopkins, P. N., Province, M. A., Hong, Y. and Ellison, R. C. 2001. Relation between dietary linolenic acid and coronary artery disease in the National Heart, Lung, and Blood Institute Family Heart Study. American Journal of Clinical Nutrition 74(5):612–619.
- Fayret, J. and Parguey-Leduc, A. 1976. Heat inhibition of saprophyte development during ripening of perithecia of Gnomonia leptostyla (Fr.) Ces. de Not. Revue de Mycologie 40:245–253.
- Hashemi, S. R. R. 2005. Factors affecting epidemiology of walnut black spot (anthracnose) disease in Qazvin province. Iranian Journal of Forest and Range Protection Research 2:191–204.
- Jamshidi, S. and Salahi, S. 2009. Growth and sporulation of some Gnomonia leptostyla isolates in various culture media. Journal of New Agricultural Science 4:1–10.
- Kessler, K. J. 1984. Similarity of annual anthracnose epidemics in young Juglans nigra plantations from 1978 through 1982. Plant Disease 68:571–573.
- Kessler, K. J. 1985. Companion planting of black walnut with autumn olive: effects on anthracnose. USDA Forest Service, North Central Forest Experiment Station.
- Matteoni, J. A. and Neely, D. 1979. Gnomonia leptostyla: growth, sporulation, and heterothallism. Mycologia 71:1034–1042.
- Nakova, M. and Dimova, M. 2003. Anthracnose disease (Gnomonia leptostyla) on walnuts — chemicals for control. Rasteniev'dni Nauki 40:366–369.
- Neely, D. 1981. Application of nitrogen fertilizer to control anthracnose of black walnut. Plant Disease 65:580–581.
- Neely, D. 1986. Total leaf nitrogen correlated with walnut anthracnose resistance. Journal of Arboriculture 12(12):312–315.
- Pinter, C., Fischl, G., Kadlicsko, S., Danko, J., Gara, M. and Mako, S. 2001. Walnut pathogens in Hungary. Acta Phytopathologica et Entomologica Hungarica 36:269–273.
- Ramos, D. E., Brown, L. C. and Uriu, K. 1978. Water stress affects size and quality of walnuts. California Agriculture 32(10):5–6.
- Rana, J. C., Singh, D., Yadav, S. K., Verma, M. K., Kumar, K. and Predheep, K. 2007. Genetic diversity collected and observed in Persian walnut (Juglans regia L.) in the western Himalayan region of India. Plant Genetic Resources Newsletter 51:68–73.
- Reiter, R. J., Manchester, L. C. and Tan, D. X. 2005. Melatonin in walnuts: influence on levels of melatonin and total antioxidant capacity of blood. Nutrition 21:920–924.
- Salahi, S. and Jamshidi, S. 2009. Reaction of different walnut cultivars to Gnomonia leptostyla, causal agent of walnut anthracnose. Journal of New Agricultural Science 5:55–61.
- Saremi, H. and Amiri, M. E. 2010. Evaluation of resistance to anthracnose (Marssonina juglandis) among diverse Iranian clones of walnut (Juglans regia L.). Journal of Food, Agriculture and Environment 2:375–378.
- Sharma, L. R. and Sharma, Y. P. 1999. Diseases of temperate nut crops. In: Diseases of Horticultural Crops — Fruits, Verma, L. R. and Sharma, R. C. (Eds.). Indus Publishing Company, New Delhi, p. 209.
- Sogonov, M. V., Castlebury, L. A., Rossman, A. Y., Mejía, L. C. and White, J. F. 2008. Leaf-inhabiting genera of the Gnomoniaceae, Diaporthales. Studies in Mycology 62:1–77.
- Todhunter, M. N. and Beineke, W. F. 1984. Effect of anthracnose on growth of grafted black walnut. Plant Disease 68:203–204.
- Van Sambeek, J. W. 2003. Legume ground covers alter defoliation response of black walnut saplings to drought and anthracnose. In: Proceedings, 13th Central Hardwood Forest Conference. USDA Forest Service, North Central Research Station, p. 565.
- Veghelyi, K. and Penzes, T. T. 1990. Life cycle, forecast and control of Gnomonia leptostyla (Fr.) Ces. et de Not. Acta Horticulturae 284:303.
- Woeste, K. E. and Beineke, W. F. 2001. An efficient method for evaluating black walnut for resistance to walnut anthracnose in field plots and the identification of resistant genotypes. Plant Breeding 120:454–456.
- Zamani, A. R., Imami, A., Mirza, M. A. and Mohammadi, R. 2011. A study and comparison of control methods of anthracnose disease in walnut trees of Roodbar region. International Journal of Nuts and Related Sciences 2:75–81.
- Ρούσκας, Δ. 2013. Η καλλιέργεια της καρυδιάς. Γεωργία – Κτηνοτροφία, τεύχος 10, σελ. 40–58.
Σχετικά άρθρα
Η βακτηρίωση της Καρυδιάς, Walnut blight
Η βακτηρίωση της καρυδιάς, γνωστή διεθνώς ως walnut blight , είναι μία επιθετική και καταστρεπτική ασθένεια για την καλλιέργεια. Μπορεί να προσβάλει και να καταστρέψει μεγάλο μέρος της…
Καλλιεργητικές φροντίδες Καρυδιάς,
ΚΑΛΛΙΕΡΓΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΚΑΡΥΔΙΑ, ΣΩΣΤΑ! Η καρυδιά ανήκει στην οικογένεια των ακρόδρυων. Είναι είδος πολυετές που αναπτύσσεται σε πλήθος εδαφών. Ωστόσο, προτιμάει βαθιά (3,5μέτρα) και γόνιμα…
Το κλάδεμα της καρυδιάς
Επιλογή των βασικών βραχιόνων επάνω στον κορμό μιας νεαρής καρυδιάς. Η θέση, η απόσταση και η γωνία τους καθορίζουν τη σκελετική δομή του δένδρου για όλη του τη ζωή. Σάββας Παστόπουλος,…