Καιρός English Σύνδεση
Αρχική › Άρθρο

Η ανθράκωση της καρυδιάς, Διάγνωση και Αντιμετώπιση

Καρυδιά
Συμπτώματα ανθράκωσης σε φύλλα και καρπούς καρυδιάς

Παστόπουλος Σάββας, Γεωπόνος MSc

Η ανθράκωση είναι η σημαντικότερη μυκητολογική ασθένεια του φυλλώματος της καρυδιάς στις περιοχές όπου καλλιεργείται το είδος, και κατά την παρατήρηση στα ελληνικά κτήματα απαντάται σχεδόν παντού. Μπορεί να είναι καταστρεπτική για το σύνολο της παραγωγής, και η αντιμετώπισή της απαιτεί γνώσεις όχι μόνο φυτοπροστασίας, αλλά και θρέψης και πρόληψης.

1. Η καρυδιά ως καλλιέργεια

Η καρυδιά (Juglans regia L.) καλλιεργείται παγκοσμίως τόσο για τον καρπό όσο και για την ξυλεία της. Γενετική ανάλυση 91 ευρασιατικών πληθυσμών έδειξε ότι μετά την τελευταία παγετώδη περίοδο το είδος επιβίωσε σε σχεδόν απομονωμένες συστάδες στην Ασία και ότι η σημερινή του κατανομή στην Ευρώπη προέκυψε από τον συνδυασμό της εξάπλωσης από πολλαπλά καταφύγια, στα Βαλκάνια, στην Ανατολία και στη δυτική Ευρώπη, με την ανθρώπινη μεταφορά των τελευταίων πέντε χιλιάδων ετών [19].

Σύμφωνα με τα στοιχεία παραγωγής του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας για το 2023, η ελληνική παραγωγή καρυδιών με κέλυφος ήταν περίπου 39.600 τόνοι, που τοποθετούν τη χώρα ενδέκατη παγκοσμίως. Στην Ευρώπη προηγούνται η Τουρκία με περίπου 360.000 τόνους, η Ουκρανία με περίπου 106.000 και η Ρουμανία με περίπου 58.000 [20]. Η διαδεδομένη διατύπωση ότι η Ελλάδα κατέχει την πρώτη θέση της Ευρώπης δεν επιβεβαιώνεται από τα στοιχεία· η χώρα είναι σημαντικός αλλά όχι πρώτος παραγωγός, και το μέγεθος της παραγωγής έχει όντως αυξηθεί έντονα μετά τις μαζικές φυτεύσεις της τελευταίας δεκαετίας.

Γιατί αξίζει ο καρπός

Οι καρποί χρησιμοποιούνται κυρίως ως ξηρός καρπός, στη ζαχαροπλαστική και στην παραγωγή ελαίων. Ο πυρήνας περιέχει περίπου 65% λιπαρά, ενώ η περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη κυμαίνεται από 13,6 έως 18,1 γραμμάρια ανά 100 γραμμάρια ξηρής ουσίας. Το ω-3 λιπαρό οξύ, το α-λινολενικό, αποτελεί περίπου το 8 έως 14% των ολικών λιπαρών, ενώ το πιο άφθονο λιπαρό οξύ είναι το λινολεϊκό [18].

Ο καρπός περιέχει επίσης μελατονίνη, σε μέση συγκέντρωση 3,5 νανογραμμαρίων ανά γραμμάριο. Σε έρευνα διατροφής επίμυων, η κατανάλωση καρυδιών αύξησε τη μελατονίνη του ορού και, μαζί με αυτήν, την ολική αντιοξειδωτική ικανότητα του αίματος [17]. Η συχνά επαναλαμβανόμενη διατύπωση ότι η μελατονίνη της καρυδιάς «ρυθμίζει τον ύπνο» δεν τεκμηριώνεται από την εργασία αυτή, η οποία δεν μέτρησε καθόλου παραμέτρους ύπνου.

Το ω-3 της καρυδιάς είναι το α-λινολενικό οξύ Το ω-3 λιπαρό οξύ της καρυδιάς είναι το α-λινολενικό οξύ (ALA, 18:3 n-3), όχι το λινολεϊκό, που είναι ω-6 (18:2 n-6). Η σύγχυση των δύο ονομάτων είναι πολύ συχνή, καθώς διαφέρουν κατά ένα γράμμα. Η συγχρονική μελέτη των Djoussé και συνεργατών σε 4.584 συμμετέχοντες της μελέτης NHLBI Family Heart Study στις ΗΠΑ έδειξε ότι η υψηλότερη πρόσληψη και των δύο, του α-λινολενικού και του λινολεϊκού, συσχετίζεται αντιστρόφως με τον επιπολασμό στεφανιαίας νόσου, με τα δύο λιπαρά οξέα να εμφανίζουν συνεργική δράση [16]. Στη μελέτη αυτή περίπου οι μισές οικογένειες είχαν επιλεγεί λόγω αυξημένου κινδύνου στεφανιαίας νόσου, οπότε το εύρημα δεν μεταφέρεται αυτούσιο στον γενικό πληθυσμό.

Πηγές: 16 17 18 19 20

2. Το παθογόνο και το σωστό του όνομα

Η καρυδιά προσβάλλεται από πλήθος ασθενειών. Δίπλα στην ανθράκωση, σε ευρωπαϊκούς καρυδεώνες καταγράφονται έλκη και ξηράνσεις βραχιόνων από μύκητες της οικογένειας Botryosphaeriaceae: σε γαλλικούς καρυδεώνες η πρόσφατα εμφανιζόμενη ξήρανση αποδίδεται σε σύμπλοκο μυκήτων, στο οποίο κυριαρχεί το Diaporthe eres και στο οποίο τα μόνα δύο είδη Botryosphaeriaceae είναι τα Botryosphaeria dothidea και Neofusicoccum parvum, μαζί με Colletotrichum fioriniae, C. godetiae και Fusarium juglandicola· τα συμπτώματα περιλαμβάνουν νεκρώσεις βλαστών, φυλλόπτωση, έλκη και νεκρώσεις καρπών [12]. Χωριστό και εντελώς διαφορετικό πρόβλημα είναι η βακτηρίωση από το Xanthomonas arboricola pv. juglandis [13], που εξετάζεται σε χωριστό άρθρο.

Ο μύκητας της ανθράκωσης προσβάλλει τα φύλλα, τους καρπούς και τους νεαρούς βλαστούς της τρέχουσας βλάστησης, όπου σχηματίζει γκριζοκαφέ κηλίδες [5], ενώ διαχειμάζει στα πεσμένα φύλλα και στους καρπούς [2].

Προσοχή στην ονοματολογία, τρία ονόματα, ένας μύκητας

Η ασθένεια αναφέρεται στη βιβλιογραφία με τρία διαφορετικά ονόματα, και αυτό μπερδεύει:

  • Marssonina juglandis (Lib.) Magnus, η ανάμορφη (αγενής) μορφή, αυτή που παράγει τα κονίδια.
  • Gnomonia leptostyla (Fr.) Ces. & De Not. η τελεόμορφη (εγγενής) μορφή, αυτή που παράγει τα ασκοσπόρια.
  • Ophiognomonia leptostyla (Fr.) Sogonov, το ισχύον σήμερα αποδεκτό όνομα.

Η μεταφορά στο γένος Ophiognomonia έγινε από τους Sogonov και συνεργάτες το 2008, στην αναθεώρηση των φυλλόβιων γενών της οικογένειας Gnomoniaceae· η απομόνωση αναφοράς CBS 844.79 προερχόταν από Juglans regia στην Ελβετία [8]. Η βάση δεδομένων του EPPO καταγράφει σήμερα ως προτιμώμενο όνομα το Ophiognomonia leptostyla (Fries) Sogonov και ως συνώνυμα, μεταξύ άλλων, τα Gnomonia leptostyla, Gnomonia juglandis και Marssonina juglandis [7]. Με τον σημερινό κανόνα «ένας μύκητας, ένα όνομα», το σωστό είναι το Ophiognomonia leptostyla, και είναι το όνομα που χρησιμοποιεί και το εγχειρίδιο των βορειοδυτικών πολιτειών των ΗΠΑ [2]. Τα δύο παλιά ονόματα οδηγούν κυρίως σε εργασίες πριν από το 2010.

Πηγές: 2 5 7 8 12 13

3. Οικονομική σημασία και μέγεθος ζημιών

Τα κύρια συμπτώματα είναι νεκρωτικές κηλίδες στα φύλλα και στους καρπούς, που συχνά περικλείονται από κιτρινωπή άλω [3]. Η ασθένεια προκαλεί πρώιμη φυλλόπτωση: τα φυλλάρια κιτρινίζουν, καστανιάζουν και πέφτουν πρόωρα, αφήνοντας τα δέντρα σχεδόν γυμνά ως τον Αύγουστο [6].

Ο μηχανισμός της ζημιάς είναι έμμεσος και άμεσος μαζί. Οι νεκρωτικές κηλίδες μειώνουν τη φωτοσυνθετική επιφάνεια και οδηγούν σε κακογεμισμένη ψίχα ή σε καρπόπτωση, ενώ σε βαριές προσβολές αναφέρεται ακόμη και νέκρωση δέντρων [10]. Στη Βόρεια Αμερική επισημαίνεται ότι τα φύλλα που μολύνονται νωρίς μέσα στη σεζόν είναι ακριβώς εκείνα που έχουν τη μεγαλύτερη σημασία για τη φωτοσύνθεση κατά την κρίσιμη περίοδο του σχηματισμού του καρπού, ενώ ο μύκητας μπορεί να προσβάλει και απευθείας τον καρπό, δίνοντας συρρικνωμένη και σκουρόχρωμη ψίχα [4].

Πόσο μεγάλη είναι η ζημιά; Το νούμερο με την πηγή του Η μοναδική ποσοτική εκτίμηση απωλειών που εντοπίστηκε αφορά το Ιράν, όπου οι Saremi και Amiri κατέγραψαν απώλειες 60 έως 80% σε ποσότητα και ποιότητα [9]. Δημοσιευμένη μέτρηση απωλειών για τις ελληνικές συνθήκες δεν εντοπίστηκε. Το ιρανικό νούμερο δείχνει την τάξη μεγέθους σε ευαίσθητη ποικιλία και υγρή χρονιά, δεν αποτελεί όμως πρόβλεψη για ελληνικό καρυδεώνα.

Πηγές: 3 4 6 9 10

4. Συμπτώματα και διαφορική διάγνωση

Τα συμπτώματα εμφανίζονται κυρίως στα φύλλα και στους καρπούς, σπανιότερα στους βλαστούς. Στα φυλλάρια σχηματίζονται κυκλικές έως ακανόνιστες, καφέ έως μαύρες νεκρωτικές κηλίδες που συχνά περιβάλλονται από κιτρινωπή άλω. Στο Ιλινόις των ΗΠΑ το μέσο μέγεθός τους αναφέρεται γύρω στα 5 χιλιοστά [3]· στα βορειοδυτικά των ΗΠΑ καταγράφεται ευρύτερο εύρος, από περίπου 1,6 έως 19 χιλιοστά (1/16 έως 3/4 της ίντσας στην πηγή) [2], ενώ στο Τενεσί αναφέρονται κηλίδες 5 έως 13 χιλιοστών (0,2 έως 0,5 της ίντσας στην πηγή) [5]. Οι κηλίδες συνενώνονται και δίνουν εκτεταμένες νεκρωτικές επιφάνειες· τα φύλλα κιτρινίζουν και ακολουθεί έντονη φυλλόπτωση [6].

Στους νεαρούς βλαστούς σχηματίζονται γκριζοκαφέ κηλίδες και στο πράσινο περικάρπιο μικρά μαυριδερά, ελαφρώς βυθισμένα στίγματα [5].

Συμπτώματα ανθράκωσης σε φύλλα καρυδιάς
Εικόνα 1. Συμπτώματα προσβολής από ανθράκωση σε φύλλα καρυδιάς.
Ακέρβουλα του μύκητα εντός της νεκρωτικής κηλίδας σε φύλλο καρυδιάς
Εικόνα 2. Στο εσωτερικό της νεκρωτικής κηλίδας διακρίνονται ως μαύρα στίγματα τα ακέρβουλα του μύκητα. Πρόκειται για πολύ μικρά μαύρα εξογκώματα, που αναπτύσσονται στις παλαιότερες κηλίδες και κυρίως στην κάτω επιφάνεια του φύλλου [3].
Ανθράκωση ή βακτηρίωση; Η διάκριση που κρίνει την επέμβαση

Οι δύο ασθένειες μπερδεύονται συχνά, αλλά έχουν διαφορετικό παθογόνο, διαφορετική διαχείμαση και διαφορετικό χρονισμό επεμβάσεων.

Στη βακτηρίωση (Xanthomonas arboricola pv. juglandis) το βακτήριο διαχειμάζει κυρίως μέσα στους λανθάνοντες οφθαλμούς, οι κηλίδες στον νεαρό καρπό είναι μαύρες και ελαφρώς βυθισμένες και εμφανίζονται στο άκρο του άνθους, ενώ στους βλαστούς δίνει μαύρες κηλίδες. Η βροχή διασπείρει το βακτήριο, οι ποικιλίες με πρώιμη έκπτυξη πλήττονται περισσότερο, και η αντιμετώπιση στηρίζεται σε προστατευτικούς ψεκασμούς οφθαλμών, ανθέων και αναπτυσσόμενων καρπών κάθε 7 έως 10 ημέρες στις υγρές ανοίξεις της Καλιφόρνιας [13]. Στην ανθράκωση αντίθετα το μόλυσμα βρίσκεται στα πεσμένα φύλλα του εδάφους και οι επεμβάσεις ξεκινούν με την ανάπτυξη του φυλλώματος [1].

Οι λεπτομέρειες της βακτηρίωσης αναπτύσσονται στο χωριστό άρθρο για το Xanthomonas arboricola pv. juglandis.

Ο μεταχρωματισμός της ψίχας δεν είναι πάντα ανθράκωση Σκούρα, συρρικνωμένη ψίχα δίνουν και άλλες αιτίες: η προσβολή από το βακτήριο [13], η καρπόκαψα, αλλά και κλιματικοί ή καλλιεργητικοί παράγοντες όπως το ηλιακό έγκαυμα, η υπερβολική σκίαση και, πολύ συχνά, η υδατική καταπόνηση. Στην Καλιφόρνια η σύγκριση καρπών από αρδευόμενα και μη αρδευόμενα δέντρα έδειξε ότι η ανεπαρκής εδαφική υγρασία μεταβάλλει την κανονική εποχική ωρίμανση του καρπού [15]. Πριν αποδοθεί μια σκούρα ψίχα στην ανθράκωση, ελέγχεται η άρδευση.
Σύγκριση καρπών καρυδιάς από αρδευόμενο και μη αρδευόμενο χωράφι
Εικόνα 3. Καρποί καρυδιάς από αρδευόμενο χωράφι (επάνω) και από μη αρδευόμενο (κάτω). Στο μη αρδευόμενο διακρίνεται έντονος μεταχρωματισμός της ψίχας, χωρίς να ευθύνεται η ανθράκωση [15].
Μια ελληνική παρατήρηση του 2026 που δεν έχει επιβεβαιωθεί εργαστηριακά Τον Οκτώβριο του 2026 αναφέρθηκε από τον Δομοκό μεταχρωματισμός της ψίχας σε καρπούς με φαινομενικά υγιές περικάρπιο, ο οποίος αποδίδεται σε απότομη πτώση της θερμοκρασίας, από περίπου 38 °C την ημέρα σε 14 ως 15 °C τη νύχτα. Η εξήγηση που δίνεται είναι ότι η ψίχα συμπληρώνει την ωρίμανσή της 15 ως 20 ημέρες πριν από το περικάρπιο, οπότε μένει εκτεθειμένη σε θερμοκρασιακή καταπόνηση όσο ο καρπός δείχνει ακόμη πράσινος και κλειστός. Η ζημιά εντοπίστηκε κυρίως στο κάτω τρίτο της κόμης [32]. Πρόκειται για παρατήρηση αγρού μίας χρονιάς, την οποία ο ίδιος ο παρατηρητής δηλώνει ότι δεν έχει επιβεβαιώσει εργαστηριακά, και παρατίθεται εδώ ως πιθανό αίτιο προς αποκλεισμό και όχι ως τεκμηριωμένος μηχανισμός. Αν ισχύει, εξηγεί περιστατικά όπου η ψίχα είναι σκούρα χωρίς κανένα από τα μαυριδερά στίγματα στο πράσινο περικάρπιο που συνοδεύουν την προσβολή από τον μύκητα [5].

Πώς μοιάζει ο μύκητας στο μικροσκόπιο

Τα ακέρβουλα εμφανίζονται ως μικρά μαύρα εξογκώματα στις παλαιότερες κηλίδες, κυρίως στην κάτω επιφάνεια των προσβεβλημένων φύλλων [3]. Σύμφωνα με τις μετρήσεις των Sharma και Sharma, όπως τις καταγράφει η ανασκόπηση του 2017, τα κονίδια μετρούν 15 ως 26 × 2 ως 5 μm και τα ασκοσπόρια 15 ως 19 × 4 ως 5 μm [9]. Τα καφέ περιθήκια σχηματίζονται στα πεσμένα φύλλα, όπου και διαχειμάζει ο μύκητας [3].

Πηγές: 1 2 3 5 6 9 13 15 32

5. Βιολογία, θερμοκρασίες και υγρασία

Οι θερμοκρασιακές τιμές που κυκλοφορούν για την ανθράκωση της καρυδιάς προέρχονται σχεδόν όλες από εργαστηριακές έρευνες εκτός Ελλάδας. Παρατίθενται εδώ με τη χώρα και τις συνθήκες τους, ακριβώς επειδή δεν μεταφέρονται αυτούσιες στον αγρό.

Η παραγωγή των ασκοσπορίων καταγράφηκε στους 10 °C, ενώ η ωρίμανση των περιθηκίων αναστέλλεται από τη ζέστη, στους 20 °C τα περιθήκια μένουν ανώριμα [9]. Η τιμή αυτή συμφωνεί με τη βόρεια Αμερική: στο Ιλινόις των ΗΠΑ η βίαιη εκτίναξη των ασκοσπορίων από τα περιθήκια έχει το βέλτιστό της στους 10 °C (50 °F στην πηγή) [3].

Σε καλλιέργεια σε θρεπτικό υπόστρωμα βρώμης, η ανάπτυξη του μύκητα ήταν μέγιστη στους 22 °C και η σποριογέννεση στους 26 °C [9]. Πρόκειται για τιμές in vitro· δεν αντιστοιχούν σε όρια ψεκασμού.

ΠαράγονταςΤιμήΠού και πώς μετρήθηκεΠηγή
Έναρξη παραγωγής ασκοσπορίων10 °CΕργαστηριακές μετρήσεις, όπως τις καταγράφει ανασκόπηση από την Ινδία[9]
Βέλτιστη εκτίναξη ασκοσπορίων10 °CΙλινόις, ΗΠΑ, σε Juglans nigra[3]
Βέλτιστη ανάπτυξη μυκηλίου22 °CΕργαστηριακή καλλιέργεια σε υπόστρωμα βρώμης[9]
Βέλτιστη σποριογέννεση26 °CΕργαστηριακή καλλιέργεια σε υπόστρωμα βρώμης[9]
Σχετική υγρασία για μόλυνση φύλλωνάνω του 95%Ελεγχόμενες εργαστηριακές συνθήκες, κατά τους Black και Neely, όχι ελληνική μέτρηση[9]
Εύρος θερμοκρασίας χωρίς επίδραση στην ένταση10 ως 32 °C· κάτω των 10 °C η ένταση μειώνεται σημαντικάΕλεγχόμενες εργαστηριακές συνθήκες, κατά τους Black και Neely, όχι ελληνική μέτρηση[9]
Ελάχιστη διάρκεια ελεύθερης υγρασίας στο φύλλο για μόλυνσηάνω των 6 ωρών, με απαραίτητη τη διασπορά από σταγόνες βροχήςΙλινόις, ΗΠΑ, σε Juglans nigra[3]
Απελευθέρωση άνω του 80% των ασκοσπορίων80% σχετική υγρασία για 24 ώρες, 10 ως 20 °C, με άνεμοΕπαρχία Καζβίν, Ιράν[9]
Πόσο αργεί να φανεί μια μόλυνση

Σε τεχνητές μολύνσεις στο Ιράν, οι μακροσκοπικές καφέ κηλίδες εμφανίστηκαν 16 ημέρες μετά τον εμβολιασμό και τα ακέρβουλα 24 ημέρες μετά τον εμβολιασμό, δηλαδή περίπου οκτώ ημέρες αργότερα [9]. Σε θερμοκηπιακές έρευνες στο Ιλινόις των ΗΠΑ, οι κηλίδες αναπτύχθηκαν στην επιφάνεια του φύλλου μετά από περίπου δύο εβδομάδες [9].

Πρακτικά, ο έλεγχος του αγροκτήματος για ανθράκωση έχει νόημα περίπου δύο ως τρεις εβδομάδες μετά από παρατεταμένη περίοδο διαβροχής του φυλλώματος, νωρίτερα η μόλυνση έχει ήδη γίνει αλλά δεν φαίνεται. Ο συχνά αναφερόμενος «κανόνας των 12 ημερών» δεν προκύπτει από καμία από τις πηγές που ελέγχθηκαν και δεν χρησιμοποιείται εδώ.

Πηγές: 3 9

6. Ο κύκλος της ασθένειας

Το παθογόνο διαχειμάζει στα πεσμένα φύλλα του εδάφους, με τη μορφή περιθηκίων [3], καθώς και στους πεσμένους καρπούς και σε έλκη βλαστών της προηγούμενης βλάστησης [2]. Την άνοιξη, με τις βροχές, τα ασκοσπόρια εκτινάσσονται βίαια από τα περιθήκια και μεταφέρονται στη νέα βλάστηση [2].

Ο χρονισμός διαφέρει ανά περιοχή και πρέπει να διαβάζεται με τη γεωγραφία του. Στη βόρεια Καλιφόρνια τα ώριμα ασκοσπόρια παράγονται ως τις αρχές Απριλίου και, με τις ανοιξιάτικες βροχές, μολύνουν πρώτα τα φυλλάρια και αργότερα τους βλαστούς και τους καρπούς [1]. Στο Ιλινόις τα ασκοσπόρια προκαλούν μολύνσεις από τα τέλη Απριλίου ως τις αρχές Ιουνίου [3], και σε φυτείες μαύρης καρυδιάς της βόρειας κεντρικής ζώνης των ΗΠΑ οι πρωτογενείς μολύνσεις τοποθετούνται από τον Μάιο ως τις αρχές Ιουνίου [4]. Δημοσιευμένη καταγραφή του χρονισμού για τις ελληνικές συνθήκες δεν εντοπίστηκε, οπότε οι παραπάνω ημερομηνίες δεν μεταφέρονται ως ελληνικό ημερολόγιο.

Από το σημείο αυτό και έπειτα ακολουθεί συνεχής παραγωγή κονιδίων μέσα στις κηλίδες, που διασπείρονται με τις σταγόνες της βροχής και τον άνεμο και δίνουν διαδοχικές δευτερογενείς μολύνσεις. Στο Ιλινόις οι δευτερογενείς μολύνσεις συνεχίζονται από τα τέλη Ιουνίου ως το φθινόπωρο [3]· στη Βόρεια Αμερική γενικότερα καταγράφονται καθ' όλο το καλοκαίρι [4]. Πρώτα προσβάλλονται σοβαρότερα τα παλαιότερα φύλλα στο κάτω και εσωτερικό τμήμα της κόμης, που είναι και τα πρώτα που πέφτουν [4], και η έντονη φυλλόπτωση κορυφώνεται αργά το καλοκαίρι, με τα δέντρα σχεδόν γυμνά ως τον Αύγουστο [6].

Σε επίπεδο κυττάρου, ο μύκητας ακολουθεί ημιβιότροφη στρατηγική: αρχικά αναπτύσσεται βιοτροφικά ανάμεσα στα επιδερμικά κύτταρα, περίπου 72 ως 96 ώρες μετά τη μόλυνση, και στη συνέχεια περνά σε νεκροτροφική ανάπτυξη μέσα στα κύτταρα του μεσόφυλλου [10].

Ο κύκλος της ασθένειας της ανθράκωσης της καρυδιάς
Εικόνα 4. Ο κύκλος της ασθένειας.

Πηγές: 1 2 3 4 6 10

7. Ευαισθησία ποικιλιών, και η θέση της Chandler

Η ευαισθησία διαφέρει έντονα ανάμεσα στις ποικιλίες, και οι κατατάξεις που έχουν δημοσιευτεί δεν συμφωνούν μεταξύ τους. Αυτό από μόνο του είναι σημαντική πληροφορία: η συμπεριφορά μιας ποικιλίας εξαρτάται από τις τοπικές συνθήκες και από την πίεση του μολύσματος.

Η Chandler: ανθεκτική στη Βουλγαρία, ενδιάμεση στην Καλιφόρνια

Στη Βουλγαρία, αξιολόγηση ποικιλιών καρυδιάς ως προς την ανθράκωση έδωσε ένταση ασθένειας από 4,9% έως 62,4%, και μία μόνο ποικιλία χαρακτηρίστηκε ανθεκτική: η Chandler. Πέντε ποικιλίες ήταν ελαφρώς ευαίσθητες, ενώ οι υπόλοιπες ευαίσθητες έως πολύ ευαίσθητες [9].

Στην Καλιφόρνια όμως, δοκιμές στην περιοχή Hollister κατέταξαν τις Serr και Payne ως τις πιο ευαίσθητες, τις Howard και Tulare ως τις λιγότερο ευαίσθητες, και τις Hartley και Chandler ως ενδιάμεσες [1].

Κατά την παρατήρηση στα ελληνικά κτήματα η Chandler κατέχει το μεγαλύτερο μέρος των νέων φυτεύσεων, δημοσιευμένη στατιστική κατανομή ποικιλιών για την Ελλάδα δεν εντοπίστηκε. Ακόμη και με τη βουλγαρική αξιολόγηση υπέρ της, ανθεκτική δεν σημαίνει άτρωτη: σε χρονιές με παρατεταμένη υγρασία και σε αγροκτήματα με υψηλό φορτίο μολύσματος η Chandler προσβάλλεται, και η καλιφορνέζικη κατάταξη δείχνει ακριβώς αυτό.

Άλλη αξιολόγηση έδειξε ότι οι ποικιλίες Ser, Vina, Hartley, Ronde de Montignac, Lara και Franquette έχουν μέτρια έως ασθενή ανθεκτικότητα, ενώ η Pedro κατατάχθηκε στις ευαίσθητες [9].

Η ανθεκτικότητα στην ανθράκωση δεν προστατεύει από τη βακτηρίωση Σε δοκιμές στην Αργεντινή (Valle Inferior de Río Negro, καλλιεργητικές περίοδοι 2016/17 και 2017/18), η Chandler εμφάνισε μεγαλύτερη ένταση βακτηρίωσης σε φύλλα και καρπούς από τη Franquette, ανεξάρτητα από τους προληπτικούς ψεκασμούς με χαλκούχα και mancozeb [14]. Στην Καλιφόρνια, εξάλλου, η ίδια η διάταξη της ανθοφορίας της Chandler, τα αρσενικά άνθη εκπτύσσονται πριν από τα θηλυκά, επιβάλλει διαφορετικό χρονισμό ψεκασμών για τη βακτηρίωση [13].

Πηγές: 1 9 13 14

8. Καλλιεργητική αντιμετώπιση

Η αντιμετώπιση της ασθένειας είναι μία ιδιαίτερα πολύπλοκη διαδικασία που απαιτεί γνώσεις φυτοπροστασίας, θρέψης και πρόληψης.

Η επιλογή του αγρού

Χωράφια με υψηλή σχετική υγρασία ή υψηλή υγρασία εδάφους είναι επιρρεπή στην εμφάνιση της ασθένειας. Επειδή η μόλυνση των φύλλων απαιτεί σχετική υγρασία άνω του 95% στις εργαστηριακές έρευνες των Black και Neely [9] και ελεύθερη υγρασία στην επιφάνεια του φύλλου για πάνω από έξι ώρες στο Ιλινόις [3], κάθε τι που συντομεύει τη διαβροχή, απόσταση φύτευσης, προσανατολισμός σειρών, κλάδεμα, μειώνει τον κίνδυνο. Η φύτευση σε θέσεις με καλή κυκλοφορία του αέρα αναφέρεται ρητά ως μέτρο αντιμετώπισης [3].

Τα φυτικά υπολείμματα καθορίζουν το μόλυσμα

Η απομάκρυνση ή η καταστροφή των πεσμένων φύλλων μειώνει άμεσα το μόλυσμα που θα διαχειμάσει: εκεί, στα φύλλα του εδάφους, σχηματίζονται τα περιθήκια που θα δώσουν τα ασκοσπόρια της άνοιξης [3]. Η σύσταση είναι τα πεσμένα φύλλα να συλλέγονται και να κομποστοποιούνται ή να καίγονται [3], ενώ αναφέρεται και η απομάκρυνση της φυλλόστρωσης γύρω από τον κορμό [5] και των πεσμένων καρπών, μαζί με αφαίρεση των προσβεβλημένων βλαστών όπου είναι πρακτικό [2].

Αν η απομάκρυνση δεν είναι πρακτική, η εναλλακτική είναι η κατεργασία του εδάφους μετά τη φυλλόπτωση, η οποία ενσωματώνει τα μολυσμένα φύλλα και επιταχύνει την αποσύνθεσή τους [4]. Συγκεκριμένο βάθος ενσωμάτωσης δεν προσδιορίζεται στις πηγές που ελέγχθηκαν, οπότε ο αριθμός «10 έως 15 εκατοστά» που κυκλοφορεί δεν αναπαράγεται εδώ.

Το άζωτο μειώνει την ασθένεια, δεν την αυξάνει

Η περιεκτικότητα των φύλλων σε άζωτο είναι σημαντική παράμετρος για την ένταση της ασθένειας, αλλά η σχέση είναι αντίστροφη από αυτήν που συχνά υποτίθεται.

Ο Neely, στην εργασία με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Total leaf nitrogen correlated with walnut anthracnose resistance», μέτρησε σε θερμοκηπιακές έρευνες με σπορόφυτα Juglans nigra στο Ιλινόις των ΗΠΑ ολικό άζωτο φύλλων από 2,14% έως 4,13% και διαπίστωσε ότι ο αριθμός των κηλίδων ανθράκωσης μειώνεται όσο αυξάνεται η περιεκτικότητα του φύλλου σε άζωτο (R = 0,719). Η ίδια εργασία αναφέρει ότι τα θερμοκηπιακά αποτελέσματα επιβεβαίωσαν προηγούμενες έρευνες αγρού, όπου η αζωτούχος λίπανση μείωνε τη σοβαρότητα της ασθένειας [11].

Το ίδιο δείχνουν και οι συστάσεις των υπηρεσιών γεωργικών εφαρμογών. Στη βόρεια κεντρική ζώνη των ΗΠΑ αναφέρεται ότι εφαρμογές αζώτου τον Απρίλιο και τον Ιούνιο μειώνουν τη μόλυνση και ταυτόχρονα αυξάνουν την ανάπτυξη των δέντρων [4], ενώ τα εγχειρίδια των βορειοδυτικών πολιτειών [2] και του Ιλινόις [3] κατατάσσουν την επαρκή αζωτούχο θρέψη στα μέτρα αντιμετώπισης. Οι ημερομηνίες αυτές αφορούν τις ΗΠΑ και δεν μεταφέρονται αυτούσιες στο ελληνικό ημερολόγιο λίπανσης.

Σε πρακτικούς όρους, η επαρκής αζωτούχος λίπανση αποτελεί μέρος της αντιμετώπισης, όχι αιτία επιδείνωσης. Προσοχή όμως, αυτό αφορά ειδικά την ανθράκωση. Η λίπανση πρέπει να είναι επαρκής, όχι υπερβολική, και να καθορίζεται από φυλλοδιαγνωστική.

Πηγές: 2 3 4 5 9 11

9. Χημική αντιμετώπιση

Η χημική αντιμετώπιση της ασθένειας βασίζεται σε προληπτικές εφαρμογές, με τη λογική της προστασίας του νέου φυλλώματος πριν από τις βροχές. Στην Καλιφόρνια οι ψεκασμοί ξεκινούν όταν το φύλλο φτάσει περίπου στο μισό του τελικού μεγέθους και επαναλαμβάνονται κάθε 2 έως 3 εβδομάδες [1]· στο Τενεσί η σύσταση για την έναρξη είναι η ίδια, νωρίς την άνοιξη με τα φυλλάρια στο μισό του τελικού μεγέθους [5]. Δημοσιευμένο πρόγραμμα ψεκασμών για τις ελληνικές συνθήκες, με αριθμό επεμβάσεων, δεν εντοπίστηκε, ο αριθμός των ψεκασμών καθορίζεται από την πορεία των βροχών, το ιστορικό του αγροκτήματος και τις εγκεκριμένες ετικέτες.

Τι ισχύει σήμερα στις εγκρίσεις των δραστικών ουσιών

Το κανονιστικό τοπίο έχει μεταβληθεί σημαντικά από το 2019 και οι παλιότερες λίστες δραστικών ουσιών δεν ισχύουν πλέον:

  • Mancozeb: η έγκρισή του δεν ανανεώθηκε στην ΕΕ με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2020/2087 της 14ης Δεκεμβρίου 2020 [21], και η βάση PPDB το καταγράφει σήμερα ως μη εγκεκριμένο [28]. Το Γενικό Δικαστήριο της ΕΕ απέρριψε την προσφυγή ακύρωσης στις 29 Οκτωβρίου 2025 (υπόθεση T-742/20 RENV) [22]. Οι προσφεύγουσες άσκησαν αναίρεση ενώπιον του Δικαστηρίου στις 26 Δεκεμβρίου 2025 (υπόθεση C-869/25 P), η οποία εκκρεμεί· η αναίρεση δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, οπότε η μη ανανέωση ισχύει και σήμερα. Δεν χρησιμοποιείται πλέον.
  • Captan: η έγκριση ανανεώθηκε με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2024/2186 της 3ης Σεπτεμβρίου 2024, με ισχύ από 1 Νοεμβρίου 2024 έως 31 Οκτωβρίου 2039, αλλά με νέους περιορισμούς: εφαρμογή μόνο εκτός της περιόδου ανθοφορίας της καλλιέργειας και απουσίας ανθισμένων ζιζανίων, χρήση εξοπλισμού που μειώνει την έκθεση, και ενισχυμένα μέτρα προστασίας του χειριστή λόγω υψηλού δυναμικού ευαισθητοποίησης του δέρματος [23]. Στη βάση PPDB οι καταγεγραμμένες χρήσεις αφορούν μηλοειδή, πυρηνόκαρπα, άμπελο, μικρόκαρπα και αμυγδαλιά, η καρυδιά δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο [27].
  • Χαλκούχα: παραμένουν εγκεκριμένα ως «υποψήφια προς υποκατάσταση» και υπόκεινται στον περιορισμό του Παραρτήματος του Κανονισμού (ΕΕ) 2018/1981: εγκρίνονται μόνο χρήσεις που οδηγούν σε συνολική εφαρμογή έως 28 κιλά χαλκού ανά εκτάριο μέσα σε επτά χρόνια, δηλαδή έως 2,8 κιλά ανά στρέμμα ανά επταετία [24]. Η έγκριση, που έληγε στις 31 Δεκεμβρίου 2025, παρατάθηκε με τον Εκτελεστικό Κανονισμό (ΕΕ) 2025/1489 της 24ης Ιουλίου 2025, ο οποίος αντικαθιστά την ημερομηνία λήξης με την 30ή Ιουνίου 2029 [25].
  • Dithianon: είναι εγκεκριμένο στην ΕΕ με λήξη στις 31 Ιανουαρίου 2027, όμως οι καταγεγραμμένες χρήσεις του αφορούν φουζικλάδιο και άλλες ασθένειες φυλλώματος σε μηλιά, αχλαδιά, άμπελο και φραγκοστάφυλο, χωρίς αναφορά στην καρυδιά [26].

Καμία από τις παραπάνω ουσίες δεν επιβεβαιώθηκε ως εγκεκριμένη για την καρυδιά στην Ελλάδα μέσα από τις πηγές που ελέγχθηκαν. Η έγκριση σε επίπεδο ΕΕ αφορά τη δραστική ουσία· η χρήση σε συγκεκριμένη καλλιέργεια εγκρίνεται εθνικά. Πριν από κάθε εφαρμογή απαιτείται έλεγχος του καταλόγου εγκεκριμένων φυτοπροστατευτικών προϊόντων του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, όπου αναζητούνται τα σκευάσματα ανά καλλιέργεια μαζί με τις ισχύουσες δόσεις και τους χρόνους αναμονής [31]. Καμία δόση σκευάσματος δεν αναφέρεται σε αυτό το άρθρο ακριβώς επειδή η ισχύουσα δόση ελέγχεται κάθε φορά εκεί.

Στο εξωτερικό έχουν γίνει δοκιμές και με άλλες δραστικές ουσίες. Σε πολωνική εργασία του 1991 αναφέρεται ότι σκευάσματα mancozeb, dithianon, flusilazole και χαλκού περιόρισαν την ανθράκωση, ενώ βουλγαρική εργασία του 2003 δοκίμασε χαλκούχα, mancozeb και vinclozolin μαζί με διασυστηματικά όπως fenarimol, thiophanate-methyl, hexaconazole και benomyl [9]. Οι κατάλογοι αυτοί είναι παλιοί και δεν αποτελούν επιλογές σήμερα: το benomyl, για παράδειγμα, καταγράφεται στη βάση PPDB ως μη εγκεκριμένο, με απόσυρση από την ΕΕ το 2011 [30], όπως μη εγκεκριμένο είναι πλέον και το mancozeb [28]. Παλαιότερες δημοσιευμένες δοκιμές αποτελεσματικότητας δεν υποκαθιστούν την ισχύουσα έγκριση.

Ως γενική κατεύθυνση, το εγχειρίδιο των βορειοδυτικών πολιτειών σημειώνει ότι τα σκευάσματα υδροξειδίου του χαλκού δεν είναι ειδικά καταχωρισμένα για την ασθένεια αλλά έχουν φανεί αποτελεσματικά στην καρυδιά, και συνιστά ανάμειξη ή εναλλαγή ομάδων μυκητοκτόνων για την αποφυγή ανάπτυξης ανθεκτικότητας [2]. Εποχική τοποθέτηση των χαλκούχων δεν δίνεται από την πηγή.

Πηγές: 1 2 5 9 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31

10. Συμπέρασμα

Η ανθράκωση είναι η σημαντικότερη μυκητολογική ασθένεια του φυλλώματος της καρυδιάς και μπορεί να στοιχίσει μεγάλο μέρος της παραγωγής: η μοναδική ποσοτική εκτίμηση που εντοπίστηκε, από το Ιράν, μιλά για απώλειες 60 έως 80% [9]. Κατά την εμπειρία πεδίου, ελάχιστα ελληνικά αγροκτήματα μένουν χωρίς προσβολή.

Η Chandler, που κατά την παρατήρηση πεδίου κυριαρχεί στις ελληνικές φυτεύσεις, χαρακτηρίστηκε ανθεκτική στη βουλγαρική αξιολόγηση [9] αλλά μόλις ενδιάμεση στην καλιφορνέζικη [1], και στη βακτηρίωση εμφανίζεται σαφώς πιο εκτεθειμένη από τη Franquette [14]. Δεν υπάρχει επομένως ποικιλία που να επιτρέπει εφησυχασμό.

Η καλή είδηση είναι ότι δύο από τα ισχυρότερα εργαλεία δεν κοστίζουν σχεδόν τίποτα: η καταστροφή ή ενσωμάτωση των πεσμένων φύλλων, που αφαιρεί το μόλυσμα της διαχείμασης [3] [4], και η επαρκής αζωτούχος θρέψη, που στις έρευνες μειώνει τον αριθμό των κηλίδων [11]. Και τα δύο δρουν πριν καν χρειαστεί να ανοίξει το ψεκαστικό.

Πηγές: 1 3 4 9 11 14

11. Πηγές

Οι αριθμοί μέσα στο κείμενο παραπέμπουν στον παρακάτω κατάλογο. Όπου χρησιμοποιήθηκε μόνο η περίληψη και όχι το πλήρες κείμενο, αναφέρεται ρητά.

  • [1] UC Statewide IPM Program. Anthracnose, Walnut. UC IPM Pest Management Guidelines. Πανεπιστήμιο Καλιφόρνιας. Πηγή για τη διαχείμαση στα πεσμένα φύλλα, την παραγωγή ώριμων ασκοσπορίων ως τις αρχές Απριλίου στη βόρεια Καλιφόρνια, την κατάταξη ευαισθησίας των ποικιλιών στην περιοχή Hollister (Serr και Payne πιο ευαίσθητες, Howard και Tulare λιγότερο, Hartley και Chandler ενδιάμεσες) και το πρόγραμμα ψεκασμών με έναρξη στο μισό μέγεθος φύλλου και επανάληψη κάθε 2 έως 3 εβδομάδες. Πλήρες κείμενο.
  • [2] Pacific Northwest Plant Disease Management Handbook. Walnut (Juglans spp.), Anthracnose. Oregon State University και συνεργαζόμενα πανεπιστήμια. Πηγή για το αποδεκτό όνομα Ophiognomonia leptostyla, το εύρος μεγέθους των κηλίδων, τη διαχείμαση σε πεσμένα φύλλα, καρπούς και έλκη βλαστών, τη βίαιη εκτίναξη ασκοσπορίων με τις ανοιξιάτικες βροχές, και τις συστάσεις για απομάκρυνση φύλλων και καρπών, επαρκή αζωτούχο θρέψη και εναλλαγή ομάδων μυκητοκτόνων. Πλήρες κείμενο.
  • [3] Pataky, N. R. (1987). Fungal Leaf Spots of Black Walnut. Report on Plant Disease No. 600. University of Illinois Extension, Department of Crop Sciences. Πηγή για το μέσο μέγεθος κηλίδας των 5 χιλιοστών με κιτρινωπή άλω, τα ακέρβουλα ως μαύρα εξογκώματα στην κάτω επιφάνεια, τη διαχείμαση ως περιθήκια στα πεσμένα φύλλα, τη βέλτιστη εκτίναξη ασκοσπορίων στους 10 °C, τον χρονισμό των μολύνσεων στο Ιλινόις (ασκοσπόρια από τέλη Απριλίου ως αρχές Ιουνίου, κονίδια από τέλη Ιουνίου ως το φθινόπωρο), την απαίτηση ελεύθερης υγρασίας άνω των 6 ωρών και τη διασπορά με σταγόνες βροχής, και τα μέτρα συλλογής και καταστροφής των φύλλων, καλής κυκλοφορίας αέρα και αζωτούχου λίπανσης. Πλήρες κείμενο.
  • [4] Mielke, M. E. and Ostry, M. E. Leaf Spot Diseases of Black Walnut, σελ. 128-133. USDA Forest Service, St. Paul, Minnesota. Πηγή για τις πρωτογενείς μολύνσεις από ασκοσπόρια τον Μάιο ως τις αρχές Ιουνίου, τις δευτερογενείς μολύνσεις από ανεμόφερτα κονίδια όλο το καλοκαίρι, τη σημασία των πρώιμα μολυσμένων φύλλων για τη φωτοσύνθεση κατά τον σχηματισμό του καρπού, την ενσωμάτωση των μολυσμένων φύλλων με κατεργασία του εδάφους μετά τη φυλλόπτωση, και τη μείωση της μόλυνσης με εφαρμογές αζώτου τον Απρίλιο και τον Ιούνιο. Πλήρες κείμενο.
  • [5] Onufrak, A., Klingeman, W. and Hadziabdic, D. (2022). Identification and Management Recommendations of Common Fungal Diseases of Eastern Black Walnut. W 1101. University of Tennessee Extension. Πηγή για τις διαστάσεις των κηλίδων στα φυλλάρια (5 έως 13 χιλιοστά), τις γκριζοκαφέ κηλίδες στους νέους βλαστούς, τα μικρά μαυριδερά στίγματα στο περικάρπιο, την απομάκρυνση της φυλλόστρωσης και την έναρξη των ψεκασμών με τα φυλλάρια στο μισό του τελικού μεγέθους. Πλήρες κείμενο.
  • [6] Penn State Extension. Walnut Anthracnose. Pennsylvania State University. Πηγή για την αλληλουχία κιτρίνισμα, καστάνωση, πρώιμη φυλλόπτωση και για το ότι τα δέντρα μένουν σχεδόν γυμνά ως τον Αύγουστο, καθώς και για τις καρποφορίες κατά μήκος των νευρώσεων στην κάτω επιφάνεια. Πλήρες κείμενο.
  • [7] EPPO Global Database. Ophiognomonia leptostyla (GNOMLE). European and Mediterranean Plant Protection Organization. Πηγή για το ισχύον όνομα Ophiognomonia leptostyla (Fries) Sogonov, την ταξινομική του θέση και τον κατάλογο των συνωνύμων, όπου περιλαμβάνονται τα Gnomonia leptostyla, Gnomonia juglandis και Marssonina juglandis. Πλήρες κείμενο.
  • [8] Sogonov, M. V., Castlebury, L. A., Rossman, A. Y., Mejía, L. C. and White, J. F. (2008). Leaf-inhabiting genera of the Gnomoniaceae, Diaporthales. Studies in Mycology 62:1-77. Πηγή για τη μεταφορά του είδους στο γένος Ophiognomonia ως νέο συνδυασμό και για την απομόνωση αναφοράς CBS 844.79 από Juglans regia στην Ελβετία. Περίληψη και κατάλογος νέων συνδυασμών.
  • [9] Hassan, M. and Ahmad, K. (2017). Anthracnose Disease of Walnut, A Review. International Journal of Environment, Agriculture and Biotechnology 2(5):2319-2327. Ανασκόπηση που αποδίδει, με τις πρωτότυπες αναφορές της, τις εργαστηριακές τιμές θερμοκρασίας και υγρασίας (έναρξη παραγωγής ασκοσπορίων στους 10 °C και θερμική αναστολή των περιθηκίων κατά Fayret και Parguey· μέγιστη ανάπτυξη στους 22 °C και σποριογέννεση στους 26 °C σε υπόστρωμα βρώμης κατά Matteoni και Neely· μόλυνση φύλλων άνω του 95% σχετικής υγρασίας και ένταση ανεπηρέαστη μεταξύ 10 και 32 °C κατά Black και Neely· απελευθέρωση άνω του 80% των ασκοσπορίων στο 80% σχετικής υγρασίας για 24 ώρες στους 10 έως 20 °C με άνεμο κατά Hashemi στην επαρχία Καζβίν του Ιράν), τον χρόνο επώασης των Dastjerdi και συνεργατών στο Ιράν (κηλίδες στις 16 ημέρες, ακέρβουλα στις 24 ημέρες από τον εμβολιασμό), την εμφάνιση κηλίδων μετά από περίπου δύο εβδομάδες κατά Neely, τις απώλειες 60 έως 80% στο Ιράν κατά Saremi και Amiri, την αξιολόγηση ποικιλιών στη Βουλγαρία των Arnaudov και Gandev με ένταση 4,9 έως 62,4% και μόνη ανθεκτική τη Chandler, την κατάταξη ποικιλιών των Salahi και Jamshidi, τις διαστάσεις κονιδίων και ασκοσπορίων κατά Sharma και Sharma, και τους καταλόγους μυκητοκτόνων των παλαιότερων δοκιμών σε Πολωνία και Βουλγαρία. Πλήρες κείμενο.
  • [10] Khelghatibana, F., Javan-Nikkhah, M., Safaie, N., Sobhani, A., Shams, S. and Sari, E. (2023). A reference transcriptome for walnut anthracnose pathogen, Ophiognomonia leptostyla, guides the discovery of candidate virulence genes. Fungal Genetics and Biology 169:103828. Πηγή για την ημιβιότροφη στρατηγική προσβολής, με βιοτροφική ανάπτυξη ανάμεσα στα επιδερμικά κύτταρα 72 ως 96 ώρες μετά τη μόλυνση και επακόλουθη νεκροτροφική ανάπτυξη στο μεσόφυλλο, και για τον μηχανισμό της ζημιάς μέσω μείωσης της φωτοσύνθεσης, κακογεμισμένης ψίχας και καρπόπτωσης. Περίληψη και εισαγωγή.
  • [11] Neely, D. (1986). Total leaf nitrogen correlated with walnut anthracnose resistance. Arboriculture & Urban Forestry (Journal of Arboriculture) 12(12):312-314. Πηγή για το εύρος ολικού αζώτου φύλλων 2,14 έως 4,13% σε σπορόφυτα Juglans nigra σε θερμοκήπιο στο Ιλινόις των ΗΠΑ, για τη μείωση του αριθμού των κηλίδων με αύξηση του αζώτου (R = 0,719) και για την επιβεβαίωση προηγούμενων πειραμάτων αγρού όπου η αζωτούχος λίπανση μείωνε τη σοβαρότητα της ασθένειας. Πλήρης περίληψη.
  • [12] Belair, M., Picot, A., Lepais, O. και συνεργάτες (2024). Genetic diversity and population structure of Botryosphaeria dothidea and Neofusicoccum parvum on English walnut (Juglans regia L.) in France. Scientific Reports 14:19817. Πηγή για το ότι η πρόσφατα εμφανιζόμενη ασθένεια ξηράνσεων της καρυδιάς σε γαλλικούς καρυδεώνες αποδίδεται στα Botryosphaeria dothidea και Neofusicoccum parvum, με νεκρώσεις βλαστών, φυλλόπτωση, έλκη και νεκρώσεις καρπών. Πλήρες κείμενο ανοικτής πρόσβασης.
  • [13] UC Statewide IPM Program. Walnut Blight, Walnut. UC IPM Pest Management Guidelines. Πανεπιστήμιο Καλιφόρνιας. Πηγή για τη διάκριση από τη βακτηρίωση: το παθογόνο Xanthomonas arboricola, τη διαχείμαση κυρίως μέσα στους λανθάνοντες οφθαλμούς, τις μαύρες ελαφρώς βυθισμένες κηλίδες στο άκρο του άνθους του νεαρού καρπού, τη μεγαλύτερη ζημιά σε ποικιλίες πρώιμης έκπτυξης, τους προστατευτικούς ψεκασμούς κάθε 7 έως 10 ημέρες στις υγρές ανοίξεις και την ιδιαιτερότητα του χρονισμού στη Chandler. Πλήρες κείμενο.
  • [14] Susceptibility to Xanthomonas arboricola pv. juglandis of the walnut cultivars, Chandler and Franquette: with and without chemical treatment in Argentina (2024). FAVE Sección Ciencias Agrarias 23:e0023. Πηγή για το ότι στην Αργεντινή (Valle Inferior de Río Negro, περίοδοι 2016/17 και 2017/18) η Chandler εμφάνισε μεγαλύτερη ένταση βακτηρίωσης σε φύλλα και καρπούς από τη Franquette, ανεξάρτητα από τους προληπτικούς ψεκασμούς με χαλκούχα και mancozeb. Περίληψη.
  • [15] Ramos, D., Brown, L., Uriu, K. and Marangoni, B. (1978). Water stress affects size and quality of walnuts. California Agriculture 32(10). Πηγή για τη σύγκριση καρπών από αρδευόμενα και μη αρδευόμενα δέντρα στην Καλιφόρνια και για το ότι η ανεπαρκής εδαφική υγρασία μεταβάλλει την κανονική εποχική ωρίμανση του καρπού. Περίληψη, ο παλαιότερος σύνδεσμος λήψης του περιοδικού οδηγούσε σε άσχετο άρθρο και αντικαταστάθηκε από την εγγραφή του DOAJ.
  • [16] Djoussé, L., Pankow, J. S., Eckfeldt, J. H., Folsom, A. R., Hopkins, P. N., Province, M. A., Hong, Y. and Ellison, R. C. (2001). Relation between dietary linolenic acid and coronary artery disease in the National Heart, Lung, and Blood Institute Family Heart Study. American Journal of Clinical Nutrition 74(5):612-619. Πηγή για το ότι η υψηλότερη πρόσληψη τόσο του α-λινολενικού όσο και του λινολεϊκού οξέος συσχετίστηκε αντιστρόφως με τον επιπολασμό στεφανιαίας νόσου σε 4.584 συμμετέχοντες στις ΗΠΑ, με συνεργική δράση των δύο λιπαρών οξέων. Πλήρης περίληψη.
  • [17] Reiter, R. J., Manchester, L. C. and Tan, D. X. (2005). Melatonin in walnuts: influence on levels of melatonin and total antioxidant capacity of blood. Nutrition 21(9):920-924. Πηγή για τη μέση συγκέντρωση μελατονίνης 3,5 νανογραμμαρίων ανά γραμμάριο καρυδιού και για την αύξηση της μελατονίνης του ορού και της αντιοξειδωτικής ικανότητας του αίματος σε έρευνα διατροφής επίμυων· η εργασία δεν μέτρησε παραμέτρους ύπνου. Πλήρης περίληψη.
  • [18] Fatima, T., Showkat, U. and Hussain, S. Z. (2018). Nutritional and health benefits of walnuts. Journal of Pharmacognosy and Phytochemistry 7(2):1269-1271. Πηγή για την περιεκτικότητα του πυρήνα σε λιπαρά γύρω στο 65%, για την πρωτεΐνη 13,6 έως 18,1 γραμμαρίων ανά 100 γραμμάρια ξηρής ουσίας και για το ότι το α-λινολενικό οξύ αποτελεί περίπου το 8 έως 14% των ολικών λιπαρών, με το λινολεϊκό ως το πιο άφθονο λιπαρό οξύ. Πλήρες κείμενο.
  • [19] Pollegioni, P., Woeste, K., Chiocchini, F., Del Lungo, S., Ciolfi, M., Olimpieri, I. και συνεργάτες (2017). Rethinking the history of common walnut (Juglans regia L.) in Europe: Its origins and human interactions. PLOS ONE 12(3):e0172541. Πηγή για την καλλιέργεια του είδους τόσο για τον καρπό όσο και για την ξυλεία του, για την επιβίωση σε σχεδόν απομονωμένες συστάδες στην Ασία μετά την τελευταία παγετώδη περίοδο και για τη σημερινή ευρωπαϊκή κατανομή ως αποτέλεσμα εξάπλωσης από πολλαπλά καταφύγια σε Βαλκάνια, Ανατολία και δυτική Ευρώπη σε συνδυασμό με ανθρώπινη μεταφορά των τελευταίων πέντε χιλιάδων ετών. Πλήρες κείμενο ανοικτής πρόσβασης.
  • [20] Walnut Production by Country, συγκεντρωτικός πίνακας των στοιχείων «Crops and livestock products» του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας για το 2023. Πηγή για την ελληνική παραγωγή καρυδιών με κέλυφος περίπου 39.600 τόνων το 2023 και την ενδέκατη θέση παγκοσμίως, καθώς και για τα μεγέθη της Τουρκίας, της Ουκρανίας και της Ρουμανίας που προηγούνται στην Ευρώπη, στοιχεία που δεν στηρίζουν τον ισχυρισμό ότι η Ελλάδα είναι πρώτη ευρωπαϊκή παραγωγός. Πλήρης πίνακας.
  • [21] Εκτελεστικός Κανονισμός (ΕΕ) 2020/2087 της Επιτροπής της 14ης Δεκεμβρίου 2020 σχετικά με τη μη ανανέωση της έγκρισης της δραστικής ουσίας mancozeb. EUR-Lex. Πηγή για τη μη ανανέωση της έγκρισης του mancozeb στην ΕΕ και για την ημερομηνία της πράξης. Επίσημη πράξη.
  • [22] Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πέμπτο τμήμα), απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 2025, υπόθεση T-742/20 RENV, UPL Europe Ltd και Indofil Industries (Netherlands) BV κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Πηγή για την απόρριψη της προσφυγής ακύρωσης κατά του Κανονισμού (ΕΕ) 2020/2087, δηλαδή για το ότι η μη ανανέωση του mancozeb δεν ακυρώθηκε και εξακολουθεί να ισχύει. Κείμενο της απόφασης.
  • [23] Εκτελεστικός Κανονισμός (ΕΕ) 2024/2186 της Επιτροπής της 3ης Σεπτεμβρίου 2024 για την ανανέωση της έγκρισης της δραστικής ουσίας captan. EUR-Lex. Πηγή για την περίοδο έγκρισης από 1 Νοεμβρίου 2024 έως 31 Οκτωβρίου 2039 και για τους όρους του παραρτήματος: εφαρμογή εκτός της περιόδου ανθοφορίας και απουσίας ανθισμένων ζιζανίων, χρήση εξοπλισμού που μειώνει την έκθεση, και μέτρα προστασίας του χειριστή λόγω υψηλού δυναμικού ευαισθητοποίησης του δέρματος. Επίσημη πράξη.
  • [24] Εκτελεστικός Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1981 της Επιτροπής της 13ης Δεκεμβρίου 2018 για την ανανέωση της έγκρισης των ενώσεων χαλκού ως υποψήφιων προς υποκατάσταση. EUR-Lex. Πηγή για τον όρο του παραρτήματος ότι εγκρίνονται μόνο χρήσεις που οδηγούν σε συνολική εφαρμογή έως 28 κιλών χαλκού ανά εκτάριο μέσα σε επτά χρόνια, για την αρχική περίοδο έγκρισης από 1 Ιανουαρίου 2019 έως 31 Δεκεμβρίου 2025 και για τον χαρακτηρισμό των ενώσεων χαλκού ως υποψήφιων προς υποκατάσταση. Επίσημη πράξη.
  • [25] Εκτελεστικός Κανονισμός (ΕΕ) 2025/1489 της Επιτροπής της 24ης Ιουλίου 2025 για την παράταση των περιόδων έγκρισης ορισμένων δραστικών ουσιών. EUR-Lex. Πηγή για το ότι οι ενώσεις χαλκού περιλαμβάνονται στις δραστικές ουσίες των οποίων η περίοδος έγκρισης παρατάθηκε. Επίσημη πράξη.
  • [26] Pesticide Properties DataBase (PPDB). Dithianon. Agriculture and Environment Research Unit, University of Hertfordshire. Πηγή για το ότι το dithianon είναι εγκεκριμένο βάσει του Κανονισμού 1107/2009 με λήξη στις 31 Ιανουαρίου 2027 και για το ότι οι καταγεγραμμένες χρήσεις του αφορούν μηλιά, αχλαδιά, άμπελο και φραγκοστάφυλο, χωρίς αναφορά στην καρυδιά. Πλήρης εγγραφή.
  • [27] Pesticide Properties DataBase (PPDB). Captan. University of Hertfordshire. Πηγή για το ότι το captan είναι εγκεκριμένο με λήξη στις 31 Οκτωβρίου 2039 και για τον κατάλογο των καταγεγραμμένων χρήσεων (μηλοειδή, πυρηνόκαρπα, άμπελος, μικρόκαρπα, αμυγδαλιά), στον οποίο δεν περιλαμβάνεται η καρυδιά. Πλήρης εγγραφή.
  • [28] Pesticide Properties DataBase (PPDB). Mancozeb. University of Hertfordshire. Πηγή για το ότι το mancozeb καταγράφεται ως μη εγκεκριμένο βάσει του Κανονισμού 1107/2009, με τη συμπερίληψή του να έχει λήξει. Πλήρης εγγραφή.
  • [29] Pesticide Properties DataBase (PPDB). Copper II hydroxide. University of Hertfordshire. Πηγή για το ότι το υδροξείδιο του χαλκού είναι εγκεκριμένο ως μυκητοκτόνο και βακτηριοκτόνο με λήξη της έγκρισης στις 30 Ιουνίου 2029. Πλήρης εγγραφή.
  • [30] Pesticide Properties DataBase (PPDB). Benomyl. University of Hertfordshire. Πηγή για το ότι το benomyl είναι μη εγκεκριμένο, με απόσυρση από την ΕΕ το 2011, παράδειγμα δραστικής ουσίας που εμφανίζεται σε παλαιότερες δοκιμές αλλά δεν αποτελεί σημερινή επιλογή. Πλήρης εγγραφή.
  • [31] Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Διεύθυνση Προστασίας Φυτικής Παραγωγής. Κατάλογοι Φυτοπροστατευτικών Προϊόντων και Βιοκτόνων. Πηγή για το ότι η αναζήτηση των εγκεκριμένων στην Ελλάδα σκευασμάτων ανά καλλιέργεια, με τις ισχύουσες δόσεις και τους χρόνους αναμονής, γίνεται στην επίσημη βάση αναζήτησης του Υπουργείου, εκεί ελέγχεται κάθε φορά η δόση πριν από κάθε εφαρμογή. Επίσημη σελίδα με τη διεύθυνση της βάσης αναζήτησης.
  • [32] Ψαθά, Π. (2026). Συνέντευξη του Χαράλαμπου Ψαρογιάννη, γεωπόνου του αγροτικού συνεταιρισμού «ΓΑΙΑ ΔΟΜΟΚΟΥ» και υποψήφιου διδάκτορα του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, για την ανθράκωση της καρυδιάς. Agrotypos, 6 Οκτωβρίου 2026. Πηγή για τον μεταχρωματισμό της ψίχας μετά από απότομη πτώση της θερμοκρασίας και για τη διαφορά ωρίμανσης ψίχας και περικαρπίου των 15 ως 20 ημερών. Αδημοσίευτη παρατήρηση αγρού, χωρίς εργαστηριακή επιβεβαίωση, όπως τη χαρακτηρίζει ο ίδιος ο παρατηρητής. Πλήρες κείμενο της συνέντευξης.
Αποποίηση ευθύνης Το παρόν κείμενο έχει ενημερωτικό και εκπαιδευτικό χαρακτήρα. Δεν υποκαθιστά την επιτόπια γεωπονική εκτίμηση ούτε συνιστά συνταγή εφαρμογής φυτοπροστατευτικών προϊόντων. Οι εγκρίσεις των δραστικών ουσιών, οι δόσεις και οι χρόνοι αναμονής μεταβάλλονται και διαφέρουν ανά χώρα και καλλιέργεια· ισχύουν πάντοτε οι οδηγίες της ετικέτας και οι εθνικές εγκρίσεις. Η Παστόπουλος Γεωπονική Ε.Ε. δεν φέρει καμία ευθύνη για τη χρήση των παραπάνω πληροφοριών.

Σχετικά άρθρα

Εχθροί και ασθένειες της καρυδιάς: αναγνώριση από τα συμπτώματα, με διαγνωστικό εργαλείο

Εχθροί και ασθένειες της καρυδιάς: αναγνώριση από τα συμπτώματα, με διαγνωστικό εργαλείο

Είκοσι αιτίες, με ό,τι ξεχωρίζει την καθεμιά στο χωράφι: ανθράκωση και βακτηρίωση που δίνουν την ίδια κηλίδα, καστανή νέκρωση κορυφής, οι εχθροί του καρπού, ακάρεα και αφίδες, το σύμπλεγμα των ξηράνσεων, τα έλκη του κορμού, η μαύρη γραμμή του εμβολιασμού και ο κίνδυνος καραντίνας. Με διαγνωστικό εργαλείο που συγκρίνει τα συμπτώματα με το προφίλ κάθε αιτίας, και δύο ξένες συστάσεις που είναι σήμερα παράνομες στην Ελλάδα.

Καρυδιά
Η βακτηρίωση της Καρυδιάς, Walnut blight

Η βακτηρίωση της Καρυδιάς, Walnut blight

Η βακτηρίωση της καρυδιάς, γνωστή διεθνώς ως walnut blight , είναι μία επιθετική και καταστρεπτική ασθένεια για την καλλιέργεια. Μπορεί να προσβάλει και να καταστρέψει μεγάλο μέρος της…

Καρυδιά
Καλλιεργητικές φροντίδες της καρυδιάς: εγκατάσταση, αποστάσεις, άρδευση και θρέψη

Καλλιεργητικές φροντίδες της καρυδιάς: εγκατάσταση, αποστάσεις, άρδευση και θρέψη

Οι αποφάσεις της εγκατάστασης κλειδώνουν την οροφή της απόδοσης για σαράντα χρόνια. Αναλυτικά: οι προδιαγραφές του εδάφους, η επιλογή υποκειμένου ανά πρόβλημα, η πλαγιοκαρπία, γιατί η Chandler είναι πρωτανδρική και τι σημαίνει για τον επικονιαστή, ο κανόνας των 11 κιλών ανά 1% δέσμευσης φωτός, η άρδευση με μέτρηση δυναμικού βλαστού, το ισοζύγιο αζώτου και καλίου, και τα τρία ευρήματα που ανατρέπουν την κοινή πρακτική.

Καρυδιά