Καιρός English Σύνδεση
Αρχική › Άρθρο

Διαμόρφωση της ακτινιδιάς: ημικρεββατίνα και κρεββατίνα

Ακτινιδιά Κλάδεμα
Καρποφόρα κληματίδα ακτινιδιάς Hayward με καρπούς, κάτω από τον θόλο
Εικ. 1Καρποφόρα κληματίδα Hayward. Οι καρποί κρέμονται κάτω από το επίπεδο των συρμάτων, το φύλλωμα μένει από πάνω τους: αυτή η διάταξη, καρπός στη σκιά, φύλλο στο φως, είναι ολόκληρος ο λόγος για τον οποίο η ακτινιδιά δεν διαμορφώνεται όπως ένα δέντρο.

Σάββας Παστόπουλος, Γεωπόνος MSc, Παστόπουλος Γεωπονική Ε.Ε., Νέος Μυλότοπος Πέλλας

Η επιλογή ανάμεσα σε ημικρεββατίνα και κρεββατίνα γίνεται μία φορά, πριν μπει το πρώτο φυτό, και δεσμεύει τον οπωρώνα για είκοσι και πλέον χρόνια. Το κλάδεμα διαμόρφωσης που ακολουθεί κρίνεται στα πρώτα δύο χρόνια, όταν ακόμη δεν υπάρχει παραγωγή για να δείξει αν πήγε καλά. Και οι δύο αποφάσεις παίρνονται από την ίδια αφετηρία: πώς μεγαλώνει η ακτινιδιά όταν την αφήσει κανείς μόνη της.

2–3 χρόνιαγια τον θόλο της ημικρεββατίνας
4–6 χρόνιαγια τον θόλο της κρεββατίνας
3–4δείκτης φυλλικής επιφάνειας που στοχεύεται
147.000στρέμματα ακτινιδιάς στην Ελλάδα, 2024
Η δομή του κειμένου Πρώτα η αρχιτεκτονική του φυτού, γιατί από αυτήν προκύπτουν και τα δύο σχήματα. Μετά τα δύο σχήματα με τις διαστάσεις τους και τη σύγκρισή τους. Μετά το κλάδεμα, από τη μέρα της φύτευσης ως τον τέταρτο χειμώνα, με έμφαση στην απόφαση που παίρνεται στο τέλος της πρώτης χρονιάς και καθορίζει όλα τα υπόλοιπα.

1. Τι κρίνεται με την επιλογή του σχήματος

Η ακτινιδιά είναι ξυλώδες αναρριχώμενο φυτό, στη φύση σκαρφαλώνει πάνω σε δέντρα του δάσους. Σχηματίζει κορμό και μόνιμο ξύλο σαν δέντρο, αλλά δεν έχει τη στιβαρότητα να σταθεί όρθια μόνη της, και δεν έχει σχήμα δικό της: το σχήμα το δίνει η κατασκευή. Αυτό σημαίνει ότι η επιλογή δεν αφορά μόνο το πώς θα φαίνεται ο οπωρώνας, αλλά τέσσερα πράγματα που μετριούνται σε χρήματα κάθε χρόνο.

  • Το κόστος εγκατάστασης. Η κρεββατίνα ήταν από την αρχή ακριβότερη από την ημικρεββατίνα, και σε πολλές περιπτώσεις η επιλογή κρίθηκε από αυτό και μόνο [2].
  • Τον χρόνο ως την πλήρη παραγωγή. Ο θόλος της ημικρεββατίνας συμπληρώνεται σε δύο ως τρία χρόνια, της κρεββατίνας σε τέσσερα ως έξι [3].
  • Τις ώρες κλαδέματος. Διαφέρουν ανά σχήμα και ανά σύστημα κλαδέματος πολύ περισσότερο από όσο υπολογίζεται στα χαρτιά της επένδυσης [7][8].
  • Τη διαχείριση του κινδύνου. Χαλάζι, άνεμος, ανοιξιάτικος παγετός και βακτηριακό έλκος αντιμετωπίζονται διαφορετικά στα δύο σχήματα, και η διαφορά είναι δομική, όχι θέμα ψεκασμού [2][21].

Στην Ελλάδα η καλλιέργεια έφτασε το 2024 τα 147.000 στρέμματα με 342.330 τόνους και μέση απόδοση 2,33 τόνους ανά στρέμμα, από 148 στρέμματα και 42 τόνους το 1980 [23]. Με νέες φυτεύσεις της τάξης των 10.000 στρεμμάτων ανά έτος και κόστος εγκατάστασης που η ελληνική αγορά τοποθετεί πάνω από 2.000 ευρώ το στρέμμα [23][24], η απόφαση του σχήματος λαμβάνεται κάθε χρόνο σε χιλιάδες στρέμματα, συνήθως χωρίς να έχει γραφτεί πουθενά με αριθμούς.

Στην ελληνική δενδροκομική βιβλιογραφία τα επικρατέστερα συστήματα είναι δύο: το ταυ ή ημικρεββατίνα, με διπλό ή μονό κορδόνι, και η κρεββατίνα. Οι συνιστώμενες αποστάσεις φύτευσης είναι 4,5–5 × 3–4 m για ταυ με διπλό κορδόνι, 4,5–5 × 2 m για απλό ή μονόπλευρο κορδόνι και 4,5–5 × 4–5 m για κρεββατίνα, με τα αρσενικά να αποτελούν τουλάχιστον το 15% των θηλυκών [1]. Η πύκνωση επί της γραμμής, που δοκιμάστηκε στην Ιταλία τη δεκαετία του 1990 για να αυξηθεί η πρώιμη απόδοση των νεαρών φυτειών [25], αποδείχθηκε αμφίβολη επιλογή: ευνόησε έντονη βλαστική ανάπτυξη από τις νέες κληματίδες κοντά στον κορμό, ανέβασε το κόστος κλαδέματος και οι μεγαλύτερες τομές έβλαψαν την ποιότητα του καρπού [2].

Παρατήρηση πεδίου: Γιαννιτσά Σε φυτείες της περιοχής των Γιαννιτσών, με 5,2 m ανάμεσα στις γραμμές και 3,2 ως 3,5 m επί της γραμμής, οι καλλιεργητικές εργασίες με το τρακτέρ γίνονται άνετα και χωρίς ζημιά στους καρπούς από τα μηχανήματα. Τα είκοσι επιπλέον εκατοστά πάνω από τη συνιστώμενη απόσταση γραμμών είναι ακριβώς ο χώρος που χρειάζεται το ψεκαστικό και ο χλοοκοπτικός για να περνούν χωρίς να σαρώνουν τις κρεμασμένες κληματίδες, που στην ημικρεββατίνα κατεβαίνουν ως περίπου μισό μέτρο από το έδαφος. Η πυκνότητα μένει μέσα στο συνιστώμενο εύρος: 55 ως 60 φυτά το στρέμμα. Πρόκειται για παρατήρηση πεδίου της Παστόπουλος Γεωπονική και όχι για μετρημένο πείραμα: δεν συνοδεύεται από σύγκριση απόδοσης με στενότερες γραμμές στην ίδια θέση.

2. Η αρχιτεκτονική της ακτινιδιάς

Κάθε σχήμα διαμόρφωσης είναι μια προσπάθεια να χωρέσει η φυσική ανάπτυξη του φυτού σε μια διαχειρίσιμη γεωμετρία. Στην ακτινιδιά η φυσική ανάπτυξη έχει τέσσερα χαρακτηριστικά που καθορίζουν τη διαμόρφωση [4][2].

Οι μακριοί βλαστοί κρεμούν από το βάρος τους

Η αρχιτεκτονική κυριαρχείται από μακριούς όρθιους βλαστούς που γίνονται κρεμοκλαδείς καθώς βαραίνουν. Αυτοί οι βλαστοί παράγουν φύλλα συνεχώς, από προσχηματισμένα και από νεοσχηματιζόμενα γόνατα, μέχρι να σταματήσει η αύξηση στο τέλος της εποχής. Η υποστύλωση δεν παλεύει με αυτό, το εκμεταλλεύεται: δίνει ένα οριζόντιο επίπεδο από το οποίο ο βλαστός θα κρεμάσει, με τον καρπό από κάτω και το φύλλο από πάνω.

Η κορυφή σταματά και τη σκυτάλη την παίρνει πλάγιος οφθαλμός

Όσο ο βλαστός τρέχει, έχει κανονικό ακραίο μερίστωμα και επιμηκύνεται από αυτό. Η διαφορά με το δέντρο είναι τι γίνεται όταν σταματήσει. Στο δέντρο ο ακραίος οφθαλμός επιβιώνει και συνεχίζει τον ίδιο άξονα την επόμενη χρονιά, και ο κλαδευτής τον χρησιμοποιεί για να κατευθύνει το σχήμα. Στην ακτινιδιά η κορυφή νεκρώνεται και δεν ξαναξεκινά: η αύξηση συνεχίζεται από πλάγιο οφθαλμό, ο οποίος πρώτα σχηματίζεται, περνά περίοδο ηρεμίας και εκπτύσσεται αργότερα. Έτσι ο άξονας της ακτινιδιάς δεν είναι ένας βλαστός αλλά αλυσίδα από διαδοχικούς βλαστούς, ο καθένας από τους οποίους παίρνει τη θέση του προηγούμενου [4].

Η στιγμή που σταματά η κορυφή καθορίζει και τον τύπο του βλαστού. Αν σταματήσει πριν επιμηκυνθούν τα μεσογονάτια, ο βλαστός μένει βραχύς. Αν σταματήσει μετά, βγαίνει μεσαίος. Μακριοί είναι εκείνοι που δεν σταμάτησαν καθόλου και συνέχισαν ως το τέλος της βλαστικής περιόδου [4]. Στην ελληνική βιβλιογραφία οι ίδιοι τύποι περιγράφονται από το μήκος τους: κληματίδες προκαθορισμένου μήκους, 20 ως 40 εκατοστά ή ροζέτες, που προέρχονται από τους οφθαλμούς πέρα από το δέκατο γόνατο, και κληματίδες μη προκαθορισμένου μήκους, ενός μέτρου και παραπάνω, που προέρχονται από τους πρώτους 9 ως 10 οφθαλμούς της βάσης [1].

Από εδώ βγαίνει ο κανόνας που ισχύει σε κάθε τομή: η νέα βλάστηση εκπτύσσεται από τους οφθαλμούς αμέσως κάτω από το σημείο που κόπηκε, όποιος και αν είναι ο τύπος του βλαστού [4]. Το κλάδεμα στην ακτινιδιά δεν κατευθύνει την αύξηση όπως σε ένα δέντρο· ορίζει από πού θα ξεκινήσει το επόμενο κομμάτι της αλυσίδας.

Οι κληματίδες αντικατάστασης γεννιούνται κοντά στη βάση της μητρικής

Εδώ βρίσκεται η πρακτική συνέπεια της αρχιτεκτονικής. Οι νέες κληματίδες αντικατάστασης, οι άξονες που θα καρποφορήσουν του χρόνου, σχηματίζονται κοντά στη βάση της μητρικής κληματίδας, στη ζώνη μετάβασης ανάμεσα στα προσχηματισμένα και τα νεοσχηματιζόμενα γόνατα [4][2]. Η ζώνη αυτή βρίσκεται κοντά στον βραχίονα. Άρα η ζώνη του βραχίονα είναι η ζώνη της ανανέωσης, και ό,τι σκιάζει τη ζώνη του βραχίονα σκιάζει το ξύλο της επόμενης χρονιάς.

Ο κανόνας που βγαίνει από την αρχιτεκτονική Ο θόλος πρέπει να κρατάει δύο χωριστά περιβάλλοντα φωτός: φως στη ζώνη του βραχίονα, όπου παράγεται το ξύλο της επόμενης χρονιάς, και σκιά στον καρπό, που κρέμεται από κάτω. Όλα τα σύγχρονα συστήματα, κλάδεμα βραχίονα, διαιρεμένος θόλος, αρσενικά σε λωρίδα, είναι παραλλαγές αυτού του ενός κανόνα [15][2].

Ο δείκτης φυλλικής επιφάνειας

Ο δείκτης φυλλικής επιφάνειας είναι ο λόγος της συνολικής επιφάνειας των φύλλων προς την επιφάνεια του εδάφους που σκεπάζουν. Δείκτης 3 σημαίνει ότι πάνω από κάθε τετραγωνικό μέτρο εδάφους υπάρχουν τρία τετραγωνικά μέτρα φύλλων, δηλαδή τρία στρώματα φυλλώματος κατά μέσο όρο.

Για την Hayward και την Hort16A ο δείκτης φυλλικής επιφάνειας που μεγιστοποιεί την κατανομή άνθρακα προς τον καρπό και την αναπλήρωση των αποθεμάτων τοποθετείται στο 3 ως 4 [12][10][11]. Πάνω από αυτό, το επιπλέον φύλλωμα σκιάζει περισσότερο από όσο φωτοσυνθέτει. Η σκίαση μέσα στον θόλο μειώνει το μέγεθος του καρπού και την επιστροφή ανθοφορίας, αυτό μετρήθηκε ήδη από τη δεκαετία του 1980 [13] και επιβεβαιώθηκε με τη σχέση πυκνότητας θόλου και ποιότητας καρπού [14].

Πηγές: 2 4 10 11 12 13 14 15

3. Η ημικρεββατίνα (T-bar)

Ένας στύλος ανά θέση, με μια οριζόντια τραβέρσα στην κορυφή του σχήματος ταυ, και σύρματα που τρέχουν κατά μήκος της γραμμής. Το φυτό έχει έναν κορμό και δύο βραχίονες που απλώνονται αντίθετα πάνω στο κεντρικό σύρμα. Οι καρποφόρες κληματίδες αναπτύσσονται κατά μήκος των βραχιόνων, περνούν πάνω από τα εξωτερικά σύρματα και λυγίζουν προς τα κάτω, με κορυφολόγημα περίπου μισό μέτρο πάνω από το έδαφος [3].

Στην ελληνική δενδροκομική βιβλιογραφία το σχήμα περιγράφεται ως μονόκορμο ή δίκορμο: το φυτό αναπτύσσεται ως κορμός και, όταν φτάσει στο ύψος των συρμάτων, διακλαδίζεται. Οι διακλαδώσεις αυτές αποτελούν τις σκελετικές κληματίδες και πάνω τους αναπτύσσονται οι καρποφόρες. Ο σκελετός ολοκληρώνεται σε δύο ή το πολύ τρία χρόνια [1], αριθμός που συμφωνεί με τη διεθνή βιβλιογραφία [3].

1,80–2,00 m 1,50–1,80 m κορυφολόγημα ~0,50 m κεντρικό σύρμα εξωτερικό σύρμα Ημικρεββατίνα (T-bar) Ο διάδρομος μένει ανοιχτός στον ουρανό. 1,80–2,00 m 1,50–1,80 m κορυφολόγημα ~0,50 m κεντρικό σύρμα εξωτερικό σύρμα Ημικρεββατίνα (T-bar) Ο διάδρομος μένει ανοιχτός στον ουρανό.
Σχ. 1Τομή ημικρεββατίνας. Ο κορμός ανεβαίνει ως το κεντρικό σύρμα και οι δύο βραχίονες απλώνονται κατά μήκος της γραμμής, κάθετα στο επίπεδο του σχήματος. Οι καρποφόρες κληματίδες λυγίζουν πάνω από τα εξωτερικά σύρματα και κρέμονται. Ανάμεσα στις γραμμές μένει ανοιχτός διάδρομος, εκεί οφείλονται τα περισσότερα πλεονεκτήματα και τα περισσότερα μειονεκτήματα του σχήματος.

Τι δίνει

  • Φθηνότερη κατασκευή. Λιγότερα σύρματα, μικρότερες αγκυρώσεις, λιγότερο υλικό ανά στρέμμα από την κρεββατίνα [2].
  • Γρήγορη είσοδο στην παραγωγή. Ο θόλος συμπληρώνεται σε δύο ως τρία χρόνια [3].
  • Ανοιχτό διάδρομο. Το φως φτάνει στο έδαφος ανάμεσα στις γραμμές, η διείσδυση των ψεκασμών είναι καλύτερη και ο αέρας κινείται. Ανοιχτός θόλος με καλό φωτισμό, αερισμό και διείσδυση των επεμβάσεων συνδέεται με λιγότερο σοβαρή εκδήλωση του βακτηριακού έλκους, ενώ οι πυκνοί θόλοι είναι δυσκολότεροι στη διαχείριση και πιο εκτεθειμένοι [21].
  • Δίχτυα που ανοιγοκλείνουν. Τα κενά στο κέντρο των διαδρόμων επιτρέπουν να ανοίγει το αντιχαλαζικό δίχτυ το καλοκαίρι και να μαζεύεται τον χειμώνα, ώστε να μην το ρίξει το χιόνι, πρακτική καθιερωμένη στην Εμίλια-Ρομάνια [2].

Τι κοστίζει

  • Μικρότερη επιφάνεια θόλου ανά φυτό. Με κοντό κλάδεμα, το καρποφόρο ξύλο συγκεντρώνεται κοντά στη βάση των κληματίδων, εκεί ακριβώς όπου η βλάστηση είναι πιο ορμητική. Αυτό δυσκολεύει την επιλογή κατάλληλου ξύλου ανανέωσης για την επόμενη χρονιά [4][2].
  • Έκθεση του καρπού. Ο θόλος είναι λεπτότερος από αυτόν της κρεββατίνας και ο καρπός στις άκρες κινδυνεύει περισσότερο από ηλιόκαυμα και από άνεμο.
  • Άνεμος. Η ζημιά από τον άνεμο στην ακτινιδιά εξαρτάται άμεσα από την απόδοση των ανεμοφρακτών [20]. Στην ημικρεββατίνα ο άνεμος μπαίνει στον διάδρομο και χτυπά τον κρεμασμένο βλαστό πλάγια.

Η ιταλική απάντηση: μακριά κληματίδα σε τροποποιημένη ημικρεββατίνα

Στην Ιταλία η παράδοση ήταν το κοντό κλάδεμα πάνω σε ημικρεββατίνα. Επειδή αυτό συγκεντρώνει το καρποφόρο ξύλο στη βάση, εισήχθη μια παραλλαγή με μακριές κληματίδες λυγισμένες προς τα κάτω, που αυξάνει την επιφάνεια θόλου ανά φυτό και επιτρέπει πιο στενές γραμμές. Τα δύο συστήματα δίνουν παρόμοιες αποδόσεις, αλλά η τροποποιημένη ημικρεββατίνα με μακριούς βλαστούς παράγει τους τύπους ξύλου ανανέωσης που χρειάζονται [2].

Στο Πιεμόντε, για να αποφευχθούν οι καταστροφικοί παγετοί, δοκιμάστηκαν ψηλές ημικρεββατίνες, η pergoletta alta, με κατασκευές ως τα 3,0 m και καρποφόρο θόλο που κατεβαίνει ως περίπου 1 m πάνω από το έδαφος. Οι αποδόσεις αναφέρονται κατά 20% υψηλότερες από τις γειτονικές συμβατικές ημικρεββατίνες, με το κόστος ότι το κλάδεμα και η συγκομιδή απαιτούν ανυψωτικές εξέδρες [9][2].

Ελληνική ανάγνωση Η pergoletta alta σχεδιάστηκε για το Πιεμόντε, όπου ο ανοιξιάτικος παγετός είναι ο κύριος περιοριστικός παράγοντας. Σε ελληνικές θέσεις με ιστορικό όψιμου παγετού, πεδινή Μακεδονία, Θεσσαλία, ορεινή Άρτα, η λογική μεταφέρεται: ο καρποφόρος θόλος ανεβαίνει πάνω από το στρώμα του ψυχρού αέρα που λιμνάζει σε νύχτα ακτινοβολίας. Το ποσοστό +20% όμως είναι ιταλική αναφορά πεδίου, χωρίς δημοσιευμένο πείραμα σε ελληνικές συνθήκες, και δεν μεταφέρεται ως προσδοκία. Μεταφέρεται το σκεπτικό, όχι ο αριθμός.

Πηγές: 2 3 4 9 20 21

Ημικρεββατίνα ακτινιδιάς με πλήρες φορτίο, φωτογραφία από κάτω, με τους καρπούς σε ζώνη πάνω από τον διάδρομο
Ημικρεββατίνα με πλήρες φορτίο, λίγο πριν τη συγκομιδή. Οι καρποί κρέμονται σε στενή ζώνη γύρω από τη γραμμή και ο διάδρομος μένει ανοιχτός: αυτό είναι που κάνει τη συγκομιδή γρήγορη και τον ψεκασμό να φτάνει παντού. Φαίνεται και το τίμημα, το φορτίο συγκεντρώνεται σε λίγους βραχίονες, οπότε η στήριξη και ο αριθμός των καρποφόρων ανά τρέχον μέτρο κρίνουν τα πάντα.

4. Η κρεββατίνα (πέργκολα)

Ένα ενιαίο οριζόντιο επίπεδο συρμάτων, στα 1,80 ως 2,00 m, που καλύπτει ολόκληρη τη φυτεία χωρίς διακοπή. Τα σύρματα τρέχουν κάθετα στις γραμμές των φυτών, σε αποστάσεις από 0,30 ως 0,90 m μεταξύ τους [5]. Ο θόλος δεν έχει άκρες: είναι συνεχής.

Το φυτό ανεβαίνει ως το επίπεδο των συρμάτων, περί τα 1,80 m, και εκεί διαμορφώνεται. Στην ελληνική εμπορική πρακτική η κρεββατίνα γίνεται με δύο σκελετικές κληματίδες κατά μήκος της γραμμής, όπως και η ημικρεββατίνα, δεμένες στο δικτυωτό πλέγμα. Η διάταξη με τέσσερις κληματίδες, μία ανά κατεύθυνση, κρατιέται για τα περιμετρικά φυτά, που πρέπει να καλύψουν χώρο και προς τα έξω [1]. Η κατασκευή γίνεται από σίδερα και σύρματα ή από ξύλα και σύρματα, και το φυτό αρχίζει να καρποφορεί από το τρίτο ως το τέταρτο έτος [1].

1,80–2,00 m σύρματα 0,30–0,90 m Κρεββατίνα (πέργκολα) Συνεχές επίπεδο, χωρίς ανοιχτό διάδρομο. 1,80–2,00 m σύρματα 0,30–0,90 m Κρεββατίνα (πέργκολα) Συνεχές επίπεδο, χωρίς ανοιχτό διάδρομο.
Σχ. 2Τομή κρεββατίνας. Το επίπεδο των συρμάτων καλύπτει ολόκληρη τη φυτεία. Ο καρπός κρέμεται παντού κάτω από τον θόλο, σε ομοιόμορφο περιβάλλον φωτός και θερμοκρασίας. Το τίμημα είναι ότι το φως μπαίνει μόνο από πάνω: αν ο θόλος πυκνώσει, η ζώνη του βραχίονα σκοτεινιάζει και η ανανέωση χαλάει.

Τι δίνει

  • Μεγαλύτερη επιφάνεια θόλου ανά φυτό και, στην πράξη της Νέας Ζηλανδίας, καλύτερες αποδόσεις ποιοτικού καρπού. Πολλοί παραγωγοί ξεκίνησαν με ημικρεββατίνες και τις μετέτρεψαν σε κρεββατίνες ακριβώς γι' αυτό [2].
  • Ομοιόμορφο περιβάλλον καρπού. Ο καρπός κρέμεται παντού στη σκιά του θόλου, χωρίς εκτεθειμένες άκρες.
  • Προστασία από άνεμο και χαλάζι. Το συνεχές επίπεδο λειτουργεί το ίδιο ως φορέας διχτυού και ως ανάσχεση της τύρβης.
  • Χώρο για διαιρεμένο θόλο. Οι τεχνικές που έσπασαν το συμβατικό όριο παραγωγικότητας, κλάδεμα βραχίονα, αρσενικά σε λωρίδα, δευτερεύοντες θόλοι, εναλλασσόμενη καρποφορία, χρειάζονται όλες επιφάνεια θόλου για να στηθούν, και αυτήν τη δίνει η κρεββατίνα [16][15]. Αναλύονται αμέσως παρακάτω.

Τι κοστίζει

  • Ακριβότερη εγκατάσταση, ιστορικά ο βασικός λόγος που επιλεγόταν η ημικρεββατίνα [2].
  • Αργή είσοδος στην παραγωγή: τέσσερα ως έξι χρόνια για πλήρη θόλο [3], με πηγές επέκτασης να αναφέρουν ως και επτά [5].
  • Σκίαση της ζώνης του βραχίονα. Χωρίς πειθαρχία στο κλάδεμα, ο συνεχής θόλος κλείνει και το ξύλο της επόμενης χρονιάς διαμορφώνεται στο σκοτάδι. Όλες οι ιταλικές και νεοζηλανδικές παραλλαγές, Peyracchia, κλάδεμα βραχίονα, διαιρεμένος θόλος, λύνουν αυτό το ένα πρόβλημα [7][15].
  • Υγρασία και έλκος. Πυκνός, κλειστός θόλος κρατάει υγρασία και δυσκολεύει τη διείσδυση των επεμβάσεων, με τεκμηριωμένη σύνδεση με βαρύτερη εκδήλωση του βακτηριακού έλκους [21].

Πηγές: 2 3 5 7 15 16 21 22

Κρεββατίνα ακτινιδιάς τον χειμώνα μετά το κλάδεμα, με τους καρποφόρους απλωμένους στα σύρματα σε ενιαίο επίπεδο
Κρεββατίνα τον χειμώνα, με το κλάδεμα τελειωμένο και τους καρποφόρους δεμένους. Χωρίς φύλλωμα φαίνεται αυτό που κρίνει το σχήμα: ένα ενιαίο οριζόντιο επίπεδο που καλύπτει ολόκληρη την επιφάνεια, με τους καρποφόρους απλωμένους σε ίσες αποστάσεις. Φαίνεται επίσης ότι ο διάδρομος δεν υπάρχει ως κενό, γι' αυτό η σκίαση της ζώνης του βραχίονα είναι το μόνιμο πρόβλημα του σχήματος.

5. Παραλλαγές που έχουν δοκιμαστεί

Όλες οι παραλλαγές που άντεξαν στον χρόνο κάνουν το ίδιο πράγμα με διαφορετικά μέσα: δημιουργούν μια ζώνη ανοιχτού θόλου ώστε να μπει φως στα χαμηλότερα στρώματα και στο έδαφος [2].

  • Οι τέσσερις τεχνικές του διαιρεμένου θόλου, κλάδεμα βραχίονα, αρσενικά σε λωρίδα, δευτερεύοντες θόλοι και εναλλασσόμενη καρποφορία. Κοινό τους σημείο είναι ότι χωρίζουν τον θόλο σε δύο μέρη με φωτεινό κενό ανάμεσά τους, αντί να τον πυκνώνουν, και ότι προϋποθέτουν την επιφάνεια της κρεββατίνας [15][16][17][22].
  • Geneva double curtain. Δύο παράλληλοι βραχίονες στην ίδια γραμμή, με κενό περίπου 0,75 m μεταξύ τους, που δίνει οριζόντια διαιρεμένο θόλο σε δύο κουρτίνες [6][2].
  • Σύστημα Peyracchia. Μεικτής ηλικίας κλάδεμα με μερική αντικατάσταση κληματίδων, που κρατάει ισορροπία ανάμεσα σε παλιό καρποφορημένο ξύλο και νέα βλάστηση. Λιγότερες ώρες χειμερινού κλαδέματος [8][7].
  • Καθοδήγηση με σπάγκους. Προσωρινοί σπάγκοι σε γωνία 40 ως 60 μοίρες ως προς το οριζόντιο επίπεδο, όπου σκαρφαλώνουν οι νέοι βλαστοί. Αναπτύσσονται σε περιβάλλον υψηλού φωτισμού, πράγμα που ευνοεί την ανθοφορία της επόμενης χρονιάς. Ακριβό, γιατί στήνεται κάθε χρόνο, αλλά ιδιαίτερα χρήσιμο στα νεαρά φυτά για γρήγορη ανάπτυξη βραχιόνων και θόλου [18][2].
  • Φωτοεκλεκτικά αντιχαλαζικά δίχτυα. Ρυθμίζουν τη βλαστική ανάπτυξη: το μπλε δίχτυ μειώνει τη ζωηρότητα, ενώ το κόκκινο και το γκρι διεγείρουν τη βλάστηση και την ανάπτυξη του καρπού [19]. Η επιλογή του διχτυού είναι, στην πράξη, μέρος της απόφασης για τον θόλο.

Πηγές: 2 6 7 8 15 18 19 22

6. Η φύτευση: ψηλά στο έδαφος

Δύο διαφορετικά στηρίγματα, με διαφορετικό χρόνο

Μπερδεύονται εύκολα, γιατί και τα δύο λέγονται «πάσσαλος».

  • Το στήριγμα του φυτού. Λεπτός πάσσαλος ή καλάμι δίπλα στο νεαρό φυτό, πάνω στο οποίο δένεται ο βλαστός που θα γίνει κορμός. Το νεαρό φυτό δεν έχει κορμό, αυτό το στήριγμα είναι ο κορμός του ώσπου να ξυλοποιηθεί και να σταθεί μόνο του. Είναι το μόνο που δεν αναβάλλεται, από τη στιγμή που αρχίζει το ανέβασμα.
  • Οι στύλοι και τα σύρματα της εγκατάστασης. Η κατασκευή που θα κρατήσει τον θόλο και το φορτίο. Η ελληνική βιβλιογραφία τους τοποθετεί ταυτόχρονα με τη φύτευση: βυθίζονται στο έδαφος 0,5 ως 1 m ώστε να στερεωθούν, στέκονται 2 ως 2,5 m πάνω από το έδαφος, και μπαίνει συνήθως ένας στύλος ανά φυτό [1]. Στην πράξη η κατασκευή μπορεί να στηθεί και το δεύτερο έτος, χωρίς ζημιά: την πρώτη χρονιά κανένα φυτό δεν φτάνει στα σύρματα, και το κεφάλαιο μένει στην τσέπη έναν χρόνο ακόμη.

Γιατί το φυτό μπαίνει ψηλά

Η ακτινιδιά έχει επιφανειακό, χονδρό και πολύ απαιτητικό σε οξυγόνο ριζικό σύστημα. Η κατάρρευση φυτειών που είναι σήμερα γνωστή ως μαρασμός της ακτινιδιάς δεν αποδίδεται σε έναν μόνο παθογόνο οργανισμό: προκύπτει από την αλληλεπίδραση εδαφογενών παθογόνων με τη λίμναση, το νερό που μένει είναι αυτό που ανοίγει την πόρτα [27]. Η απόφαση να μπει το φυτό υπερυψωμένο, με τον λαιμό πάνω από το επίπεδο του χωραφιού και σε λωρίδα που στραγγίζει, παίρνεται τη μέρα της φύτευσης και δεν διορθώνεται μετά.

Τι σημαίνει «ψηλά» στην πράξη Ο λαιμός, και το σημείο εμβολιασμού, εφόσον το φυτό είναι εμβολιασμένο και όχι αυτόρριζο, μένει πάνω από την τελική στάθμη του εδάφους, σε υπερυψωμένη λωρίδα που κατευθύνει το νερό μακριά από τον κορμό. Λάκκος-λεκάνη σε βαρύ έδαφος είναι δεξαμενή: κρατάει το νερό ακριβώς εκεί όπου δεν πρέπει. Το θέμα αναλύεται χωριστά στα κείμενα για το σύνδρομο μαρασμού της ακτινιδιάς, για το κατάλληλο έδαφος και για την υδρολογική μελέτη πριν τη φύτευση.

Αρσενικά και επικονίαση

Τα αρσενικά πρέπει να αποτελούν τουλάχιστον το 15% των θηλυκών [1]. Η αναλογία δεν είναι διακοσμητική: υπάρχει γραμμική σχέση ανάμεσα στον αριθμό σπερμάτων ανά καρπό και στο μέγεθος του καρπού. Ακόμη και μικρός καρπός Hayward που μόλις έφτασε τα 70 g περιέχει τουλάχιστον 525 ως 740 σπέρματα, ενώ ο εμπορεύσιμος καρπός της προτιμώμενης κατηγορίας μεγέθους χρειάζεται 1.000 ως 1.400 σπέρματα [3]. Η νεοζηλανδική εμπειρία τοποθετεί τις ανάγκες σε μελίσσια στα 0,8 ανά στρέμμα, στην πηγή, 8 κυψέλες ανά εκτάριο, με είσοδο των κυψελών όταν έχει ανοίξει το 10 ως 20% των θηλυκών ανθέων [3].

Πηγές: 1 3 27

7. Πρώτη χρονιά: η ρίζα, όχι ο κορμός

Εδώ γίνεται το λάθος που δεν φαίνεται ποτέ ως λάθος, γιατί μοιάζει με βιασύνη για παραγωγή. Η πρώτη χρονιά δεν είναι χρονιά κορμού. Είναι χρονιά ρίζας.

Η ελληνική δενδροκομική περιγραφή είναι ρητή: το φυτό αρχίζει να αναπτύσσεται την άνοιξη και, καθώς αυξάνει, σε ύψος περίπου ενός μέτρου σταματά η αύξηση σε ύψος με κόψιμο της κορυφής. Από εκεί και πέρα το φυτό φωτοσυνθέτει και το ριζικό του σύστημα αναπτύσσεται. Τα φυτά δέχονται όλες τις περιποιήσεις, πότισμα, λίπανση, βοτάνισμα [1].

Το κόψιμο της κορυφής δεν είναι σπατάλη. Η κορυφή του βλαστού θα νεκρωθεί ούτως ή άλλως και η συνέχεια θα δοθεί από πλάγιο οφθαλμό [4]· το κορυφολόγημα απλώς επισπεύδει μια διαδοχή που θα γινόταν έτσι κι αλλιώς και την τοποθετεί εκεί που συμφέρει. Κόβοντας στο ένα μέτρο, η ορμή που θα πήγαινε σε ένα λεπτό, ασταθές μαστίγιο μοιράζεται σε φύλλωμα και σε ρίζα. Το φυτό δεν ανεβαίνει, πιάνει.

Τι καθορίζει την πρώτη χρονιά
  • Καθαρή λωρίδα τουλάχιστον ενός μέτρου γύρω από το φυτό. Το ζιζάνιο στη λωρίδα του πρώτου έτους κοστίζει στη ρίζα, όχι στην εμφάνιση.
  • Συχνό και μικρό πότισμα. Το ριζικό σύστημα είναι μικρό και επιφανειακό· η λίμναση είναι εξίσου επικίνδυνη με τη δίψα [27].
  • Μέτρια αζωτούχος λίπανση. Η περίσσεια αζώτου συνδέεται με βαρύτερη εκδήλωση του βακτηριακού έλκους [21], και στο νεαρό φυτό δίνει τρυφερό, ευάλωτο ξύλο. Η κατανομή των στοιχείων μέσα στη χρονιά αναλύεται στο κείμενο για τη θρέψη της ακτινιδιάς.
  • Καμία καρποφορία, καμία δακτυλίωση. Οι τεχνικές που φορτώνουν το φυτό εφαρμόζονται σε σχηματισμένο κορμό, όχι σε φυτό που αναπτύσσει ακόμη το ριζικό του σύστημα.
Η εναλλακτική: θάμνος την πρώτη χρονιά Αντί για έναν βλαστό κορυφολογημένο στο μέτρο, κάποιοι παραγωγοί αφήνουν το φυτό να βγάλει πολλούς βλαστούς και να μεγαλώσει ως θάμνος όλη την πρώτη χρονιά, με καλά αποτελέσματα. Η λογική είναι η ίδια και ο στόχος κοινός: περισσότερα φύλλα σημαίνουν περισσότερη φωτοσύνθεση και μεγαλύτερο ριζικό σύστημα. Κανένας από αυτούς τους βλαστούς δεν πρόκειται να μείνει, τον χειμώνα το φυτό κόβεται ξανά χαμηλά, στα περίπου 40 cm, και ο κορμός επιλέγεται από τη νέα βλάστηση της δεύτερης άνοιξης. Η προσοχή μετατοπίζεται αλλού: ο θάμνος κλείνει και κρατάει υγρασία στη βάση, οπότε η καθαρή λωρίδα, η στράγγιση και το μέτριο άζωτο μετράνε περισσότερο, με δεδομένο ότι ο πυκνός θόλος συνδέεται με βαρύτερη εκδήλωση του βακτηριακού έλκους [21].

Πηγές: 1 4 21 27

8. Ο πρώτος χειμώνας: η κρίσιμη απόφαση

Την επόμενη άνοιξη το φυτό κλαδεύεται ξανά χαμηλά. Εκπτύσσονται πλάγιοι ζωηροί βλαστοί και από αυτούς επιλέγονται ένας ή δύο, οι πιο ζωηροί, που θα αποτελέσουν τον κορμό [1]. Η βιβλιογραφία γράφει «χαμηλά» χωρίς αριθμό· στην πράξη το ύψος είναι περίπου 40 cm από το έδαφος, και το ακριβές σημείο το ορίζει η ανατομία του συγκεκριμένου φυτού, πού δηλαδή βρίσκονται γεροί, καλά τοποθετημένοι οφθαλμοί. Τομή στο έδαφος αφήνει το νέο φυτό χωρίς απόθεμα ξύλου· τομή πολύ ψηλά κρατάει το πρόβλημα που υπήρχε. Αυτή είναι η ελληνική διαδεδομένη πρακτική και έχει φυσιολογική βάση: ο βλαστός που εκπτύσσεται την άνοιξη της δεύτερης χρονιάς τροφοδοτείται από ρίζα μιας ολόκληρης βλαστικής περιόδου. Η ορμή του δεν συγκρίνεται με εκείνη που είχε το ίδιο φυτό στο φυτώριο.

Ένας βλαστός ή δύο

Η επιλογή ενός μόνο βλαστού είναι η καθαρή λύση: όλη η ορμή πηγαίνει σε έναν άξονα και ο κορμός ανεβαίνει γρήγορα. Η επιλογή δύο βλαστών είναι ασφάλεια. Ο ένας ορίζεται ως ο κύριος και ανεβαίνει κανονικά προς το σύρμα. Ο δεύτερος σταματά στα περίπου 50 cm και μένει εκεί, χωρίς να του επιτρέπεται να συναγωνιστεί τον πρώτο: κρατιέται ως εφεδρεία, για την περίπτωση που ο κύριος βλαστός σπάσει στο δέσιμο, χτυπηθεί από παγετό, πληγωθεί από μηχάνημα ή αποδειχθεί κακοτοποθετημένος. Αν ο κύριος πάει καλά, ο δεύτερος αφαιρείται μόλις ο κορμός φτάσει στο σύρμα και ξυλοποιηθεί, δεν μένει μόνιμα, γιατί δύο κορμοί στο ίδιο φυτό μοιράζουν την ορμή και δημιουργούν πληγή στη βάση όταν κοπεί ο ένας αργότερα. Το κόστος της εφεδρείας είναι μικρό· το κέρδος είναι ότι μια ζημιά της δεύτερης χρονιάς δεν στοιχίζει ολόκληρη χρονιά ανεβάσματος. Πρόκειται για διαδεδομένη πρακτική πεδίου και όχι για μετρημένο πείραμα.

Η διεθνής βιβλιογραφία περιγράφει και τη γρήγορη διαδρομή: μετά τη φύτευση, το εμβολιασμένο φυτό κόβεται κρατώντας τρεις ως πέντε πλήρως αναπτυγμένους οφθαλμούς πάνω από το σημείο εμβολιασμού, και ο ισχυρότερος βλαστός ανεβαίνει ως κορμός μέσα στην ίδια χρονιά [3]. Οι ίδιες πηγές όμως προβλέπουν ρητά και την επαναφορά: αν η αύξηση δεν επαρκεί, ο κορμός ξανακόβεται περίπου 5 cm κάτω από το σύρμα ώστε να εκπτυχθούν νέοι οφθαλμοί νωρίς την επόμενη χρονιά [5].

Η περιγραφή αυτή προϋποθέτει εμβολιασμένο φυτό, γιατί το σημείο εμβολιασμού δίνει το σταθερό σημείο αναφοράς για την τομή. Στην Ελλάδα τα περισσότερα φυτά που φυτεύονται είναι αυτόρριζα, οπότε τέτοιο σημείο αναφοράς δεν υπάρχει: η τομή ορίζεται από το ίδιο το φυτό, από το πού βρίσκονται γεροί, καλά τοποθετημένοι οφθαλμοί και από το πού σταματά το ώριμο ξύλο. Ο κανόνας μένει ο ίδιος, αλλάζει μόνο το σημείο μέτρησης: κρατιούνται λίγοι, πλήρεις οφθαλμοί πάνω σε ξυλοποιημένο τμήμα και αφαιρείται ό,τι είναι τρυφερό ή λεπτό.

Οι δύο διαδρομές δεν είναι αντίπαλες Είναι η ίδια απόφαση, που παίρνεται με κριτήριο την κατάσταση του φυτού. Όπου το φυτώριο έδωσε ζωηρό, καλά ριζωμένο φυτό και η χρονιά πήγε καλά, ο κορμός ανεβαίνει από την πρώτη χρονιά. Όπου το φυτό είναι μέτριο, ή η χρονιά ήταν κακή, ή το έδαφος ακόμη δεν το έχει δεχτεί, το κόστος είναι μία χρονιά ανεβάσματος, όχι μία χρονιά παραγωγής. Αδύναμος κορμός δίνει αδύναμο φυτό για είκοσι χρόνια, και δεν ξαναγίνεται. Στις ελληνικές συνθήκες η σύσταση είναι το φυτό να κόβεται ξανά χαμηλά τον πρώτο χειμώνα: η άνοδος του κορμού μέσα στην πρώτη κιόλας χρονιά πετυχαίνει σπάνια και κοστίζει δυσανάλογα σε φροντίδα, δεσίματα και αντικαταστάσεις.

Βίντεο. Ανέβασμα την πρώτη ή τη δεύτερη χρονιά: τι κερδίζεται και τι ρισκάρεται σε ρίζα και σε ξύλο που δεν έχει ωριμάσει.

Η απόφαση παίρνεται φυτό προς φυτό, όχι για ολόκληρο το κτήμα. Σε μια νέα φυτεία είναι φυσιολογικό ένα ποσοστό των φυτών να ανεβαίνει τη δεύτερη χρονιά και το υπόλοιπο να ξανακόβεται.

Πηγές: 1 3 5

9. Δεύτερη χρονιά: το ανέβασμα

Από τους πλάγιους βλαστούς που εκπτύχθηκαν, μένει ένας, ή δύο, αν επιδιώκεται δίκορμο σχήμα ή αν κρατιέται ο δεύτερος ως αντικαταστάτης [1]. Όλοι οι υπόλοιποι αφαιρούνται νωρίς, όσο είναι ακόμη τρυφεροί.

  • Δέσιμο στον πάσσαλο κάθε 30 ως 40 cm. Το δέσιμο δεν πρέπει να είναι σφιχτό [5].
  • Αφαίρεση όλων των πλάγιων που εκπτύσσονται κατά μήκος του κορμού, κάτι σπάνιο όσο ο βλαστός ανεβαίνει, γιατί η κορυφή κρατάει την κυριαρχία, και όλων των παραφυάδων από τη βάση, που είναι ο κανόνας, σε κάθε πέρασμα [5].
  • Κορυφολόγημα περίπου 15 ως 20 cm κάτω από το σύρμα, ώστε να σπάσουν οι πλάγιοι οφθαλμοί από τους οποίους θα προκύψουν οι βραχίονες [3][5].

Ο κορμός γίνεται μία φορά και μένει. Πρέπει να είναι όρθιος, ενιαίος και χωρίς στρίψιμο: το ξύλο της ακτινιδιάς έχει ιδιαίτερη υδραυλική συμπεριφορά και, στα εμβολιασμένα φυτά, το σημείο εμβολιασμού επηρεάζει την αγωγιμότητα ολόκληρου του φυτού [26]. Κορμός που τυλίχτηκε γύρω από τον πάσσαλο ή που έκανε γωνία δεν διορθώνεται· περιορίζει τη ροή για όλη τη ζωή της φυτείας. Σε περιοχές με υψηλό pH η συνέπεια φαίνεται νωρίτερα και καθαρότερα: τα φυτά εμφανίζουν πιο εύκολα τροφοπενίες, με πρώτη τη χλώρωση σιδήρου, γιατί στο αλκαλικό έδαφος η πρόσληψη είναι ήδη οριακή και κάθε περιορισμός της ροής μέσα στον κορμό την κάνει εμφανή. Το θέμα αναλύεται στο κείμενο για τη θρέψη της ακτινιδιάς.

Βίντεο. Έδαφος με υψηλό pH και μέσης ως βαριάς μηχανικής σύστασης: γιατί ακολουθεί τροφοπενία σιδήρου και πότε το κόστος διόρθωσης κάνει τη φύτευση ασύμφορη.

Σε περιοχές με συχνούς δυνατούς ανέμους το στήριγμα του νεαρού βλαστού θέλει ιδιαίτερη προσοχή: προτιμάται καλάμι ή λεπτός πάσσαλος που φτάνει από το έδαφος ως το σύρμα, καλά στερεωμένος και στα δύο άκρα, ώστε ο βλαστός να μην ταλαντεύεται. Η συνεχής ταλάντωση σπάει τον τρυφερό βλαστό στο σημείο του δεσίματος και ανοίγει πληγές από τις οποίες περνάει το βακτηριακό έλκος [21].

Η διαμόρφωση του κορμού, βήμα βήμα 1. Φύτευση Ψηλά, σε υπερυψωμένη λωρίδα. Κόψιμο σε 3–5 οφθαλμούς. 2. Πρώτη χρονιά κλάδεμα ξανά χαμηλά Η ορμή πάει στη ρίζα. Πότισμα, λίπανση, βοτάνισμα. 3. Δεύτερη άνοιξη επιλογή ενός ζωηρού βλαστού Ρίζα μιας χρονιάς τροφοδοτεί έναν βλαστό. 4. Ο κορμός στο σύρμα κεντρικό σύρμα Δύο βραχίονες στο ταυ και στην κρεββατίνα, κατά μήκος της γραμμής. 1. Φύτευση Ψηλά, σε υπερυψωμένη λωρίδα. Κόψιμο σε 3–5 οφθαλμούς. 2. Πρώτη χρονιά κλάδεμα ξανά χαμηλά Η ορμή πάει στη ρίζα. Πότισμα, λίπανση, βοτάνισμα. 3. Δεύτερη άνοιξη επιλογή ενός ζωηρού βλαστού Ρίζα μιας χρονιάς τροφοδοτεί έναν βλαστό. 4. Ο κορμός στο σύρμα κεντρικό σύρμα Δύο βραχίονες στο ταυ και στην κρεββατίνα, κατά μήκος της γραμμής.
Σχ. 3Η διαδρομή του κορμού. Το τρίτο πλαίσιο είναι η δεύτερη άνοιξη: πάνω στο χαμηλό ξύλο που έμεινε από τον χειμώνα επιλέγεται ο ένας ζωηρός βλαστός που θα γίνει κορμός, τροφοδοτημένος από ρίζα μιας ολόκληρης χρονιάς.

Πηγές: 1 3 5 21 26

10. Τρίτη και τέταρτη χρονιά: βραχίονες και πρώτο φορτίο

Όταν ο κορμός φτάσει στο σύρμα, το σχήμα διαφοροποιείται:

  • Ημικρεββατίνα. Ο κορμός διακλαδίζεται αριστερά και δεξιά, κατά μήκος της γραμμής, σε δύο βραχίονες. Αν επιδιώκεται σχήμα γάμμα, με μονό κορδόνι, ο βλαστός οδηγείται προς μία μόνο κατεύθυνση [1].
  • Κρεββατίνα. Στο ύψος του 1,80 m διαμορφώνονται δύο σκελετικές κληματίδες κατά μήκος της γραμμής, όπως και στην ημικρεββατίνα, δεμένες στο δικτυωτό πλέγμα· με τέσσερις κληματίδες, μία ανά κατεύθυνση, διαμορφώνονται μόνο τα περιμετρικά φυτά [1]. Οι πλάγιοι καρποφόροι βραχίονες επιλέγονται κάθε 30 ως 50 cm κατά μήκος του βραχίονα και τοποθετούνται 20 ως 30 cm εναλλάξ στις δύο πλευρές του [3].

Οι βραχίονες επεκτείνονται μέχρι να απέχουν περίπου ένα μέτρο από τον βραχίονα του γειτονικού φυτού, και δένονται πάνω στο σύρμα με λάστιχο ή πλαστική ταινία, όπως είναι η καθιερωμένη πρακτική, δεν τυλίγονται γύρω του. Το δέσιμο μένει χαλαρό και ανανεώνεται καθώς ο βραχίονας παχαίνει: τύλιγμα γύρω από το σύρμα ή σφιχτό δέσιμο περιορίζει αργότερα τη ροή του χυμού [5]. Στο κλάδεμα του χειμώνα, οι κληματίδες κόβονται σε ξύλο διαμέτρου τουλάχιστον 6 mm [5]. Οι βραχίονες είναι μόνιμο ξύλο και δεν κλαδεύονται έτσι.

Το πρώτο φορτίο κρατιέται ελαφρύ. Ο θόλος δεν έχει ακόμη κλείσει και ο εκτεθειμένος καρπός παθαίνει ηλιόκαυμα· ταυτόχρονα, φορτίο σε φυτό που δεν έχει ολοκληρώσει τον σκελετό του καθυστερεί τη διαμόρφωση [5]. Η καρποφορία αρχίζει ουσιαστικά από το τρίτο ως το τέταρτο έτος, όταν έχει τελειώσει η διαμόρφωση του σχήματος [1].

ΠερίοδοςΣτόχοςΕπεμβάσεις
Φύτευση Υπερυψωμένη θέση, στήριξη στη θέση της Κόψιμο σε 3–5 οφθαλμούς πάνω από το σημείο εμβολιασμού, ή πάνω από τον λαιμό σε αυτόρριζο φυτό· στήριγμα του φυτού στη θέση του
Πρώτη βλαστική περίοδος Ριζικό σύστημα Κορυφολόγημα στο ~1 m· συχνό μικρό πότισμα· προσεκτική λίπανση· καθαρή ρίζα από χόρτα
Δεύτερη άνοιξη Επιλογή του κορμού Κλάδεμα ξανά χαμηλά, περίπου στα 40 cm από το έδαφος, ανάλογα με την ανατομία του φυτού· επιλογή 1–2 ζωηρών βλαστών· ή, σε ζωηρό φυτό, απευθείας ανέβασμα
Δεύτερη βλαστική περίοδος Όρθιος ενιαίος κορμός ως το σύρμα Δέσιμο κάθε 30–40 cm· αφαίρεση πλάγιων και παραφυάδων· κορυφολόγημα 15 ως 20 cm κάτω από το σύρμα
Τρίτη χρονιά Βραχίονες Δύο βραχίονες κατά μήκος της γραμμής, και στα δύο σχήματα· επέκταση ως 1 m από το γειτονικό φυτό· κληματίδες σε ξύλο ≥6 mm· ελαφρύ ή μηδενικό φορτίο
Τέταρτη χρονιά Πλήρης σκελετός, έναρξη παραγωγής Σχηματισμός κεφαλών παραγωγής πάνω στους βραχίονες· έναρξη κανονικού κλαδέματος καρποφορίας

Πηγές: 1 3 5

11. Το χειμερινό κλάδεμα παραγωγής

Πάνω σε κάθε σκελετική κληματίδα ή βραχίονα αναπτύσσονται οι κεφαλές, τα σημεία παραγωγής κληματίδων. Ο στόχος σε κάθε κεφαλή είναι να υπάρχουν τουλάχιστον μία ως δύο κληματίδες που θα φέρουν την καρποφορία του έτους και, ταυτόχρονα, νέες βλαστοφόρες κληματίδες που θα φέρουν την καρποφορία της επόμενης χρονιάς [1].

Ο κανόνας της ανανέωσης, και τι γίνεται στα πρώτα χρόνια Άσχετα αν εφαρμόζεται μακρύ ή βραχύ κλάδεμα, η κληματίδα που θα φέρει την καρποφορία της επόμενης χρονιάς επιλέγεται όσο πιο κοντά γίνεται στο μόνιμο ξύλο, από οφθαλμό της βάσης και όχι από ξύλο που έχει ήδη καρποφορήσει δύο φορές [1]. Αυτό δεν είναι σύμβαση: είναι η ίδια η αρχιτεκτονική του φυτού, που γεννά τους άξονες αντικατάστασης στη ζώνη μετάβασης κοντά στη βάση της μητρικής κληματίδας [4].

Η ζώνη αυτή όμως βρίσκεται πάνω στην ίδια τη μητρική κληματίδα, όχι πάνω στον βραχίονα. Οι βραχίονες δεν πετάνε εύκολα νέα κληματίδα, και ιδιαίτερα στα πρώτα χρόνια, όσο το φυτό ακόμη γεμίζει την κατασκευή. Στην πράξη λοιπόν, σε νεαρή φυτεία, η ανανέωση παίρνεται από τη βάση της κληματίδας που καρποφόρησε: κρατιέται η πλησιέστερη στον βραχίονα και κόβεται ό,τι βρίσκεται πιο έξω, ώστε το σημείο ανανέωσης να μετακινείται όσο το δυνατόν λιγότερο προς τα έξω κάθε χρόνο. Η απαίτηση για κληματίδα απευθείας από τον βραχίονα στα έτη τρία ως πέντε αφήνει συνήθως την κεφαλή χωρίς καμία κληματίδα. Η επιστροφή στο μόνιμο ξύλο γίνεται αργότερα, όταν ο βραχίονας έχει σχηματισμένες κεφαλές και δίνει μόνος του λαίμαργους βλαστούς που μπορούν να αξιοποιηθούν.

Πού βρίσκεται η καρποφορία

Κάθε κληματίδα του περασμένου έτους δίνει την άνοιξη δύο είδη βλαστών. Οι οφθαλμοί της βάσης, οι πρώτοι 9 ως 10, δίνουν κληματίδες μη προκαθορισμένου μήκους, περίπου ενός μέτρου ή και περισσότερο. Οι υπόλοιποι, μετά το δέκατο γόνατο, δίνουν κληματίδες προκαθορισμένου και μικρού μήκους, 20 ως 40 cm, ή ροζέτες [1]. Τα άνθη εμφανίζονται στη βάση της κληματίδας, στις μασχάλες των πρώτων 4 ως 5 φύλλων, μονήρη ή σε ταξιανθίες των τριών, ανάλογα με την ποικιλία [1].

Οι πρώτοι οφθαλμοί της κληματίδας δεν μετράνε. Οι τέσσερις πρώτοι συνήθως δεν βλαστάνουν καθόλου, και το μεριστώμα του πέμπτου γόνατου εκφυλίζεται κατά τη διαφοροποίηση· η ζώνη που φέρει σχεδόν όλα τα άνθη στη Hayward είναι τα γόνατα 6 ως 12. Όταν λοιπόν συζητιέται μήκος κλαδέματος σε αριθμό οφθαλμών, οι τέσσερις πρώτοι δεν προσμετρώνται ως παραγωγικοί, μια κληματίδα «δέκα οφθαλμών» έχει στην πραγματικότητα πέντε ως έξι χρήσιμους. Τα στοιχεία αναλύονται στο κείμενο για τη φυσιολογία των οφθαλμών της ακτινιδιάς.

Πότε αποφασίστηκε αυτή η ανθοφορία είναι άλλο ζήτημα, και καθορίζει ποιες κληματίδες διατηρούνται: το θέμα αναλύεται στο κείμενο για τη φυσιολογία των οφθαλμών της ακτινιδιάς.

Μήκος κλαδέματος

ΤύποςΜήκοςΠού εφαρμόζεται
Πολύ μακρύ Περίπου 18 γόνατα Πολύ γόνιμα εδάφη, όπου επιδιώκεται πολύ υψηλή παραγωγή. Πρακτική της Νέας Ζηλανδίας
Μακρύ Περίπου 12 γόνατα Η συνήθης επιλογή σε φυτά κανονικής ζωηρότητας
Βραχύ Ως 5 γόνατα Σε αδύναμα φυτά, για τόνωση της βλάστησης. Οι κληματίδες που παράγονται είναι σχεδόν όλες μεγάλου μήκους, πάνω από ένα μέτρο

Πηγή του πίνακα: [1]. Το «γόνατο» είναι ο κόμβος της κληματίδας.

Πόσες κληματίδες μένουν

Η βιβλιογραφία δίνει έναν υπολογισμό ανάποδα, από τον στόχο παραγωγής. Για 50 κιλά ανά φυτό σε Hayward, με καρπό 90 ως 100 g, χρειάζονται 500 ως 600 καρποί· αν κάθε χειμερινή κληματίδα σχηματίσει 10 καρποφόρες κληματίδες ή ροζέτες, το φυτό μένει με περί τις 10 χειμερινές κληματίδες [1]. Η διεθνής διατύπωση του ίδιου πράγματος είναι ανά τετραγωνικό μέτρο θόλου: 3 ως 4 καρποφόροι βραχίονες και 10 ως 15 ώριμοι οφθαλμοί ανά βραχίονα, ανά τετραγωνικό μέτρο [3]. Η μορφή ανά τετραγωνικό είναι πιο χρήσιμη όταν συγκρίνονται σχήματα με διαφορετικές αποστάσεις φύτευσης.

Ο αριθμός είναι αφετηρία, όχι συνταγή Ο υπολογισμός δεν εφαρμόζεται όπως γράφεται, για δύο λόγους που φαίνονται αμέσως στο χωράφι. Πρώτον, δεν βλασταίνουν όλοι οι οφθαλμοί: οι τέσσερις πρώτοι της κληματίδας σχεδόν ποτέ, και το ποσοστό έκπτυξης των υπόλοιπων αλλάζει με τη χρονιά, τον χειμώνα που πέρασε και τη θέση της κληματίδας. Δεύτερον, ο καρπός που ζητάει η ελληνική αγορά είναι σαφώς μεγαλύτερος από τα 90 ως 100 g του υπολογισμού, και όσο ανεβαίνει το μέγεθος-στόχος τόσο λιγότεροι καρποί χρειάζονται για το ίδιο βάρος.

Πόσες κληματίδες τελικά μένουν κρίνεται φυτό προς φυτό και εξαρτάται από τρία πράγματα: τη ζωηρότητα του κτήματος, τη γονιμότητα και το βάθος του εδάφους, και το μέγεθος καρπού που επιδιώκεται. Ζωηρό κτήμα σε γόνιμο έδαφος σηκώνει περισσότερο φορτίο· αδύναμο φυτό ή φτωχό έδαφος δεν το σηκώνει, όσο και αν το επιτρέπει η αριθμητική. Και όταν ο στόχος είναι μεγάλος καρπός, το φορτίο οφθαλμών μειώνεται συνειδητά.
Τα δύο λάθη που περιγράφονται ρητά Υπερβολικά ελαφρύ κλάδεμα, με την ελπίδα μεγάλου φορτίου, οδηγεί σε πρόωρη εξασθένηση του φυτού, μείωση του εμπορεύσιμου καρπού και παρενιαυτοφορία. Υπερβολικά βαρύ κλάδεμα δίνει χαμηλές αποδόσεις και έντονη βλαστική ανάπτυξη. Το βαρύ κλάδεμα είναι ωστόσο η ενδεδειγμένη επιλογή σε φυτό που παρακμάζει ή έχει χάσει ζωηρότητα [3].

Εποχή, τεχνική και υγεία

  • Εποχή. Μετά την πτώση των φύλλων, και ολοκληρώνεται πριν αρχίσει η κίνηση του χυμού την άνοιξη. Πολύ όψιμο κλάδεμα, αφού έχει αρχίσει η κίνηση του χυμού, δίνει τομές που τρέχουν: η πληγή μένει υγρή, αργεί να κλείσει και εκτίθεται περισσότερο σε παθογόνα [3].
  • Κοπή. Η απομάκρυνση κληματίδας γίνεται αφήνοντας τακούνι και όχι με τομή στη βάση, ώστε η νέκρωση να μη φτάσει στον βραχίονα.
  • Δέσιμο. Μετά το χειμερινό κλάδεμα όλες οι κληματίδες που έμειναν δένονται στα σύρματα [1]. Το δέσιμο προς τα κάτω είναι απαραίτητο ανεξαρτήτως σχήματος [3].
  • Ανανέωση. Οι σκελετικές κληματίδες, αφού καρποφορήσουν επί σειρά ετών, μπορούν να ανανεωθούν χωρίς πρόβλημα. Ακόμη και ολόκληρη η κόμη ή και ο κορμός ανανεώνονται, εφόσον υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά, για παράδειγμα μετά από καταστροφικό παγετό [1].
  • Πληγές και παθογόνα. Οι τομές του χειμώνα είναι πύλες εισόδου. Ο ανοιχτός θόλος με καλό φωτισμό, αερισμό και διείσδυση των επεμβάσεων συνδέεται με ηπιότερη εκδήλωση του βακτηριακού έλκους [21]. Το θέμα καλύπτεται στα κείμενα για το βακτηριακό έλκος και για την ίσκα της ακτινιδιάς.
Οι τυφλοί οφθαλμοί Ότι ένα μεγάλο μέρος των οφθαλμών δεν εκπτύσσεται είναι κανονική συμπεριφορά της ακτινιδιάς, όχι βλάβη. Ένα μέρος της είναι δομικό και προβλέψιμο: οι τέσσερις πρώτοι οφθαλμοί σχεδόν ποτέ δεν βλαστάνουν, και το ποσοστό έκπτυξης ανεβαίνει σταθερά από τη βάση προς την κορυφή της κληματίδας.

Από τους υπόλοιπους, το ποσοστό που θα δώσει ανθοφόρους βλαστούς εξαρτάται από τον χειμώνα, ξεπερνά το 50% μετά από κρύο χειμώνα και πέφτει κάτω από το 20% μετά από ήπιο. Τα μετρημένα στοιχεία και οι πηγές τους δίνονται στο κείμενο για τη φυσιολογία των οφθαλμών της ακτινιδιάς, και ο υπολογισμός των ωρών ψύχους με τα τρία μοντέλα στο αντίστοιχο κείμενο με τον υπολογιστή.

Η ελληνική δενδροκομική βιβλιογραφία αποδίδει τους τυφλούς οφθαλμούς κυρίως στην έλλειψη επαρκών ωρών κάτω από 7 °C και δευτερευόντως σε θρεπτικά αίτια ή σε παγετό, με ποσοστά που φτάνουν το 50% [1]. Πρόκειται για διατύπωση εγχειριδίου: το μέρος που αφορά το ψύχος συμφωνεί με τα πειραματικά δεδομένα, ενώ η κατάταξη των δευτερευόντων αιτίων και το συγκεκριμένο ποσοστό δεν συνοδεύονται από μέτρηση στην πηγή. Η πρακτική συνέπεια μένει η ίδια και δεν εξαρτάται από το ακριβές νούμερο: ο αριθμός των οφθαλμών που αφήνονται στο κλάδεμα δεν είναι σταθερός· κρίνεται με τη χρονιά.

Πηγές: 1 3 4 21

12. Το θερινό κλάδεμα και το κορυφολόγημα

Στην ακτινιδιά το θερινό κλάδεμα δεν είναι συμπλήρωμα. Στις νεαρές φυτείες επιταχύνει τον σχηματισμό του θόλου· στις παραγωγικές ελέγχει την υπερπαραγωγή βλαστών, αραιώνει, βελτιώνει τον αερισμό και τη διείσδυση του φωτός, διατηρεί θρεπτικά μέσα στο φυτό, και μειώνει τον όγκο του χειμερινού κλαδέματος [3]. Ο καλύτερος αερισμός έχει και μια συνέπεια που δεν φαίνεται με το μάτι: αυξάνει τη διαπνοή του καρπού και μαζί της τη συγκέντρωση ασβεστίου σε αυτόν. Το ασβέστιο κινείται μόνο με το διαπνευστικό ρεύμα και δεν ανακατανέμεται μετά, οπότε καρπός που κρέμεται σε κλειστό, στάσιμο θόλο μένει φτωχός σε ασβέστιο, με ό,τι αυτό σημαίνει για τη σφριγηλότητα και τη συντηρησιμότητα.

Οι αποφάσεις που καθορίζουν τη χρονιά παίρνονται την άνοιξη και στις αρχές του καλοκαιριού: πόσοι και τι μεγέθους μεσαίοι και μακριοί βλαστοί θα κρατηθούν στη ζώνη του βραχίονα, για να γίνουν οι κληματίδες αντικατάστασης της επόμενης χρονιάς. Από εκεί προέρχεται και ο όρος κλάδεμα βραχίονα [15][2].

Το αραίωμα καρπών γίνεται μόλις αναγνωριστεί το σχήμα και το δυνητικό μέγεθος, με αφαίρεση των πλάγιων καρπών, των κακοσχηματισμένων και των κακώς επικονιασμένων. Ο οδηγός είναι 1 ως 2 καρποί σε ροζέτες με περίπου πέντε φύλλα, 2 ως 6 καρποί σε μεσαίους τερματισμένους βλαστούς με 7 ως 21 φύλλα, και 4 ως 6 καρποί σε μακριούς μη τερματισμένους βλαστούς [2]. Η σχέση φύλλων και καρπού και η πορεία της αύξησης αναλύονται στο κείμενο για τη φυσιολογία των καρπών της ακτινιδιάς.

Τα δύο αραιώματα στην ελληνική πράξη

Το πρώτο αραίωμα γίνεται στο στάδιο του μπουμπουκιού, πριν ανοίξουν τα άνθη. Αφαιρούνται δύο πράγματα: οι πεταλούδες, δηλαδή τα διπλά συμφυμένα άνθη που δίνουν παραμορφωμένο και μη εμπορεύσιμο καρπό, και οι πλάγιοι που φύονται στον ίδιο ποδίσκο με τον κεντρικό μεσαίο. Υπάρχει μία εξαίρεση: όταν ο κεντρικός είναι πεταλούδα, μένει ένας πλάγιος στη θέση του, ο οποίος υπό προϋποθέσεις δίνει κανονικό εμπορεύσιμο καρπό.

Το δεύτερο αραίωμα γίνεται στις αρχές Ιουνίου, πριν από την εφαρμογή του φυτορυθμιστή. Τότε φαίνεται πλέον το σχήμα και το δυνητικό μέγεθος κάθε καρπού, και φεύγουν οι κακοσχηματισμένοι και οι κακώς επικονιασμένοι. Ο λόγος που προηγείται είναι πρακτικός: ο φυτορυθμιστής μεγαλώνει ό,τι βρει πάνω στο φυτό, οπότε κάθε καρπός που θα πεταχτεί αργότερα είναι δαπάνη σκευάσματος και τροφή που δεν πήγε στους καρπούς που μένουν.

Για τον φυτορυθμιστή Η χρήση φυτορυθμιστικών ουσιών στην ακτινιδιά γίνεται μόνο βάσει ισχύουσας έγκρισης του ΥΠΑΑΤ και των οδηγιών της ετικέτας, με τη δόση, τον χρόνο εφαρμογής και τα διαστήματα ασφαλείας που αναγράφονται εκεί. Οι εγκρίσεις αλλάζουν και ελέγχονται κάθε χρονιά στη βάση εγκρίσεων. Το μέγεθος που δίνει ο φυτορυθμιστής δεν υποκαθιστά ούτε την επικονίαση ούτε το αραίωμα: καρπός με λίγα σπέρματα μένει μικρός και μαλακός ανεξάρτητα από την επέμβαση.

Πηγές: 2 3 15

13. Τα αρσενικά

Τα αρσενικά κλαδεύονται ελαφρά τον χειμώνα και, μόλις τελειώσει η άνθηση την άνοιξη, οι βλαστοί που άνθησαν μπορούν να ξανακλαδευθούν [3]. Οι ανθοφόροι βραχίονες, σε θηλυκά και σε αρσενικά, πρέπει να είναι εκείνοι που εκτίθενται σε επαρκή ηλιακή ακτινοβολία [3].

Το κρίσιμο σημείο όμως δεν είναι το κλάδεμα αλλά η επιλογή: ο συνδυασμός θηλυκής και αρσενικής ποικιλίας πρέπει να είναι αποδεδειγμένα σύγχρονος στην άνθηση στις τοπικές συνθήκες [2]. Η αναλογία αρσενικών και η επικονίαση δίνονται στην ενότητα 6.

Πηγές: 2 3

14. Λάθη που κοστίζουν

ΛάθοςΤι προκαλείΠότε φαίνεται
Φύτευση σε λάκκο, με τον λαιμό βαθιά Λίμναση γύρω από τον λαιμό, που σε συνδυασμό με εδαφογενή παθογόνα οδηγεί σε μαρασμό [27] Από το τρίτο έτος και μετά, όταν πια δεν διορθώνεται
Ανέβασμα αδύναμου κορμού από την πρώτη χρονιά Λεπτός, στριμμένος ή διπλός κορμός με περιορισμένη αγωγιμότητα [26] Σε όλη τη ζωή της φυτείας, ως χαμηλότερη ζωηρότητα του συγκεκριμένου φυτού
Σφιχτό δέσιμο στον πάσσαλο ή στο σύρμα Πρόβλημα ανάπτυξης, καθώς το φυτό παχαίνει και το δέσιμο το σφίγγει [5] Το ίδιο ή το επόμενο καλοκαίρι
Πολύ ελαφρύ κλάδεμα για μεγάλο φορτίο Πρόωρη εξασθένηση, μείωση εμπορεύσιμου καρπού, παρενιαυτοφορία [3] Δύο ως τρεις χρονιές αργότερα
Πυκνός, κλειστός θόλος Σκίαση της ζώνης του βραχίονα, μικρότερος καρπός, μειωμένη επιστροφή ανθοφορίας [13][14], βαρύτερη εκδήλωση βακτηριακού έλκους [21] Από την επόμενη χρονιά
Όψιμο χειμερινό κλάδεμα, μετά την κίνηση του χυμού Τομές που τρέχουν, πληγές που αργούν να κλείσουν και μένουν εκτεθειμένες [3] Την ίδια άνοιξη
Σταθερός αριθμός οφθαλμών κάθε χρονιά Σε χρονιά με λίγες ώρες ψύχους, ως και το 50% των οφθαλμών μένει τυφλό και το φορτίο καταρρέει [1] Την ίδια άνοιξη

15. Πηγές

Οι αριθμοί μέσα στο κείμενο παραπέμπουν στον παρακάτω κατάλογο. Όπου χρησιμοποιήθηκε μόνο περίληψη ή δευτερογενής αναφορά, δηλώνεται ρητά.

  • [1] Βασιλακάκης, Μ.Δ. Γενική και Ειδική Δενδροκομία. Εκδόσεις Γαρταγάνη, Θεσσαλονίκη. Κεφάλαιο «Ακτινιδιά», σελίδες 837–842. Πηγή για: εγκατάσταση οπωρώνα και αποστάσεις φύτευσης ανά σχήμα, ποσοστό αρσενικών, διαστάσεις και έμπηξη πασσάλων, τη διαδικασία διαμόρφωσης της κόμης με κορυφολόγημα στο ένα μέτρο την πρώτη χρονιά και κλάδεμα χαμηλά την επόμενη άνοιξη, τη δομή ημικρεββατίνας και κρεββατίνας, τα καρποφόρα όργανα, τα τρία μήκη κλαδέματος, τον υπολογισμό των χειμερινών κληματίδων από τον στόχο παραγωγής, τον κανόνα προέλευσης της κληματίδας αντικατάστασης, την ανανέωση σκελετού και κορμού, και το ποσοστό των τυφλών οφθαλμών. Ελληνική πηγή· υπερισχύει των ξένων όπου υπάρχει διαφορά.
  • [2] Patterson, K.J. and Thorp, T.G. (2024). Vine Management Systems. In: Richardson, A.C., Burdon, J.N. and Ferguson, A.R. (eds) Kiwifruit: Botany, Production and Uses. CAB International, σελίδες 184–206. doi:10.1079/9781800620933.0012. Πηγή για: την ιστορική εξέλιξη ημικρεββατίνας και κρεββατίνας, το κόστος και τη μετατροπή από το ένα σχήμα στο άλλο, τη ζώνη γέννησης των κληματίδων αντικατάστασης, τις παραλλαγές διαιρεμένου θόλου, τις τεχνικές ελέγχου της βλάστησης και το αραίωμα καρπών. Χρησιμοποιήθηκε πλήρες κείμενο.
  • [3] Huang, H. (2016). Cultivation and Management. In: Kiwifruit: The Genus ACTINIDIA. Elsevier, σελίδες 265–295. doi:10.1016/B978-0-12-803066-0.00007-1. Πηγή για: τον χρόνο ανάπτυξης του θόλου ανά σχήμα, το κόψιμο σε 3–5 οφθαλμούς μετά τη φύτευση, τις αποστάσεις των καρποφόρων βραχιόνων, το φορτίο ανά τετραγωνικό μέτρο θόλου, τα δύο λάθη του κλαδέματος ωρίμων φυτών, την εποχή του χειμερινού κλαδέματος, το κλάδεμα των αρσενικών, τον αριθμό σπερμάτων ανά καρπό και τις κυψέλες ανά μονάδα επιφάνειας. Χρησιμοποιήθηκε πλήρες κείμενο.
  • [4] Seleznyova, A.N., Thorp, T.G., Barnett, A.M. and Costes, E. (2002). Quantitative analysis of shoot development and branching patterns in Actinidia. Annals of Botany 89, 471–482. doi:10.1093/aob/mcf069. Πηγή για: τη νέκρωση της κορυφής του βλαστού και τη διαδοχή των αξόνων από πλάγιους οφθαλμούς, τους τρεις τύπους βλαστού, και τη θέση γέννησης των αξόνων αντικατάστασης.
  • [5] Strik, B. and συνεργάτες. Growing Kiwifruit, PNW 507. Pacific Northwest Extension Publication, Oregon State University, Washington State University, University of Idaho. Σελίδα της έκδοσης. Πηγή για: διαστάσεις στύλων, τραβέρσας και σύρματος, την επαναφορά του κορμού όταν η αύξηση δεν επαρκεί, το δέσιμο και την απόσταση των πλάγιων, το κλάδεμα των κληματίδων σε ξύλο διαμέτρου τουλάχιστον 6 mm και την επέκταση των βραχιόνων. Οδηγός επέκτασης των ΗΠΑ, όχι εργασία με κριτές· οι διαστάσεις αφορούν τον Ειρηνικό Βορειοδυτικό.
  • [6] Costa, G., Biasi, R., Giuliani, R. and Succi, F. (1992). Comparison of kiwifruit training systems. Acta Horticulturae 297, 427–434. doi:10.17660/ActaHortic.1992.297.56. Πηγή για: τη σύγκριση Geneva double curtain και ημικρεββατίνας σε Hayward. Τα αριθμητικά αποτελέσματα αντλήθηκαν από τη δευτερογενή απόδοσή τους στο [2], όχι από το πλήρες κείμενο.
  • [7] Costa, G., Quadretti, R., Galliano, A. and Vittone, F. (1997). Τριετής δοκιμή δύο συστημάτων κρεββατίνας για την ακτινιδιά: παραδοσιακό και Peyracchia. Rivista di Frutticoltura e di Ortofloricoltura 61(5), 67–72. Πηγή για: τις ώρες κλαδέματος και τις αποδόσεις των δύο συστημάτων στο τρίτο έτος. Μέσω της δευτερογενούς απόδοσης στο [2].
  • [8] Vittone, G., Franco, E., Astesano, B., Peyracchia, G. and Peyracchia, B. (1996). Το κλάδεμα της ακτινιδιάς με τη μέθοδο Peyracchia. Informatore Agrario 52(43), 61–66. Πηγή για: τη μέθοδο μεικτής ηλικίας με μερική αντικατάσταση κληματίδων και τα συγκριτικά μεγέθη χρόνου και απόδοσης. Μέσω της δευτερογενούς απόδοσης στο [2].
  • [9] CReSO (2010). Actinidieto a «pergoletta alta»: caratteristiche degli impianti, la fase di allevamento e indicazioni per la potatura di produzione. In: Potatura dei Fruttiferi, Supplemento a Coldiretti Informa 125, 11–14. Πηγή για: τις ψηλές ημικρεββατίνες ως τα 3,0 m, τον καρποφόρο θόλο ως περίπου 1 m από το έδαφος και την αναφερόμενη αύξηση απόδοσης κατά 20%. Τεχνικό δελτίο, όχι εργασία με κριτές· μέσω της απόδοσης στο [2].
  • [10] Tombesi, A., Antognozzi, E. and Palliotti, A. (1994). Optimum leaf area index in T-bar trained kiwifruit vines. Journal of Horticultural Science 69, 339–350. doi:10.1080/14620316.1994.11516463. Πηγή για: τον βέλτιστο δείκτη φυλλικής επιφάνειας σε ημικρεββατίνα. Χρησιμοποιήθηκε τίτλος και δευτερογενής απόδοση στο [2].
  • [11] Snelgar, W.P. and Martin, P.J. (1997). Relationship between leaf area index and fruit size in kiwifruit. Acta Horticulturae 444, 199–204. doi:10.17660/ActaHortic.1997.444.29. Πηγή για: τη σχέση δείκτη φυλλικής επιφάνειας και μεγέθους καρπού. Μέσω της απόδοσης στο [2].
  • [12] Buwalda, J.G. (1991). A mathematical model of carbon acquisition and utilisation by kiwifruit vines. Ecological Modelling 57, 43–64. doi:10.1016/0304-3800(91)90054-5. Πηγή για: τη μοντελοποίηση της κατανομής άνθρακα που στηρίζει τον στόχο δείκτη φυλλικής επιφάνειας 3 ως 4. Μέσω της απόδοσης στο [2].
  • [13] Grant, J.A. and Ryugo, K. (1984). Influence of within-canopy shading on fruit size, shoot growth, and return bloom in kiwifruit. Journal of the American Society for Horticultural Science 109(6), 799–802. doi:10.21273/JASHS.109.6.799. Πηγή για: την επίδραση της σκίασης μέσα στον θόλο στο μέγεθος του καρπού και στην επιστροφή ανθοφορίας.
  • [14] Snelgar, W.P., Hopkirk, G., Seelye, R.J., Martin, P.J. and Manson, P.J. (1998). Relationship between canopy density and fruit quality of kiwifruit. New Zealand Journal of Crop and Horticultural Science 26, 223–232. doi:10.1080/01140671.1998.9514058. Πηγή για: τη σχέση πυκνότητας θόλου και ποιότητας καρπού.
  • [15] Miller, S.A., Broom, F.D., Thorp, T.G. and Barnett, A.M. (2001). Effects of leader pruning on vine architecture, productivity and fruit quality in kiwifruit (Actinidia deliciosa cv. Hayward). Scientia Horticulturae 91(3-4), 189–199. doi:10.1016/S0304-4238(01)00259-X. Πηγή για: το κλάδεμα βραχίονα ως τεχνική διαιρεμένου θόλου και τις επιδράσεις του στην αρχιτεκτονική και στην ποιότητα.
  • [16] Thorp, T.G., Barnett, A.M. and Blattmann, P. (2011). What are the productivity limits for «Hayward» kiwifruit? Acta Horticulturae 913, 419–424. doi:10.17660/ActaHortic.2011.913.56. Πηγή για: τους δευτερεύοντες θόλους, τα ανακλαστικά εδαφοκαλύμματα και το όριο παραγωγικότητας των 73,5 τόνων ανά εκτάριο, μαζί με το τίμημα σε μέγεθος και ξηρό βάρος καρπού. Μέσω της απόδοσης στο [2].
  • [17] Thorp, T.G. and Barnett, A.M. (2011). Increasing productivity of alternate year cropping systems for Zespri Gold kiwifruit («Hort16A»). Acta Horticulturae 913, 321–326. doi:10.17660/ActaHortic.2011.913.42. Πηγή για: την εναλλασσόμενη καρποφορία με ανακλαστικά εδαφοκαλύμματα και την αύξηση κατά 13%. Μέσω της απόδοσης στο [2].
  • [18] Patterson, K.J. and Currie, M.B. (2011). Optimising kiwifruit vine performance for high productivity and superior fruit taste. Acta Horticulturae 913, 257–268. doi:10.17660/actahortic.2011.913.33. Πηγή για: την καθοδήγηση με σπάγκους σε γωνία 40 ως 60 μοιρών και τη χρησιμότητά της στα νεαρά φυτά. Μέσω της απόδοσης στο [2].
  • [19] Basile, B., Giaccone, M., Shahak, Y., Forlani, M. and Cirillo, C. (2014). Regulation of the vegetative growth of kiwifruit vines by photo-selective anti-hail netting. Scientia Horticulturae 172, 300–307. doi:10.1016/j.scienta.2014.04.011. Πηγή για: την επίδραση του χρώματος του φωτοεκλεκτικού διχτυού στη ζωηρότητα και στην ανάπτυξη του καρπού. Μέσω της απόδοσης στο [2]· η εργασία έγινε στη νότια Ιταλία.
  • [20] McAneney, K.J., Judd, M.J. and Trought, M.C.T. (1984). Wind damage to kiwifruit (Actinidia chinensis Planch.) in relation to windbreak performance. New Zealand Journal of Agricultural Research 27, 255–263. doi:10.1080/00288233.1984.10430427. Πηγή για: τη σχέση ζημιάς από άνεμο και απόδοσης των ανεμοφρακτών.
  • [21] Mauri, S., Cellini, A., Buriani, G., Donati, I., Costa, G. and Spinelli, F. (2016). Optimization of cultural practices to reduce the development of Pseudomonas syringae pv. actinidiae, causal agent of the bacterial canker of kiwifruit. Journal of Berry Research 6, 355–371. doi:10.3233/JBR-160115. Πηγή για: τη σύνδεση πυκνού θόλου με βαρύτερη εκδήλωση του βακτηριακού έλκους, το όφελος του ανοιχτού θόλου σε φωτισμό, αερισμό και διείσδυση των επεμβάσεων, και τη σχέση με υπερβολική αζωτούχο λίπανση. Χρησιμοποιήθηκε η περίληψη και η καταχώριση του ιδρυματικού αποθετηρίου, όχι το πλήρες κείμενο.
  • [22] Costa, G., Ferguson, R., Huang, H. and Testolin, R. (2018). Main changes in the kiwifruit industry since its introduction: present situation and future. Acta Horticulturae 1218, 1–16. doi:10.17660/ActaHortic.2018.1218.1. Πηγή για: την επικράτηση της κρεββατίνας με αρσενικά σε λωρίδα στους κορυφαίους παραγωγούς της Νέας Ζηλανδίας. Μέσω της απόδοσης στο [2].
  • [23] Agrotypos, με στοιχεία FAOSTAT. «Το ελληνικό ακτινίδιο: μια καλλιέργεια που μεγαλώνει σταθερά στον χρόνο» και «Πάνω από 10.000 στρέμματα φέτος νέες φυτεύσεις στα ακτινίδια». Σύνδεσμος. Πηγή για: έκταση, παραγωγή και μέση απόδοση της ελληνικής ακτινιδοκαλλιέργειας το 2024, και για το δηλωμένο κόστος νέας φύτευσης. Κλαδικός τύπος με αναφορά σε FAOSTAT· τα στοιχεία κόστους είναι δηλώσεις της αγοράς.
  • [24] Agrocapital. «Οδηγός αρχικών προϋποθέσεων για την επιτυχή καλλιέργεια ακτινιδίων». Σύνδεσμος. Πηγή για: δεύτερη εκτίμηση κόστους εγκατάστασης ανά στρέμμα στην ελληνική αγορά. Κλαδικός τύπος, όχι οικονομοτεχνική μελέτη.
  • [25] Massai, R., Piccotino, D., Raffaelli, M., Xiloyannis, C. and Baroni, G. (1997). Growth and yield of kiwifruit vines planted at different distances along the row. Acta Horticulturae 444, 169–174. doi:10.17660/ActaHortic.1997.444.24. Πηγή για: την επίδραση της πυκνότητας φύτευσης επί της γραμμής στην αύξηση και στην απόδοση. Μέσω της απόδοσης στο [2].
  • [26] Clearwater, M.J., Lowe, R.G., Hofstee, B.J., Barclay, C., Mandemaker, A.J. και συνεργάτες (2004). Hydraulic conductance and rootstock effects in grafted vines of kiwifruit. Journal of Experimental Botany 55, 1371–1382. doi:10.1093/jxb/erh137. Πηγή για: την υδραυλική αγωγιμότητα του εμβολιασμένου φυτού και τη σημασία της διαδρομής του κορμού.
  • [27] Savian, F., Ginaldi, F., Musetti, R. και συνεργάτες (2020). Studies on the aetiology of kiwifruit decline: interaction between soil-borne pathogens and waterlogging. Plant and Soil 456, 113–128. doi:10.1007/s11104-020-04671-5. Πηγή για: την αλληλεπίδραση εδαφογενών παθογόνων και λίμνασης στην αιτιολογία του μαρασμού της ακτινιδιάς. Χρησιμοποιήθηκε μόνο η περίληψη και η βιβλιογραφική καταχώριση, όχι το πλήρες κείμενο.
Αποποίηση ευθύνης Το κείμενο είναι ενημερωτικό και δεν αποτελεί σύσταση εφαρμογής. Οι αποστάσεις φύτευσης, οι διαστάσεις της υποστύλωσης, ο αριθμός των οφθαλμών και τα μήκη κλαδέματος που αναφέρονται είναι ενδεικτικά: η τελική επιλογή καθορίζεται από την ποικιλία, το υποκείμενο, τη ζωηρότητα, το έδαφος, τη θέση και τις ώρες ψύχους της συγκεκριμένης περιοχής, μετά από επιτόπια εκτίμηση. Η στατική επάρκεια της κατασκευής για τα φορτία ανέμου, χιονιού, καρπού και διχτυού της συγκεκριμένης θέσης δεν προκύπτει από τους ενδεικτικούς αριθμούς του κειμένου και είναι αντικείμενο μελέτης. Τα δεδομένα των ξένων εργασιών προέρχονται από τις χώρες και τις συνθήκες όπου έγιναν και δεν μεταφέρονται αυτούσια στην Ελλάδα. Η χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων, για την προστασία των πληγών του κλαδέματος ή για οποιονδήποτε άλλο σκοπό, γίνεται αποκλειστικά βάσει των ισχυουσών εγκρίσεων του ΥΠΑΑΤ και της ετικέτας του σκευάσματος· ο έλεγχος γίνεται στο fyto.plantprotect.gr. Σε κάθε διαφυλλικό ψεκασμό υπάρχει κίνδυνος λεκέδων στους καρπούς και εγκαυμάτων στο φύλλωμα: απαιτείται προηγούμενη δοκιμή σε περιορισμένο αριθμό φυτών, με το ίδιο σκεύασμα και την ίδια δόση, και αναμονή 5 έως 7 ημερών πριν από τη γενική εφαρμογή· ο ψεκασμός γίνεται απόγευμα ή νωρίς το πρωί, ποτέ σε καύσωνα και ποτέ σε φύλλωμα υπό υδατική καταπόνηση. Κάθε επέμβαση γίνεται με ευθύνη του χρήστη, κατόπιν επιτόπιας εκτίμησης από αδειοδοτημένο γεωπόνο. Η Παστόπουλος Γεωπονική Ε.Ε. δεν φέρει ευθύνη για τη χρήση των πληροφοριών.

Σχετικά άρθρα

Η φυσιολογία των οφθαλμών της ακτινιδιάς και η διαφοροποίηση των ανθών

Η φυσιολογία των οφθαλμών της ακτινιδιάς και η διαφοροποίηση των ανθών

Η ανθοφορία κρίνεται τον Ιούνιο και τον Ιούλιο της προηγούμενης χρονιάς. Τι υπάρχει μέσα στον οφθαλμό, γιατί οι πρώτοι πέντε δεν μετράνε, η σύγχυση ωρών και μονάδων ψύχους, και τι ακριβώς ισχύει με την κατ' εξαίρεση άδεια των 120 ημερών.

Ακτινιδιά Κλάδεμα
Ώρες ψύχους: τα τρία μοντέλα και πότε το καθένα λέει την αλήθεια

Ώρες ψύχους: τα τρία μοντέλα και πότε το καθένα λέει την αλήθεια

Ώρες, μονάδες Utah ή μερίδες Dynamic, τι μετράει το καθένα, ποιο ταιριάζει σε ποιο κλίμα και ποια χρονιά, γιατί η μερίδα δεν μετατρέπεται σε ώρες, και πώς διαβάζεται η απόκλιση ανάμεσα στα τρία. Ο υπολογισμός γίνεται στο χωριστό εργαλείο της σελίδας.

Κερασιά Ακτινιδιά Ροδακινιά
Σχήματα διαμόρφωσης της κερασιάς: τι δουλεύει, τι όχι, και γιατί

Σχήματα διαμόρφωσης της κερασιάς: τι δουλεύει, τι όχι, και γιατί

Τα οκτώ σύγχρονα σχήματα του PNW 667 με αποστάσεις και βήματα ανά έτος, τα κλασικά ελληνικά σχήματα, και τι έδειξαν οι συγκριτικοί πειραματισμοί σε Ιταλία, Τασμανία και Τουρκία, μαζί με τη διαφωνία ελληνικού οδηγού και διεθνούς βιβλιογραφίας για τα γραμμωτά σχήματα.

Κερασιά Κλάδεμα